Τι μας λένε

Οι αγο­ρές πρέ­πει να είναι ελεύ­θε­ρες. Όταν οι κυβερ­νή­σεις παρεμ­βαί­νουν υπα­γο­ρεύ­ο­ντας στους συμ­με­τέ­χο­ντες στις αγο­ρές τι μπο­ρούν να πρά­ξουν και τι όχι, παρε­μπο­δί­ζε­ται η απρό­σκο­πτη ροή των πλου­το­πα­ρα­γω­γι­κών πηγών. Αν οι άνθρω­ποι δεν μπο­ρούν να ενερ­γή­σουν προς την επί­τευ­ξη του μέγι­στου δυνα­τού κέρ­δους, χάνουν το κίνη­τρο για επεν­δύ­σεις και και­νο­το­μί­ες. Αντί­στοι­χα, αν η κυβέρ­νη­ση θέτει πλα­φόν στις τιμές των ενοι­κί­ων, οι εκμι­σθω­τές ακι­νή­των δεν έχουν κίνη­τρα για να δια­τη­ρούν τις ιδιο­κτη­σί­ες τους σε καλή κατά­στα­ση ή να χτί­σουν και­νούρ­γιες. Αν πάλι η κυβέρ­νη­ση θέσει περιο­ρι­σμούς στα είδη χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κών προ­ϊ­ό­ντων που μπο­ρούν να εισέλ­θουν στην αγο­ρά, δύο συμ­βαλ­λό­με­να μέρη που ενδε­χο­μέ­νως να επω­φε­λού­νταν από μια πρω­το­πο­ρια­κή οικο­νο­μι­κή συναλ­λα­γή που θα κάλυ­πτε με εξει­δι­κευ­μέ­νο τρό­πο τις ανά­γκες τους, αδυ­να­τούν να απο­κο­μί­σουν τους καρ­πούς της συμ­βα­τι­κής ελευ­θε­ρί­ας. Οι άνθρω­ποι θα πρέ­πει να έχουν την «ελευ­θε­ρία της επι­λο­γής», κατά τον τίτλο του διά­ση­μου βιβλί­ου που συνέ­γρα­ψε ο ορα­μα­τι­στής της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς Μίλ­τον Φρί­ντμαν.

Τι δεν μας λένε

Η ελεύ­θε­ρη αγο­ρά δεν υπάρ­χει. Κάθε αγο­ρά έχει κανό­νες και όρια που περιο­ρί­ζουν την ελευ­θε­ρία της επι­λο­γής. Μια αγο­ρά φαντά­ζει ελεύ­θε­ρη μόνο και μόνο επει­δή απο­δε­χό­μα­στε σε τέτοιο βαθ­μό τους υφέρ­πο­ντες περιο­ρι­σμούς, χωρίς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη, ώστε αδυ­να­τού­με να τους αντι­λη­φθού­με. Είναι αδύ­να­τον να καθο­ρι­στεί αντι­κει­με­νι­κά το πόσο «ελεύ­θε­ρη» είναι μια αγο­ρά. Πρό­κει­ται για έναν πολι­τι­κό ορι­σμό. Το συνη­θι­σμέ­νο επι­χεί­ρη­μα των οικο­νο­μο­λό­γων της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς πως επι­διώ­κουν να θωρα­κί­σουν τις αγο­ρές από πολι­τι­κά υπο­κι­νού­με­νες κυβερ­νη­τι­κές παρεμ­βά­σεις είναι εσφαλ­μέ­νο. Οι κυβερ­νή­σεις εμπλέ­κο­νται πάντα, και οι υπέρ­μα­χοι της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς έχουν πολι­τι­κά κίνη­τρα όπως όλοι. Αν ξεπε­ρά­σου­με το μύθο ότι υπάρ­χει αντι­κει­με­νι­κά ορι­σμέ­νη «ελεύ­θε­ρη αγο­ρά», θα έχου­με κάνει το πρώ­το βήμα για να κατα­νο­ή­σου­με τον καπι­τα­λι­σμό.

