της Ρέας Γαλανάκη

 

«Ο κάθε συγ­γρα­φέ­ας έχει κάτι να σου δώσει».

Αυτή η μικρή φρά­ση βρί­σκε­ται στην εισα­γω­γή του βιβλί­ου Οι κεραί­ες της επο­χής μου, που έχει τον ίδιο περί­που τίτλο με τις γνω­στές σε όλους τηλε­ο­πτι­κές συνε­ντεύ­ξεις του Ανταί­ου Χρυ­σο­στο­μί­δη και της Μικέ­λας Χαρ­του­λά­ρη, η οποία είναι και η νονά της εκπο­μπής. Πρό­κει­ται για συνε­ντεύ­ξεις με  μερι­κούς από τους πλέ­ον  σημα­ντι­κούς ανά τον κόσμο συγ­γρα­φείς. Ξεκί­νη­σαν πριν από μερι­κά χρό­νια και συνε­χί­ζο­νται,  με απο­τέ­λε­σμα να  έχει απο­θη­σαυ­ρι­στεί στην ΕΡΤ ένα σπά­νιο και εξαι­ρε­τι­κό  αρχείο.

Στο βιβλίο, που σήμε­ρα παρου­σιά­ζε­ται, ο Ανταί­ος Χρυ­σο­στο­μί­δης αφη­γεί­ται τις συνα­ντή­σεις με  τριά­ντα τρία από τα παρα­πά­νω ιερά τέρα­τα της  παγκό­σμιας λογο­τε­χνί­ας. Η αφή­γη­σή του  στη­ρί­ζε­ται, με μια πρώ­τη ματιά, στις πολ­λές και κάθε είδους παρα­τη­ρή­σεις ή σημειώ­σεις, που είχε  κρα­τή­σει  ξεχω­ρι­στά για  την κάθε συνά­ντη­ση τον και­ρό που έλα­βε χώρα· στην παρά­θε­ση κάποιων  σημα­ντι­κών  απο­σπα­σμά­των από τις τηλε­ο­πτι­κές συνε­ντεύ­ξεις των εν λόγω συγ­γρα­φέ­ων για τη ζωή και έργο τους· στην ενσω­μά­τω­ση χαρα­κτη­ρι­στι­κών απο­σπα­σμά­των από το λογο­τε­χνι­κό έργο  κάποιων συγ­γρα­φέ­ων, μολο­νό­τι αυτό συμ­βαί­νει πολύ σπά­νια. Και, καμιά φορά,  στην  αύρα  που άφη­σαν  στη  μνή­μη του   μερι­κές από τις πιο εντυ­πω­σια­κές, ή τις πιο συγκι­νη­τι­κές, συναντήσεις.

Όταν τέλειω­σα το βιβλίο είχα  πει­σθεί ότι κάθε συγ­γρα­φέ­ας δεν έχει μόνο «κάτι», αλλά έχει πολ­λά, πάρα πολ­λά  να σου δώσει. Το πόσα, το ποια είναι αυτά τα δώρα (αφού για δώρα πρό­κει­ται, θαρ­ρώ) εξαρ­τά­ται κάθε φορά από τον διά­λο­γο ανά­με­σα στον συγ­γρα­φέα και τον συνο­μι­λη­τή του. Ανά­λο­γα, δηλα­δή,  με την ευαι­σθη­σία, τη μόρ­φω­ση, την καλ­λιέρ­γεια, την προ­ε­τοι­μα­σία,   την ευφυία ακό­μη εκεί­νου που ρωτά — θα  πρό­σθε­τα και τον σεβα­σμό προς το έργο του εκά­στο­τε συγ­γρα­φέα  — μπο­ρεί να  προ­κύ­ψουν απα­ντή­σεις πιο προ­σω­πι­κές, αλλιώ­τι­κες απ’ όσες συνή­θως έχει  πρό­χει­ρες στο τσε­πά­κι του ο κάθε συγ­γρα­φέ­ας.  Ο  Ανταί­ος  με σπου­δές αρχι­τε­κτο­νι­κής, χρό­νια  δημο­σιο­γρά­φος, ερα­στής της καλής λογο­τε­χνί­ας,   δια­κε­κρι­μέ­νος μετα­φρα­στής,  πολι­τι­κά ανή­συ­χο και ενερ­γό άτο­μο,  διέ­θε­τε με το παρα­πά­νω αυτές τις αρε­τές, γι αυτό και το « κάτι» έγι­νε «πολύ», έγι­νε δώρο, όχι από το θαύ­μα ενός  αόρα­του θεού αλλά για λόγους που θα προ­σπα­θή­σω να  τους κάνω ορατούς.

