Κρούσια 1224 μ.Χ.

Μέσα Γενά­ρη, το χιό­νι έπε­φτε πυκνό, ένας άγριος αέρας σάρω­νε τον τόπο, το κρύο έτσου­ζε. Από τα κλα­διά των δέντρων κρέ­μο­νταν κρύ­σταλ­λα πάγου, ενώ οι κορυ­φές των βου­νών φορού­σαν κάτα­σπρες κου­κού­λες. Κάτι πει­να­σμέ­να που­λιά τσι­μπο­λο­γού­σαν το χιό­νι, μάταια ωστό­σο. Οι νιφά­δες του χιο­νιού σκά­λω­ναν η μια δίπλα στην άλλη, σκέ­πα­ζαν σιγά σιγά τα τζά­μια στα παρά­θυ­ρα, σκέ­πα­ζαν τις στέ­γες και τις καπνο­δό­χους. Νύχτω­νε και ο Ιωάν­νης Λεκα­πη­νός σκυμ­μέ­νος πάνω στα λογι­στι­κά βιβλία του πάλευε να ισο­σκε­λί­σει τους λογα­ρια­σμούς του, ίσως και κάποιους άλλους μέσα του, όταν άκου­σε ένα χτύ­πη­μα στην πόρ­τα. Πλη­σί­α­σε και άνοι­ξε διστα­κτι­κά. Ο αέρας όρμη­σε στο δωμά­τιο, φού­ντω­σε τη φλό­γα στο τζά­κι, έσβη­σε δύο από τα έξι κεριά που έκαι­γαν στα αση­μέ­νια καντη­λέ­ρια πάνω στο γρα­φείο του, ανα­κά­τε­ψε τα χαρ­τώα χει­ρό­γρα­φα, πέτα­ξε κάτω περ­γα­μη­νές και μεμ­βρά­νες. Ο Λεκα­πη­νός σήκω­σε το βλέμ­μα του και είδε έναν άγνω­στο άντρα να στέ­κε­ται στην πόρ­τα κρα­τώ­ντας ένα μωρό τυλιγ­μέ­νο σε μια γκρί­ζα κου­βέρ­τα. Το χιό­νι είχε ασπρί­σει τα μαλ­λιά και την μπέρ­τα του, το πρό­σω­πό του και τα χέρια του είχαν κοκ­κι­νί­σει από την παγω­νιά.
«Τι θέλε­τε;» ρώτη­σε.

«Η μάνα του σκο­τώ­θη­κε στην πολιορ­κία της Θεσ­σα­λο­νί­κης», έδει­ξε το βρέ­φος ο άντρας, που απ’ τα ρού­χα του φαι­νό­ταν Φρά­γκος ιππό­της. «Ο πατέ­ρας του αγνο­εί­ται. Το βρή­κα στα χαλά­σμα­τα του σπι­τιού του. Το κρά­τη­σα για λίγο και­ρό κοντά μου, αλλά πρέ­πει να φύγω για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη κι από κει για τα σύνο­ρα. Δεν μπο­ρώ να το πάρω μαζί μου».

«Για να του ρίξω μια ματιά», έσκυ­ψε πάνω του ο Λεκα­πη­νός. «Αγό­ρι είναι;»

«Ναι, αγό­ρι».

«Μμμ… καλό αυτό», κού­νη­σε το κεφά­λι του ο Λεκα­πη­νός. «Ξέρε­τε, δεν δεχό­μα­στε κορί­τσια στο ορφα­νο­τρο­φείο μας. Έχει κάποιο δια­κρι­τι­κό, κάποιο κόσμη­μα, ή χρή­μα­τα;» ρώτη­σε. «Πρέ­πει να μας τα παρα­δώ­σε­τε όλα σύμ­φω­να με τον κανο­νι­σμό».

«Ναι, βέβαια», απά­ντη­σε ο ιππό­της κι έβα­λε το χέρι στην τσέ­πη του.

«Μη στέ­κε­στε στην πόρ­τα», έκα­νε πρό­θυ­μα ο Λεκα­πη­νός. «Περά­στε, παρα­κα­λώ, μέσα».

Ο ιππό­της μπή­κε στο ορφα­νο­τρο­φείο κι έρι­ξε μια ματιά γύρω του. Το κτή­ριο ήταν τερά­στιο αλλά ανέ­δι­δε μια έντο­νη μυρω­διά μού­χλας. Φαι­νό­ταν έρη­μο, παρό­λο που πρέ­πει να φιλο­ξε­νού­σε μεγά­λο αριθ­μό ορφα­νών. Ένα φανά­ρι με αδύ­να­μο φως κρε­μό­ταν δίπλα στη σκά­λα που οδη­γού­σε στους πάνω ορό­φους.