Η εργασία πρέπει να είναι ελεύθερη

Το 1819 εισή­χθη στο Βρε­τα­νι­κό Κοι­νο­βού­λιο νομο­θε­σία σχε­τι­κά με την παι­δι­κή εργα­σία, ο Ρυθ­μι­στι­κός Νόμος Εργο­στα­σί­ων Βάμ­βα­κος (Cotton Factories Regulation Act). Οι προ­τει­νό­με­νες νομο­θε­τι­κές ρυθ­μί­σεις ήταν εντε­λώς επι­φα­νεια­κές για τα σύγ­χρο­να δεδο­μέ­να. Απα­γό­ρευε την εργα­σία των μικρών παι­διών ηλι­κί­ας μέχρι εννέα ετών. Επέ­τρε­πε σε μεγα­λύ­τε­ρα παι­διά (ηλι­κί­ας μετα­ξύ δέκα και δεκα­έ­ξι ετών) να εξα­κο­λου­θούν να εργά­ζο­νται, αλλά το ωρά­ριο εργα­σί­ας θα περιο­ρι­ζό­ταν σε δώδε­κα ώρες ημε­ρη­σί­ως (πράγ­μα­τι, τα κακο­μά­θαι­ναν). Οι νέες ρυθ­μί­σεις θα εφαρ­μό­ζο­νταν μόνο στα εργο­στά­σια βάμ­βα­κος, στα οποία οι συν­θή­κες ήταν εξαι­ρε­τι­κά επι­βλα­βείς για την υγεία των εργα­τών.

Η ανω­τέ­ρω πρό­τα­ση προ­ξέ­νη­σε τερά­στιες έρι­δες. Οι επι­κρι­τές υπο­στή­ρι­ζαν ότι υπο­νό­μευε την ιερό­τη­τα της συμ­βα­τι­κής ελευ­θε­ρί­ας και συνε­πώς υπέ­σκα­πτε τα ίδια τα θεμέ­λια της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς. Κατά τη συζή­τη­ση του νομο­σχε­δί­ου, ορι­σμέ­να μέλη της Βου­λής των Λόρ­δων εξέ­φρα­σαν την αντί­θε­σή τους, λέγο­ντας ότι «η εργα­σία πρέ­πει να είναι ελεύ­θε­ρη». Το επι­χεί­ρη­μά τους ήταν ότι τα παι­διά θέλουν (και χρειά­ζε­ται) να εργα­στούν, και οι ιδιο­κτή­τες των εργο­στα­σί­ων θέλουν να τα προ­σλά­βουν. Ποιο, λοι­πόν, είναι το πρό­βλη­μα;

Σήμε­ρα, δεν περ­νά καν απ’ το μυα­λό ακό­μα και των πιο φανα­τι­κών υπέρ­μα­χων της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς στη Βρε­τα­νία και στις υπό­λοι­πες πλού­σιες χώρες η επα­να­φο­ρά της παι­δι­κής εργα­σί­ας στο πλαί­σιο της φιλε­λευ­θε­ρο­ποί­η­σης της αγο­ράς που ευαγ­γε­λί­ζο­νται. Ωστό­σο, μέχρι τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώ­να, όταν εισή­χθη­σαν στην Ευρώ­πη και τη Βόρεια Αμε­ρι­κή τα πρώ­τα σοβα­ρά νομο­θε­τή­μα­τα κατά της παι­δι­κής εργα­σί­ας, πολ­λοί ευυ­πό­λη­πτοι πολι­τι­κοί θεώ­ρη­σαν ότι οι νόμοι που απα­γό­ρευαν την παι­δι­κή εργα­σία ήταν ενά­ντια στις αρχές της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς.

Υπ’ αυτό το πρί­σμα, η «ελευ­θε­ρία» της αγο­ράς είναι όπως και η ομορ­φιά: υπο­κει­με­νι­κή. Αν κάποιος πιστεύ­ει ότι το δικαί­ω­μα των παι­διών να μην εργά­ζο­νται είναι πιο σημα­ντι­κό από το δικαί­ω­μα των εργο­στα­σιαρ­χών να προ­σλαμ­βά­νουν όποιον τους συμ­φέ­ρει περισ­σό­τε­ρο, δεν θα εκλά­βει την απα­γό­ρευ­ση της παι­δι­κής εργα­σί­ας ως κατα­πά­τη­ση της ελευ­θε­ρί­ας της αγο­ράς εργα­σί­ας. Αντί­στοι­χα, αν κάποιος πιστεύ­ει το αντί­θε­το, θα θεω­ρεί ότι η αγο­ρά είναι «ανε­λεύ­θε­ρη», δέσμια άστο­χων κυβερ­νη­τι­κών ρυθ­μί­σε­ων.