Κάθε καλό βιβλίο είναι ένα ταξί­δι, λένε, και δεν απο­κλεί­ε­ται να είναι σωστό. Μόνο που το υβρι­δι­κό βιβλίο Οι κεραί­ες της επο­χής μας είναι ένα παλίμ­ψη­στο ταξι­διών, που το ένα κρύ­βε­ται κάτω από  ένα άλλο. Μάλ­λον δεν θα μπο­ρού­σε να  είχε γίνει δια­φο­ρε­τι­κά  αφού το βιβλίο έχει την υπο­γρα­φή  του Ανταί­ου, ενός ανθρώ­που πολυ­τα­ξι­δε­μέ­νου τόσο ανά την υφή­λιο, όσο  και στον δύσβα­το εκεί­νο χάρ­τη της λογο­τε­χνί­ας, των ιδε­ών, αυτής καθε­αυ­τής της ανθρώ­πι­νης εμπει­ρί­ας. Έτσι, κατ’ αρχάς   περι­γρά­φε­ται  πολ­λές φορές  καθε­αυ­τό το ταξί­δι, ιδί­ως όταν οι δυο δημο­σιο­γρά­φοι  με τους σκη­νο­θέ­τες και τους φωτο­γρά­φους που τους συνο­δεύ­ουν, έχουν φθά­σει στην ξένη χώρα και βασα­νί­ζο­νται περι­πλα­νώ­με­νοι σε άγνω­στα μέρη, και συχνά σε άγνω­στες γλώσ­σες,  ώσπου να βρουν τη διεύ­θυν­ση που τους έχει δώσει ο συγγραφέας.

Το ταξί­δι  δεν στα­μα­τά, φυσι­κά, σ’ αυτό το σημείο. Η περι­πλά­νη­ση συνε­χί­ζε­ται  καθώς οι  δυο  δημο­σιο­γρά­φοι εισ­δύ­ουν  στο ίδιο το κέλυ­φος του συγ­γρα­φέα, δηλα­δή στο σπί­τι  του, όπου συνή­θως  βρί­σκε­ται και το μεγά­λο ή μικρό γρα­φείο του, και  παρα­τη­ρούν τα υλι­κά  του σκη­νι­κού που ο συγ­γρα­φέ­ας έχει ορί­σει να τον περι­βάλ­λει. Ανα­βαθ­μί­ζε­ται όμως σε πνευ­μα­τι­κή η περι­πλά­νη­ση όταν, κου­βέ­ντα την κου­βέ­ντα, οι δυο δημο­σιο­γρά­φοι αρχί­ζουν να εισ­δύ­ουν στο λογο­τε­χνι­κό  σύμπαν του συγ­γρα­φέα, προ­σπα­θώ­ντας να   εκμαιεύ­σουν  τον στο­χα­σμό  του για  τη λογο­τε­χνι­κή  γρα­φή, τον ανα­στο­χα­σμό για τη ζωή του,  τις από­ψεις του για τις   συνέ­πειες που μπο­ρεί καμιά φορά να έχει   το  επάγ­γελ­μα του συγ­γρα­φέα, τον προ­βλη­μα­τι­σμό του για κοι­νω­νι­κά και πολι­τι­κά ζητή­μα­τα. Ταυ­τό­χρο­να σε ένα άλλο,  πιο βαθύ  μα εξί­σου γοη­τευ­τι­κό επί­πε­δο, ο ανα­γνώ­στης αυτού του βιβλί­ου συνει­δη­το­ποιεί  τον ατε­λεύ­τη­το  χαρα­κτή­ρα ενός δια­φο­ρε­τι­κού ταξι­διού, εκεί­νου στο οποίο   ξανοί­γε­ται κάθε φορά ο συγ­γρα­φέ­ας  όταν αρχί­ζει να  ξεδι­πλώ­νει τη σκέ­ψη του. Συνει­δη­το­ποιεί, δηλα­δή, ότι δεν υπάρ­χει, έστω ότι μοιά­ζει σαν να μην υπάρ­χει,  συγ­γρα­φι­κή Ιθά­κη για τους εν ζωή  συγ­γρα­φείς – γι’ αυτό και στον επί­λο­γο του βιβλί­ου ο Ανταί­ος ανα­φέ­ρει με τρυ­φε­ρά αισθή­μα­τα τον Ζοζέ Σαρα­μά­γκου, τον Χάρι Μού­λις, τον Κάρ­λος Φου­έ­ντες και βέβαια τον καλό του φίλο Αντό­νιο Ταμπού­κι,  από τους οποί­ους είχε πάρει συνε­ντεύ­ξεις  προ­τού εκεί­νοι απο­βι­βα­στούν στην    κοι­νή, όχι μόνο για τους συγ­γρα­φείς, Ιθά­κη του θανάτου.

