Η Φωτει­νή Τσα­λί­κο­γλου στο τελευ­ταίο της μυθι­στό­ρη­μα με τίτλο: Η Μετα­κό­μι­ση, αφη­γεί­ται την ζωή της Ευρυ­δί­κης Ματ­θαί­ου που γεν­νή­θη­κε στις 19 Απρι­λί­ου του 1937. Μετά τον πόλε­μο χάνει τη μικρή αδελ­φή της από αδέ­σπο­τη σφαί­ρα, δεκα­τεσ­σά­ρων χρό­νων μέσα σε ένα περί­πτε­ρο κάνει έρω­τα για πρώ­τη φορά, η μαμά της ακού­ει Τένε­σι Ουί­λιαμς στο ραδιό­φω­νο, ένας εξό­ρι­στος άντρας είναι ερω­τευ­μέ­νος με τον πατέ­ρα της, αργό­τε­ρα ένα ξένο μωρό στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη γίνε­ται δικό της μαζί με ένα κλεμ­μέ­νο οικο­γε­νεια­κό άλμπουμ, μια γάτα, η Καρ­λό­τα, αδια­φο­ρεί για τα νεκρά παι­διά στις θάλασ­σες του Αιγαί­ου. Ένα μυθι­στό­ρη­μα για τις απώ­λειες και τις εξο­ρί­ες που μας κατα­τρέ­χουν. Στην κου­βέ­ντα που ακο­λου­θεί, η Φωτεί­νη Τσα­λί­κο­γλου μας τα εξη­γεί όλα με τον δικό της τρόπο.

Συνέ­ντευ­ξη: Νίκος Κουρμουλής

Πεί­τε μας για το πως φτά­σα­τε μέχρι την Μετα­κό­μι­ση;

Γρά­φο­ντας, ταξι­δεύ­εις. Με την Μετα­κό­μι­ση ξεκι­νού­σα την περι­πλά­νη­ση σε μια ιστο­ρία ζωής. Πως εξι­στο­ρείς τη ζωή σου; Πως βάζεις σε τάξη το χάος, τα κενά, το ανεί­πω­τα, το ανέκ­φρα­στο, τον πόθο, τον τρό­μο, που συγκρο­τεί και τη δική σου, όπως και κάθε άλλη ιστο­ρία ζωής; Πως, μέσα από τις λέξεις συνα­ντιέ­σαι με τις οβί­δες που κρύ­βο­νται μέσα στο μυα­λό σου, με τις σφαί­ρες ή τους λυγ­μούς; Μια γέφυ­ρα θέλη­σα να είναι η Μετα­κό­μι­ση. Μια γέφυ­ρα ανά­με­σα στο πρώ­το επι­φώ­νη­μα ενός μονα­χού μωρού και μιας μονα­χής υπε­ρή­λι­κης γυναί­κας. Θέλη­σα να δω αν μπο­ρεί η γρα­φή να χτί­σει αυτή τη γέφυ­ρα. Αν μπο­ρεί να υπο­νο­μεύ­σει τη συν­θή­κη του μόνου. Μια δοκι­μή είναι η Μετα­κό­μι­ση, για το τι μπο­ρεί να κάνει η γρα­φή. Γρά­φο­ντας για την κυρία Ευρυ­δί­κη, την άγνω­στή κι αμε­λη­τέα και συνά­μα ασή­μα­ντη και τόσο ακραία μονα­δι­κή κυρία Ευρυ­δί­κη, κατά­λα­βα πως ναι είναι αλή­θεια, μια ανθρώ­πι­νη ζωή δεν αξί­ζει τίπο­τα και τίπο­τα δεν αξί­ζει όσο μια ανθρώ­πι­νη ζωή. Χρω­στάω στη Μετα­κό­μι­ση ότι μπό­ρε­σα να νιώ­σω σε όλη της την έκτα­ση την αλή­θεια αυτής της πρότασης.