«Τους έχε­τε μάθει στην πει­θαρ­χία», σχο­λί­α­σε. «Δεν ακού­γε­ται άχνα».

«Το άλφα και το ωμέ­γα του ορφα­νο­τρο­φεί­ου μας είναι η πει­θαρ­χία, αγα­πη­τέ κύριε… Το άλφα και το ωμέ­γα», επα­νέ­λα­βε ο ορφα­νο­τρό­φος. «Το όνο­μά σας;»

«Βαλ­τερ­κί­νος ντε Πασκε­ντά­λε», απά­ντη­σε ο άντρας κι άφη­σε το μωρό προ­σε­κτι­κά στον κανα­πέ δίπλα στο τζά­κι. Εκεί­νο άνοι­ξε τα μάτια του για μια στιγ­μή κι έβγα­λε μια γλυ­κιά φωνού­λα.

Ο ιππό­της τρά­βη­ξε έναν ξύλι­νο σταυ­ρό απ’ την τσέ­πη του και τον ακού­μπη­σε πάνω στο γρα­φείο, όπου ανά­με­σα στα στοι­βαγ­μέ­να βιβλία και στα έγγρα­φα, στις πένες και στα μελα­νο­δο­χεία, διέ­κρι­νε μια λεπτή ζυγα­ριά ακρι­βεί­ας και δυο στή­λες με άσπρα τρα­χέα τρι­κέ­φα­λα μανου­η­λά­τα.1 Είναι αρτζε­ντά­ριος,2 σκέ­φτη­κε αμέ­σως.

«Δεν υπάρ­χουν άλλα τιμαλ­φή;» έκα­νε συνο­φρυω­μέ­νος ο Λεκα­πη­νός. «Ξέρε­τε, έχου­με πλη­ρό­τη­τα αυτή την επο­χή. Είναι λίγο δύσκο­λο να δεχτού­με και­νούρ­για παι­διά…» Δεν μπό­ρε­σε να κρύ­ψει τη δυσα­ρέ­σκειά του για την ένδεια του ορφα­νού.

Ο ιππό­της τον κοί­τα­ξε ενο­χλη­μέ­νος. Ξανά­ρι­ξε μια ματιά στην έρη­μη και παγω­μέ­νη σάλα με την τερά­στια σκά­λα. Δεν του πολυά­ρε­σε η συμπε­ρι­φο­ρά του ορφα­νο­τρό­φου. Ούτε και η εικό­να του ορφα­νο­τρο­φεί­ου. Πολύ σιω­πη­λή, σκέ­φτη­κε, περί­ερ­γα σιω­πη­λή. Κι όλα αυτά περί πει­θαρ­χί­ας κατά βάθος τον προ­βλη­μά­τι­σαν.

«Λοι­πόν», ξανά­πε ο Λεκα­πη­νός και ξερό­βη­ξε.

Ο Βαλ­τερ­κί­νος κοντο­στά­θη­κε σκε­φτι­κός. Δυστυ­χώς δεν γινό­ταν να κρα­τή­σει το μωρό. Αν και το είχε αγα­πή­σει. Θα το άφη­νε για την ώρα εκεί, αλλά θα ξανα­γύ­ρι­ζε σύντο­μα να το πάρει. Κοί­τα­ξε διε­ρευ­νη­τι­κά τον Λεκα­πη­νό, που στε­κό­ταν απέ­να­ντί του περι­μέ­νο­ντας απά­ντη­ση. Ήταν κοντός και οστε­ώ­δης, με γαμ­ψή μύτη, δίχως μαλ­λιά, κάλυ­πτε τη φαλά­κρα του μ’ έναν βελού­δι­νο σκού­φο που κατέ­λη­γε σε μια άσπρη φού­ντα. Τα μικρά ξεθω­ρια­σμέ­να μάτια του είχαν απροσ­διό­ρι­στο χρώ­μα και στο πιγού­νι του κρέ­μο­νταν λίγα αραιά γένια. Απέ­πνεε κάτι δυσά­ρε­στο και απω­θη­τι­κό. Δήλω­νε όμως μέγας ευερ­γέ­της και προ­στά­της των ορφα­νών αυτού του κόσμου. Είχε χτί­σει το ορφα­νο­τρο­φείο με χρή­μα­τα που κέρ­δι­σε απ’ το εμπό­ριο χαλ­κού στην Τρα­πε­ζού­ντα και είχε πεί­σει τους πάντες για το φιλαν­θρω­πι­κό έργο του. Ωστό­σο το έργο αυτό είχε εξε­λι­χθεί με τα χρό­νια σε κερ­δο­σκο­πι­κή επι­χεί­ρη­ση με πολ­λούς φανε­ρούς και κρυ­φούς συνε­ταί­ρους. Ο Βαλ­τερ­κί­νος έχω­σε το χέρι του στην τσέ­πη και τρά­βη­ξε ένα που­γκί με νομί­σμα­τα.

