Οι συγ­γρα­φείς, αλλά και οι σκη­νο­θέ­τες των νουάρ ιστο­ριών, κατα­φεύ­γουν στην εύκο­λη λύση για να ανα­δεί­ξουν το θέμα τους· παρου­σιά­ζουν μια πόλη σκο­τει­νή, ψυχρή, τις περισ­σό­τε­ρες φορές βρο­χε­ρή. Ανθρώ­πι­νες φιγού­ρες, χωρίς πρό­σω­πο, δια­σχί­ζουν τους υγρούς επι­κίν­δυ­νους δρό­μους, κατα­φεύ­γουν σε ύπο­πτα μπα­ρά­κια, πίνουν για να ξεχά­σουν ή να θυμη­θούν μοι­ραί­ες γυναί­κες. Γυναί­κες που, τυλιγ­μέ­νες στο σκο­τά­δι της απελ­πι­σί­ας, προ­σπα­θούν να κρύ­ψουν την ενο­χή τους, την ντρο­πή τους.

Ανθρώ­πι­νες ψυχές δια­με­λι­σμέ­νες. Κατα­ρα­μέ­νες.

Αυτά τα βιβλία που μέχρι πρό­τι­νος με συνάρ­πα­ζαν, τώρα μου προ­κα­λούν ένα μει­δί­α­μα.

Για­τί, ανα­ρω­τιέ­μαι, ποιος συγ­γρα­φέ­ας αυτού του λογο­τε­χνι­κού είδους τόλ­μη­σε να γρά­ψει μια σκο­τει­νή, –νουάρ, αν προ­τι­μά­τε– ιστο­ρία, βου­τηγ­μέ­νη σε ένα ανη­λε­ές εκτυ­φλω­τι­κό φως;

Κανείς από αυτούς που έχω δια­βά­σει.

Θα το τολ­μή­σω εγώ. Ναι, ναι, εγώ! Εγώ, που δεν είμαι παρά ο μέσος ανα­γνώ­στης. Εγώ, ό άσχε­τος, που ασκώ το επάγ­γελ­μα του συμ­βο­λαιο­γρά­φου, σχε­τι­κά υπο­δειγ­μα­τι­κά. Εγώ θα επι­χει­ρή­σω να αφη­γη­θώ την περι­πέ­τειά μου, με τα ελά­χι­στα λογο­τε­χνι­κά όπλα που δια­θέ­τω, και ας μη γνω­ρί­ζω ακό­μα το τέλος της. Βρί­σκε­ται σε εξέ­λι­ξη, βλέ­πε­τε…

Μη σας περά­σει από τον νου ότι είναι τόσο εύκο­λο να μιλάς για σένα τον ίδιο. Καλυ­τέ­ρα να επι­νο­είς χαρα­κτή­ρες παρά να κατα­θέ­τεις την ψυχή σου. Σε ποιον; Σε εσάς, που ούτε σας ξέρω ούτε με ξέρε­τε. Αμφι­βάλ­λω και ελπί­ζω να μη συνα­ντη­θού­με ποτέ.

Ιού­λιος Καί­σα­ρης του Αυγού­στου ονο­μά­ζο­μαι. Αν θέλε­τε το πιστεύ­ε­τε, αν όχι, τι να κάνω; Δε διά­λε­ξα τον νονό μου, ούτε και τον νονό του πατέ­ρα μου. Είμαι σαρά­ντα πέντε χρο­νών, εργέ­νης από πεποί­θη­ση, αλλά τη ζωή μου την κάνω, για να ακρι­βο­λο­γώ την έκα­να… Είμαι γεν­ναιό­δω­ρος και όταν χρειά­ζε­ται τα δίνω όλα, δίχως να ζητώ «ρέστα». Είμαι κοι­νω­νι­κός αλλά καθό­λου κοσμι­κός.

Το γρα­φείο μου βρί­σκε­ται στον πρώ­το όρο­φο μιας όμορ­φης πολυ­κα­τοι­κί­ας του ’50, στην καρ­διά της Αθή­νας, ενώ το σπί­τι μου απέ­χει μερι­κά μέτρα πιο πάνω, στον ίδιο δρό­μο. Είμαι άνθρω­πος της πόλης, μου αρέ­σει η κίνη­ση και η μετα­κί­νη­ση πεζή. Δεν έχω δίπλω­μα οδή­γη­σης, τι να το κάνω; Τα ταξί γι’ αυτό δεν υπάρ­χουν;

Έχω μια υπερ­προ­στα­τευ­τι­κή αδελ­φή, μεγα­λύ­τε­ρή μου κατά τρία χρό­νια, Ηλέ­κτρα τη λένε, με την οποία δια­τη­ρού­με τις καλύ­τε­ρες σχέ­σεις, οι οποί­ες έγι­ναν ακό­μα πιο στε­νές από τον και­ρό που μας άφη­σαν οι γονείς μας. Με βλέ­πει και μου συμπε­ρι­φέ­ρε­ται σα να είμαι παι­δί της, κάτι που με ενο­χλεί πολύ, τι κι αν της το έχω πει εκα­τό φορές, εκεί­νη το δικό της. Παρεμ­βα­τι­κή ευτυ­χώς δεν είναι, παρά σε σπά­νιες περι­πτώ­σεις.

Σε αντί­θε­ση μ’ εμέ­να, που είμαι από τη φύση μου αισιό­δο­ξος άνθρω­πος, δηλα­δή απλη­ρο­φό­ρη­τος, η αδελ­φή μου ήταν σκέ­τη μαυ­ρί­λα, ιδί­ως τις Κυρια­κές τα μεση­μέ­ρια, που τρώ­γα­με μαζί.

Είναι μια σύγ­χρο­νη Κασ­σάν­δρα, που προ­φή­τευ­σε εδώ και δυό­μι­σι χρό­νια ότι θα χρε­ο­κο­πή­σου­με και ως χώρα και ως οικο­γέ­νεια.

«Ιού­λιε», είπε μετά το κοκ­κι­νι­στό, «πρό­σε­χε! Έρχε­ται ολέ­θρια καται­γί­δα. Πρέ­πει να είμα­στε έτοι­μοι, και πρώ­τα απ’ όλα οφεί­λου­με άμε­σα να αλλά­ξου­με συνή­θειες και να στα­μα­τή­σου­με τις σπα­τά­λες, για­τί εάν συνε­χί­σου­με έτσι 
–πλη­θυ­ντι­κός ευγε­νεί­ας–, θα μας βρει…»

… και τού­το κι εκεί­νο και το άλλο. Δεν άντε­χα να την ακούω, έκα­να μια κίνη­ση δυσφο­ρί­ας, μα εκεί­νη συνέ­χι­ζε απτό­η­τη:

«Θα αρχί­σου­με να που­λά­με, να που­λά­με, να που­λά­με, μέχρι που δε θα έχου­με τίπο­τε πια να που­λή­σου­με. Αλλά πες ότι κάτι μας μένει, εδώ είσαι και θα το δεις, ούτε αγο­ρα­στή δε θα βρί­σκου­με. Θα κατα­ντή­σου­με επαί­τες. Περιου­σί­ες, ακό­μα και πολύ μεγα­λύ­τε­ρες από τις δικές μας, χάνο­νται έτσι, σιγά σιγά, όπως η μνή­μη… αλλά οι τρα­γι­κές συνέ­πειες πέφτουν από­το­μα, και είναι μη ανα­στρέ­ψι­μες. Να σου δώσω ένα παρά­δειγ­μα;»

Όχι, δεν ήθε­λα να μου δώσει τίπο­τε, ούτε παρά­δειγ­μα, ούτε σόδα για να πάει κάτω το φαγη­τό που μου το είχε βγά­λει ξινό.

«Στην αρχή προ­σπα­θείς να βρεις μια λέξη, το σου­ρω­τή­ρι, ας πού­με, και με αυτή την ανα­ζή­τη­ση βασα­νί­ζε­σαι όλη τη νύχτα. Τηλε­φω­νείς σε κάποιον δικό σου και τον ρωτάς. Πώς λένε αυτό το πράγ­μα που ρίχνεις τα μακα­ρό­νια για να στραγ­γί­σουν; Σου το λέει, ηρε­μείς, κοι­μά­σαι. Αλλά μετά δε θυμά­σαι πώς λένε τα μακα­ρό­νια… Πάλι κατα­φεύ­γεις σε δανει­κά».

«Δανει­κά;…»

«Μετα­φο­ρι­κά μιλώ, δηλα­δή αρχί­ζεις να ζεις με “δανει­κή” μνή­μη. Και όταν όλοι χάσουν τη “μνή­μη” τους, από πού θα δανεί­ζε­σαι; Ελπί­ζω να με εννο­είς».

Όχι, δεν την εννο­ού­σα και δεν ήθε­λα να την εννο­ή­σω.

Για να προ­φυ­λά­ξω την ψυχι­κή μου υγεία, άρχι­σα να απο­μα­κρύ­νο­μαι από κοντά της, τα τηλε­φω­νή­μα­τά μου αραί­ω­σαν, οι Κυρια­κές καταρ­γή­θη­καν, και όταν εκεί­νη μου τηλε­φω­νού­σε, προ­φα­σι­ζό­μουν ότι πνι­γό­μουν στη δου­λειά.

«Δου­λειά, ε; Μπρά­βο, αδελ­φέ μου, είσαι ο μόνος κάτοι­κος τού­της της χώρας που έχει κάτι να κάνει».

Έκλει­σα την τηλε­ό­ρα­ση, στα­μά­τη­σα να δια­βά­ζω εφη­με­ρί­δες, να ακούω ραδιό­φω­νο που τόσο το αγα­πού­σα, έκο­ψα τις πολ­λές συνα­να­στρο­φές και κλεί­στη­κα στον εαυ­τό μου. Τα χρό­νια κύλη­σαν, οι αγο­ρα­πω­λη­σί­ες στα­μά­τη­σαν και οι τελευ­ταί­οι πελά­τες που έκα­ναν γονι­κές παρο­χές ξεμπέρ­δε­ψαν και εξα­φα­νί­στη­καν.

Απο­σύρ­θη­κα.