Είναι αξιο­ση­μεί­ω­το επί­σης ότι, από τη μεριά τους,  ο Ανταί­ος και η Μικέ­λα  δεν εκφέ­ρουν καμιά προ­σω­πι­κή  κρί­ση για τις,  έως και δια­με­τρι­κά  αντί­θε­τες,   από­ψεις που κατα­γρά­φουν από  τους σκε­πτό­με­νους συγ­γρα­φείς, παρό­λο που καμιά φορά δεν απο­φεύ­γου­νε   την έκπλη­ξη.  Φαντά­ζο­μαι ότι αυτό συμ­βαί­νει, επει­δή κι οι δυο τους  γνω­ρί­ζουν ότι η καλή λογο­τε­χνία, ανε­ξάρ­τη­τα από το λογο­τε­χνι­κό είδος   το οποίο υπη­ρε­τεί,  είναι γραμ­μέ­νη με πολ­λούς και δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους, από τον πιο κλα­σι­κό μέχρι τον πιο ρηξι­κέ­λευ­θο. Με άλλα λόγια,    ανα­γνω­ρί­ζουν τον ανοι­χτό ορί­ζο­ντα που οφεί­λουν να έχουν τόσο οι σοβα­ροί  δημιουρ­γοί,  όσο και  οι σοβα­ροί ανα­γνώ­στες τους. Και για να  γυρί­σου­με τελευ­ταία φορά  στα  ταξί­δια που κρύ­βο­νται μέσα σ’ αυτό το βιβλίο, χωρίς όμως να τα εξα­ντλή­σου­με, οι  περί την λογο­τε­χνία από­ψεις   τόσο  σημα­ντι­κών συγ­γρα­φέ­ων   καλούν, ή για να το πω καλύ­τε­ρα,  «προ­κα­λούν» τον ανα­γνώ­στη  να ανοί­ξει τα δικά του τα πανιά στα πελά­γη  της πολύ­χρω­μης  και  στο­χα­στι­κής   λογο­τε­χνί­ας τους, να τους γνω­ρί­σει, να τους ευχα­ρι­στη­θεί, και προ­πα­ντός να μάθει για τον κόσμο, και για τον εαυ­τό του, περισσότερα.

Οι από­ψεις όμως των, ανά τον κόσμο, μαστό­ρων της γρα­φής για  την τέχνη τους ή για τα κοι­νά, θα μπο­ρού­σαν να είχαν μαζευ­τεί  για να δημιουρ­γή­σουν ένα βιβλίο με πολύ ουδέ­τε­ρο τρό­πο, ακό­μη και με το ψυχρό­τα­το εκεί­νο e-mail. Αυτό που κάνει εδώ τη δια­φο­ρά, είναι, νομί­ζω,  η στα­θε­ρή  ανθρω­πο­κε­ντρι­κή οπτι­κή του εγχει­ρή­μα­τος, για την οποία και θα προ­σπα­θή­σω να μιλήσω.

Ενώ προ­ε­τοί­μα­ζαν με την Μικέ­λα κάθε τους συνά­ντη­ση,  εξη­γεί ο Ανταί­ος,   ζητού­σαν  να τους δια­θέ­σει ο συγ­γρα­φέ­ας  αρκε­τό χρό­νο, ίσως και μια δεύ­τε­ρη μέρα,  ενδε­χο­μέ­νως και μια βόλ­τα έξω από το σπί­τι, ή   ένα κοι­νό γεύ­μα, για να μην είναι μονό­το­νη η τηλε­ο­πτι­κή εκπο­μπή.  Έχω την αίσθη­ση ότι για τον Ανταίο και τη Μικέ­λα αυτό ήταν απλώς  το πρό­σχη­μα. «Τους ανθρώ­πους τους κατα­λα­βαί­νεις καλύ­τε­ρα στις μικρές τους κινή­σεις και την ώρα του φαγη­τού» γρά­φει ο Ανταί­ος στο βιβλίο (σελ. 483).   Γι’ αυτό και νομί­ζω ότι, ανα­ζη­τώ­ντας τη μεγί­στη δυνα­τή γνώ­ση,  η ματιά τους  υπήρ­ξε σε μεγά­λο βαθ­μό ανθρω­πο­κε­ντρι­κή.  Επι­δί­ω­ξαν, δηλα­δή, κάτι που πολ­λές φορές μπο­ρεί να  απο­βεί έως και απο­γοη­τευ­τι­κό:  να σπά­σουν τον στε­ρε­ό­τυ­πο τρό­πο  παρου­σί­α­σης των  συγ­γρα­φέ­ων,   για να  γνω­ρί­σουν – έστω  και πολύ  απο­σπα­σμα­τι­κά — τον άνθρω­πο που ανα­σαί­νει πίσω από  τις γραμ­μέ­νες του σελί­δες. Κι αυτό για να δια­κρί­νουν  μέσα από τις ενδε­χό­με­νες ρωγ­μές  με ποιο τρό­πο συν­δυά­ζο­νται αυτά τα δύο, η ζωή και η δημιουρ­γία, ώστε να απο­κο­μί­σουν μια πλη­ρέ­στε­ρη εικό­να όχι μόνο για τον συγ­γρα­φέα, αλλά για   το σύνο­λο και της ζωής και της δημιουρ­γί­ας, εν τέλει για τον ίδιο  τους τον εαυ­τό. Όλοι το ξέρου­με,  τα στε­ρε­ό­τυ­πα  κρύ­βουν — για παρά­δειγ­μα η στε­ρε­ό­τυ­πη φωτο­γρά­φη­ση  ενός συγ­γρα­φέα μπρο­στά  στη βιβλιο­θή­κη του -,  οι δε συγ­γρα­φείς ξέρουν καλά και να κρύ­βουν, και να δημιουρ­γούν εικό­νες για τον εαυ­τό τους  προς τα έξω. Η τελε­τουρ­γία, ωστό­σο, μιας βόλ­τας, ενός γεύ­μα­τος — αφού για μια τελε­τουρ­γία ανα­γνώ­ρι­σης πρό­κει­ται εδώ -, αυτή η ασύμ­με­τρη προ­σω­πι­κή στιγ­μή, επι­τρέ­πει την ανί­χνευ­ση  κάποιων, έστω και λίγων, βαθιά κρυμ­μέ­νων νημά­των. Πλή­θος τέτοιων μικρών προ­σω­πι­κών  στιγ­μών κατα­γρά­φο­νται και σχο­λιά­ζο­νται από τον Ανταίο, δίνο­ντας μια ιδιαί­τε­ρη  αισθα­ντι­κό­τη­τα,  και ποι­κι­λία, στο βιβλίο· στιγ­μές  που  ίσως δεν είχαν μπει στην  τηλε­ο­πτι­κή εκπο­μπή, ή, αν μπή­καν, πέρα­σαν για μια  στιγ­μή και  χάθη­καν αμέ­σως, ασχολίαστες.