«Τα είχα για το ταξί­δι», μουρ­μού­ρι­σε, «αλλά θα σας τα δώσω για να το προ­σέ­χε­τε», έδει­ξε το βρέ­φος.

Ο Λεκα­πη­νός άλλα­ξε ύφος. Ένα χαμό­γε­λο ζωγρα­φί­στη­κε στα ανύ­παρ­κτα χεί­λη του.

«Θα το φρο­ντί­σω σαν τα μάτια μου», είπε. «Ελά­τε να βάλε­τε μια υπο­γρα­φή στο βιβλίο εισα­γω­γών. Αλή­θεια, πώς λέγε­ται το παι­δί;»

«Είναι αβά­πτι­στο», απά­ντη­σε ο ιππό­της. «Όμως υπάρ­χει κάτι πάνω στον σταυ­ρό που φορού­σε». Πήρε τον σταυ­ρό απ’ το γρα­φείο, όπου τον είχε ακου­μπή­σει πριν από λίγα λεπτά. «Ένα γράμ­μα ρω κι ένα σίγ­μα τελι­κό, νομί­ζω», κοί­τα­ξε προ­σε­κτι­κά στο φως των κεριών.

Ο ορφα­νο­τρό­φος πλη­σί­α­σε κι έρι­ξε μια ματιά στον σταυ­ρό.

«Ναι, Ρς λέει. Αυτό θα γρά­ψου­με».

Πήρε μια πένα, την βού­τη­ξε στο μελα­νο­δο­χείο και σκύ­βο­ντας στο βιβλίο άρχι­σε να γρά­φει:

Σήμε­ρα την 25η προς 26η Ιανουα­ρί­ου του σωτη­ρί­ου έτους 1224 μ.Χ. εμφα­νί­στη­κε στο ορφα­νο­τρο­φείο μου ο Γάλ­λος ιππό­της κύριος Βαλ­τερ­κί­νος ντε Πασκε­ντά­λε και μου παρέ­δω­σε ένα ορφα­νό αγό­ρι αγνώ­στων στοι­χεί­ων μαζί μ’ έναν ξύλι­νο σταυ­ρό που έφε­ρε χαραγ­μέ­να πάνω του τα γράμ­μα­τα Ρς. Το παι­δί θα παρα­μεί­νει στο ορφα­νο­τρο­φείο μου, ακο­λου­θώ­ντας αυστη­ρά το πρό­γραμ­μα και την αγω­γή που λαμ­βά­νουν τα άλλα παι­διά του ιδρύ­μα­τος, μέχρι την ενη­λι­κί­ω­σή του.

«Μπο­ρεί να επι­στρέ­ψω μια μέρα και να το πάρω», επα­νέ­λα­βε ο ιππό­της. «Να το ξέρε­τε».

«Όλοι έτσι λένε», κού­νη­σε το κεφά­λι του ο ορφα­νο­τρό­φος, «αλλά δεν ξανα­γυ­ρί­ζουν. Παίρ­νουν το καπε­λά­κι τους και φεύ­γουν. Καλά που είναι ο Λεκα­πη­νός και μαζεύ­ει τα κακό­μοι­ρα τα ορφα­νά… Ξέρε­τε πόσα παι­διά έχει αυτό το ορφα­νο­τρο­φείο; Εξή­ντα πέντε. Μάλι­στα, εξή­ντα πέντε στό­μα­τα που τα τρέ­φει ο Λεκα­πη­νός. Και θα μου πεί­τε πώς τα κατα­φέρ­νω… Με τις οικο­νο­μί­ες μου και με τις χορη­γί­ες του Θεό­δω­ρου Κομνη­νού Δού­κα, του καλού μας αυθέ­ντη και ηγε­μό­να της Θεσ­σα­λο­νί­κης, και φυσι­κά με τους ερά­νους της Εκκλη­σί­ας και των ανω­νύ­μων και επω­νύ­μων ευερ­γε­τών μας. Θα ξέρε­τε βέβαια ότι τα παι­διά μας δια­πρέ­πουν στις χορω­δί­ες της περιο­χής».

«Όχι, δεν το γνω­ρί­ζω», απά­ντη­σε ο Βαλ­τερ­κί­νος. «Δεν είμαι απ’ τα μέρη σας».