Η κοπέ­λα που εργα­ζό­ταν στο γρα­φείο μου τα τελευ­ταία πέντε χρό­νια παντρεύ­τη­κε εντε­λώς ξαφ­νι­κά, και το ίδιο ξαφ­νι­κά μου ανα­κοί­νω­σε την παραί­τη­σή της. Ψυχρά και λακω­νι­κά.

«Θα μετοι­κή­σου­με στον Κανα­δά. Λυπά­μαι που σας αφή­νω».

«Μα στον Κανα­δά κάνει κρύο» ήταν το μονα­δι­κό, άτυ­χο, σχό­λιο που βρή­κα να κάνω.

Το φετι­νό, καυ­τό καλο­καί­ρι, που εισέ­βα­λε τόσο ορμη­τι­κά και εχθρι­κά στη ζωή μας, απο­φα­σι­σμέ­νο να μας κάψει ζωντα­νούς, κυριο­λε­κτι­κά και μετα­φο­ρι­κά, με βρή­κε απρο­ε­τοί­μα­στο ψυχι­κά. Αλλά όχι και λογι­κά. Είχαν προη­γη­θεί πολ­λά περι­στα­τι­κά που θα έπρε­πε να είχαν καλ­λιερ­γή­σει ένα κλί­μα υπο­ψί­ας και φόβου, αλλά δεν είχα θελή­σει να τα αφή­σω να μου αλώ­σουν την ηρε­μία μου, που με τόση σχο­λα­στι­κό­τη­τα φρό­ντι­ζα. Τα πέντε δια­με­ρί­σμα­τα που είχε η αδελ­φή μου στην πολυ­κα­τοι­κία μας ξενοι­κιά­στη­καν μέσα σε δέκα μέρες.

Στην αρχή αυτής της μαύ­ρης χρο­νιάς, οι ενοι­κια­στές –αρ­χιτέκτονες, πολι­τι­κοί μηχα­νι­κοί και ένας παλιός δημο­σιο­γρά­φος που στέ­γα­ζε εκεί το πολύ­τι­μο αρχείο του– δήλω­σαν στην Ηλέ­κτρα με απελ­πι­στι­κή ειλι­κρί­νεια ότι δεν είχαν να πλη­ρώ­σουν! Μήνες ολό­κλη­ρους τα δια­με­ρί­σμα­τα έμε­ναν άδεια.

Τον Μάιο μου τηλε­φώ­νη­σε η αδελ­φή μου, για να μου ανα­κοι­νώ­σει ότι το δια­μέ­ρι­σμα του δευ­τέ­ρου ορό­φου, επι­τέ­λους, είχε νοι­κια­στεί πάλι.

«Μπρά­βο», είπα, «άντε με το καλό να νοι­κια­στούν και τα άλλα».

Άκου­σα μια μακριά, δια­πε­ρα­στι­κή σιω­πή να περ­νά από το ακου­στι­κό και μετά ένα ψιθυ­ρι­στό «Δε νομί­ζω», που μου ράγι­σε την καρ­διά.

Εκεί­νη την ημέ­ρα, μια μαγιά­τι­κη λαμπε­ρή Πέμ­πτη ήταν, συνει­δη­το­ποί­η­σα πως ήμουν τόσο εγω­ι­στής, ώστε είχα παρα­με­λή­σει πολύ την αδελ­φή μου.

«Πάμε μια βόλ­τα;» πρό­τει­να.

Σε δέκα λεπτά η Ηλέ­κτρα με περί­με­νε κάτω, με αναμ­μέ­νη τη μηχα­νή. Φύγα­με, χωρίς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη. Είχα ελπί­σει πως θα πηγαί­να­με στη Βου­λιαγ­μέ­νη, όπως κάνα­με παλιά, δυστυ­χώς όμως κάνα­με έναν τερά­στιο γύρο μέσα στην Αθή­να.

Κάτι πήγα να πω, αλλά με έκο­ψε από­το­μα.

«Όσο θα οδη­γώ, δε θα μιλάς. Θα κοι­τάς έξω. Όχι τον ουρα­νό, Ιού­λιε. Κατέ­βα στη Γη, επι­τέ­λους σύνελ­θε. Βλέ­πε τους δρό­μους, τα πεζο­δρό­μια, τα κλει­στά μαγα­ζιά, τα ενοι­κια­στή­ρια. Παρα­τή­ρη­σε προ­σε­κτι­κά τους ανθρώ­πους, τα πρό­σω­πά τους, τα κατα­θλι­πτι­κά ή επι­θε­τι­κά βλέμ­μα­τά τους, μέτρα τους ζητιά­νους, τους ναρ­κο­μα­νείς, τους ρακο­συλ­λέ­κτες, και τότε ίσως πάρεις μια ιδέα τού τι συμ­βαί­νει. Και ίσως κατα­λά­βεις πόσο εύκο­λα νοι­κιά­ζο­νται τα δια­με­ρί­σμα­τα ή τα μαγα­ζιά. Σε ρωτώ. Είναι η ίδια πόλη αυτή που γεν­νη­θή­κα­με και μεγα­λώ­σα­με, ή μια νουάρ, άγνω­στη πόλη αρρω­στη­μέ­νης επι­στη­μο­νι­κής φαντα­σί­ας;»

Υπά­κου­σα. Είχε δίκιο. Μπρο­στά μου είχα το κατα­σκό­τει­νο πρό­σω­πο της πρω­τεύ­ου­σας, στον πιο φωτει­νό και αρω­μα­τι­κό μήνα του χρό­νου. Ήταν ασύλ­λη­πτο, αλλά ήταν οφθαλ­μο­φα­νές.

Τη στιγ­μή που με άφη­νε σπί­τι, σκέ­το ψυχι­κό ερεί­πιο ήμουν, μου είπε:

«Σκέ­φτη­κα να σε πάω και μια βόλ­τα από τα νοσο­κο­μεία για να δεις με τα μάτια σου την κατά­ντια και την εξα­θλί­ω­ση, αλλά σε λυπή­θη­κα. Μια άλλη μέρα…»

Η άλλη μέρα ήταν η ίδια!

Δύσπνοια, πόνος στο στή­θος, παρά­λυ­το το χέρι μου. Το δεξί. Καθώς το ασθε­νο­φό­ρο με πήγαι­νε στο νοσο­κο­μείο που εφη­μέ­ρευε, ανα­ρω­τιό­μουν εάν η καρ­διά μου είχε μετα­το­πι­στεί προς τα δεξιά.

Μετά φαί­νε­ται πως έχα­σα τις αισθή­σεις μου, και όταν επι­τέ­λους τις βρή­κα πήρα μια πικρή, πολύ πικρή γεύ­ση τού τι σημαί­νει για έναν ασθε­νή να επι­σκε­φθεί τα εξω­τε­ρι­κά ιατρεία ενός δημό­σιου νοσο­κο­μεί­ου.

Η ιατρι­κή διά­γνω­ση ήταν «δεν υπάρ­χουν παθο­λο­γι­κά ευρή­μα­τα, πρέ­πει όμως να γίνει εισα­γω­γή για παρα­κο­λού­θη­ση».

Έντρο­μος κοί­τα­ξα την Ηλέ­κτρα, που η αγω­νία είχε αλλοιώ­σει το γλυ­κό πρό­σω­πό της.

«Βγά­λε με από εδώ μέσα αμέ­σως».

Με απε­λευ­θέ­ρω­σε. Αφού υπέ­γρα­ψε ένα χαρ­τί, πήρε και μια συντα­γή, φύγα­με σαν δρα­πέ­τες.

Μα δρα­πέ­της της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας δεν ήμουν άλλω­στε;

Οι μήνες πέρα­σαν δύσκο­λα. Κλει­σμέ­νος μέσα στο σπί­τι, με τα παν­τζού­ρια και τα παρά­θυ­ρα κλει­στά και με το κλι­μα­τι­στι­κό μονί­μως αναμ­μέ­νο, διά­βα­ζα τα αγα­πη­μέ­να μου βιβλία. Αστυ­νο­μι­κά και νουάρ, ιστο­ρί­ες που με απο­μά­κρυ­ναν από τον καύ­σω­να. Με ψυχα­γω­γού­σαν.

Κάποια μέρα κου­ρά­στη­καν τα μάτια μου και αισθάν­θη­κα μια ζάλη, ταχυ­παλ­μία, κόπη­κε η ανα­πνοή μου και πόνε­σε ο λαι­μός μου. Συνει­δη­το­ποί­η­σα ότι είχα κάνει κατά­χρη­ση με το air condition. Είχε ξερα­θεί η ατμό­σφαι­ρα, επό­με­νο ήταν. Τρά­βη­ξα τις κουρ­τί­νες, ανέ­βα­σα τα παν­τζού­ρια και άνοι­ξα τα παρά­θυ­ρα.

Η λάβα και το εκτυ­φλω­τι­κό, ανη­λε­ές φως του Αυγού­στου με ανα­γκά­σαν να δω αυτό που επί δύο μήνες δεν έβλε­πα. Τη σκό­νη!

Πώς ζού­σα έτσι; Σαν τρε­λός πήρα ένα μακό φανε­λά­κι και άρχι­σα να τρί­βω με μανία τα έπι­πλα. Μα το πάτω­μα; Έμοια­ζε καθα­ρό αλλά δεν ήταν, ιδί­ως οι γωνί­ες. Τρέ­μο­ντας από τα νεύ­ρα μου, τηλε­φώ­νη­σα στην οικια­κή βοη­θό μου, για να της τα ψάλ­λω..

Δεν κατόρ­θω­σα όμως ούτε μια απλή, ευγε­νι­κή παρα­τή­ρη­ση να κάνω, δεν ήταν στον χαρα­κτή­ρα μου, Αντί­θε­τα, της πρό­τει­να να έρχε­ται κάθε μέρα, εκτός από τα Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα.

Και να καθα­ρί­ζει τις γωνί­ες λίγο πιο προ­σε­κτι­κά, αυτό είπα μέσα μου.

Και έτσι έγι­νε. Επει­δή όμως δεν άντε­χα να την έχω μέσα στα πόδια μου, εκεί­νες τις ώρες κατέ­φευ­γα στο γρα­φείο μου. Τι έκα­να; Σκό­τω­να μύγες.

