29mag-29lives.t_CA0-superJumboΑπό την πρώ­τη στιγ­μή που μπή­κα­με σ’ αυτό το ταξί, είχα ένα κακό προ­αί­σθη­μα. Και δεν ήταν επει­δή ο ταξι­τζής μού ζήτη­σε όλο ανυ­πο­μο­νη­σία να δέσω τη ζώνη ασφα­λεί­ας του παι­διού στο πίσω κάθι­σμα, τη στιγ­μή που το είχα ήδη κάνει, ούτε επει­δή μού­γκρι­σε κάτι που ακού­στη­κε σαν βρι­σιά όταν του είπα ότι πάμε στο Ραμάτ Γκαν. Παίρ­νω πολύ συχνά ταξί, οπό­τε έχω συνη­θί­σει τους παλιο­χα­ρα­κτή­ρες, τη ζοχά­δα, την ανυ­πο­μο­νη­σία, τους λεκέ­δες από ιδρώ­τα στις μασχά­λες. Αλλά υπήρ­χε κάτι στον τρό­πο που μιλού­σε αυτός ο συγκε­κρι­μέ­νος ταρί­φας, κάτι μετα­ξύ του να ξεσπά­σει βίαια και ταυ­τό­χρο­να να βάλει τα κλά­μα­τα, που με έκα­νε να νιώ­θω περί­ερ­γα. Ο Λεβ δεν είχε κλεί­σει ακό­μα τα τέσ­σε­ρα, και πηγαί­να­με στο σπί­τι της για­γιάς. Σε αντί­θε­ση μ’ εμέ­να, δεν του και­γό­ταν καρ­φά­κι για τον ταρί­φα και εστί­α­ζε την προ­σο­χή του στα ψηλά, απαί­σια κτί­ρια, που δεν έπαυαν να του χαμο­γε­λούν σε όλο το μήκος του δρό­μου. Σιγο­τρα­γου­δού­σε το Yellow submarine, με λόγια που έβγα­ζε απ’ το μυα­λό του και ακού­γο­νταν σχε­δόν σαν αγγλι­κά, κου­νώ­ντας στον αέρα τα κοντά ποδα­ρά­κια του με το ρυθ­μό. Σε κάποια φάση, το δεξί του πέδι­λο χτύ­πη­σε το πλα­στι­κό στα­χτο­δο­χείο του ταξί, ρίχνο­ντάς το στο δάπε­δο. Εκτός από ένα περι­τύ­λιγ­μα τσί­χλας, ήταν άδειο, όπο­τε δεν χύθη­κε τίπο­τα. Είχα ήδη σκύ­ψει να το μαζέ­ψω, όταν ο ταξι­τζής φρε­νά­ρι­σε από­το­μα, γύρι­σε προς το μέρος μας και, με τη μου­τσού­να του κολ­λη­μέ­νη στο πρό­σω­πο του τρί­χρο­νου γιου μου, άρχι­σε να φωνά­ζει: «Ρε παλιό­παι­δο! Μου ’σπα­σες το αμά­ξι, βλαμ­μέ­νο, ε βλαμ­μέ­νο!»

«Έι, είσαι με τα καλά σου;» φώνα­ξα με τη σει­ρά μου στον οδη­γό. «Να βάζεις τις φωνές σε ένα τρί­χρο­νο μόνο και μόνο για ένα κομ­μά­τι πλα­στι­κό; Πιά­σε το τιμό­νι σου και ξεκί­να, αλλιώς, σου ορκί­ζο­μαι, την επό­με­νη εβδο­μά­δα θα περι­ποιεί­σαι πτώ­μα­τα στο νεκρο­το­μείο του Αμπού Καμπίρ, για­τί το δίπλω­μά σου θα έχει πάει περί­πα­το, κατά­λα­βες;» Βλέ­πο­ντάς τον στο τσακ να πει κάτι, πρό­σθε­σα: «Σκά­σε και οδή­γα».