«Βέβαια», συνέ­χι­σε ο άντρας. «Τα ορφα­νά μας λαμ­βά­νουν μου­σι­κή και θρη­σκευ­τι­κή παι­δεία. Κάνου­με τα πάντα για τη μόρ­φω­ση αλλά και για την επαγ­γελ­μα­τι­κή τους τακτο­ποί­η­ση. Ίσως κάπο­τε να κατα­φέ­ρου­με να τα στεί­λου­με στο Πατριαρ­χείο, ακό­μα και στο παλά­τι στη Βασι­λεύ­ου­σα».

«Πολύ ευχά­ρι­στα όλα αυτά», ψιθύ­ρι­σε ανυ­πο­ψί­α­στος ο ιππό­της κι έρι­ξε μια ματιά σε μια βιβλιο­θή­κη πίσω απ’ το γρα­φείο του Λεκα­πη­νού, που ήταν γεμά­τη βιβλία με δερ­μα­τό­δε­τα και μετα­ξω­τά εξώ­φυλ­λα.

«Έχε­τε πολ­λά και ακρι­βά βιβλία», παρα­τή­ρη­σε.

«Ναι», κού­νη­σε το κεφά­λι του ο Λεκα­πη­νός. «Τα περισ­σό­τε­ρα είναι από ενέ­χυ­ρα. Δυστυ­χώς οι μορ­φω­μέ­νοι άνθρω­ποι στην επο­χή μας χαλε­παί­νο­νται», απά­ντη­σε με μια αδιό­ρα­τη ειρω­νεία. «Είναι η μόνη βοή­θεια που μπο­ρώ να τους προ­σφέ­ρω».

Την ίδια στιγ­μή εμφα­νί­στη­κε μπρο­στά τους ο φύλα­κας του ορφα­νο­τρο­φεί­ου, ο Τρε­λός Βοριάς, έτσι τον απο­κά­λε­σε ο Λεκα­πη­νός. Μπή­κε κρα­τώ­ντας ένα αναμ­μέ­νο λαδο­φά­να­ρο. Ήταν ένας Τάτα­ρος, χοντρός σαν θηρίο, με μια μαύ­ρη πλε­ξού­δα που ξεκι­νού­σε απ’ την κορυ­φή του ξυρι­σμέ­νου του κεφα­λιού κι έφτα­νε ως τη μέση του.

«Έξω το ’στρω­σε», είπε. «Θα πάρω μέσα τα ξύλα για­τί θα βρα­χούν. Βρο­μό­και­ρος… Τι έχου­με εδώ;» Έρι­ξε ένα διε­ρευ­νη­τι­κό βλέμ­μα στον ιππό­τη και στο μωρό. «Και­νούρ­γιο πρά­μα;»

Και χωρίς να περι­μέ­νει απά­ντη­ση, γύρι­σε την πλά­τη του και κατευ­θύν­θη­κε με γρή­γο­ρα βήμα­τα προς το εσω­τε­ρι­κό του κτη­ρί­ου. Του Βαλ­τερ­κί­νου δεν του άρε­σε ο φύλα­κας, αλλά ούτε ο Λεκα­πη­νός του γέμι­σε το μάτι. Ειδι­κά αυτοί που λένε τα μεγά­λα λόγια απο­δει­κνύ­ο­νται οι χει­ρό­τε­ροι. Όμως δεν μπο­ρού­σε να κάνει δια­φο­ρε­τι­κά. Δεν υπήρ­χε άλλη λύση για το παι­δί.

«Σας ευχα­ρι­στώ πολύ», είπε κι έρι­ξε μια τελευ­ταία ματιά στο νεο­γέν­νη­το που κοι­μό­ταν αμέ­ρι­μνο στον κανα­πέ, απο­χαι­ρε­τώ­ντας το σιω­πη­λά. «Να μου το προ­σέ­χε­τε».

«Μην ανη­συ­χεί­τε. Είναι σε καλά χέρια», χαμο­γέ­λα­σε ο ορφα­νο­τρό­φος. «Να ’ρθω μαζί σας να σας φέξω… Ή καλύ­τε­ρα να σας συνο­δέ­ψει ο Τρε­λός Βοριάς.

«Όχι, δεν χρειά­ζε­ται», απά­ντη­σε ο ιππό­της και ρίχνο­ντας τη μάλ­λι­νη κάπα επά­νω του βγή­κε στην αυλή και καβά­λη­σε το άλο­γό του, που τον περί­με­νε δεμέ­νο σ’ ένα δέντρο.

Ο αέρας είχε δυνα­μώ­σει και στρο­βί­λι­ζε το χιό­νι. Χουχού­λιασε τις παλά­μες του κι έπια­σε τα γκέ­μια του αλό­γου του. Ο ορφα­νο­τρό­φος τον κοί­τα­ξε απ’ το παρά­θυ­ρο καθώς ξεμά­κραι­νε μέσα στην παγω­μέ­νη νύχτα. Έρι­ξε ακό­μα ένα ξύλο στο τζά­κι και ξανα­κά­θι­σε στο γρα­φείο τρί­βο­ντας ικανοποιη­μένος τα χέρια του.