Ο προ­σω­πι­κός χώρος, το γρα­φείο δηλα­δή ή το σπί­τι σ’ εκεί­νο το σημείο του χάρ­τη, όπου  συμ­βαί­νει να ζει ο κάθε συγ­γρα­φέ­ας, έχουν μεγά­λη σημα­σία για τον Ανταίο.  Σαν αρχι­τέ­κτο­νας, αλλά και σαν πολύ καλ­λιερ­γη­μέ­νο άτο­μο, είναι σε θέση να γνω­ρί­ζει  ότι ο οποιοσ­δή­πο­τε χώρος είναι ανύ­παρ­κτος δίχως τον χρό­νο του. Και ότι ο ανα­με­τα­ξύ τους διά­λο­γος είναι αστα­μά­τη­τος. Μέσα σ’ αυτό, λοι­πόν, το δήθεν ακί­νη­το σκη­νι­κό του χώρου, όπου και το παρα­μι­κρό αντι­κεί­με­νο απο­κα­λύ­πτει, και ανα­δη­μιουρ­γεί ταυ­τό­χρο­να τον κάτο­χό του (εντυ­πω­σιά­ζει η λεπτο­με­ρής παρα­τή­ρη­ση από τον Ανταίο των πινά­κων, των φωτο­γρα­φιών, ή άλλων διά­φο­ρων  αντι­κει­μέ­νων που  σημαί­νουν κάτι για τον συγ­γρα­φέα), αρχί­ζει  την παλιν­δρο­μι­κή του κίνη­ση ο προ­σω­πι­κός χρό­νος ενός εκά­στου συγ­γρα­φέα. Πώς  δημιουρ­γεί­ται αυτή η χρο­νι­κή διά­στα­ση;   Πολύ απλά, με το  ότι  αρχί­ζει ο  συγ­γρα­φέ­ας  να ξετυ­λί­γει τη ζωή του, ξεκι­νώ­ντας,  όπως συνη­θί­ζε­ται, από τα παι­δι­κά του χρό­νια. Δεν στα­μα­τά σ’ αυτά, συνε­χί­ζει  ξετυ­λί­γο­ντας τόσο τα  σημα­ντι­κά για εκεί­νον γεγο­νό­τα, όσο και την ίδια την προ­σω­πι­κή του μυθο­λο­γία, την αντί­λη­ψη — θέλω να πω – που, όπως συμ­βαί­νει με τον καθέ­να μας,  έχει σχη­μα­τί­σει ο ίδιος για τον εαυ­τό του, για την προ­σω­πι­κή του ιστο­ρία, αντί­λη­ψη που προ­βά­λει προς τα έξω.  Και  προ­σπα­θεί παράλ­λη­λα να βρει απά­ντη­ση στα κλα­σι­κά, μα πάντο­τε  βαθιά υπο­κει­με­νι­κά ερω­τή­μα­τα, πότε και για­τί άρχι­σε να γρά­φει, πώς αρχί­ζει να σχε­διά­ζει ένα μυθι­στό­ρη­μα, ποια ήταν η συγ­γρα­φι­κή του δια­δρο­μή, ποια θέμα­τα τον απα­σχό­λη­σαν, αν κυνη­γή­θη­κε για τα γρα­φτά του, σε ποια μέρη έχει ζήσει, αν ανα­γκά­στη­κε να εξο­ρι­στεί για να βρει μια δεύ­τε­ρη πατρί­δα, πώς βλέ­πει τα προ­βλή­μα­τα  στην πατρί­δα ή τις πατρί­δες του,  ή και σ’ ολό­κλη­ρο τον κόσμο  σήμε­ρα (όπου βέβαια το σήμε­ρα είναι κι αυτό μια κάποια χρο­νι­κή στιγμή).