Δεν χρειά­ζε­ται να πάμε δύο αιώ­νες πίσω για να δια­πι­στώ­σου­με ότι οι κανο­νι­στι­κές ρυθ­μί­σεις τις οποί­ες εκλαμ­βά­νου­με ως δεδο­μέ­νες (και θεω­ρού­με ενσω­μα­τω­μέ­νες στην ελεύ­θε­ρη αγο­ρά) δέχθη­καν σφο­δρή κρι­τι­κή, επει­δή υπο­νό­μευαν την ελεύ­θε­ρη αγο­ρά, όταν πρω­τοει­σή­χθη­σαν. Όταν τέθη­καν οι πρώ­τες περι­βαλ­λο­ντι­κές ρυθ­μί­σεις (π.χ. κανο­νι­σμοί για τους ρύπους αυτο­κι­νή­των και εργο­στα­σί­ων) πριν από μερι­κές δεκα­ε­τί­ες, πολ­λοί αντι­τά­χθη­καν υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι περιό­ρι­ζαν υπέρ­με­τρα την ελευ­θε­ρία επι­λο­γής. Έθε­σαν το εξής ερώ­τη­μα: Αν οι άνθρω­ποι θέλουν να οδη­γούν αυτο­κί­νη­τα που ρυπαί­νουν περισ­σό­τε­ρο ή αν τα εργο­στά­σια έχουν μεγα­λύ­τε­ρα κέρ­δη υιο­θε­τώ­ντας μεθό­δους παρα­γω­γής που μολύ­νουν το περι­βάλ­λον, για ποιο λόγο το κρά­τος τούς στε­ρεί αυτή την επι­λο­γή; Στις μέρες μας, η συντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία απο­δέ­χε­ται αυτούς τους κανο­νι­σμούς. Κατα­νο­εί ότι οι πρά­ξεις που βλά­πτουν τους άλλους, όσο ακού­σιες και αν είναι (όπως η ρύπαν­ση του περι­βάλ­λο­ντος), πρέ­πει να περιο­ρί­ζο­νται. Συνει­δη­το­ποιεί επί­σης ότι είναι λογι­κό να γίνε­ται προ­σε­κτι­κή χρή­ση των δια­θέ­σι­μων πηγών ενέρ­γειας, καθώς πολ­λές από αυτές είναι μη ανα­νε­ώ­σι­μες. Μπο­ρεί ακό­μα και να θεω­ρεί λογι­κό τον περιο­ρι­σμό της ανθρώ­πι­νης επί­δρα­σης στην κλι­μα­τι­κή αλλα­γή.

Αν η ίδια αγο­ρά μπο­ρεί να εκλαμ­βά­νε­ται ως ελεύ­θε­ρη σε δια­φο­ρε­τι­κό βαθ­μό από δια­φο­ρε­τι­κούς ανθρώ­πους, δεν υπάρ­χει κάποιος πραγ­μα­τι­κά αντι­κει­με­νι­κός τρό­πος καθο­ρι­σμού τού πόσο ελεύ­θε­ρη είναι αυτή η αγο­ρά. Με άλλα λόγια, η ελεύ­θε­ρη αγο­ρά είναι μια ψευ­δαί­σθη­ση. Αν κάποιες αγο­ρές φαί­νο­νται ελεύ­θε­ρες, αυτό ισχύ­ει μόνο και μόνο επει­δή απο­δε­χό­μα­στε σε τέτοιο βαθ­μό τούς κανο­νι­σμούς που τις διέ­πουν, ώστε καθί­στα­νται αόρα­τοι.

Σύρματα και μαχητές του κουνγκ-φου

Όπως και πολύς κόσμος, όταν ήμουν παι­δά­κι είχα κατε­ντυ­πω­σια­στεί με όλους αυτούς τους μαχη­τές του κουν­γκ-φου που έπαι­ζαν στις ται­νί­ες απ’ το Χον­γκ Κον­γκ και αψη­φού­σαν τη βαρύ­τη­τα. Όπως και πολ­λά άλλα παι­διά, υπο­θέ­τω, απο­γοη­τεύ­τη­κα πικρά όταν έμα­θα ότι όλοι αυτοί οι μαχη­τές στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κρέ­μο­νταν από σύρ­μα­τα.

Η ελεύ­θε­ρη αγο­ρά είναι κάπως έτσι. Απο­δε­χό­μα­στε την ορθό­τη­τα ορι­σμέ­νων κανο­νι­σμών σε τέτοιο βαθ­μό, ώστε κατα­λή­γου­με να μην τους αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε πλέ­ον. Αν τις εξε­τά­σου­με πιο προ­σε­κτι­κά, θα δού­με ότι οι αγο­ρές διέ­πο­νται από κανο­νι­σμούς – και μάλι­στα πολ­λούς.