Προ­μη­θεύ­τη­κα μια μυγο­σκο­τώ­στρα και τις κυνη­γού­σα με μανία. Τις αφά­νι­σα σε μια μέρα. Αλλά το πρό­βλη­μα δεν ήταν τόσο οι μύγες όσο τα κου­νού­πια. Μικρά, μοχθη­ρά, αιμο­δι­ψή, με κατα­σπά­ρα­ζαν με μανία.

Κι αν ήταν του Νεί­λου; Με έπια­σε πάλι ο πόνος στο χέρι, όχι ακρι­βώς πόνος, ένα έντο­νο μού­δια­σμα. Τότε θυμή­θη­κα ότι τα χάπια που μου αγό­ρα­σε η αδελ­φή μου δεν τα είχα πάρει ποτέ, ούτε το κου­τί δεν είχα ανοί­ξει.

Για πρώ­τη φορά, στα πέντε χρό­νια, χτύ­πη­σα το κου­δού­νι του για­τρού που είχε το ιατρείο του ακρι­βώς απέ­να­ντί μου, έντρο­μος.

Εκεί­νη ακρι­βώς τη στιγ­μή έβγαι­νε μια κυρία. Μια γυναί­κα ψιλό­λι­γνη. Ούτε όμορ­φη ούτε άσχη­μη, απροσ­διό­ρι­στη.

«Κύριε Καί­σα­ρη, χαί­ρο­μαι που σας γνω­ρί­ζω», είπε και έτει­νε το χέρι της.

Ίσως επει­δή το χέρι μου ήταν χάλια, δεν αντα­πο­κρί­θη­κα αμέ­σως, αλλά καθώς εκεί­νη δεν κατέ­βα­ζε το δικό της, υπο­χώ­ρη­σα. Η χει­ρα­ψία μού προ­κά­λε­σε μια ακα­τα­νό­η­τη ανα­στά­τω­ση, μια ανα­τρι­χί­λα με δια­πέ­ρα­σε.

«Ονο­μά­ζο­μαι Χάρις Δακρυ­δά­κη. Είμαι η συμ­βο­λαιο­γρά­φος που έχει νοι­κιά­σει εδώ και μήνες το δια­μέ­ρι­σμα της αδελ­φής σας. Σας συνα­ντώ επι­τέ­λους, έστω και τυχαία. Ελπί­ζω να τα λέμε συχνό­τε­ρα. Ελά­τε όπο­τε έχε­τε χρό­νο να πιού­με έναν καφέ. Καλη­μέ­ρα σας».

Η ξαν­θή γυναί­κα των νουάρ ιστο­ριών, η δική μου μοι­ραία γυναί­κα, ήταν καστα­νή με πλού­σια μακριά μαλ­λιά. Κι αν τύχαι­νε να την συνα­ντή­σω σε άλλη γει­το­νιά, θα την ανα­γνώ­ρι­ζα μόνο από τα μαλ­λιά της. Όταν έφυ­γα από τον για­τρό…

Α! Ξέχα­σα να ανα­φέ­ρω την ειδι­κό­τη­τά του, μάλ­λον για­τί δεν έχει και μεγά­λη σχέ­ση με τη δική μου περί­πτω­ση. Τελο­σπά­ντων, για να μη νομί­σει κανείς ότι έχω λόγους να το κρύ­βω, είναι νευ­ρο­λό­γος ψυχί­α­τρος. Δηλα­δή εντε­λώς άσχε­τος με το δικό μου πρό­βλη­μα, απλώς ήταν ο εγγύ­τε­ρος. Γεω­γρα­φι­κά.

Όταν έφυ­γα λοι­πόν από το γρα­φείο του, ήμουν ξανά ήρε­μος. Θες η φυσιο­γνω­μία του, φτυ­στός ο Τσέ­χοφ, θες η ηρε­μία και το χαμό­γε­λό του, θες ένα χαπά­κι –αμε­ρι­κά­νι­κη ασπι­ρί­νη μού είπε ότι ήταν–, θες η ευχά­ρι­στη συζή­τη­ση που είχα­με, με καθη­σύ­χα­σαν.

Ως διά μαγεί­ας εξα­φα­νί­στη­καν το μού­δια­σμα, ο πανι­κός και η αγω­νία για τα κου­νού­πια.

Του ανοί­χτη­κα πολύ, χωρίς να το κατα­λά­βω, του ανοί­χτη­κα τόσο πολύ, που έφτα­σα στο σημείο να του εκμυ­στη­ρευ­θώ αυτό που ένιω­σα όταν άγγι­ξα το παγω­μέ­νο χέρι της κυρί­ας Δακρυ­δά­κη.

«Με σαρά­ντα πέντε βαθ­μούς υπό σκιά, το βρί­σκε­τε φυσιο­λο­γι­κό να είναι το χέρι της κρύ­σταλ­λο;» ρώτη­σα, τρί­βο­ντας επί­μο­να με απο­λυ­μα­ντι­κά μαντι­λά­κια τις παλά­μες μου.

Εκεί­νος χαμο­γέ­λα­σε.

«Αγα­πη­τέ μου, υπάρ­χουν άνθρω­ποι που έχουν μονί­μως χέρια παγω­μέ­να, όπως υπάρ­χουν άλλοι που τα χέρια τους ιδρώ­νουν, ιδί­ως όταν βρί­σκο­νται σε έντα­ση».

«Τι γνώ­μη έχε­τε για την εν λόγω κυρία;»

«Καμιά. Ή μάλ­λον θα έλε­γα ότι μοιά­ζει με μια γυναί­κα απο­φα­σι­στι­κή, που ξέρει να διεκ­δι­κεί ό,τι νομί­ζει εκεί­νη ότι της ανή­κει. Αυτή είναι μια εντύ­πω­ση, την γνω­ρί­ζω ελά­χι­στα άλλω­στε».

«Ελπί­ζω και εύχο­μαι να μη νομί­σει ότι της ανή­κω», είπα κάνο­ντας ανό­η­το χιού­μορ.

«Εάν το έχει απο­φα­σί­σει…» η φρά­ση έμει­νε μετέ­ω­ρη, το κου­δού­νι διέ­κο­ψε τη συνέ­χεια.

Έκα­να να τον πλη­ρώ­σω, αλλά τότε τα γλυ­κά μάτια του σοβά­ρε­ψαν. Η έκφρα­σή του έγι­νε πολύ αυστη­ρή.

«Ούτε να το δια­νοη­θεί­τε».

Από εκεί­νη την ημέ­ρα οι σχέ­σεις μας θερ­μάν­θη­καν. Ανταλ­λά­ξα­με επι­σκέ­ψεις, ήπια­με πολ­λές παγω­μέ­νες λεμο­νά­δες, για­τί δεν του άρε­σε ο καφές, και γίνα­με σχε­δόν φίλοι. Η παρου­σία του για­τρού είχε ευερ­γε­τι­κή επί­δρα­ση πάνω μου· τόση όση και οι αμε­ρι­κά­νι­κες ασπι­ρί­νες που μου χάρι­σε. Όταν περ­νού­σαν μερι­κές ημέ­ρες και δε συνα­ντιό­μα­στε, μου έλει­πε. Περί­ερ­γο δεν είναι;

Έτσι έφυ­γε το καλο­καί­ρι, ημε­ρο­λο­για­κά μόνο, για­τί η ζέστη δεν έλε­γε να υπο­χω­ρή­σει.

Μια μέρα η Χάρις χτύ­πη­σε την πόρ­τα μου, κάθι­σε χωρίς να της το προ­τεί­νω και αρχί­σα­με να μιλά­με για τον και­ρό. Εκεί­νη δήλω­σε ότι δεν την επη­ρέ­α­ζαν οι και­ρι­κές συν­θή­κες, ούτε ο καύ­σω­νας ούτε ο παγε­τός. Πολύ σοβα­ρό­τε­ρα πράγ­μα­τα την επη­ρέ­α­ζαν και την απα­σχο­λού­σαν.

Όπως;

«Πώς πάνε οι δου­λειές σας;» με ρώτη­σε ευθέ­ως.

«Όχι και πολύ καλά», είπα, για­τί η κατά­στα­σή μου ήταν φως φανά­ρι.

Μια παγε­ρή σιω­πή έπε­σε στον χώρο. Σηκώ­θη­κα και έκλει­σα το κλι­μα­τι­στι­κό, δεν ήξε­ρα τι άλλο να κάνω.

Κάρ­φω­σε το βλέμ­μα της επά­νω μου σαν αξο­νι­κός τομο­γρά­φος.

Με ακτι­νο­γρα­φού­σε;

«Θα ήθε­λα να έρθου­με πιο κοντά, Ιού­λιε».

Τι εννο­ού­σε άρα­γε; Πιο κοντά; Μα μόλις ένα μέτρο μάς χώρι­ζε.

Κι αυτό το πέρα­σμα στον ενι­κό με ενό­χλη­σε.

«Σκέ­ψου το καλά. Έχω σχέ­δια για μας τους δύο. Εάν θέλεις κι εσύ φυσι­κά. Θα περι­μέ­νω την απά­ντη­σή σου. Ευχα­ρι­στώ για τον καφέ»

Πριν προ­λά­βω να την πιέ­σω να μου απο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει τα σιβυλ­λι­κά λόγια της, είχε φύγει.

Έτσι ήταν η Χάρις, μυστη­ριώ­δης, αινιγ­μα­τι­κή, απο­φα­σι­στι­κή, αδιά­κρι­τη, και, όπως θα δια­πί­στω­να πολύ γρή­γο­ρα, σκλη­ρή.

Η συνέ­λευ­ση της πολυ­κα­τοι­κί­ας έγι­νε το από­γευ­μα της πρώ­της Οκτω­βρί­ου, στο γρα­φείο μου. Η Χάρις ήρθε πρώ­τη, αλλά δεν κάθι­σε. Μετά ακο­λού­θη­σαν οι δυο από­στρα­τοι αξιω­μα­τι­κοί που έμε­ναν σε αντι­κρι­νά δια­με­ρί­σμα­τα στον τελευ­ταίο όρο­φο, δυο εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κοί τύποι.