Ποιο είναι το αφη­γη­μα­τι­κό περί­γραμ­μα της Ευρυδίκης;

Μια γυναί­κα λόγω ηλι­κί­ας (είναι 82 ετών) και λόγω συν­θή­κων (μόνη πλέ­ον   έχο­ντας χάσει γονείς, αδελ­φή, κόρη, ερα­στές) απο­φα­σί­ζει να εγκα­τα­λεί­ψει τον τόπο της, την πατρί­δα της, που δεν είναι άλλο από το πατρι­κό της σπί­τι. Θα εγκα­τα­στα­θεί σε έναν οίκο φιλο­ξε­νί­ας ηλι­κιω­μέ­νων. Οκτώ το πρωί ένα αυτο­κί­νη­το θα την παρα­λά­βει. Δώδε­κα ώρες της μένουν για να δια­λέ­ξει τι θα πάρει μαζί της και τι θα αφή­σει. Δώδε­κα ώρες της μένουν για να θυμη­θεί να ανα­πλά­σει, να επι­νο­ή­σει ξανά την ιστο­ρία της ζωής της.

Πόσο βιω­μα­τι­κό είναι το βιβλίο;

Το βίω­μα είναι η σκιά, ή το επί­μο­νο, αν θέλε­τε, φεγ­γά­ρι που ακο­λου­θεί τυφλά τον συγ­γρα­φέα και ρίχνει φως μέρα — νύχτα (κυρί­ως νύχτα) στις λέξεις και στις σκέ­ψεις του. Το βίω­μα βρί­σκει τρό­πους να λαν­θά­νει της προ­σο­χής του συγ­γρα­φέα και να εγκα­θί­στα­ται μέσα στο κεί­με­νο του. Ακό­μα λοι­πόν κι αν πρό­κει­ται για έναν φιλή­συ­χο και ατα­ξί­δευ­το, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, συγ­γρα­φέα, ο οποί­ος μιλά στα βιβλία του για εξω­φρε­νι­κά πράγ­μα­τα, για επι­κίν­δυ­νες περι­πλα­νή­σεις σε εξω­τι­κούς τόπους, για φόνους και ληστεί­ες, για κυνή­γι άγριων ζώων στη ζού­γκλα, ή αγα­θών ανθρώ­πων στην πόλη, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα για τη ζωή του μιλά. Τη ζωή του, όχι όπως την έζη­σε, αλλά όπως τη φαντά­στη­κε, όπως τη θυμή­θη­κε, όπως τη λαχτά­ρη­σε, όπως τη φοβή­θη­κε. Θεω­ρώ ότι κάθε βιβλίο, με τον άλφα ή βήτα τρό­πο, είναι βιω­μα­τι­κό. Με αυτήν την έννοια ναι το βιβλίο μου είναι απο­λύ­τως βιωματικό.

Η απώ­λεια μέρους του εαυ­τού ή και ολό­κλη­ρου πολ­λές φορές, λόγω αυτής της μετα­κό­μι­σης από τόπο σε τόπο, είναι πολύ έντο­νη στο βιβλίο. Η προ­σφυ­γιά σημα­δεύ­ει τον άνθρω­πο ανε­πα­νόρ­θω­τα όπως φαί­νε­ται και στις μέρες μας