Κατ’ αρχάς, υπάρ­χει μια ευρύ­τα­τη γκά­μα περιο­ρι­σμών σχε­τι­κά με το τι είναι εμπο­ρεύ­σι­μο. Και δεν εννοώ τις απα­γο­ρεύ­σεις σε αυτο­νό­η­τα πράγ­μα­τα, όπως ναρ­κω­τι­κά και ανθρώ­πι­να όργα­να. Οι εκλε­κτο­ρι­κές ψήφοι, οι θέσεις εργα­σί­ας στο δημό­σιο και οι δικα­στι­κές απο­φά­σεις δεν πωλού­νται, του­λά­χι­στον ανοι­χτά, στις σύγ­χρο­νες οικο­νο­μί­ες, παρό­λο που κάτι τέτοιο συνέ­βαι­νε σε πολ­λές χώρες στο παρελ­θόν. Οι πανε­πι­στη­μια­κές θέσεις συνή­θως δεν είναι προς πώλη­ση, αν και σε ορι­σμέ­νες χώρες είναι εξα­γο­ρά­σι­μες, είτε δωρο­δο­κώ­ντας (παρά­νο­μα) τους εκλέ­κτο­ρες είτε προ­σφέ­ρο­ντας (νόμι­μα) χρή­μα­τα στο πανε­πι­στή­μιο. Πολ­λές χώρες απα­γο­ρεύ­ουν την εμπο­ρία όπλων ή αλκο­όλ. Τα φάρ­μα­κα, ως επί το πλεί­στον, πρέ­πει να έχουν ειδι­κή κρα­τι­κή άδεια που να πιστο­ποιεί την ασφά­λειά τους, για να τεθούν σε κυκλο­φο­ρία. Όλοι οι ανω­τέ­ρω κανο­νι­σμοί είναι δυνά­μει αμφι­σβη­τή­σι­μοι – όπως ήταν και η απα­γό­ρευ­ση του εμπο­ρί­ου ανθρώ­πων (δου­λε­μπό­ριο) πριν από ενά­μι­ση αιώ­να.

Υπάρ­χουν επί­σης περιο­ρι­σμοί σχε­τι­κά με το ποιος μπο­ρεί να συμ­με­τέ­χει στις αγο­ρές. Οι νόμοι κατά της παι­δι­κής εργα­σί­ας απα­γο­ρεύ­ουν την είσο­δο των παι­διών στην αγο­ρά εργα­σί­ας. Για την άσκη­ση πολ­λών επαγ­γελ­μά­των που έχουν σημα­ντι­κό αντί­κτυ­πο στην ανθρώ­πι­νη ζωή, όπως οι για­τροί και οι δικη­γό­ροι, απαι­τεί­ται άδεια (αν και σε ορι­σμέ­νες περι­πτώ­σεις οι άδειες αυτές εκδί­δο­νται από επαγ­γελ­μα­τι­κές ενώ­σεις και όχι από το κρά­τος). Πολ­λές χώρες απαι­τούν από τις εται­ρεί­ες ένα ελά­χι­στο κεφά­λαιο για την ίδρυ­ση τρά­πε­ζας. Ακό­μα και στην αγο­ρά του χρη­μα­τι­στη­ρί­ου, της οποί­ας η έλλει­ψη κανο­νι­στι­κών ρυθ­μί­σε­ων οδή­γη­σε στην ύφε­ση του 2008, υπάρ­χουν νό μοι για το ποιος μπο­ρεί να προ­βαί­νει σε χρη­μα­τι­στη­ρια­κές πρά­ξεις. Δεν μπο­ρεί όποιος θέλει να μπει στην αίθου­σα συναλ­λα­γών του Χρη­μα­τι­στη­ρί­ου της Νέας Υόρ­κης και να που­λή­σει ένα τσου­βά­λι μετο­χές. Οι εται­ρεί­ες πρέ­πει να πλη­ρούν τις απαι­τή­σεις περί εισηγ­μέ­νων εται­ρειών και να συμ­μορ­φώ­νο­νται με τους πλέ­ον αυστη­ρούς ελεγ­κτι­κούς κανο­νι­σμούς επί σει­ρά ετών, για να μπο­ρούν να δια­πραγ­μα­τεύ­ο­νται τις μετο­χές τους στο χρη­μα­τι­στή­ριο. Οι χρη­μα­τι­στη­ρια­κές πρά­ξεις πραγ­μα­το­ποιού­νται μόνο από χρη­μα­τι­στές που δια­θέ­τουν ειδι­κή άδεια.

Οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις του εμπο­ρί­ου εξει­δι­κεύ­ο­νται επί­σης. Ένα από τα πράγ­μα­τα που μου προ­κά­λε­σε έκπλη­ξη όταν μετα­κό­μι­σα στη Βρε­τα­νία στα μέσα της δεκα­ε­τί­ας του ’80 ήταν ότι υπήρ­χε δυνα­τό­τη­τα πλή­ρους επι­στρο­φής των χρη­μά­των όταν ένας κατα­να­λω­τής επέ­στρε­φε ένα προ­ϊ­όν που δεν ήταν της αρε­σκεί­ας του, ακό­μα και αν αυτό δεν ήταν ελατ­τω­μα­τι­κό. Εκεί­νη την επο­χή, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε στην Κορέα, παρά μόνο στα πιο ακρι­βά πολυ­κα­τα­στή­μα­τα. Στη Βρε­τα­νία, το δικαί­ω­μα του κατα­να­λω­τή να αλλά­ξει γνώ­μη θεω­ρεί­το πιο σημα­ντι­κό από το δικαί­ω­μα του πωλη­τή να απο­φύ­γει το κόστος της επι­στρο­φής αζή­τη­των (πλην όμως λει­τουρ­γι­κών) προ­ϊ­ό­ντων στον κατα­σκευα­στή. Υπάρ­χουν πολ­λοί άλλοι κανό­νες που ρυθ­μί­ζουν διά­φο­ρους τομείς της συναλ­λα­κτι­κής δια­δι­κα­σί­ας: ευθύ­νη του κατα­σκευα­στή, απο­τυ­χία απο­στο­λής, δανεια­κή υπε­ρη­με­ρία, κτλ. Σε πολ­λές χώρες, απαι­τού­νται, εκτός των άλλων, και ειδι­κές άδειες σχε­τι­κά με την τοπο­θε­σία των εμπο­ρι­κών κατα­στη­μά­των – όπως απα­γό­ρευ­ση υπαί­θριου εμπο­ρί­ου ή πολε­ο­δο­μι­κοί κανο­νι­σμοί που απα­γο­ρεύ­ουν τις εμπο­ρι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες σε οικι­στι­κές περιο­χές.

Έπει­τα, υπάρ­χει η ρύθ­μι­ση των τιμών. Μιλώ­ντας δε για ρύθ­μι­ση τιμών, δεν εννοώ μόνο τις πλέ­ον ορα­τές περι­πτώ­σεις των πλα­φόν στα ενοί­κια και των κατώ­τα­των ημε­ρο­μι­σθί­ων, που απο­τε­λούν το αγα­πη­μέ­νο θέμα γκρί­νιας των οικο­νο­μο­λό­γων της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς.

Τα ημε­ρο­μί­σθια στις πλού­σιες χώρες καθο­ρί­ζο­νται πάνω απ’ όλα, περισ­σό­τε­ρο και από τη νομο­θε­σία περί κατώ­τα­των ημε­ρο­μι­σθί­ων, από τον έλεγ­χο της μετα­νά­στευ­σης. Πώς γίνε­ται αυτό; Σίγου­ρα όχι από την «ελεύ­θε­ρη» αγο­ρά εργα­σί­ας, που, αν δεν υπήρ­χαν οι υφι­στά­με­νοι περιο­ρι­σμοί, θα κατέ­λη­γε να αντι­κα­τα­στή­σει το 80–90% των εργα­ζο­μέ­νων με φθη­νό­τε­ρους και συχνά πιο παρα­γω­γι­κούς μετα­νά­στες. Η μετα­νά­στευ­ση απο­τε­λεί, ως επί το πλεί­στον, πολι­τι­κό ζήτη­μα. Αν, λοι­πόν, εξα­κο­λου­θεί­τε να έχε­τε κάποια αμφι­βο­λία για τον τερά­στιο ρόλο που παί­ζουν οι κυβερ­νή­σεις στην οικο­νο­μία της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς, ανα­λο­γι­στεί­τε το εξής: ότι οι μισθοί μας είναι κατά βάση πολι­τι­κά καθο­ρι­σμέ­νοι (βλ. Αλή­θεια 3η).

Μετά την οικο­νο­μι­κή κρί­ση του 2008, οι τιμές των δανεί­ων (αν κατα­φέ­ρε­τε να πάρε­τε δάνειο ή αν έχε­τε κάποιο υφι­στά­με­νο δάνειο με κυμαι­νό­με­νο επι­τό­κιο) έχουν μειω­θεί σε πολ­λές χώρες λόγω της συνε­χούς πτώ­σης των επι­το­κί­ων. Αυτό συνέ­βη άρα­γε επει­δή ξαφ­νι­κά κανείς δεν ήθε­λε δάνειο, κι έτσι οι τρά­πε­ζες ανα­γκά­στη­καν να μειώ­σουν τις τιμές τους για να προ­σελ­κύ­σουν πελα­τεία; Όχι. Πρό­κει­ται για το απο­τέ­λε­σμα κυβερ­νη­τι­κών απο­φά­σε­ων που έχουν σκο­πό να ανα­ζω­πυ­ρώ­σουν τη ζήτη­ση μειώ­νο­ντας τα επι­τό­κια. Ακό­μα και σε ομα­λές περιό­δους, τα επι­τό­κια ρυθ­μί­ζο­νται στις περισ­σό­τε­ρες χώρες από τις κεντρι­κές τρά­πε­ζες, που απο­τε­λούν όργα­να της κυβερ­νη­τι­κής πολι­τι­κής. Με άλλα λόγια, τα επι­τό­κια καθο­ρί­ζο­νται επί­σης από τους πολι­τι­κούς.