Ο κύριος Αλε­βι­ζά­τος ήταν ένας συμπα­θη­τι­κός άνθρω­πος, με ήπιο χαρα­κτή­ρα, καλούς και ευγε­νι­κούς τρό­πους, και έπα­σχε από χρό­νια βρογ­χί­τι­δα που τον ταλαι­πω­ρού­σε κατά και­ρούς. Παρά την εύθραυ­στη υγεία του, ασκού­σε για πολ­λά χρό­νια, ούτε θυμά­μαι πόσα, τα καθή­κο­ντα του δια­χει­ρι­στή άρι­στα. Ο Λάμπρου μου ήταν αντι­πα­θής.

Κοι­νω­νι­κός; Ήταν, για να λέμε και του στρα­βού το δίκιο, αλλά τρο­με­ρά ερι­στι­κός, εγω­πα­θής, υπε­ρό­πτης, κακό­τρο­πος και κυρί­ως τσι­γκού­νης. Όλα τα ανθρώ­πι­να ελατ­τώ­μα­τα ήταν συγκε­ντρω­μέ­να σε ένα και μόνο άτο­μο. Λίγα λεπτά αργό­τε­ρα έφτα­σαν η αδελ­φή μου και ο για­τρός.

Δυο πράγ­μα­τα μου έκα­ναν εντύ­πω­ση εκεί­νο το βρά­δυ. Το πρώ­το ήταν πως όταν η Χάρις απο­φά­σι­σε να καθί­σει πλάι στον κύριο Αλε­βι­ζά­το, εκεί­νος τρα­βή­χτη­κε. Ζήτη­σε συγ­γνώ­μη, μια ίωση, είπε, τον τρι­γυρ­νού­σε, δεν ήταν σωστό να μας την μετα­δώ­σει. Δε ξέρω για­τί, αλλά δε με έπει­σε.

Το δεύ­τε­ρο; Τα βλέμ­μα­τα που αντάλ­λα­ξαν, δυο ή τρεις φορές, η Ηλέ­κτρα με τον για­τρό.… Λες; Και να μην το έχω πάρει είδη­ση; Μακά­ρι, ευχή­θη­κα με όλη μου την καρ­διά, πριν απο­συν­δε­θώ με την ανού­σια αυτή συγκέ­ντρω­ση, η οποία, στο κάτω κάτω της γρα­φής, δε με αφο­ρού­σε στο ελά­χι­στο.

Κάποια στιγ­μή όμως ανα­γκά­στη­κα να επα­να­συν­δε­θώ από­το­μα. Άκου­σα το όνο­μά μου. Με είχαν προ­τεί­νει για δια­χει­ρι­στή! Ποιον, εμέ­να! Τι είχε συμ­βεί; Ο κύριος Αλε­βι­ζά­τος δήλω­σε ότι είχε κου­ρα­στεί τόσο και­ρό και πως είχε έρθει η ώρα να απο­συρ­θεί για να ανα­λά­βει κάποιος άλλος τη δια­χεί­ρι­ση. Τότε ο Λάμπρου άδρα­ξε την ευκαι­ρία να αυτο­προ­τα­θεί, με απο­τέ­λε­σμα η Χάρις να προ­τεί­νει εμέ­να. Αν είναι δυνα­τόν! Με ποιο δικαί­ω­μα;

«Λυπά­μαι, αλλά αυτό δε γίνε­ται, ούτε και θα γίνει ποτέ».

Έπια­σα την παγω­μέ­νη λάμ­ψη στα μάτια της, που μου θύμι­σε ότι οι και­ρι­κές συν­θή­κες δεν την αφο­ρούν. Πήγε κάτι να πει, έσπευ­σα όμως να την δια­κό­ψω. Γύρι­σα από­το­μα προς τη μεριά του Αλε­βι­ζά­του και τον κοί­τα­ξα ικε­τευ­τι­κά.

«Έχε­τε δίκιο, κου­ρα­στή­κα­τε, φυσι­κό είναι. Όμως εσείς είστε παλ­λη­κά­ρι, είστε στρα­τιώ­της, δε θα παρα­δώ­σε­τε τα όπλα στο θέα­τρο του πολέ­μου. Σας δίνω τον λόγο της τιμής μου ότι τόσο η αδελ­φή μου όσο κι εγώ θα σας βοη­θή­σου­με όσο μπο­ρού­με».

Η Ηλέ­κτρα έμει­νε να με κοι­τά­ει σαν χαζή. Συνήλ­θε. Δια­βε­βαί­ω­σε τον κύριο Αλε­βι­ζά­το ότι ήταν τιμή της να γίνει βοη­θός του.

Είχα­με τελειώ­σει και είχα­με γλυ­τώ­σει από τους αδιά­φο­ρους και τους σπα­γκο­ραμ­μέ­νους. Έκα­να νόη­μα στην Ηλέ­κτρα να μη φύγει.

Καθώς ξεπρο­βό­δι­ζα τους άλλους, ξαφ­νιά­στη­κα βλέ­πο­ντας τον Λάμπρου να κάνει χει­ρο­φί­λη­μα στην Χάρι και εκεί­νη να του ψιθυ­ρί­ζει στο αφτί.

«Στην επό­με­νη συνέ­λευ­ση, που θα γίνει πολύ σύντο­μα, σε τρεις μήνες περί­που, θα υπο­στη­ρί­ξω την υπο­ψη­φιό­τη­τά σας».

Αυτό με απο­συ­ντό­νι­σε. Όλα αυτά που ήθε­λα να ρωτή­σω την αδελ­φή μου τα ξέχα­σα. Η Ηλέ­κτρα με κοί­τα­ξε λυπη­μέ­να, μου χάι­δε­ψε το μάγου­λο, όπως έκα­νε όταν ήμα­στε παι­διά, και με τρυ­φε­ρή αλλά σιγα­νή φωνή είπε:

«Μικρέ μου, σε παρα­κα­λώ, όταν δίνεις τον λόγο της τιμής σου, να το κάνεις μόνο για τον εαυ­τό σου και όχι για μένα. Είσαι αίμα μου, ο μονα­δι­κός δικός μου άνθρω­πος, όλη μου η ζωή, αλλά μην το παρα­κά­νεις. Σε παρα­κα­λώ».

Είχε δίκιο.

Όλο το βρά­δυ βασα­νι­ζό­μου­να με τα λόγια της Χάρι­τος προς τον Λάμπρου. Ειπώ­θη­καν στ’ αλή­θεια ή δεν άκου­σα καλά; Να ήταν άρα­γε απο­κύ­η­μα της φαντα­σί­ας μου; Όχι, ούτε είχα κου­φα­θεί ούτε είχα τρε­λα­θεί για να ακούω «φωνές». Ειπώ­θη­καν, τελεία και παύ­λα. Κοί­τα­ξα το ρολόι μου. Τρεις και δέκα.

Πήρα μια αμε­ρι­κά­νι­κη ασπι­ρί­νη και έκλει­σα τα μάτια. Ο ύπνος με λυπή­θη­κε και με πήρε.

Πρέ­πει να είσαι μεγά­λος μάστο­ρας της πένας για να περι­γρά­ψεις μια σκη­νή με ειδι­κή ατμό­σφαι­ρα, κι εγώ δεν είμαι. Ούτε καν μικρός.

Η Χάρις, άγνω­στο για­τί, μετά από τόσους μήνες, απο­φά­σι­σε να κάνει τα εγκαί­νια του γρα­φεί­ου της.

Ήλπι­ζα πως θα ήταν κάτι σαν επα­νά­λη­ψη της συνέ­λευ­σης, από ανθρώ­πι­νο δυνα­μι­κό εννο­εί­ται. Έπε­σα έξω, καθό­λου πρω­τό­τυ­πο.

Είχε αρκε­τό, ετε­ρό­κλι­το, κόσμο. Από την πολυ­κα­τοι­κία μας έλει­πε μόνο ο κύριος Αλε­βι­ζά­τος. Είχε στεί­λει ένα κομ­ψό, μικρό μπου­κέ­το με κυκλά­μι­να. Ευτυ­χώς, για­τί έτσι μου θύμι­σε ότι είχε έρθει φθι­νό­πω­ρο. Με τριά­ντα πέντε βαθ­μούς κελ­σί­ου είναι δύσκο­λο να το συνει­δη­το­ποι­ή­σεις.

Τι να έχει πάθει ο άνθρω­πος; ανα­ρω­τή­θη­κα. Ανη­σύ­χη­σα. Θα του τηλε­φω­νού­σα, αμέ­σως μόλις τέλειω­νε αυτό το μαρ­τύ­ριο των εγκαι­νί­ων. Μέσα στο πλή­θος, εντύ­πω­ση μου έκα­ναν ένας παπάς, ένας μαυ­ρο­ντυ­μέ­νος νέος άντρας, ένας μεσή­λι­κας, με πρό­σω­πο τόσο χλο­μό σαν να έπα­σχε από χρό­νια αϋπνία, και τέλος ένας περί­ερ­γος τύπος, που ούτε ράσο φορού­σε αλλά ούτε και κοσμι­κός έμοια­ζε. Κυρί­ως όμως με ενό­χλη­σε η παρου­σία του Λάμπρου, ο οποί­ος συμπε­ρι­φε­ρό­ταν σαν γαμπρός με ένα λευ­κό τρια­ντά­φυλ­λο στην μπου­το­νιέ­ρα του, έχο­ντας κολ­λή­σει σαν στρεί­δι στην οικο­δέ­σποι­να. Πόσο γλοιώ­δης τύπος είναι και πόσο γελοί­ος για να φλερ­τά­ρει μια γυναί­κα που θα μπο­ρού­σε να είναι εγγο­νή του. Η Ηλέ­κτρα με τρά­βη­ξε παρά­με­ρα.

«Θα μετα­κο­μί­σω εδώ σύντο­μα. Είναι αμαρ­τία να μένουν ξενοί­κια­στα τα δια­με­ρί­σμα­τα. Έτσι θα σε βλέ­πω συχνό­τε­ρα».

Κατερ­γά­ρα, εμέ­να θα βλέ­πεις συχνό­τε­ρα ή κάποιον άλλο; Τον για­τρό, που λέει ο λόγος, σκέ­φτη­κα να της πω, αλλά δεν τόλ­μη­σα.