Ναι! είναι αλή­θεια: Σημά­δι, ουλή, πλη­γή, πόνος. Η απώ­λεια ενός ασφα­λούς τόπου σε σημα­δεύ­ει. Εμβλη­μα­τι­κή φιγού­ρα του τραυ­μα­τι­σμέ­νου πλά­σμα­τος είναι ο διωγ­μέ­νος από τον τόπο του. Στο πρό­σω­πο του συμπυ­κνώ­νε­ται η οδύ­νη του τραύ­μα­τος. Η ετυ­μο­λο­γία φανε­ρώ­νει τα μυστι­κά της λέξης. Τραύ­μα, από το ρήμα τιτρώ­σκω, δια­περ­νώ, που υπαι­νίσ­σε­ται ότι χάνε­ται το προ­στα­τευ­τι­κό περί­βλη­μα του ψυχι­σμού. Ανέ­στιος, αυτός που έχει απω­λέ­σει την ασφά­λεια ενός οικεί­ου τόπου. Ενας ατέρ­μο­νος πλά­νη­τας που δεν ησυ­χά­ζει, που δεν κατα­λα­γιά­ζει μέσα του το άλγος, η νοσταλ­γία του χαμέ­νου τόπου. Σήμε­ρα η συν­θή­κη αυτή μοιά­ζει να απο­κτά τις δια­στά­σεις ενός κοι­νό­το­που κακού. Οι πρό­σφυ­γες είναι ανα­πό­σπα­στο κομ­μά­τι του καθη­με­ρι­νού λόγου. Η εξοι­κεί­ω­ση μας με τον βίαιο απο­χω­ρι­σμό του ανθρώ­που από τον τόπο του, η φυσι­κο­ποί­η­ση της εξα­θλί­ω­σης των συναν­θρώ­πων μας, αδειά­ζει (σε ένα μεγά­λο βαθ­μό το έχει ήδη κάνει) εμάς τους υπό­λοι­πους, εμάς της άλλης όχθης, από το ανθρώ­πι­νο στοι­χείο μας. Μας εξα­κο­ντί­ζει σε μια πέρα του ανθρω­πί­νου αδια­νό­η­τη περιο­χή. Ίσως χρό­νια μετρά, ένας ιστο­ρι­κός του μέλ­λο­ντος απο­φαν­θεί, κάπο­τε εδώ επι­χεί­ρη­σαν ανε­πι­τυ­χώς να ζήσουν αυτό που κάπο­τε ονο­μά­ζα­με ανθρω­πι­νά πλάσματα.

Ενώ δια­θέ­του­με εσω­τε­ρι­κά μια δυνα­μι­κή προς την αλλη­λεγ­γύη, έχου­με εθι­στεί και αυτό είναι πολύ έντο­νο τα τελευ­ταία χρό­νια, σε βίαιες συμπε­ρι­φο­ρές ή καλ­λιερ­γού­με μια διχα­στι­κή λογική

Δια­θέ­του­με εσω­τε­ρι­κά μια δυνα­μι­κή προς την αλλη­λεγ­γύη, μια δυνα­μι­κή προς το άνοιγ­μα στον άλλον, και στις δυνά­μεις της ζωής, ταυ­τό­χρο­να όμως, δια­θέ­του­με και ενδο­ψυ­χι­κές δυνά­μεις που μας ωθούν στην απο­σύν­δε­ση, στην κατα­στρο­φή, είτε του αλλού, είτε του ιδί­ου του εαυ­τού. Ο έρως και ο θάνα­τος βρί­σκο­νται σε μια αέναη δια­πλο­κή. Συν­θή­κες στέ­ρη­σης, ματαί­ω­σης, και μιας περιρ­ρέ­ου­σας και συνε­χώς εντει­νό­με­νης ανα­σφά­λειας και ρευ­στό­τη­τας εντεί­νουν το εσω­τε­ρι­κό χάος, οδη­γούν σε μια απο­μό­νω­ση.  Η δυνα­μι­κή στρέ­φε­ται υπέρ των άλλων, των χθό­νιων και βίαιων ενορ­μή­σε­ων. Ετσι, οι ενορ­μή­σεις του θανά­του, απο­δε­σμευ­μέ­νες από τις ενορ­μή­σεις της ζωής, ακο­λου­θούν τη δική τους κατα­στρο­φι­κή δια­δρο­μή. Μέσα σε αυτή την πορεία η μανι­χαι­στι­κή κατά­τμη­ση του κόσμου σε καλά και κακά αντι­κεί­με­να, η ανα­γό­ρευ­ση του ‘’όχι- εμείς’’ σε εχθρό, ανοί­γει το δρό­μο για μια κουλ­τού­ρα μίσους όπου συν­θλί­βε­ται αυτό που κάπο­τε ονο­μά­ζα­με ανθρώ­πι­νο πλάσμα.

