Του Χρι­στό­φο­ρου Κάσ­δα­γλη

Δεν λέγο­μεν ότι οι άνθρω­ποι του τόπου ήσαν εκτά­κτως κακοί. Αλλού ίσως είναι χει­ρό­τε­ροι. Αλλά το πλεί­στον κακόν οφεί­λε­ται ανα­ντιρ­ρή­τως εις την ανι­κα­νό­τη­τα της ελλη­νι­κής διοι­κή­σε­ως. Θα έλε­γέ τις ότι η χώρα αύτη ηλευ­θε­ρώ­θη επί­τη­δες διά να απο­δει­χθή ότι δεν ήτο ικα­νή προς αυτο­διοί­κη­σιν.

Αν εξαι­ρέ­σεις το γλωσ­σι­κό ιδί­ω­μα, το κεί­με­νο θα μπο­ρού­σε να έχει γρα­φτεί μόλις χτες, ή οποια­δή­πο­τε άλλη στιγ­μή τα τελευ­ταία δυό­μι­σι χρό­νια που η χώρα στρο­βι­λί­ζε­ται στον πανι­κό της κρί­σης. Όχι ότι και νωρί­τε­ρα δεν θα άγγι­ζε τα βιώ­μα­τα του Έλλη­να. Γρά­φτη­κε ωστό­σο πριν από εκα­τόν είκο­σι χρό­νια, διά χει­ρός Αλέ­ξαν­δρου Παπα­δια­μά­ντη («Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα» – 1893). Μία από τις λίγες περι­πτώ­σεις όπου ο Παπα­δια­μά­ντης ανα­φέ­ρε­ται ευθέ­ως σε πολι­τι­κά ζητή­μα­τα, περι­γρά­φει μάλι­στα και μια στη­μέ­νη δημο­πρα­σία στη Σκιά­θο, στα μέσα του 19ου αιώ­να!

Πέρα­σα όλο το καλο­καί­ρι δια­βά­ζο­ντας Παπα­δια­μά­ντη. Όταν εντό­πι­σα το παρα­πά­νω από­σπα­σμα, ένιω­σα ξαφ­νι­κά να κου­μπώ­νει με όλη αυτή τη συζή­τη­ση που διε­ξά­γε­ται γύρω μας. Δια­θέ­τει ένα είδος αυθε­ντι­κού μπλακ χιού­μορ που, όσο κι αν φαί­νε­ται παρά­ξε­νο, δεν είναι καθό­λου σπά­νιο –αν και διά­σπαρ­το και αιφ­νι­δια­στι­κό– στα κεί­με­νά του. Ένα σαρ­κα­σμό που εξαι­τί­ας του ιδιαί­τε­ρου καθα­ρευου­σιά­νι­κου ιδιώ­μα­τος ωθεί­ται στα άκρα.

Ένιω­θα την ανά­γκη να δώσω κάποια συνέ­χεια στο εύρη­μα, να το μοι­ρα­στώ με άλλους. Δεν υπήρ­χε καλύ­τε­ρος τρό­πος από το να το ποστά­ρω στο Facebook. Παρό­τι ήταν 10 Αυγού­στου και ο κόσμος τελού­σε υπό την επή­ρεια της καλο­και­ρι­νής ραστώ­νης, έτυ­χε ενθου­σιώ­δους υπο­δο­χής. Δυο μέρες αργό­τε­ρα επα­νέρ­χο­μαι με νέο από­σπα­σμα από το ίδιο διή­γη­μα, λιγό­τε­ρο ίσως πολι­τι­κό αλλά, ακρι­βώς γι’ αυτό, ακό­μα οξύ­τε­ρο:

Οι κερ­δο­σκό­ποι απέ­θε­τον τα εμπο­ρεύ­μα­τά των εις την άκραν της απω­τά­της ακτής της ερη­μο­νή­σου, ελάμ­βα­νον τα λεπτά των και έφευ­γον. Η χολέ­ρα δυνα­τόν να κολ­λά εις κάθε πράγ­μα, αλλ’ εις τα χρή­μα­τα όχι.

Έχο­ντας πλέ­ον απο­φα­σί­σει να συνε­χί­σω το πεί­ρα­μα με τον Σκια­θί­τη κοσμο­κα­λό­γε­ρο και τα social media, επα­νέρ­χο­μαι στις 29 Αυγού­στου, σε μια στιγ­μή που η θερι­νή εκε­χει­ρία έχει αρχί­σει να δίνει τη θέση της στα κακά μαντά­τα από τις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις της ελλη­νι­κής κυβέρ­νη­σης με τους εταί­ρους-δανει­στές:

Και συ; Φιλο­σο­φείς, ως εγώ, και ουδέν πράτ­τεις.