«Δε σε κατα­λα­βαί­νω. Για­τί να αφή­σεις ένα κόσμη­μα, ένα πραγ­μα­τι­κό νεο­κλα­σι­κό σπί­τι στην Πλά­κα, και να κλει­στείς σε ένα δια­μέ­ρι­σμα εκα­τόν δέκα τετρα­γω­νι­κών; Τρε­λά­θη­κες;»

«Εγώ όχι, εσύ μάλ­λον έχεις παλα­βώ­σει ή εθε­λο­τυ­φλείς. Ιού­λιε, τι θα κάνω μαζί σου; Πήγες στην τρά­πε­ζα; Είδες τις κατα­θέ­σεις σου; Είδες το υπό­λοι­πο του κοι­νού μας λογα­ρια­σμού; Με τι ζού­με, παι­δί μου, με όνει­ρα; Από το μαγα­ζί με τις αντί­κες, που έναν χρό­νο τώρα με βάζει μέσα και πλη­ρώ­νω από την τσέ­πη μου; Από τους ανυ­πάρ­κτους πελά­τες σου; Από τα τετρα­κό­σια ευρώ που νοί­κια­σα το γρα­φείο στη Δακρυ­δά­κη;»

«Πόσο το νοί­κια­σες; Τετρα­κό­σια ευρώ; Δεν ντρέ­πε­σαι;»

«Εσύ πρέ­πει να ντρέ­πε­σαι, που μόνο αυτό κατά­λα­βες απ’ όσα σου λέω τόση ώρα. Και ναι, θα πάω στο μεγά­λο δια­μέ­ρι­σμα κι ας μου πέφτει μεγά­λο, θα πάω μόνο για­τί τα μικρά νοι­κιά­ζο­νται πιο εύκο­λα. Κανο­νι­κά το τριά­ρι έπρε­πε να πάρω. Όσο για το σπί­τι μας, το έδω­σα σε μεσι­τι­κό γρα­φείο. Να εύχε­σαι να που­λη­θεί, δια­φο­ρε­τι­κά χανό­μα­στε. Σου έδει­ξα όταν σε πήγα βόλ­τα. Είδες τα χάλια της Αθή­νας, θυμά­σαι που σου είχα πει ότι θα έρθει μέρα που θα αρχί­σου­με να που­λά­με όσο όσο, και την επό­με­νη δε θα βρί­σκου­με αγο­ρα­στή. Δεν πρό­κει­ται να προ­σθέ­σω τίπο­τε άλλο», είπε και έφυ­γε οργι­σμέ­νη χωρίς να χαι­ρε­τή­σει.

Δεν πρό­σε­ξα ότι κόσμος αραί­ω­νε απει­λη­τι­κά.

Έμει­να στή­λη άλα­τος. Ακί­νη­τος και άναυ­δος. Σχε­δόν ναρ­κω­μέ­νος. Μόνος με τη Χάρι και την άπνοια.

Η τελευ­ταία είχε κάνει το σοβα­ρό λάθος να τρα­βή­ξει πίσω, σε έναν αδέ­ξιο κότσο, τα ωραία της μαλ­λιά, απο­κα­λύ­πτο­ντας γυμνή την αλή­θεια.

Η απί­στευ­τη ασυμ­με­τρία του προ­σώ­που της, η ασχή­μια του, το στρα­βό πιγού­νι, το τερά­στιο ακα­νό­νι­στο μέτω­πο, τα πετα­χτά της μάτια που με κοί­τα­ζαν επί­μο­να, με ανάγκα­σαν να επα­νέλ­θω στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

«Έλα να καθί­σου­με και να τα πού­με με την ησυ­χία μας», είπε και πιά­νο­ντάς με με το παγω­μέ­νο χέρι της με οδή­γη­σε στην πολυ­θρό­να.

«Κάθι­σε απέ­να­ντί μου».

Ένιω­σα κάτι να μου κόβει την ανα­πνοή, τότε μόνο το βλέμ­μα μου έπε­σε στις δυο ψηλές ανθο­στή­λες με τα λευ­κά τρια­ντά­φυλ­λα.

«Σε ενο­χλεί; Μην ανη­συ­χείς, θα τα απο­μα­κρύ­νω από κοντά σου αμέ­σως».

Σε λίγα λεπτά της ώρας τα τρια­ντά­φυλ­λα είχαν πάει στην πίσω βερά­ντα και η μπρο­στι­νή μπαλ­κο­νό­πορ­τα ήταν ανοι­χτή. Ένα επι­πό­λαιο, ανά­λα­φρο, περα­στι­κό δυστυ­χώς, αερά­κι πέρα­σε μέσα στο γρα­φείο, αλλά δεν έμει­νε να μας συντρο­φεύ­σει.

Όταν η Χάρις κάθι­σε πάλι, ένιω­σα υπο­χρε­ω­μέ­νος να της ζητή­σω συγ­γνώ­μη. Περιο­ρί­στη­κα σε ένα «Λυπά­μαι», αλλά εκεί­νη δεν έδω­σε καμιά σημα­σία.

«Μην απο­λο­γεί­σαι, Ιού­λιε, αυτά τα λου­λού­δια τα έφε­ρε ο Λάκης, ο νεα­ρός με τα σκού­ρα ρού­χα. Δου­λεύ­ει σε γρα­φείο τελε­τών, το κατά­λα­βες, έτσι δεν είναι; Θεώ­ρη­σε ότι ήταν κρί­μα να πάνε χαμέ­να και μου τα έφε­ρε. Δεν μπο­ρού­σα να τον προ­σβά­λω, για­τί είναι ένα φτω­χό παι­δί αλλά φιλό­τι­μο».

Ήθε­λα επει­γό­ντως ένα ποτή­ρι νερό, θυμή­θη­κα τον Ριχάρ­δο που ήταν πρό­θυ­μος να παρα­χω­ρή­σει το βασί­λειό του για ένα άλο­γο. Εγώ όμως δεν ήμουν βασι­λιάς και με τίπο­τε στον κόσμο δε θα έπι­να οτι­δή­πο­τε εκεί μέσα.

«Λοι­πόν; Επα­νερ­χό­μα­στε στη συζή­τη­ση που έχου­με αφή­σει στη μέση;»

Δεν είχα ιδέα σε ποια συζή­τη­ση ανα­φε­ρό­ταν, μα δε μίλη­σα, είχε στε­γνώ­σει το σάλιο μου.

«Δε χρειά­ζε­ται να κάνω οικο­νο­μι­κή ανά­λυ­ση, εσύ τα ξέρεις ακό­μα καλύ­τε­ρα από εμέ­να, είσαι παλαιό­τε­ρος, είσαι πολύ επι­τυ­χη­μέ­νος, έχεις καλό, άρι­στο όνο­μα στην πιά­τσα, γι’ αυτό και σε επέ­λε­ξα για συνερ­γά­τη μου. Γι’ αυτό και δίνω και τόσα ευρώ τον μήνα στο ενοί­κιο για να είμαι κοντά σου. Εάν δεν είχα ακού­σει τόσο πολ­λά καλά λόγια, θα προ­τι­μού­σα να στε­γα­στώ σε μια λαϊ­κή γει­το­νιά, που έχει ψωμί, παρά στην πιο αρι­στο­κρα­τι­κή συνοι­κία, όπου ο καθέ­νας έχει τον προ­σω­πι­κό του για­τρό, δικη­γό­ρο, συμ­βο­λαιο­γρά­φο. Όμως εσύ είσαι εδώ και η συμπα­θέ­στα­τη αδελ­φή σου έρι­ξε κάπως την τιμή… Για­τί τετρα­κό­σια ευρώ δεν είναι και λίγα… Τελο­σπά­ντων, τα πολ­λά λόγια είναι φτώ­χια. Χαί­ρο­μαι που θα συνερ­γα­στού­με, γι’ αυτό και πρέ­πει αμέ­σως να δρά­σου­με, έτσι ώστε το Νέο Έτος να μη μας βρει απρο­ε­τοί­μα­στους. Η Αριά­δνη θα μας σώσει».

«Η ποια;»

«Με την από­φα­ση του υπουρ­γού που θα εφαρ­μο­στεί από πρώ­της πρώ­του! Σύμ­φω­να λοι­πόν με αυτό… σου το δια­βά­ζω επί λέξει», συνέ­χι­σε παίρ­νο­ντας ένα από­κομ­μα εφη­με­ρί­δας. «Νέο χαρά­τσι για… γάμους και κηδεί­ες ανα­μέ­νε­ται να πλη­ρώ­νου­με από εδώ και στο εξής! Σύμ­φω­να με το σχέ­διο “Αριά­δνη” του υπουρ­γού Εργα­σί­ας, όλες οι μετα­βο­λές στην οικο­γε­νεια­κή κατά­στα­ση κάποιου θα πρέ­πει να επι­κυ­ρώ­νο­νται και από συμ­βο­λαιο­γρά­φο! Το χαρ­τί της εκκλη­σί­ας ή του δημαρ­χεί­ου θα είναι άχρη­στο. Παντρεύ­ε­στε; Συν εκα­τό ως δια­κό­σια ευρώ. Χωρί­ζε­τε; Το ίδιο. Ακό­μα και η κηδεία κάποιου δικού σας ανθρώ­που θα πρέ­πει να επι­κυ­ρώ­νε­ται από συμ­βο­λαιο­γρά­φο, με απο­τέ­λε­σμα να προ­στί­θε­ται ένα ακό­μα έξο­δο στα οικο­γε­νεια­κά βάρη.

»Σκο­πός του νέου “χαρα­τσιού” είναι να καθιε­ρω­θούν τα ειδι­κά συμ­βο­λαιο­γρα­φι­κά πιστο­ποι­η­τι­κά, προ­κει­μέ­νου να μη λαμ­βά­νουν κάποιοι παρά­νο­μες συντά­ξεις. Από τη στιγ­μή που θα πρέ­πει να εκδί­δο­νται πιστο­ποι­η­τι­κά πριν από τον γάμο και την κηδεία, το ΙΚΑ και τα άλλα Ταμεία δε θα χρειά­ζε­ται να ψάχνουν τους ανυ­πό­γρα­φους συντα­ξιού­χους!