Ο ταρί­φας μού έρι­ξε ένα βλέμ­μα όλο μίσος. Η πιθα­νό­τη­τα να μου σπά­σει τα μού­τρα και να χάσει τη δου­λειά του πλα­νιό­ταν στον αέρα. Την εξέ­τα­σε σοβα­ρά για κάμπο­ση ώρα, πήρε βαθιά ανά­σα, γύρι­σε στο τιμό­νι, έβα­λε πρώ­τη και ξανα­ξε­κί­νη­σε.

Στο ραδιό­φω­νο, ο Μπό­μπι Μακ­Φέ­ριν τρα­γου­δού­σε το Don’t worry, be happy, αλλά εγώ απεί­χα πολύ από το να είμαι ευτυ­χι­σμέ­νος. Έρι­ξα μια ματιά στον Λεβ. Δεν έκλαι­γε, και παρό­λο που είχα­με κολ­λή­σει στην κίνη­ση και πηγαί­να­με σαν χελώ­νες, όπου να ’ναι θα φτά­να­με στων γονιών μου. Προ­σπά­θη­σα να βρω μια ακτί­να φωτός που θα έκα­νε λίγο πιο ευχά­ρι­στη αυτή τη δια­δρο­μή σκέ­τη κρε­μά­λα, αλλά δεν βρή­κα τίπο­τα. Χαμο­γέ­λα­σα στον Λεβ και του ανα­κά­τε­ψα τα μαλ­λιά. Με κοί­τα­ξε έντο­να χωρίς να μου αντα­πο­δώ­σει το χαμό­γε­λο. «Μπα­μπά­κα», ρώτη­σε, «τι είπε ο κύριος;»

«Ο κύριος», βιά­στη­κα να απα­ντή­σω σαν να μην έτρε­χε τίπο­τα, «είπε ότι όταν είμα­στε μέσα σε ένα ταξί, πρέ­πει να προ­σέ­χου­με πώς κου­νά­με τα πόδια μας για να μη σπά­σου­με τίπο­τα».

Ο Λεβ κού­νη­σε με σοβα­ρό­τη­τα το κεφά­λι, κοί­τα­ξε από το παρά­θυ­ρο και ένα δευ­τε­ρό­λε­πτο αργό­τε­ρα ξανα­ρώ­τη­σε: «Κι εσύ τι του είπες του κυρί­ου;»

«Εγώ;» ρώτη­σα για να κερ­δί­σω χρό­νο. «Εγώ είπα στον κύριο ότι είχε από­λυ­το δίκιο, αλλά ότι θα έπρε­πε να πει ό,τι είχε να πει ήρε­μα και ευγε­νι­κά κι όχι να φωνά­ζει».

«Αλλά κι εσύ του φώνα­ξες», παρα­τή­ρη­σε ο Λεβ μπερ­δε­μέ­νος.

«Το ξέρω», είπα, «και δεν ήταν σωστό. Και μάλι­στα, ξέρεις κάτι; Τώρα θα πω στον οδη­γό ότι μετά­νιω­σα και θα του ζητή­σω συγ­γνώ­μη».

Έσκυ­ψα μπρο­στά τόσο, ώστε το στό­μα μου άγγι­ζε σχε­δόν τον χοντρό, μαλ­λια­ρό σβέρ­κο του ταρί­φα, και είπα δυνα­τά, σχε­δόν σαν να απήγ­γελ­λα: «Κύριε οδη­γέ, σας ζητώ συγ­γνώ­μη που σας φώνα­ξα, λυπά­μαι, δεν ήταν σωστό». Όταν τέλειω­σα, γύρι­σα στον Λεβ και του ξανα­χα­μο­γέ­λα­σα ή, του­λά­χι­στον, προ­σπά­θη­σα να χαμο­γε­λά­σω. Κοί­τα­ξα από το παρά­θυ­ρο· μόλις είχα­με ξεφύ­γει από το μπο­τι­λιά­ρι­σμα στην οδό Ζαμπο­τίν­σκι· το πιο δύσκο­λο ήταν πια πίσω μας.