Στο δήθεν ακί­νη­το, λοι­πόν,  σκη­νι­κό ωραί­ων κάποιες φορές  σπι­τιών, με κήπους, απο­τυ­πώ­νε­ται ο πλού­τος  που, σωστά, κάποιοι  από­κτη­σαν  από τα βιβλία τους, ιδιαί­τε­ρα αν γρά­φουν σε κάποια από τις  πιο δια­δε­δο­μέ­νες γλώσ­σες. Τα ταπει­νά δια­με­ρί­σμα­τα άλλων συγ­γρα­φέ­ων μαρ­τυ­ρούν  ότι ο ένοι­κος ποτέ δεν  έγι­νε πλού­σιος από τα  γρα­πτά του, μολο­νό­τι ισά­ξιος των προη­γού­με­νων. Στο ίδιο δήθεν ακί­νη­το σκη­νι­κό  πάντο­τε  παρε­λαύ­νουν τα ζωντα­νά, ή και τα μακρι­νά  πλέ­ον, πρό­σω­πα  της  στε­νής  οικο­γέ­νειας,  αυτής δηλα­δή που κου­βα­λά πάντα   μαζί του ένας συγ­γρα­φέ­ας·  εδώ ξανα­παί­ζε­ται  το δρά­μα κάθε μιας ζωής. Αλλά  μερι­κές φορές  εδώ λαμ­βά­νει  χώρα και η τελε­τουρ­γία   του ανα­γνω­ρι­στι­κού γεύ­μα­τος που παρέ­χε­ται  από τον οικο­δε­σπό­τη συγ­γρα­φέα και τη γυναί­κα του προς τους δυο δημο­σιο­γρά­φους. Η περι­γρα­φή της σπι­τι­κής φιλο­ξε­νί­ας δικαί­ως γίνε­ται με ζεστά χρώ­μα­τα από τον γευ­σι­γνώ­στη Ανταίο,  για­τί, εκτός από την ευχα­ρί­στη­ση  ενός  πιο φτω­χι­κού  ή ενός πιο  πλού­σιου σπι­τι­κού φαγη­τού, αυτό­μα­τα δημιουρ­γεί­ται, μια φιλι­κή, ανθρώ­πι­νη και ανα­τρε­πτι­κή ατμό­σφαι­ρα ανά­με­σα σε ανθρώ­πους που ενδε­χο­μέ­νως δεν είχα­νε ποτέ ξανα­συ­να­ντη­θεί (Τζον λε Καρέ, 133–134). Ανά­λο­γη  ατμό­σφαι­ρα δημιουρ­γεί­ται  και κατά τη διάρ­κεια ενός περί­πα­του ή μιας επί­σκε­ψης στην πόλη (Κάρ­λος Φου­έ­ντες στο κέντρο της Πόλης του Μεξι­κού, 241).

Ανα­με­νό­με­νες είναι, προ­φα­νώς, οι ιδιο­τρο­πί­ες, οι  μεγά­λες   δια­φο­ρές χαρα­κτή­ρα και συμπε­ρι­φο­ράς  όλων αυτών των διά­ση­μων ανθρώ­πων, ακό­μη και ο τρό­πος   υπο­δο­χής  των δυο δημο­σιο­γρά­φων και του συνερ­γεί­ου, που  μερι­κές φορές  έχουν κάνει  μεγά­λα, ακό­μη και υπε­ρα­τλα­ντι­κά ταξί­δια  προ­κει­μέ­νου να τους συνα­ντή­σουν. Με εντυ­πω­σί­α­σε η  ευγέ­νεια και η  νηφα­λιό­τη­τα του Ανταί­ου όταν δια­χει­ρί­ζε­ται  στο βιβλίο τέτοιες αντί­ξο­ες καταστάσεις.