«Αύριο το πρωί να πας να φέρεις τη Λησμο­νη­μέ­νη», είπε στον Τρε­λό Βοριά που εμφα­νί­στη­κε μπρο­στά του. «Να θηλά­σει το μωρό. Μπο­ρεί να τρώ­ει εδώ μέχρι το τέλος του θηλα­σμού. Θα παίρ­νει και μισή φόλ­λη3 τη μέρα».

Ύστε­ρα άδεια­σε το που­γκί με τα νομί­σμα­τα που του είχε αφή­σει ο Βαλ­τερ­κί­νος.

«Μμμ, άσπρα τρα­χέα σταυ­ρο­α­γιο­δη­μη­τρά­τα»,4 μουρ­μού­ρι­σε, «τετριμ­μέ­νης κοπής, κρά­μα αργύ­ρου και χαλ­κού, όχι και πολύ σπου­δαία. Για να τα ζυγί­σω…»

Κρούσια 1242 μ.Χ.

Εγώ, ένας ασή­μα­ντος κηπου­ρός από κάποιον φτω­χό οικι­σμό της Χαρά­δρας, βρέ­θη­κα σε τού­το το αρχο­ντι­κό με τις αμέ­τρη­τες κάμα­ρες, τις στο­λι­σμέ­νες με βελού­δα και βαρύ­τι­μα χαλιά, κρυ­στάλ­λι­νους πολυ­έ­λαιους κι αση­μέ­νια καντη­λέ­ρια, με τους απέ­ρα­ντους ανθι­σμέ­νους κήπους, τα πλού­σια λιβά­δια που εκτεί­νο­νται ως το βάθος του ορί­ζο­ντα, και την ήρε­μη λίμνη, όπου γλι­στρούν ευλύ­γι­στοι κύκνοι και πλα­τύφυλλα νού­φα­ρα, εγώ, ένας ταπει­νός ακτή­μο­νας, ένας πλη­βείος, στέ­κο­μαι τώρα και παρα­τη­ρώ τους αντι­κα­το­πτρι­σμούς των δέντρων στα ήσυ­χα νερά της λίμνης, καθώς ένα κοκ­κι­νω­πό φύλ­λο δια­γρά­φει πέφτο­ντας έναν μεγά­λο κύκλο πάνω στην υγρή επι­φά­νεια…
«Παρα­πι­νά­κη», ακού­στη­κε η βρα­χνή φωνή του επι­στά­τη βγά­ζο­ντας τον νεα­ρό κηπου­ρό από τις σκέ­ψεις του. «Τι κάνεις εκεί;»

«Ποτί­ζω τα γογ­γύ­λια», απά­ντη­σε εκεί­νος.

Και πράγ­μα­τι αυτό σκό­πευε να κάνει λίγο πριν χαθεί μέσα στις μπερ­δε­μέ­νες σκέ­ψεις του. Η άνοι­ξη πάντα του ανα­στά­τω­νε τον νου, του έμπλε­κε τα αισθή­μα­τα. Τον πλημ­μύ­ρι­ζε με μια ανε­ξή­γη­τη μελαγ­χο­λία.

«Να ετοι­μά­σεις είκο­σι μία ανθο­δέ­σμες με τους καλύ­τε­ρους δυνα­τούς συν­δυα­σμούς», συνέ­χι­σε ο επι­στά­της. «Τα τρια­ντά­φυλ­λα να είναι απ’ όλα τα χρώ­μα­τα. Να βάλεις και νάρ­κισ­σους και του­λί­πες. Έτσι μου είπε η κυρία Τας».

Η κυρία Τας ήταν η οικο­νό­μος του σπι­τιού, μια Γαλ­λί­δα γερο­ντο­κό­ρη λεπτή σαν βέρ­γα, βρο­ντό­φω­νη ωστό­σο και στρυφ­νή. Την είχε φέρει απ’ το Παρί­σι ο μαρ­κή­σιος Ουγκώ ντε Κολ­λυ­νύ, Φρά­γκος ιππό­της της τέταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρί­ας, που είχε φτά­σει πολε­μώ­ντας σ’ αυτά τα χώμα­τα.