Πρό­κει­ται για την κατα­κλεί­δα ενός από τα πιο εντυ­πω­σια­κά διη­γή­μα­τά του («Ολό­γυ­ρα στη λίμνη» – 1892), που όταν γίνε­ται λόγος για τον «ερω­τι­κό Παπα­δια­μά­ντη» ανα­φέ­ρε­ται σε περί­ο­πτη θέση. Ας ομο­λο­γή­σω ότι εν προ­κει­μέ­νω κατέ­φυ­γα σε μια λαθρο­χει­ρία. Ενώ ο Παπα­δια­μά­ντης σαφέ­στα­τα ανα­φέ­ρε­ται μ’ αυτή την απε­γνω­σμέ­νη δια­τύ­πω­ση στην ερω­τι­κή ατολ­μία του ήρωα, ο οποί­ος μάλι­στα τυγ­χά­νει να είναι ο ίδιος του ο εαυ­τός, απέ­φυ­γα οποιον­δή­πο­τε σχε­τι­κό υπαι­νιγ­μό και άφη­σα να πλα­νά­ται η εντύ­πω­ση ότι αφο­ρά στα πολι­τι­κά δρώ­με­να και στον εξ απο­στά­σε­ως σχο­λια­σμό τους. Είχα σκο­πό να το απο­κα­λύ­ψω εν ευθέ­τω χρό­νω – και ο εύθε­τος χρό­νος είναι τώρα.

Η πρώ­τη φάση του πει­ρά­μα­τος ολο­κλη­ρώ­θη­κε στις 11 Σεπτεμ­βρί­ου, μέρα που άνοι­γαν τα σχο­λεία, με ένα από­σπα­σμα από το διή­γη­μα «Η δασκα­λο­μάν­να» (1894):

[…] το σκο­λειό, ας υπο­θέ­σου­με, δεν έγινε για να μαθαί­νουν τα παι­διά γράμ­μα­τα, δηλα­δή. Έγι­νε για να μαζώ­νου­νται οι κλή­ρες, τα παλιόπαι­δα, τα δια­βο­λό­που­λα. Πώς μπο­ρεί, το λοι­πόν, ένας γονιός να τα έχη μπε­λά απ’ το πρωί ως το βρά­δυ; Και πού συφτά­νε­ται ένας φτω­χός να τα θρέ­ψη; Μπο­ρεί να τα χορ­ταί­νει κομ­μά­τια; Μήπως χορ­ταί­νουν, οι δια­ό­λοι, ποτέ; Και είναι ικα­νή μία χήρα γυναί­κα να τρέ­χη από για­λό σε για­λό, από βρά­χο σε βρά­χο, για να τα συμ­μα­ζώ­νη; Για­τί πλη­ρώ­νε­ται ο δάσκα­λος; για να έχη το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυ­χοι. Όταν είναι συμ­μα­ζω­μέ­να εκεί-δα, μες το σκο­λειό, γλυ­τώ­νει ο γονιός και καμπό­σα κομ­μά­τια, παρα­δείγ­μα­τος χάριν. Ας τρώ­νε τα θρα­νία, που είναι ξύλι­να, ας τρώ­νε τους πίνα­κας και τα χαρ­τιά τους, τους τοί­χους και το πάτω­μα, για να είναι οι νοι­κο­κυ­ραί­οι ησυ­χώ­τε­ροι για τες αχλα­διές των, τες βερυ­κοκ­κιές των, τες συκιές και τ’ αμπέ­λια των […]


Νέα ενθου­σιώ­δης υπο­δο­χή με πολ­λά like, ανα­πα­ρα­γω­γές και αρκε­τά σχό­λια, το πιο μεστό από τα οποία είχε ως εξής:

«Κι όμως… Σήμε­ρα οι γονείς με τον ίδιο τρό­πο περι­μέ­νουν από το σχο­λείο να μάθει στα παι­διά όλα αυτά που εκεί­νοι δεν μπο­ρούν ή δεν θέλουν να ανα­λά­βουν (γράμ­μα­τα, συμπε­ρι­φο­ρά, συνή­θειες). Αυτό όμως είναι και το ενδια­φέ­ρον με το σχο­λείο. Είναι ταυ­τό­χρο­να και δημο­κρα­τι­κός θεσμός (ανε­βά­ζει το επί­πε­δο όλων των παι­διών) και ιδε­ο­λο­γι­κός (σκο­πεύ­ει στην ανα­πα­ρα­γω­γή της κυριαρ­χί­ας, που έλε­γε κι ο Αλτου­σέρ). Για την επο­χή του, μια χαρά το είχε πιά­σει ο Άλεξ…» (Φιλή­μων Καρα­μή­τσος).

Για να δώσω πάντως ολό­κλη­ρη την εικό­να, σε παράλ­λη­λη από­πει­ρα που έκα­να στο twitter, ο Παπα­δια­μά­ντης, άγνω­στο για­τί, δεν συνά­ντη­σε ανά­λο­γη αντα­πό­κρι­ση.

Αλλά το πεί­ρα­μα συνε­χί­ζε­ται –εν προ­κει­μέ­νω μ’ αυτό το άρθρο– και θα συνε­χι­στεί.