[pl_alertbox type=“info”] Ο Κώστας Κοσμάς για το Βρα­βείο Λογο­τε­χνι­κής Μετά­φρα­σης.
[/pl_alertbox]
Ένα βρα­βείο από μόνο του δεν λέει και πολ­λά. Ένα κομ­μά­τι χαρ­τί, μια δυο καλές κου­βέ­ντες, με έναν αντί­λα­λο που κρα­τά περισ­σό­τε­ρο ή λιγό­τε­ρο, που όμως κάπο­τε στα­μα­τά­ει κι αυτός. Εκεί­νο όμως που αξί­ζει πολ­λά είναι το μοί­ρα­σμα της στιγ­μιαί­ας χαράς, με φίλους, με συνα­δέλ­φους και αγνώ­στους, με κατα­ξιω­μέ­νους, παρα­γνω­ρι­σμέ­νους και ανερ­χό­με­νους. Και η ευκαι­ρία να δηλώ­σεις μπρο­στά σε πολ­λούς ενθου­σια­σμό και ευγνω­μο­σύ­νη και να πολ­λα­πλα­σιά­σεις τη χαρά σου, χαρί­ζο­ντάς την σε όσους την θέλουν.

Τον ενθου­σια­σμό μου δεν μπο­ρώ να τον δηλώ­σω πει­στι­κά, για­τί είμαι πολύ μακριά, 2.500 χιλιό­με­τρα πιο βόρεια. Την ευγνω­μο­σύ­νη μου όμως μπο­ρώ. Την εκφρά­ζω στους κρι­τές μου, από φιλα­ρέ­σκεια· στον εκδο­τι­κό οίκο Καστα­νιώ­της και στους πολύ­τι­μους συνερ­γά­τες του, από καρ­διάς για την πολύ­χρο­νη εμπι­στο­σύ­νη και συνερ­γα­σία· ειδι­κά στην επι­με­λή­τρια του κει­μέ­νου μου, τη συνά­δελ­φο Γιώ­τα Λαγου­δά­κου, για την δημιουρ­γι­κή της αφο­σί­ω­ση στα κεί­με­να· στους ανα­γνώ­στες, τους βιβλιο­πώ­λες, τους μετα­φρα­στές, τους αθλο­θέ­τες και όλους όσους ζουν με και από τα βιβλία.

Στην ψυχή του εκδο­τι­κού οίκου, τον καλύ­τε­ρό μου φίλο, θέλω να εκφρά­σω δημό­σια την αγά­πη μου, ελπί­ζο­ντας στην ανο­χή σας για έναν ίσως υπερ­βο­λι­κό συναι­σθη­μα­τι­σμό. Όμως ξέρου­με όλοι μας πως με κανέ­να βρα­βείο, με κανέ­ναν έπαι­νο και με καμία αμοι­βή δεν μπο­ρεί κανείς να εξα­γο­ρά­σει πέντε λεπτά σιω­πη­λής παρέ­ας, που σε κάνουν να νομί­ζεις ότι ο κόσμος στα­μά­τη­σε για να τον ακού­σεις.

Ένας άλλος μετα­φρα­στής και μέγι­στος λογο­τέ­χνης της μετα­πο­λε­μι­κής μας λογο­τε­χνί­ας μου έμα­θε από νωρίς «ότι ένα μπλε σακά­κι ξεμα­θαί­νει να αγκα­λιά­ζει μόλις μεί­νει κρε­μα­σμέ­νο στο ντου­λά­πι δυο λεφτά.» Με ένα παρά­θε­μά του θέλω να κλεί­σω το σύντο­μο ευχα­ρι­στώ μου σε εσάς και στο πρό­σω­πο στο οποίο θέλω να αφιε­ρώ­σω αυτό το βρα­βείο, από ένα ποί­η­μα που του έχω δια­βά­σει πολ­λές στο τηλέ­φω­νο όλα αυτά τα χρό­νια της μακρό­θεν επα­φής μας:

 

Μας παίρ­νουν τον Κωστή για το στρα­το­δι­κείο

[…]

Ένιω­σα τη βέρα στο μεσια­νό του δάχτυ­λο.

Πρώ­τη φορά μου παίρ­να­νε

τόσο χρυ­σά­φι μέσα από τα χέρια.