Ο Παρα­πι­νά­κης –που το αλη­θι­νό του όνο­μα ήταν Νική­τας, αλλά κανείς δεν το χρη­σι­μο­ποιού­σε, ούτε και το γνώ­ρι­ζε– κοντο­στά­θη­κε και κού­νη­σε πρό­θυ­μα το κεφά­λι του. Ύστε­ρα ξανα­κοί­τα­ξε τα παρ­τέ­ρια με τα τρια­ντά­φυλ­λα, τις βιο­λέτες, τις φρέ­ζιες, τις ίρι­δες, τις ορταν­σί­ες, τα καμπα­νά­κια και τα άλλα λου­λού­δια του κήπου. Λίγο πιο κάτω άρχι­ζαν σε συστοι­χί­ες οι βυσ­σι­νιές, οι τζι­τζι­φιές, οι ακα­κί­ες, τα οπω­ρο­φό­ρα που πνί­γο­νταν μέσα σε μια οργια­στι­κή ανθο­φο­ρία, οι λεύ­κες, οι βαλα­νι­διές, οι καστα­νιές και τα έλα­τα, ένα μικρό δάσος που ανή­κε στο απέ­ρα­ντο λιβά­δι του οίκου. Ο ή­λιος κατέ­βαι­νε σιγά σιγά και ο κήπος τυλι­γό­ταν σ’ έναν πορ­φυρό μαν­δύα που έπαιρ­νε όλες τις απο­χρώ­σεις του κόκ­κι­νου. Μπο­γιά­τι­ζε τα νερά, ακό­μα και τα φτε­ρά των κύκνων, κι ύστε­ρα έσβη­νε βυθί­ζο­ντας τον σιω­πη­λό κόσμο στο σκο­τά­δι. Βαθιά σ’ ένα ξέφω­το αυτού του μικρού δάσους υπήρ­χε μια καλύ­βα όπου έμε­νε ο Πάκος, ο γηραιός ξυλο­κό­πος που είχε εγκα­τα­στα­θεί από χρό­νια στο αλσύλ­λιο του κτή­μα­τος και προ­μή­θευε ξύλα στο αρχο­ντι­κό. Καμιά φορά τους έφερ­νε κυνή­γι αγριο­πε­ρί­στε­ρα, κου­νέ­λια, ελά­φια και πιο σπά­νια αγριό­χοι­ρους, καθώς το αλσύλ­λιο δια­σταυ­ρω­νό­ταν μ’ ένα μεγά­λο δάσος από κωνο­φό­ρα που σκαρ­φά­λω­ναν ως τις κορυ­φές των βου­νών. Απ’ την πίσω μεριά τους βρί­σκο­νταν οι φτω­χοί οικι­σμοί της Χαρά­δρας.

Ο Παρα­πι­νά­κης χώθη­κε στο καλύ­βι του, πήρε το κλα­δευ­τή­ρι του και ξανα­βγή­κε. Ήταν μέσα του Μάρ­τη. Στα γύρω βου­νά έβλε­πες πού και πού μπα­λώ­μα­τα από χιό­νι, τα τελευ­ταία ίχνη που άφη­νε πίσω του ο γερο-χει­μώ­νας. Ο νεα­ρός κηπου­ρός κατευ­θύν­θη­κε προς τις τρια­ντα­φυλ­λιές. Όταν κόβεις τα άνθη της τρια­ντα­φυλ­λιάς, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κόβεις τα γεν­νη­τι­κά τους όργα­να, σκέ­φτη­κε με θυμό. Κι αυτό για χάρη μιας ανθο­δέ­σμης που δεν θα ζήσει πέρα από λίγες μέρες. Ούτε μετά από εκα­τό ζωές ο άνθρω­πος δεν θα μπο­ρέ­σει να παρα­γά­γει μια στα­γό­να αρώ­μα­τος απ’ το δικό του σώμα, όπως εκεί­νο που ανα­δί­δουν τα τρια­ντά­φυλ­λα. Έρι­ξε πάλι μια ματιά στα νερά της λίμνης κι αντί­κρι­σε το είδω­λο ενός άντρα με λεπτά χαρα­κτη­ρι­στι­κά και χιο­νά­τα μαλ­λιά. Είχε γεν­νη­θεί με κάτα­σπρα μαλ­λιά που τον έκα­ναν να φαί­νε­ται πολύ μεγα­λύ­τε­ρος από την πραγ­μα­τι­κή του ηλι­κία – ήταν δεν ήταν είκο­σι χρο­νών, κι όμως καμιά φορά τον έπαιρ­ναν για γέρο­ντα. Ώρες ώρες πάλι του φαι­νό­ταν πως έμοια­ζε με ξωτι­κό, μ’ ένα πλά­σμα αλλό­κο­το. Ίσως να έφται­γαν τα πετα­χτά του αφτιά, το δέρ­μα του που ήταν υπερ­βο­λι­κά ανοι­χτό­χρω­μο, ξαν­θός θα ήταν αν η φύση τού είχε χαρί­σει χρώ­μα στην πλού­σια κόμη του, με μάτια λαδο­πρά­σι­να σαν τα φύλ­λα της ελιάς και δυνα­τό κορ­μί που άντε­χε στις κακου­χί­ες. Το μεγα­λύ­τε­ρο όμως χάρι­σμά του ήταν η γνώ­ση του φυτι­κού κόσμου, που του είχε δοθεί θαρ­ρείς από μια περί­ερ­γη εύνοια της φύσης, από μια ανε­ξή­γη­τη ιδιο­τρο­πία της.