«Όμως, μπα­μπά», συνέ­χι­σε ο Λεβ βάζο­ντας το χερά­κι του πάνω στο γόνα­τό μου, «τώρα ο κύριος πρέ­πει να ζητή­σει κι από μένα συγ­γνώ­μη και να μου πει ότι μετά­νιω­σε».

Κοί­τα­ξα τον ταξι­τζή μπρο­στά μας, ήταν μού­σκε­μα στον ιδρώ­τα. Ήταν φανε­ρό ότι άκου­γε όλα όσα λέγα­με. Αλλά ήταν ακό­μα πιο φανε­ρό ότι το να του ζητή­σεις να πει συγ­γνώ­μη σε ένα τρί­χρο­νο πιτσι­ρί­κι δεν ήταν και η καλύ­τε­ρη ιδέα. Δεν χρεια­ζό­ταν να παρα­τρα­βή­ξω το σχοι­νί. «Γλυ­κέ μου», είπα σκύ­βο­ντας πάνω από τον Λεβ, «είσαι ένα πανέ­ξυ­πνο αγο­ρά­κι και ξέρεις ήδη ένα σωρό πράγ­μα­τα για τον κόσμο, αλλά δεν τα ξέρεις όλα. Και ένα από τα πράγ­μα­τα που δεν ξέρεις ακό­μα είναι ότι το να πει κάποιος πως μετά­νιω­σε και να ζητή­σει συγ­γνώ­μη είναι ίσως από τα πιο δύσκο­λα πράγ­μα­τα. Και άμα αυτός ο κάποιος κάνει κάτι τόσο δύσκο­λο ενώ οδη­γά­ει μπο­ρεί να είναι πολύ, πάρα πολύ επι­κίν­δυ­νο. Για­τί, την ώρα που προ­σπα­θεί να πει συγ­γνώ­μη, μπο­ρεί να του συμ­βεί κανέ­να ατύ­χη­μα. Αλλά, ξέρεις κάτι; Δεν νομί­ζω πως χρειά­ζε­ται να ζητή­σου­με από τον οδη­γό να πει ότι μετά­νιω­σε, για­τί και μόνο που τον βλέ­πω, μπο­ρώ να πω ότι λυπά­ται για ό,τι έκα­νε».

Είχα­με ήδη μπει στην οδό Μπιά­λικ – έμε­νε μόνο να στρί­ψου­με δεξιά στη Νόρ­ντα­ου κι έπει­τα αρι­στε­ρά στην Αλέα Μπε’έρ. Σε ένα λεπτό το πολύ, θα φτά­να­με. «Μα, μπα­μπά­κα», είπε ο Λεβ σου­φρώ­νο­ντας τα μάτια, «εγώ δεν βλέ­πω να λυπά­ται». Εκεί­νη τη στιγ­μή, στη μέση της ανη­φό­ρας στη Νόρ­ντα­ου, ο ταξι­τζής φρε­νά­ρι­σε ξανά και σήκω­σε χει­ρό­φρε­νο. Γύρι­σε πίσω και κόλ­λη­σε το πρό­σω­πό του στο μου­τρά­κι του γιου μου. Δεν είπε τίπο­τα, μόνο κοί­τα­ξε τον Λεβ μες στα μάτια, και μετά από μια ατέ­λειω­τη στιγ­μή μουρ­μού­ρι­σε μέσα από τα δόντια: «Πίστε­ψέ με, μικρέ, μετά­νιω­σα, μετά­νιω­σα χίλιες φορές!»


 

Από το νέο βιβλίο του Έτγκαρ Κέρετ Επτά χρό­νια ευτυ­χί­ας που κυκλο­φο­ρεί σε μετά­φρα­ση της Μάγκυ Κόεν.