»Ευφυ­ές! Και εγώ να σου λέω ότι τα χρή­μα­τα θα είναι λιγό­τε­ρα από εκα­τό έως δια­κό­σια ευρώ, αλλά και από πενή­ντα έως εβδο­μή­ντα, καλά είναι. Συμ­φέ­ρει. Φυσι­κά όλα αυτά τα γνω­ρί­ζεις καλύ­τε­ρα από μένα, δεκα­τρία χρό­νια δια­φο­ρά είναι μεγά­λη. Δεν είναι; Πάντως μου κάνει χαρά να μιλώ μαζί σου, για­τί είσαι ο καλύ­τε­ρος ακρο­α­τής που έχω γνω­ρί­σει. Ένα λέω, δέκα πιά­νεις. Λοι­πόν, το σχέ­διό μου είναι το εξής, και μετά να μου πεις εάν συμ­φω­νείς.

»Εσύ να ανα­λά­βεις τις γεν­νή­σεις, τους γάμους και τα δια­ζύ­για, ευχά­ρι­στα πράγ­μα­τα, και εγώ τη λάν­τζα, τους θανά­τους… Είμαι δίκαιη, η υπο­γεν­νη­τι­κό­τη­τα του λαού μας μετά τα νέα μέτρα θα μεγα­λώ­σει, ποιος θα τολ­μή­σει να κάνει παι­δί; Μόνο οι πλού­σιοι, και εσύ είσαι μέσα στον κύκλο τους. Το ίδιο ισχύ­ει και για τους γάμους και τα δια­ζύ­για, ποιος επι­πό­λαιος θα επι­χει­ρή­σει να κάνει ένα σάλ­το μορ­τά­λε, χωρίς δίκτυ προ­στα­σί­ας, ποιος θα απο­φα­σί­σει να παντρευ­τεί και ποιος θεό­τρε­λος θα απο­φα­σί­σει να πάρει δια­ζύ­γιο; Ελά­χι­στοι, και αυτοί θα είναι πάλι οι κατέ­χο­ντες. Όμως, Ιού­λιε, την αθα­να­σία δεν την κατέ­χει ουδείς.

»Και ενώ οι συνά­δελ­φοι θα περι­μέ­νουν να τους χτυ­πή­σουν την πόρ­τα, εμείς θα έχου­με οργα­νω­θεί. Άλλω­στε γι’ αυτό έκα­να και τα εγκαί­νια για να τους γνω­ρί­σεις. Παι­δί­α­τροι, παθο­λό­γοι, μαί­ες, δικη­γό­ροι, άνθρω­πος της Αρχιε­πι­σκο­πής που ξέρει τα πάντα για τα επι­κεί­με­να δια­ζύ­για, άνθρω­πος του δήμου που ξέρει τους γάμους που θα γίνουν, όχι μόνο στον Δήμο Αθη­ναί­ων, αλλά και σε όλους τους δήμους της Αττι­κής, ιδιο­κτή­της γρα­φεί­ου τελε­τών και ο υπάλ­λη­λός του ήταν εδώ! Όλος ο κόσμος που παρή­λα­σε εδώ μέσα ήταν για να γνω­ρί­σουν τον συνερ­γά­τη μου, δηλα­δή εσέ­να.

»Λοι­πόν, Ιού­λιε, το πρώ­το εξά­μη­νο θα είναι όλες οι εισπρά­ξεις διά του δύο, αφού φυσι­κά έχου­με αφαι­ρέ­σει το δύο τοις εκα­τό που θα παίρ­νουν οι πλη­ρο­φο­ριο­δό­τες μας. Μετά, τι να σου πω, βλέ­πο­ντας και κάνο­ντας…

»Θα υπο­σχε­θού­με όμως ότι θα τηρή­σου­με και μιαν άλλη συμ­φω­νία. Εάν έχεις την παρα­μι­κρή αμφι­βο­λία για την εντι­μό­τη­τά μου, ας κάνου­με ένα ιδιω­τι­κό συμ­φω­νη­τι­κό, που να λέει ότι όποια συμ­βο­λαιο­γρα­φι­κή πρά­ξη χρεια­στεί να κάνει, ένας εκ των δυο, θα γίνει από τον έτε­ρο. Συμ­φω­νείς. Εάν που­λή­σου­με, παντρευ­τού­με, εάν –χτυ­πάω ξύλο– μας συμ­βεί το μοι­ραίο, άνθρω­ποι είμα­στε, τη συμ­βο­λαιο­γρα­φι­κή πρά­ξη θα την κάνου­με ή εγώ ή εσύ. Ωραία λοι­πόν, πήγαι­νε τώρα, ξεκου­ρά­σου όλο το Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, για­τί από Δευ­τέ­ρα δε θα έχου­με λεπτό για χάσι­μο».

Με δυσκο­λία σηκώ­θη­κα, ένιω­θα πολύ βαρύς, λες και τα κόκ­κα­λά μου ήταν από μολύ­βι. Καθώς προ­σπα­θού­σα να φτά­σω στην έξο­δο άκου­σα τη Χάρι να λέει.

«Πολύ φοβά­μαι πώς ο Αλε­βι­ζά­τος θα μας την… κάνει νωρί­τε­ρα. Δεν του τηλε­φω­νείς να ρωτή­σεις για την υγεία του; Πρέ­πει πάση θυσία να μεί­νει ζωντα­νός μέχρι τον Ιανουά­ριο. Έπει­τα είναι ελεύ­θε­ρος να πάει στο καλό, να ησυ­χά­σει ο άνθρω­πος».

Μετά από αυτά που άκου­σα εκεί­νη την ημέ­ρα, λίγο έλει­ψε να ησυ­χά­σω εγώ, μια για πάντα. Όμως η ζωή και ο θάνα­τος δεν είναι προ­βλέ­ψι­μοι. Άλλος είχε σει­ρά και «μας την έκα­νε», για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σω την έκφρα­ση της συμ­βο­λαιο­γρά­φου, που ούτε το όνο­μά της δεν αντέ­χω να προ­φέ­ρω. Την επό­με­νη των εγκαι­νί­ων ο Λάμπρου βρέ­θη­κε στο κρε­βά­τι νεκρός από την κόρη της αδελ­φής του, η οποία έντρο­μη ειδο­ποί­η­σε μετά από λίγο την αστυ­νο­μία.

Φυσι­κά έγι­νε νεκρο­ψία. Όμως πριν βγει το πόρι­σμα, έγι­ναν και πολύ­ω­ρες ανα­κρί­σεις στη μονα­δι­κή κλη­ρο­νό­μο του, την ανι­ψιά του.

Εγώ το έμα­θα από την Ηλέ­κτρα. Απλώς μου το ανα­κοί­νω­σε, φανε­ρά σοκα­ρι­σμέ­νη βέβαια. Ένιω­θε πως είχε κάνει το καθή­κον της και με θλί­ψη διαι­σθάν­θη­κα ότι δεν είχε καμιά διά­θε­ση για συζή­τη­ση. Λυπή­θη­κα όταν άκου­σα το κλικ. Ήμουν που ήμουν σε άθλια κατά­στα­ση, με απο­τε­λεί­ω­σε.

Πήρα ακό­μα μια αμε­ρι­κά­νι­κη ασπι­ρί­νη, και με τρό­μο δια­πί­στω­σα ότι μου είχαν μεί­νει μόνο δυο χαπά­κια. Τηλε­φώ­νη­σα στον για­τρό αλλά δεν απα­ντού­σε. Ανα­γκά­στη­κα να καλέ­σω στην αδελ­φή μου για να της ζητή­σω το κινη­τό του για­τρού.

«Και πού θες να τον ξέρω εγώ τον αριθ­μό του κινη­τού του; Τι τον θέλεις; Μήπως είσαι άρρω­στος;» ξαφ­νι­κά η φωνή της έγι­νε τρυ­φε­ρή.

«Όχι, καλά είμαι. Ευχα­ρι­στώ», έκα­να με παι­δι­κό πεί­σμα και το έκλει­σα πρώ­τος.

Η ασπι­ρί­νη είχε επι­δρά­σει ευτυ­χώς. Είχα ανά­γκη από μια φιλι­κή φωνή. Έτσι κατέ­φυ­γα στον κύριο Αλε­βι­ζά­το.

Ευτυ­χώς ήταν μια χαρά στην υγεία του.

«Δε θα το πιστέ­ψε­τε, για­τί οι σχέ­σεις μας δεν ήταν και οι καλύ­τε­ρες, ο θάνα­τός του με έχει  κυριο­λε­κτι­κά συγκλο­νί­σει».

Τον πίστευα.

«Ένας λεβέ­ντης που φάντα­ζε άτρω­τος, ένας άνθρω­πος που την προη­γου­μέ­νη φλέρ­τα­ρε και φορού­σε λευ­κό τρια­ντά­φυλ­λο στο πέτο, να πεθά­νει έτσι;»

«Πρέ­πει να σας δω επει­γό­ντως. Δε σας λέω να έρθε­τε από εδώ, για να μην έχε­τε κακό συνα­πά­ντη­μα. Θα με δεχθεί­τε;»

«Με μεγά­λη μου χαρά. Κάντε μου μια χάρη; Γράψ­τε ένα σημεί­ω­μα στον για­τρό που να λέει ότι τον παρα­κα­λώ να μου τηλε­φω­νή­σει. Δεν έχω το κινη­τό του».

«Το έχω εγώ».

Μου το έδω­σε. Στα λίγα λεπτά που μεσο­λά­βη­σαν μέχρι να έρθει πρό­λα­βα και τηλε­φώ­νη­σα στον για­τρό. Εκεί­νος μου υπο­σχέ­θη­κε ότι θα περ­νού­σε το από­γευ­μα από το σπί­τι μου, για να μου δώσει άλλο ένα κου­τί. Θα έπρε­πε όμως να είμαι προ­σε­κτι­κός στη λήψη, διό­τι η ασπι­ρί­νη δια­λύ­ει το αίμα, είπε. Ένα χαπά­κι την ημέ­ρα. Συμ­φώ­νη­σα. Για τον Λάμπρου δεν είπα­με τίπο­τε, τα αφή­σα­με για το από­γευ­μα.