Δια­βά­ζο­ντας το βιβλίο έθε­σα στον  εαυ­τό μου το ερώ­τη­μα για­τί να υπάρ­χει, αφού υπήρ­χαν ήδη οι τηλε­ο­πτι­κές συνε­ντεύ­ξεις με τους συγ­γρα­φείς. Απα­ντή­σεις  έδω­σα αμέ­σως, και μάλι­στα πολ­λές. Πρώ­τα πρώ­τα, αυτά τα δύο δεν επι­κα­λύ­πτο­νται ούτε ως είδος ούτε ως υλι­κό·   πρό­κει­ται για δυο ανό­μοια μετα­ξύ τους πράγ­μα­τα, παρό­λο που έχουν   αρκε­τά  κοι­νά σημεία. Τις συνε­ντεύ­ξεις τις   βλέ­πεις και μετά χάνο­νται  για πάντα, αφή­νο­ντας μια έντο­νη εικο­νι­στι­κή ανά­μνη­ση του συγ­γρα­φέα και  του σκη­νι­κού  του χώρου, ή της πόλης του,  ενώ  αυτό το βιβλίο μένει για να σε συντρο­φεύ­ου­νε οι συγ­γρα­φείς, για να ξανα­γυ­ρί­ζεις στη σοφία και  στο ταξί­δι τους  οπό­ταν το θελή­σεις, για να το αγγί­ζεις με το χέρι σου, να το σημειώ­νεις, να το υπο­γραμ­μί­ζεις. Κατά βάθος, σκέ­φτη­κα, ο συγ­γρα­φέ­ας είναι, και θα είναι, πάνω απ’ όλα φτιαγ­μέ­νος με χαρ­τί και μελά­νι, με σελί­δες με λέξεις. Ο συγ­γρα­φέ­ας είναι το βιβλίο του. Τα υπό­λοι­πα  υπο­στη­ρί­ζουν και διευ­ρύ­νουν αυτό που είναι ένα λογο­τε­χνι­κό βιβλίο. Είναι πάρα πολύ χρή­σι­μα εφ’ όσον έχουν την απαι­τού­με­νη ποιό­τη­τα, καθό­λου δεν το αμφι­σβη­τώ, ιδιαί­τε­ρα στην επο­χή μας,  πρέ­πει  όμως να υπη­ρε­τούν και να ανα­δει­κνύ­ουν το βιβλίο.

Αν, λοι­πόν,  Οι κεραί­ες της επο­χής μας γεν­νή­θη­καν με αφορ­μή τις πολύ υψη­λού επι­πέ­δου συνώ­νυ­μες τηλε­ο­πτι­κές συνε­ντεύ­ξεις, τόσο το καλύ­τε­ρο, μπο­ρεί κανείς και να τις βλέ­πει  εφό­σον  μπο­ρεί, μπο­ρεί όμως και να   έχει  δίπλα του, παντού και πάντα, την ανα­γνω­στι­κή από­λαυ­ση που του παρέ­χει αυτό το   πλού­σιο σε πρό­σω­πα και ιδέ­ες, και, σημειώ­νω,  ιδιαί­τε­ρα καλαί­σθη­το, εκδο­τι­κά, βιβλίο. Άλλω­στε μια και μόνη φωτο­γρα­φία  καθε­νός συγ­γρα­φέα   με τον Ανταίο,  ή με τη Μικέ­λα, ή με  μεγα­λύ­τε­ρη παρέα, ο γρα­φι­κός  επί­σης χαρα­κτή­ρας του   και η υπο­γρα­φή του συγ­γρα­φέα σε μια αφιέ­ρω­ση προς τον Ανταίο,  απο­τε­λούν τη  λεπτή  μα επί­μο­νη υπεν­θύ­μι­ση ότι αυτό το βιβλίο είναι κυρί­ως προ­ϊ­όν μιας συνά­ντη­σης ανθρώ­πων πρό­σω­πο με πρό­σω­πο, σώμα με σώμα. Ότι  κάθε διά­ση­μος συγ­γρα­φέ­ας εξα­κο­λου­θεί να δια­θέ­τει γρα­φι­κό χαρα­κτή­ρα και υπο­γρα­φή, ακό­μη κι αν δεν γρά­φει πλέ­ον τα βιβλία του με το χέρι. Όλα  αυτά μαζί δημιουρ­γούν εκεί­νες τις μικρές ανα­κου­φι­στι­κές ρωγ­μές, που οι αρχι­τέ­κτο­νες καλά  γνω­ρί­ζουν ότι  κάθε συμπα­γής όγκος τις έχει ανά­γκη για να μπο­ρεί να ανα­σά­νει·  το ίδιο   και τού­το το βιβλίο: ανα­σαί­νει, λες, από την υπεν­θύ­μι­ση  του χει­ρό­γρα­φου χαρα­κτή­ρα — αιώ­νες τώρα — της γρα­φής, της προ­σω­πι­κής αφιέ­ρω­σης, της μίας και μονα­δι­κής φωτογραφίας.