Και είναι αλή­θεια ότι ο Παρα­πι­νά­κης, που δού­λευε νυχθη­με­ρόν για ένα πινά­κιο ταπει­νής τρο­φής, από παι­δί προ­τι­μού­σε τη συντρο­φιά των δέντρων και των λου­λου­διών από κεί­νη των ανθρώ­πων. Η μεγά­λη του αδυ­να­μία ωστό­σο ήταν οι τρια­ντα­φυλ­λιές του. Είχε φτιά­ξει ο ίδιος τους ροδώ­νες του κτή­μα­τος, τα μικρά εύο­σμα βασί­λειά του, όπως τα ονό­μα­ζε, με διά­φο­ρες ποι­κι­λί­ες που τις εμπλού­τι­ζε κάθε τόσο με νέες δια­σταυ­ρώ­σεις. Και είχε φυτέ­ψει απ’ όλα τα είδη: rosa ru­gosa, rosa canina, rosa phoenicia, rosa moschata, rosa galica, rosa indica, rosa Esmeralda Kormalda, rosa Ma­ria Mathilda, rosa Candella, rosa Alba, rosa Domilla… Η αγα­πημένη του τρια­ντα­φυλ­λιά όμως ήταν η Carte d’or, μια σπά­νια ποι­κι­λία που έκα­νε χρυ­σα­φί τρια­ντά­φυλ­λα κι άνθι­ζε μόνο στον δικό του κήπο. Την είχε εφεύ­ρει ο ίδιος και φύλα­γε το μυστι­κό της επτα­σφρά­γι­στο μέσα του. Αυτό το τρια­ντά­φυλ­λο θα χάρι­ζε στη γυναί­κα που θα ερω­τευό­ταν, όταν και αν αυτή εμφα­νι­ζό­ταν ποτέ στη ζωή του, στη γυναί­κα που έπλα­θε με τη φαντα­σία του, που την συνα­ντού­σε στα όνει­ρά του, που την άγγι­ζε με τη σκέ­ψη του, που την βάφτι­ζε στα δάκρυά του… Θα ’ταν σίγου­ρα εύθραυ­στη και τρυ­φε­ρή σαν τα λου­λού­δια του κήπου. Καμιά φορά νόμι­ζε πως την διέ­κρι­νε μέσα στις σκιές, να τον πλη­σιά­ζει πατώ­ντας ανά­λα­φρα στη γη, με τα μαλ­λιά της να ανε­μί­ζουν σαν ίνες από ακρι­βό μετά­ξι…

«Παρα­πι­νά­κη», ήρθε αυτή τη φορά νευ­ρια­σμέ­νη η φωνή της οικο­νό­μου. «Ακό­μα δεν έφτια­ξες τις ανθο­δέ­σμες. Μα τι κάνεις εκεί; Καθρε­φτί­ζε­σαι στα νερά; Κοί­τα ένας νάρ­κισ­σος».

«Τώρα αμέ­σως, κυρία Τας, τις ετοι­μά­ζω».

«Βλαμ­μέ­νε», ψιθύ­ρι­σε εκεί­νη και παίρ­νο­ντας μια στρο­φή επι­τό­που ξανα­μπή­κε στην κου­ζί­να.

«Και πού να δεις τι άλλο κάνει», πετά­χτη­κε ο Ορει­βά­σιος ο μάγει­ρας. «Παί­ζει φλά­ου­το στα λάχα­να για να γίνουν, όπως λέει, νοστι­μό­τε­ρα, κάνει χει­ρα­ψία στη μιμό­ζα, μιλά­ει στα τρια­ντά­φυλ­λα, παρα­χώ­νει τα μαλ­λιά του στις ρίζες τους και τρα­γου­δά­ει στις μηλιές για να δώσουν καλύ­τε­ρο καρ­πό».