Ανα­κου­φί­στη­κα.

«Ώστε έτσι; Έβα­λε το τρια­ντά­φυλ­λο στο πέτο του; Θεέ μου, τόση επι­πο­λαιό­τη­τα δεν τη φαντα­ζό­μουν. Λες και δεν είχε μάθει στα πεδία των μαχών να μυρί­ζε­ται τον θάνα­το…» είπε και σωριά­στη­κε στην πολυ­θρό­να.

Ξαφ­νιά­στη­κα, δεν είχα άλλη φορά δει τον κύριο Αλε­βι­ζά­το σε τέτοια έξαλ­λη κατά­στα­ση.

«Παι­δί μου, μη με κοι­τάς έτσι, ξέρω τι λέω. Δεν είχα σκο­πό να έρθω στα εγκαί­νια, γι’ αυτό κατέ­βη­κα νωρίς να πάω στο ανθο­πω­λείο, ε, δεν μπο­ρού­σα να μη στεί­λω ένα λου­λου­δά­κι. Με το που πήγα να βγω από το ασαν­σέρ, βλέ­πω τον πεθα­με­ναν­τζή να κου­βα­λά­ει τις ανθο­στή­λες με τα λευ­κά τρια­ντά­φυλ­λα. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Σαν αστρα­πή έκλει­σα την πόρ­τα και ανέ­βη­κα. Άφη­σα επί­τη­δες την πόρ­τα ανοι­χτή, για να προ­στα­τεύ­σω τον Λάμπρου, και τηλε­φώ­νη­σα στο ανθο­πω­λείο. Τώρα μετα­νιώ­νω, νιώ­θω τύψεις που όταν τον άκου­σα να βγαί­νει δεν τον στα­μά­τη­σα. Να τον δια­τά­ξω, σαν ανώ­τε­ρός του, να μπει μέσα και να μη δια­νοη­θεί να ξεπορ­τί­σει μέχρι να άρω τη δια­τα­γή. Λίγα λεπτά αργό­τε­ρα ο καη­μέ­νος, ο αστό­χα­στος, έκλει­σε την πόρ­τα του δια­με­ρί­σμα­τός του και μπή­κε στο ασαν­σέρ σφυ­ρί­ζο­ντας! Σαν έφη­βος, ερω­τευ­μέ­νος… Πήγαι­νε φιρί φιρί. Ιού­λιε, η Χάρις είναι ο Χάρος αυτο­προ­σώ­πως. Αυτό βάλ’ το καλά στο μυα­λό σου και πρά­ξε ανα­λό­γως. Τον θάνα­το δεν τον απέ­φυ­γε κανείς μέχρι τώρα.… Όμως το να τον συνα­να­στρέ­φε­σαι με τη θέλη­σή σου απέ­χει από τη λογι­κή. Δεν πας γυρεύ­ο­ντας, όπως ο φου­κα­ράς ο Λάμπρου. Απο­μα­κρύ­νε­σαι από κοντά του όσο είναι δυνα­τόν για να κερ­δί­σεις χρό­νο, να πάρεις παρά­τα­ση. Άλλω­στε αυτό δεν είναι το ζητού­με­νο; Βρε τι κακό μας βρή­κε με δαύ­την…»

Δεν άντε­ξα και του τα εξο­μο­λο­γή­θη­κα όλα. Όχι με τη σει­ρά, χτυ­πού­σε τόσο πολύ η καρ­διά μου, ανα­κα­τε­μέ­να.

Για την Αριά­δνη, και τα σχέ­διά της, για το πώς με ενέ­πλε­ξε κι εμέ­να. Ούτε ξέρω πόση ώρα μιλού­σα και κατά πόσο τον είχα ζαλί­σει τον άνθρω­πο, που δε με είχε δια­κό­ψει
έως αυτή τη στιγ­μή.

«Ώστε σε έχρι­σε συνε­ταί­ρο; Ελπί­ζω να μην αρνή­θη­κες…»

«Δεν αρνή­θη­κα, αλλά και δε συναί­νε­σα. Φοβή­θη­κα».

Ο συμπα­θής ηλι­κιω­μέ­νος άντρας έπε­σε σε βαθιά περι­συλ­λο­γή.

«Καλά έκα­νες. Πρέ­πει να σκε­φτού­με σοβα­ρά πώς θα χει­ρι­στού­με την υπό­θε­ση. Πριν από τον πόλε­μο χρειά­ζε­ται διπλω­μα­τία. Εσύ θα ανα­λά­βεις το διπλω­μα­τι­κό σκέ­λος, έτσι για να ροκα­νί­ζου­με τις ημέ­ρες και να κυλά­ει ο και­ρός. Έπει­τα, εκ των πραγ­μά­των, ανα­λαμ­βά­νω εγώ, είναι η δου­λειά μου. Διά του αιφ­νι­δια­σμού! Στην ουσία δε θα είναι πόλε­μος αλλά ένα αντάρ­τι­κο πόλε­ων ελα­χί­στης διάρ­κειας. Μια κι έξω. Χωρίς προει­δο­ποί­η­ση. Πριν την “κάνω” θα την ξεκά­νω, σου το υπό­σχο­μαι. Δεν έχω τίπο­τε να χάσω. Άλλω­στε πριν “ανα­χω­ρή­σω” θα το έχω του­λά­χι­στον δια­σκε­δά­σει, κάτι είναι κι αυτό. Δε θα της επι­τρέ­ψω να σας αφα­νί­σει και τους δύο. Ο για­τρός ξέρει και αυτο­προ­στα­τεύ­ε­ται, έχει ανο­σία. Όταν άκου­σα ότι και η αγα­πη­τή μου Ηλέ­κτρα προ­τί­θε­ται να μετα­κο­μί­σει στην πολυ­κα­τοι­κία μας, πάγω­σα».

«Αυτό δεν το είχα σκε­φτεί. Τώρα που το λέτε».

«Ιού­λιε, αυτό είναι το μονα­δι­κό σου ελάτ­τω­μα, κατά τα άλλα είσαι παι­δί μάλα­μα. Σε απορ­ρο­φά λίγο περισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι πρέ­πει ο εαυ­τός σου, διόρ­θω­σέ το».

Εγκα­τα­λεί­πω το χει­ρό­γρα­φο και ανοί­γω το μαγνη­τό­φω­νο. Κάνω δοκι­μή, ένα δύο τρία. Πατώ το record play, κανό­νι. Και αφή­νω τις χει­μαρ­ρώ­δεις σκέ­ψεις μου να μετα­μορ­φω­θούν σε λόγια και κατα­γρά­φω στον ενε­στώ­τα κάθε λεπτό.

Δε χρεια­ζό­ταν να το σκε­φτώ, εν μέρει αλή­θευε.

Δεν είμαι εγω­ι­στής, νοιά­ζο­μαι για όλους, κυρί­ως για την Ηλέ­κτρα, απλώς ήθε­λα την ησυ­χία μου. Τίπο­τε άλλο. Τώρα όμως χτυ­πά­ει η καμπά­να για μένα. Τέρ­μα οι ασπι­ρί­νες

Απο­φα­σί­ζω αυτή τη στιγ­μή να μπω με όλο μου το είναι σε αυτή την τρο­με­ρά ελκυ­στι­κή νουάρ περι­πέ­τεια.

Θα την ξεκά­νει… Έξο­χα, αλλά με ποιον τρό­πο; Με δηλη­τή­ριο, κλα­σι­κά δηλα­δή; Ή ακρο­πα­τώ­ντας θα της καρ­φώ­σει ένα μαχαί­ρι στην πλά­τη;

Μπα, απο­κλεί­ε­ται, δεν ται­ριά­ζουν αυτά σε έναν υπε­ρή­φα­νο Έλλη­να αξιω­μα­τι­κό. Με το υπη­ρε­σια­κό του περί­στρο­φο, που δε θα είχε παρα­δώ­σει; Με του­φέ­κι; Απί­στευ­το αλλά συναρ­πα­στι­κό.

Τον ρωτάω. Με κοι­τά­ζει περί­ερ­γα, μου πιά­νει το χέρι.

«Ιού­λιε, δεν κυριο­λε­κτού­σα, προς Θεού. Είμαι πολύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νος για τον συμπο­λε­μι­στή μου τον Λάμπρου. Και δε σου κρύ­βω ότι η Χάρις δε μου είναι συμπα­θής. Άνθρω­πος είμαι, και μάλι­στα γέρος, μπο­ρεί και να τα χάνω μερι­κές στιγ­μές. Φίλε μου, παρα­σύρ­θη­κα και τόση ώρα έλε­γα ό,τι μου κατέ­βαι­νε. Αυτό είναι όλο. Ηρέ­μη­σε. Άντε, πάω κι εγώ σπι­τά­κι μου να ξεκου­ρα­στώ, για να αντέ­ξω να πάω στην κηδεία. Σε ευχα­ρι­στώ για τη φιλο­ξε­νία».

Τα πήρε πίσω, για­τί άρα­γε; Όχι, λέω μέσα μου, ή και έξω μου, κάποιο λάκ­κο έχει η φάβα. Σπάω το κεφά­λι μου να βρω τον λάκ­κο αλλά πετυ­χαί­νω τη φάβα! Δε θέλει να με εμπλέ­ξει, για­τί είναι κύριος με τα όλα του. Θέλει να τη σκο­τώ­σει και μετά να αυτο­κτο­νή­σει. Πεθαί­νω για ένα τσι­γά­ρο, αλλά το έχω κόψει από τον και­ρό που απο­λύ­θη­κα από τον στρα­τό.