 

Έχου­με “ανά­γκη” από την κατα­σκευή εχθρών;

Η κατα­σκευή εχθρών είναι μια επι­κερ­δής επι­χεί­ρη­ση. Με το τίπο­τα σου δίνει τα πάντα. Σε καθη­συ­χά­ζει. Μετα­μορ­φώ­νει το κακό. Η μάλ­λον, τη σχέ­ση σου μαζί του. Σε πεί­θει ότι το κακό έρχε­ται πάντα από έξω, ότι η εστία του κακού δεν έχει τίπο­τα απο­λύ­τως να κάνει με σένα, δεν έχει τίπο­τα απο­λύ­τως να κάνει με δικούς σου ανθρώ­πους, με τις χάρ­τι­νες κατα­σκευ­ές σου, με τις αέρι­νες οπτα­σί­ες που μια ζωή αντι­λαμ­βα­νό­σουν ως στε­ρεά και δια­χρο­νι­κά πλά­σμα­τα. Οι φαντα­στι­κοί εχθροί μετα­θέ­τουν μακριά από το μέσα σου, μακριά από το σπί­τι σου, από τη γει­το­νιά σου, τα δει­νά και το βάρος της αδι­καί­ω­της ύπαρ­ξης σου.

Ύστε­ρα από το μεγά­λο ξέσπα­σμα, την αγα­νά­κτη­ση και τις ελπί­δες, η ελλη­νι­κή κοι­νω­νία φαί­νε­ται να περι­δί­νε­ται σ’ένα “μπε­κε­τι­κό κενό”. Η θλί­ψη πριο­νί­ζει την βού­λη­ση. Καταρ­χήν πως σχη­μα­τί­στι­κε αυτό το πλέγ­μα, κατά την γνώ­μη σας, Υπάρ­χει τρό­πος να διαφύγουμε;

Μετά το θυμό, μετά το ξέσπα­σμα, μετά την καται­γί­δα, μια εκκω­φα­ντι­κή σιω­πή ίσως παρα­μο­νεύ­ει, που πάει όλα να τα κατα­πιεί. Βρι­σκω εξαι­ρε­τι­κά ενδια­φέ­ρου­σα την ανα­φο­ρά σας στο ‘’μπε­κε­τι­κό κενό’’. Μου φέρ­νει στο νου τα ανθρώ­πι­να υπο­κεί­με­να όπως εμφα­νί­ζο­νται στο έργο του Μπέ­κετ. Πλά­σμα­τα απο­γυ­μνω­μέ­να από την όποια βού­λη­ση, αντι­μέ­τω­πα με τη σιωπή,την αστά­θεια ή την απώ­λεια του νοή­μα­τος και της ‘’αλή­θειας’’. Πλά­σμα­τα ανέ­στια, κατα­κερ­μα­τι­σμέ­να, με λόγο διά­τρη­το από σιω­πές και κενά μνή­μης, εξό­ρι­στα από τον εαυ­τό τους και το σώμα τους, που επι­μέ­νουν, όπως θα έλε­γε ο Έλιοτ, να ζουν και εν μέρει μόνο να ζουν (and they go on living and partly living). Πόσο γνώ­ρι­μα μας είναι σήμε­ρα αυτά τα πρό­σω­πα; Πόσο γνώ­ρι­μος μας είναι ο απο­σπα­σμα­τι­κός λόγος που θέτει εν αμφι­βό­λω τη δυνα­τό­τη­τα της γλώσ­σας να εκφρά­σει την αλή­θεια του υπο­κεί­με­νου και της ιστορίας;
Mε ρωτά­τε αν υπάρ­χει τρό­πος να δια­φύ­γου­με, Η αλή­θεια είναι πως δεν κατέ­χω τρό­πους δια­φυ­γής. Ας ακού­σου­με όμως τον Πασκάλ: “Δεν υπάρ­χει κανέ­νας σοβα­ρός λόγος να μην πιστεύ­ει ένας άνθρω­πος στα θαύ­μα­τα” μας λέει, με ειρω­νεία, με αμφι­ση­μία, με χιού­μορ, με απελ­πι­σία, με πονη­ριά και ίσως, ίσως ακό­μα και…. με πίστη! Ναι! Λοι­πόν, θα πω Ναι! Ας επεν­δύ­σου­με σε αυτή τη σκέ­ψη, ας πιστέ­ψου­με ότι υπάρ­χει αύριο μια καλή, μια ιαμα­τι­κή μέρα που μας προ­σμέ­νει. Η δρα­στη­ριό­τη­τα της σκέ­ψης είναι στην προ­έ­λευ­σή της, δια­δι­κα­σία εκτό­νω­σης της ψυχής, από υπερ­χεί­λι­σμα ερε­θι­σμά­των. Ενί­σχυ­ση και επα­γρύ­πνη­ση της σκέ­ψης. Από εκεί περι­μέ­νω την ελπί­δα της διαφυγής.