Το βιβλίο δια­βά­ζε­ται λίγο πολύ και σαν ένα απο­λαυ­στι­κό μυθι­στό­ρη­μα, καθώς περιέ­χει  πολ­λές  ζωές κι άλλες  τόσες από­ψεις. Ο συγ­γρα­φέ­ας του Ανταί­ος έχει τη δική του ισχυ­ρή παρου­σία από την αρχή μέχρι το τέλος.   Σχε­δόν γίνε­ται κι αυτός μια περ­σό­να του βιβλί­ου, που  συν­δια­λέ­γε­ται με τις υπό­λοι­πες.  Θα έλε­γα μάλι­στα ότι σε  λίγα σημεία αφή­νει να φανούν απο­σπά­σμα­τα της  αφα­νούς δικής του βιο­γρα­φί­ας, λόγου χάριν οι παι­δι­κές του ανα­μνή­σεις από το Κάι­ρο κατά τη συνά­ντη­σή του με τον Γκα­μάλ αλ Γιτα­νί εκεί. Κατα­θέ­τει, όσο πιο δια­κρι­τι­κά μπο­ρεί, μιαν εις βάθος γνώ­ση για τη   πορεία ορι­σμέ­νων συγ­γρα­φέ­ων,  που δεν στη­ρί­ζε­ται  απλώς στα βιβλία τους, αλλά και  σε ξεχα­σμέ­νες πλέ­ον συνε­ντεύ­ξεις τους ή σε άλλα τεκ­μή­ρια. Θυμά­ται πότε  και πού πρω­τά­κου­σε για κάποιους άλλους –συχνά  στο  ετή­σιο Φεστι­βάλ βιβλί­ου  της Φραν­κφούρ­της, το πιο επί­ση­μο διε­θνώς  γεγο­νός για το βιβλίο,  από το οποίο ο Ανταί­ος δεν λεί­πει ποτέ. Ανα­τρέ­χει σε παλιό­τε­ρες συνα­ντή­σεις που είχε με μερι­κούς συγ­γρα­φείς, σε ταξί­δια τους ή σε παρου­σιά­σεις τους στην Αθή­να. Περιτ­τό να πω ότι παντού  αφή­νει  το ηγε­μο­νι­κό προ­βά­δι­σμα στον συγ­γρα­φέα, κι αυτός ακο­λου­θεί σε από­στα­ση. Θέλω  να σημειώ­σω ακό­μη πόσο συμπα­θη­τι­κή, πόσο κοντι­νή στον ανα­γνώ­στη γίνε­ται η φιγού­ρα του Ανταί­ου  όταν περι­γρά­φει το   άγχος του πριν από πολ­λές συνα­ντή­σεις, ιδιαί­τε­ρα με συγ­γρα­φείς που δεν είχε ξανα­συ­να­ντή­σει. Ή τη μεγά­λη του ανα­σφά­λεια απέ­να­ντι  σε κάποιο δύστρο­πο ή  ναρ­κισ­σι­στή συνο­μι­λη­τή, την ανα­κού­φι­σή του όταν επι­τέ­λους «σπά­ει ο πάγος» και ανοί­γε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας  χωρίς να παί­ζει το γνω­στό κρυ­φτού­λι του, όταν  πλέ­ον εμπι­στεύ­ε­ται  τους συνο­μι­λη­τές του, όταν αρχί­ζει να έχει μια συναι­σθη­μα­τι­κή επα­φή μαζί τους (γι’ αυτό κι επι­μέ­νω πως η σκο­πιά του  βιβλί­ου είναι κατά βάθος ανθρω­πο­κε­ντρι­κή, πως έχει δηλα­δή έναν ανα­γεν­νη­σια­κό γνω­σια­κό χαρακτήρα).

Θα ήταν ίσως περιτ­τό, αλλά με έμφα­ση  θα ήθε­λα να υπο­γραμ­μί­σω την  ποιό­τη­τα  της γρα­φής του Ανταί­ου, που  —  όπως λέγα­νε παλιά – έχει εξα­σκή­σει την πένα του στη δημο­σιο­γρα­φία,  περισ­σό­τε­ρο όμως στην  εξαι­ρε­τι­κά απαι­τη­τι­κή λογο­τε­χνι­κή μετά­φρα­ση των λίγων και καλών Ιτα­λών συγ­γρα­φέ­ων (Καλ­βί­νο και Ταμπού­κι κυρί­ως) που είχε επι­λέ­ξει, μετα­φρά­ζο­ντας σε βάθος χρό­νου όλα τους σχε­δόν τα έργα και απο­σπώ­ντας βρα­βεύ­σεις και δια­κρί­σεις για την ποιό­τη­τα της δου­λειάς του.