Αν οι μισθοί και τα επι­τό­κια βασί­ζο­νται (σε μεγά­λο βαθ­μό) σε πολι­τι­κές απο­φά­σεις, τότε και όλες οι άλλες τιμές είναι πολι­τι­κά καθο­ρι­σμέ­νες, αφού οι μισθοί και τα επι­τό­κια επη­ρε­ά­ζουν όλες τις τιμές.

Είναι το ελεύθερο εμπόριο δίκαιο;

Λέμε ότι μια ρύθ­μι­ση μας περιο­ρί­ζει, μόνο όταν δεν συμ­φω­νού­με με την ηθι­κή της βάση. Οι υψη­λοί δασμοί που επέ­βα­λε η ομο­σπον­δια­κή κυβέρ­νη­ση των ΗΠΑ στο ελεύ­θε­ρο εμπό­ριο τον 19ο αιώ­να εξόρ­γι­σαν τους ιδιο­κτή­τες σκλά­βων, που δεν θεω­ρού­σαν μεμ­πτή την εμπο­ρία ανθρώ­πων στο πλαί­σιο της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς. Για τους υπέρ­μα­χους της δου­λεί­ας, η απα­γό­ρευ­ση της εμπο­ρί­ας σκλά­βων ήταν απα­ρά­δε­κτη κατά τον ίδιο τρό­πο που για κάποιους είναι απα­ρά­δε­κτοι οι περιο­ρι­σμοί στην εμπο­ρία βιο­μη­χα­νι­κών προ­ϊ­ό­ντων. Οι κορε­ά­τες κατα­στη­μα­τάρ­χες τη δεκα­ε­τία του ’80 πιθα­νό­τα­τα θα εκλάμ­βα­ναν την προ­α­να­φερ­θεί­σα «επι­στρο­φή προ­ϊ­ό­ντων άνευ όρων» ως άδι­κο και επι­βα­ρυ­ντι­κό περιο­ρι­σμό της συναλ­λα­κτι­κής ελευ­θε­ρί­ας, επι­βε­βλη­μέ­νο από το κρά­τος.

Η σύγκρου­ση αξιών απο­τε­λεί επί­σης τη βάση της σύγ­χρο­νης δια­μά­χης μετα­ξύ ελεύ­θε­ρου και δίκαιου εμπο­ρί­ου. Πολ­λοί Αμε­ρι­κα­νοί θεω­ρούν ότι η συμ­με­το­χή της Κίνας στο διε­θνές εμπό­ριο μπο­ρεί να είναι ελεύ­θε­ρη, αλλά δεν είναι δίκαιη. Κατά την άπο­ψή τους, έχο­ντας εξευ­τε­λι­στι­κά χαμη­λά ημε­ρο­μί­σθια και εξα­να­γκά­ζο­ντας τους εργά­τες να δου­λεύ­ουν υπό απάν­θρω­πες συν­θή­κες, η Κίνα μετα­χει­ρί­ζε­ται αθέ­μι­τες πρα­κτι­κές. Οι Κινέ­ζοι απ’ την πλευ­ρά τους απα­ντούν ότι είναι απα­ρά­δε­κτο το ότι οι πλού­σιες χώρες, ενώ ευαγ­γε­λί­ζο­νται την ελευ­θε­ρία του εμπο­ρί­ου, προ­σπα­θούν να θέσουν φραγ­μούς στις κινέ­ζι­κες εξα­γω­γές επι­βάλ­λο­ντας περιο­ρι­σμούς στην εισα­γω­γή προ­ϊ­ό­ντων που κατα­σκευά­ζο­νται από εργά­τες-σκλά­βους. Θεω­ρούν άδι­κο το να μην μπο­ρούν να εκμε­ταλ­λευ­τούν το μονα­δι­κό συγκρι­τι­κό τους πλε­ο­νέ­κτη­μα – τα φθη­νά εργα­τι­κά χέρια.