Η σχέ­ση μητέ­ρας-κόρης κυριαρ­χεί στην Μετα­κό­μι­ση. Πεί­τε μας για την μορ­φο­λο­γία αυτής της σχέσης. 

Η κυρία Ευρυ­δί­κη υπό­σχε­ται στον θνή­σκο­ντα πατέ­ρα της, ότι θα φέρει στον κόσμο ένα παι­δί και θα το ονο­μά­σει Ιου­λία, το όνο­μα της σκο­τω­μέ­νης στον πόλε­μο πεντά­χρο­νης αδελ­φής της. Μια ψευ­δής υπό­σχε­ση σε έναν ετοι­μο­θά­να­το είναι και μια μορ­φή ιερο­συ­λί­ας. Σε κατά­στα­ση ψυχι­κής έντα­σης η Ευρυ­δί­κη φεύ­γει από τον πατέ­ρα της. Ταξι­δεύ­ει στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη σε ένα μυη­τι­κό ταξί­δι αστρα­πή. Από εκεί θα επι­στρέ­ψει με ένα ορφα­νό και εγκα­τα­λειμ­μέ­νο νεο­γέν­νη­το μωρό που θα το θεω­ρή­σει δικό της και θα το παρου­σιά­σει στην πατε­ρά της ως την Ιου­λία τους. Η ψευ­δής υπό­σχε­ση τηρεί­ται. Το ψευ­δός ως άλλη αλή­θεια σημα­δεύ­ει την κατα­σκευα­σμέ­νη ιστο­ρία της κόρης της και του εαυ­τού της. Μητέ­ρα και κόρη ενσαρ­κώ­νουν μια παρα­δειγ­μα­τι­κή σχέ­ση λατρεί­ας και τρό­μου που γεν­νά το όμοιο και δια­φο­ρε­τι­κό. Η κόρη της θα προ­λά­βει να γίνει 18 ετών. Τόσο θα ζήσει. Όχι άλλο. Στο διά­στη­μα αυτό, πριν το βίαιο, εθε­λού­σιο τέλος της , μητέ­ρα και κόρη θα έχουν προ­λά­βει (με τη βοή­θεια της συγ­γρα­φέ­ως) να ερω­τευ­τούν η μια την άλλη, να φοβη­θούν η μια την άλλη, να προ­δώ­σουν η μια την άλλη, όπως συνή­θως γίνε­ται σε αυτή τη μονα­δι­κή σχέ­ση της ζωής μας….στη σχέ­ση μας με το πρώ­το αντι­κεί­με­νο του ερω­τά στη ζωή μας που ακού­ει στο όνο­μα Μ α μ ά

Εκτός από την δου­λειά σας τι άλλο σας συναρπάζει;

Μα νομί­ζω η ζωή που δεν είναι ποτέ ούτε τόσο όμορ­φη, ούτε τόσο άσχη­μη όσο τη φαντα­ζό­μα­στε, είναι όμως το μόνο που έχουμε……