«Κοί­τα όμως το απο­τέ­λε­σμα», κού­νη­σε το κεφά­λι της η Λευ­κή, η γριά γκου­βερ­νά­ντα του μαρ­κή­σιου, που εκεί­νη την ώρα σκού­πι­ζε το πάτω­μα με μια μακριά αχυ­ρέ­νια σκού­πα. «Ο κήπος μεγα­λουρ­γεί. Τα κλή­μα­τα έδω­σαν πέρ­σι μεγα­λύ­τε­ρη παρα­γω­γή, το ίδιο τα στά­ρια και τα λαχα­νι­κά, η ανθο­φο­ρία απλώ­θη­κε σ’ όλο το λιβά­δι. Έχει παρά­ξε­νες δυνά­μεις το αγό­ρι. Ποιος του τις έδω­σε… Ο Θεός. Σα να σπούδα­σε στο πιο μεγά­λο πανε­πι­στή­μιο του κόσμου. Μα αυτός δεν ξέρει ούτε να γρά­φει το όνο­μά του».

«Κι όταν μιλά­ει, χάνει τα λόγια του», γέλα­σε ο Ορει­βά­σιος. «Τον έχω πετύ­χει να τραυ­λί­ζει», είπε κι άνοι­ξε ένα κοτό­που­λο στα δυο κατε­βά­ζο­ντας με ορμή τον μπαλ­τά του πάνω στον πάγκο.

«Είναι συνε­σταλ­μέ­νος», παρα­τή­ρη­σε η Κασ­σία, η υπη­ρέ­τρια του αρχο­ντι­κού, κοπα­νώ­ντας καρύ­δια μέσα σ’ έναν ξύλι­νο όλμο.5

«Αλλό­κο­τος άνθρω­πος. Άλλο­τε μου φαί­νε­ται καθυ­στε­ρη­μέ­νος κι άλλο­τε ιδιο­φυ­ής. Πώς γίνε­ται αυτό;» ανα­ρω­τή­θη­κε η Τας.

«Ο άμοι­ρος… δεν έχει κανέ­ναν στον κόσμο έξω απ’ τον θειο του τον Γερά­σι­μο», ανα­στέ­να­ξε με συμπό­νια η υπη­ρέ­τρια και πλη­σί­α­σε στο παρά­θυ­ρο.

«Εγώ άκου­σα ότι είναι πραγ­μα­τι­κός πατέ­ρας του… Πρέ­πει να τον έκα­νε με την αδελ­φή του… » είπε χαμη­λό­φω­να ο Ορει­βά­σιος. «Έτσι λένε οι δίδυ­μες».

Τα χεί­λη της Τας σφί­χτη­καν σε μια λεπτή γραμ­μή και το πρό­σω­πο της Κασ­σί­ας έγι­νε παν­τζά­ρι. Οι δίδυ­μες, η Θέκλα και η Αλε­ξία, ήταν οι δυο μεγα­λύ­τε­ρες κου­τσο­μπό­λες της Ποντο­κε­ρα­σιάς. Γριές σαν κού­τσου­ρα αλλά η γλώσ­σα τους πήγαι­νε ροδά­νι. Όλους τούς περ­νού­σαν από ψιλό κόσκι­νο. Μια μέρα θα κατέ­λη­γαν στην Κόλα­ση, σκέ­φτη­κε η Κασ­σία και κοί­τα­ξε απ’ το παρά­θυ­ρο τον λόφο απ’ όπου περ­νού­σε μια κου­στω­δία σταυ­ρο­φό­ρων με άσπρες στο­λές και πορ­φυ­ρό σταυ­ρό κεντη­μέ­νο στο στή­θος τους. Κρα­τού­σαν σημαί­ες με πολύ­χρω­μα οικό­ση­μα και βαριά σιδε­ρέ­νια όπλα. Κατευ­θύ­νο­νταν προς το Διδυ­μό­τει­χο οδη­γη­μέ­νοι από τον γηραιό ιππό­τη Γου­λιέλ­μο ντε Ονουά.

Τρεις άντρες ξέκο­ψαν απ’ την πομπή των στρα­τιω­τών μαζί με μια μικρή φρου­ρά και τρά­βη­ξαν για το αρχο­ντι­κό των Κολ­λυ­νύ. Σκό­πευαν να δια­νυ­κτε­ρεύ­σουν στην έπαυ­λη του μαρ­κή­σιου, που τους είχε προ­σκα­λέ­σει να γιορ­τά­σουν τα εικο­στά πρώ­τα γενέ­θλιά του. Ο ένας ήταν ξαν­θός και είχε ξεκι­νή­σει απ’ τη Βαρω­νία των Σαλώ­νων, ο άλλος με τη μακριά κόκ­κι­νη γενειά­δα ερχό­ταν από τη Μαρ­κιω­νία της Βοδο­νί­τσης και ο τρί­τος με την πλού­σια κορα­κή­σια κώμη είχε φτά­σει απ’ το δου­κά­το των Αθη­νών.

 

«Το τρα­γού­δι του ευνού­χου» κυκλο­φο­ρεί 3 Ιου­λί­ου, σε όλα τα καλά βιβλιο­πω­λεία.