Η δυσκο­λία, βεβαί­ως, στο όλο επι­χεί­ρη­μα είναι ότι δεν υφί­στα­ται αντι­κει­με­νι­κός τρό­πος καθο­ρι­σμού των «εξευ­τε­λι­στι­κά χαμη­λών ημε­ρο­μι­σθί­ων» ή των «απάν­θρω­πων συν­θη­κών εργα­σί­ας». Με τα τερά­στια διε­θνή χάσμα­τα που υπάρ­χουν στους τομείς της οικο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης και των συν­θη­κών δια­βί­ω­σης, είναι φυσι­κό και επό­με­νο ότι ένας μισθός πεί­νας στις ΗΠΑ απο­τε­λεί αξιο­πρε­πή αμοι­βή για έναν Κινέ­ζο (ο μέσος μισθός ανέρ­χε­ται στο 10% του αμε­ρι­κά­νι­κου) και μια περιου­σία για έναν Ινδό (ο μέσος μισθός ανέρ­χε­ται στο 2% του αμε­ρι­κά­νι­κου). Πράγ­μα­τι, οι περισ­σό­τε­ροι υπέρ­μα­χοι του δίκαιου εμπο­ρί­ου στην Αμε­ρι­κή δεν θα δέχο­νταν επί­σης να αγο­ρά­σουν προ­ϊ­ό­ντα κατα­σκευα­σμέ­να από τους παπ­πού­δες τους, οι οποί­οι εργά­ζο­νταν ατε­λεί­ω­τες ώρες και υπό απάν­θρω­πες συν­θή­κες. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώ­να, το μέσο ωρά­ριο εργα­σί­ας στις ΗΠΑ ήταν 60 ώρες την εβδο­μά­δα. Επρό­κει­το για μια επο­χή (και συγκε­κρι­μέ­να το 1905) όπου το Ανώ­τα­το Δικα­στή­ριο έκρι­νε αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό ένα νόμο της Πολι­τεί­ας της Νέας Υόρ­κης ο οποί­ος περιό­ρι­ζε το ωρά­ριο εργα­σί­ας των εργα­τών σε αρτο­ποιεία σε δέκα ώρες ημε­ρη­σί­ως, με την αιτιο­λο­γία ότι «στε­ρού­σε στους αρτο­ποιούς την ελευ­θε­ρία να εργά­ζο­νται όσο επι­θυ­μούν».

Υπό το πρί­σμα των ανω­τέ­ρω, η δια­μά­χη περί δικαί­ου εμπο­ρί­ου έχει να κάνει περισ­σό­τε­ρο με ηθι­κές αξί­ες και πολι­τι­κές απο­φά­σεις, παρά με οικο­νο­μι­κά με την κοι­νή έννοια. Ενώ πρό­κει­ται στην ουσία για οικο­νο­μι­κό ζήτη­μα, δεν είναι εύκο­λο για τους οικο­νο­μο­λό­γους να απο­φαν­θούν επ’ αυτού.

Όλα αυτά βέβαια δεν σημαί­νουν ότι πρέ­πει απλώς να δια­λέ­ξου­με πλευ­ρά και να απο­φύ­γου­με την κρι­τι­κή επει­δή όλα είναι σχε­τι­κά. Μπο­ρού­με να έχου­με άπο­ψη (και εγώ έχω) για το κατά πόσον είναι απο­δε­κτές οι υπάρ­χου­σες συν­θή­κες εργα­σί­ας στην Κίνα (ή και σε οποια­δή­πο­τε άλλη χώρα) και να προ­σπα­θού­με να τις βελ­τιώ­σου­με χωρίς να θεω­ρού­με ότι όσοι υπο­στη­ρί­ζουν μια δια­φο­ρε­τι­κή άπο­ψη έχουν άδι­κο υπό κάποια από­λυ­τη έννοια. Παρό­λο που η Κίνα δεν έχει τη δυνα­τό­τη­τα να προ­σφέ­ρει αμε­ρι­κά­νι­κους μισθούς ή συν­θή­κες εργα­σί­ας σαν αυτές που επι­κρα­τούν στη Σου­η­δία, σαφώς και υπάρ­χουν περι­θώ­ρια βελ­τί­ω­σης τόσο στους μισθούς όσο και στις εργα­σια­κές συν­θή­κες. Πράγ­μα­τι, πολ­λοί Κινέ­ζοι δεν απο­δέ­χο­νται την υφι­στά­με­νη κατά­στα­ση και απαι­τούν αυστη­ρό­τε­ρες νομο­θε­τι­κές ρυθ­μί­σεις. Ωστό­σο οι οικο­νο­μι­κές θεω­ρί­ες (του­λά­χι­στον οι οικο­νο­μο­λό­γοι της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς) δεν μπο­ρούν να απα­ντή­σουν στο ποια πρέ­πει να είναι τα «σωστά» ημε­ρο­μί­σθια και οι συν­θή­κες εργα­σί­ας στην Κίνα.