Σ’ αυτό το βιβλίο ο Ανταί­ος κάνει  κάτι περισ­σό­τε­ρο, το οποίο  με εντυ­πω­σί­α­σε : Παρα­θέ­τει  συμπλη­ρω­μα­τι­κά  λεπτο­με­ρείς κατα­λό­γους για τις μετα­φρά­σεις και τις εκδό­σεις των έργων ενός εκά­στου συγ­γρα­φέα στα ελλη­νι­κά, ώστε  Οι κεραί­ες της επο­χής μας να μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί σαν «μπού­σου­λας», αν τυχόν  θελή­σει ο ανα­γνώ­στης  να βρει  και να δια­βά­σει τα βιβλία κάποιου από τους συγ­γρα­φείς που του  προ­ξέ­νη­σε το ενδια­φέ­ρον. Μπο­ρεί φυσι­κά να λει­τουρ­γή­σει και αντί­στρο­φα, ο ανα­γνώ­στης δηλα­δή ενός λογο­τε­χνι­κού έργου να ανα­τρέ­χει στις Κεραί­ες, για να γνω­ρί­σει πιο βαθιά τον συγ­γρα­φέα. Ένα πολύ ανα­λυ­τι­κό ευρε­τή­ριο  ονο­μά­των και, φυσι­κά, η πλή­ρης παρά­θε­ση των σκη­νο­θε­τών και των εκπο­μπών που καθέ­νας τους γύρι­σε, μαζί με τις ευχα­ρι­στί­ες του Ανταί­ου προς όλους εκεί­νους που  τον βοή­θη­σαν, δίνει τη μεγί­στη δυνα­τή αυτάρ­κεια στο βιβλίο. Έχω τη γνώ­μη πως αυτό το βιβλίο θα έπρε­πε να διδά­σκε­ται στις σχο­λές δημο­σιο­γρα­φί­ας, ως υπό­δειγ­μα του τι σημαί­νει συνέ­ντευ­ξη, αλλά και του τι σημαί­νει   δημο­σιο­γρα­φι­κό ήθος, αυτό το  όλο και πιο σπά­νιο στην επο­χή μας.

Ας μου επι­τρα­πεί να τελειώ­σω την παρου­σί­α­ση του βιβλί­ου πιο προ­σω­πι­κά.  Μιλώ για ένα αίσθη­μα ευφο­ρί­ας που με  δια­κα­τεί­χε  όσο διά­στη­μα το διά­βα­ζα. Μιλώ για το ανέλ­πι­στο κου­ρά­γιο που μου έδω­σε, μέσα σε μια δική μου  πολύ γκρί­ζα περί­ο­δο. Μιλώ για την ανα­πτέ­ρω­ση της πίστης μου στην λογο­τε­χνία μέσα σε μιαν Ελλά­δα που τα τελευ­ταία χρό­νια καταρ­ρέ­ει αστα­μά­τη­τα κι ασύμ­με­τρα,  παρα­σέρ­νο­ντας σχε­δόν τα πάντα στον γκρε­μό.  Μιλώ, τέλος, για τη δια­πί­στω­ση ότι ακό­μη και σ’ αυτή την  εξαι­ρε­τι­κά προ­βλη­μα­τι­κή,  την  εξαι­ρε­τι­κά σκλη­ρή σημε­ρι­νή  Ευρώ­πη,   ενδε­χο­μέ­νως και σε ολό­κλη­ρη την βαρέ­ως πάσχου­σα υφή­λιο, υπάρ­χουν – θα ήθε­λα να πιστεύω πως  υπάρ­χουν – κάποιες ώρες, που η λογο­τε­χνία μοιά­ζει να κρα­τά ακέ­ραιο, και  αδιαμ­φι­σβή­τη­το, το παλαιό της το κύρος. Που η λογο­τε­χνία μας αφο­ρά, μας βοη­θά, συγ­γρα­φείς και ανα­γνώ­στες, όλους.

Θυμά­μαι ότι, συγκι­νη­μέ­νη, τηλε­φώ­νη­σα στον Ανταίο και τον ευχα­ρί­στη­σα για το βιβλίο που μου είχε, που μας είχε, χαρί­σει. Μπο­ρεί να το βεβαιώσει.

 

[pl_alertbox type=“info”](Η ομι­λία της Ρέας Γαλα­νά­κη στην παρου­σί­α­ση του βιβλί­ου Οι κεραί­ες της επο­χής μου στο βιβλιο­πω­λείο Ιανός στις 31 Οκτω­βρί­ου 2012. Εκτός από τη Ρέα Γαλα­νά­κη παρου­σί­α­σε το βιβλίο η Μικέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Από­σπα­σμα από την ομι­λία της Ρέας Γαλα­νά­κη δημο­σιεύ­τη­κε στην εφη­με­ρί­δα Καθη­με­ρι­νή στις 13 Ιανουα­ρί­ου 2013)[/pl_alertbox]