Προ­σπα­θώ να θυμη­θώ ποιος με επι­σκέ­φθη­κε τελευ­ταί­ος. Φλας. Ο Σέρ­γιος την περα­σμέ­νη άνοι­ξη. Ανοί­γω τη μεγά­λη αση­μέ­νια ταμπα­κιέ­ρα του πατέ­ρα μου. Το σχε­δόν γεμά­το πακέ­το είναι μέσα, μαζί και ο ανα­πτή­ρας του. Ανά­βω ένα. Ζαλί­ζο­μαι. Με το δεύ­τε­ρο τσι­γά­ρο τα πάω καλύ­τε­ρα, ενώ με το τρί­το συνέρ­χο­μαι εντε­λώς Σωστά είχα δια­βά­σει πως ο καπνός ενερ­γο­ποιεί την ντο­πα­μί­νη. Νιώ­θω υπέ­ρο­χα. Μου έρχο­νται στον νου οι στί­χοι του Καβά­φη. Πώς το λέει να δεις; Σε μερι­κούς ανθρώ­πους / έρχε­ται μια μέρα / που πρέ­πει το μεγά­λο Ναι ή το μεγά­λο Όχι να πού­νε. Κάπως έτσι, δεν έχει σημα­σία, η ουσία είναι ότι η δική μου μέρα έφτα­σε. Θα γίνω ο τον θάνα­τον πατή­σας…!

Μόνο που, συγ­γνώ­μη αν δια­κό­πτω ο ίδιος τον εαυ­τό μου, δεν είναι ότι χάνω τον ειρ­μό των σκέ­ψε­ών μου, αλλά ξέχα­σα να ρωτή­σω τον Αλε­βι­ζά­το σε ποια μάχη ανα­φε­ρό­ταν. Πού πολέ­μη­σαν με τον μακα­ρί­τη τον Λάμπρου; Το ’40 αποκλείε­ται, τότε πού; Στην Κορέα; Μάλ­λον. Σηκώ­νο­μαι. Πάω στην μπαλ­κο­νό­πορ­τα. Τι ωραίο θέα­μα. Δε χορ­ταί­νουν τα μάτια μου. Βλέ­πω τον ήλιο να κλεί­νει κου­ρα­σμέ­να τα βλέ­φα­ρά του και να βασι­λεύ­ει στα γαλή­νια νερά του Πει­ραιά.

Ο για­τρός έρχε­ται αργά. Είναι ή πολύ βια­στι­κός ή κάπως ανα­στα­τω­μέ­νος. Μου αφή­νει το κου­τί και με βάζει να ορκι­στώ ότι θα παίρ­νω μόνο μία την ημέ­ρα Ας μην ανη­συ­χεί αδί­κως, δεν πρό­κει­ται να πάρω καμία ασπι­ρί­νη, σκέ­πτο­μαι, αλλά δεν του το λέω. Ποτέ δεν ξέρεις. Έπει­τα μου πιά­νει το μέτω­πο.

«Έχεις θερ­μό­με­τρο;»

« Όχι».

«Καλά, πέσε στο κρε­βά­τι και μη σηκω­θείς. Ζεμα­τάς. Έχεις ασπι­ρί­νες;»

«Μου φέρα­τε τις δικές σας».

«Αυτές δεν κάνουν για τον πυρε­τό, αντί­θε­τα τον ανε­βά­ζουν… Να, κατά σύμ­πτω­ση έχω ντε­πόν, πάρε δυο χαπά­κια. Θα σου φέρω εγώ το νερό. Όταν ιδρώ­σεις, να αλλά­ξεις αμέ­σως. Θα έρθω αύριο. Εάν όμως με χρεια­στείς, μη διστά­σεις να μου τηλε­φω­νή­σεις ό,τι ώρα και να είναι. Πάω, δεν μπο­ρώ να μεί­νω περισ­σό­τε­ρο, έχω πολ­λή δου­λειά. Άντε κου­κου­λώ­σου».

Κου­κου­λώ­νο­μαι. Πίνω τα ντε­πόν, ευχα­ρι­στώ τον για­τρό και παρι­στά­νω τον κοι­μι­σμέ­νο. Ακούω την εξώ­πορ­τα να κλεί­νει και νιώ­θω μια απε­ρί­γρα­πτη ευγνω­μο­σύ­νη γι’ αυτόν τον καλό Σαμα­ρεί­τη, αλλά και μια μεγά­λη ανα­κού­φι­ση να με πλημ­μυ­ρί­ζει.

Έχω τόσο πολ­λά να σκε­φτώ!

Να την πνί­ξω; Απα­πά, αυτό δε θα το αντέ­ξω. Ανα­λο­γί­ζο­μαι τη σκη­νή, τη φέρ­νω στα μάτια μου. Τη βλέ­πω να προ­σπα­θεί να αντι­στα­θεί, φυσι­κό είναι. Νιώ­θω να με αγγί­ζουν τα παγω­μέ­να χέρια της. Ανα­τρι­χιά­ζω.

Είμαι άρα­γε γεν­νη­μέ­νος φονιάς και δεν το υπο­πτευό­μουν τόσα χρό­νια; Όχι, φυσι­κά και δεν είμαι, απλώς αμύ­νο­μαι νομί­μως. Έχω δικαί­ω­μα να πάρω τον νόμο της ζωής στα χέρια μου. Από­κα­μα. Κλεί­νω το μαγνη­τό­φω­νο.

Ανοί­γω τα μάτια μου και ταυ­τό­χρο­να πατάω ξανά το record play. Τα χάνω που βλέ­πω την Ηλέ­κτρα. Είναι καθι­σμέ­νη στο κρε­βά­τι μου, έχει τα χέρια πάνω στον αρι­στε­ρό μου ώμο, ενώ πυκνά δάκρυα τρέ­χουν από τα μάτια της και ποτί­ζουν το σεντό­νι. Ανα­ση­κώ­νο­μαι.

«Πόση ώρα είσαι εδώ;» την ρωτώ.

Την κοι­τώ. Τα μάτια της είναι υγρά και πρη­σμέ­να.

«Τι συμ­βαί­νει, τι έχω και κλαις, πότε ήρθες; Απά­ντη­σέ μου».

«Τίπο­τε το σοβα­ρό δεν έχεις, πέρα­σες μια απλή γρί­πη».

«Ηλέ­κτρα, δε μου τα λες καλά και ανη­συ­χώ. Πρώ­τον, πότε ήρθες, και δεύ­τε­ρον, αφού είμαι καλά, για­τί κλαις;»

«Προ­χτές, έλει­ψα μόνο μερι­κές ώρες…»

Κι έπει­τα αρχί­ζει να μου τα λέει μαση­μέ­να. Ότι επι­τέ­λους βρή­κε έναν έντι­μο αγο­ρα­στή για το σπί­τι της, που της το αγο­ρά­ζει σε πολύ καλή τιμή. Μετά κάτι λέει για την κηδεία του Λάμπρου, αλλά ξαφ­νι­κά ξεσπά σε γοε­ρά ανα­φι­λη­τά. Συμ­με­ρί­ζο­μαι τη θλί­ψη της, κι εγώ έχω λυπη­θεί για τον Λάμπρου, αλλά δεν κάνω κι έτσι. Της το λέω.

Πάει να στρέ­ψει το υγρό βλέμ­μα της σ’ εμέ­να, αλλά­ζει γνώ­μη, κατε­βά­ζει το κεφά­λι και τότε πλα­ντά­ζει κυριο­λε­κτι­κά στο κλά­μα.

Ο νους μου πάει στον για­τρό. Ανη­συ­χώ.

«Πες μου, βρε ευλο­γη­μέ­νη, για το όνο­μα του Θεού και της Πανα­γί­ας, τι συμ­βαί­νει; Κάνεις σαν να χάσα­με κάποιον δικό μας. Ποιος πέθα­νε;»

«Ο Αλε­βι­ζά­τος».

Κάνω να πετα­χτώ από το κρε­βά­τι, ξανα­πέ­φτω. Δεν έχω δύνα­μη. Αρνού­μαι να το πιστέ­ψω. Η Ηλέ­κτρα με τιμω­ρεί για την αχα­ρα­κτή­ρι­στη συμπε­ρι­φο­ρά μου. Έλε­ος, αδελ­φή μου, τιμω­ρία είπα­με ναι, όχι μακά­βρια όμως.

«Λέγε», μόλις που βγαί­νει η φωνή μου.

«Τι να σου πω, Ιού­λιε», λέει ψιθυ­ρι­στά. «Το κακό έγι­νε μπρο­στά στα μάτια μου. Καθώς γυρ­νού­σα­με από την κηδεία του Λάμπρου, ο Αλε­βι­ζά­τος, ο για­τρός, η Χάρις κι εγώ, ο άνθρω­πος παρα­πά­τη­σε, η Χάρις έσπευ­σε να τον βοη­θή­σει, αλλά δεν πρό­λα­βε, απλώς ίσα που τον άγγι­ξε. Ο αγα­πη­μέ­νος μας φίλος έπε­σε και χτύ­πη­σε το κεφά­λι στην κόγ­χη του μαρ­μά­ρι­νου σκα­λιού. Έμει­νε στον τόπο. Το δια­νο­εί­σαι; Εγώ λιπο­θύ­μη­σα, γι’ αυτό δεν μπο­ρώ να σου πω λεπτο­μέ­ρειες. Ρώτα την ίδια την κυρία Δακρυ­δά­κη. Η Χάρις είναι εδώ έξω, στο σαλό­νι. Ήρθε, λέει, για το συμ­βό­λαιο!»

Αθή­να, 24 Οκτω­βρί­ου 2012

Το διή­γη­μα «Το συμ­βό­λαιο» συμπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συλ­λο­γή Αίθου­σα ανα­μο­νής

[Η Τιτί­να Δανέλ­λη] με φονι­κό χιού­μορ, πότε δι’ ελέ­ου και φόβου και πότε διά σκώμ­μα­τος και γέλω­τος, χτυ­πά χωρίς οίκτο, αφού κανέ­ναν οίκτο δεν δεί­χνει και η ζωή. Κι όμως, σ’ ολό­κλη­ρο το έργο η τρυ­φε­ρή ανθρώ­πι­νη προ­σέγ­γι­ση είναι εμφα­νής, χωρίς να παρα­σύ­ρε­ται ποτέ σ’ ένα ανού­σιο, έστω και ευχά­ρι­στο για τον ανα­γνώ­στη, χάπι εντ […] Όταν άρχι­ζα με την πρώ­τη σελί­δα, μου ήταν αδύ­να­τον να δια­κό­ψω την ανά­γνω­ση…

Τεύ­κρος Μιχαη­λί­δης diastixo.gr