Εδώ δεν είναι Γαλλία

Τον Ιού­λιο του 2008, όταν το αμε­ρι­κα­νι­κό οικο­νο­μι­κό σύστη­μα βρι­σκό­ταν υπό κατάρ­ρευ­ση, η ομο­σπον­δια­κή κυβέρ­νη­ση διέ­θε­σε 200 δις δολά­ρια για τη διά­σω­ση των στε­γα­στι­κών τρα­πε­ζών Fannie Mae και Freddie Mac, εθνι­κο­ποιώ­ντας τες. Ο Ρεπου­μπλι­κά­νος Γερου­σια­στής του Κεντά­κι Τζιμ Μπά­νιν­γκ κατέ­κρι­νε την εν λόγω ενέρ­γεια με την περι­βό­η­τη φρά­ση ότι «κάτι τέτοιο θα μπο­ρού­σε να συμ­βεί μόνο σε μια “σοσια­λι­στι­κή” χώρα όπως η Γαλ­λία».

Σαν να μην έφτα­νε δε ο ξεπε­σμός στα επί­πε­δα των Γάλ­λων, στις 19 Σεπτεμ­βρί­ου 2008 η αγα­πη­μέ­νη πατρί­δα του Γερου­σια­στή Μπά­νιν­γκ μετα­τρά­πη­κε στην ίδια την αυτο­κρα­το­ρία του κακού. Το τελειω­τι­κό αυτό χτύ­πη­μα προ­ήλ­θε μάλι­στα από τον ίδιο τον ηγέ­τη του κόμ­μα­τός του. Σύμ­φω­να με το πρό­γραμ­μα που ανα­κοί­νω­σε εκεί­νη τη μέρα ο Πρό­ε­δρος Τζωρ­τζ Γ. Μπους και που στη συνέ­χεια ονο­μά­στη­κε TARP (Trouble Asset Relief Program – Πρό­γραμ­μα Στή­ρι­ξης Επι­σφα­λών Περιου­σια­κών Στοι­χεί­ων), η κυβέρ­νη­ση των ΗΠΑ θα διέ­θε­τε του­λά­χι­στον 700 δις δολά­ρια από τα λεφτά των φορο­λο­γού­με­νων για να αγο­ρά­σει τα «τοξι­κά ομό­λο­γα» που είχαν δηλη­τη­ριά­σει το οικο­νο­μι­κό σύστη­μα.

Ο Πρό­ε­δρος Μπους, ωστό­σο, έβλε­πε τα πράγ­μα­τα δια­φο­ρε­τι­κά. Υπο­στή­ρι­ξε ότι το εν λόγω πρό­γραμ­μα δεν ήταν «σοσια­λι­στι­κό», αλλά συνέ­χεια του αμε­ρι­κα­νι­κού συστή­μα­τος του ελεύ­θε­ρου επι­χει­ρείν, το οποίο «βασί­ζε­ται στο αξί­ω­μα ότι η ομο­σπον­δια­κή κυβέρ­νη­ση θα παρέμ­βει στην αγο­ρά μόνο όταν είναι ανα­γκαίο». Σύμ­φω­να με την άπο­ψή του, λοι­πόν, η εθνι­κο­ποί­η­ση ενός τερά­στιου τμή­μα­τος του χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κού τομέα ήταν απλώς ένα απ’ αυτά τα ανα­γκαία πράγ­μα­τα.

Οι δηλώ­σεις του Προ­έ­δρου Μπους απο­τε­λούν φυσι­κά κατε­ξο­χήν παρά­δειγ­μα πολι­τι­κής διγλωσ­σί­ας – μια από τις μεγα­λύ­τε­ρες κρα­τι­κές παρεμ­βά­σεις της ανθρώ­πι­νης ιστο­ρί­ας μεταμ­φιέ­ζε­ται σε απλή πρα­κτι­κή στο πλαί­σιο της αγο­ράς. Με αυτά ακρι­βώς τα λόγια, όμως, ο κος Μπους εξέ­θε­σε τα σαθρά θεμέ­λια στα οποία στη­ρί­ζε­ται ο μύθος περί ελεύ­θε­ρης αγο­ράς. Όπως φανε­ρώ­νουν ξεκά­θα­ρα οι δηλώ­σεις του, το τι απο­τε­λεί ανα­γκαία κρα­τι­κή παρέμ­βα­ση που συνά­δει με τον καπι­τα­λι­σμό της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς είναι σχε­τι­κό. Το πού αρχί­ζει και πού τελειώ­νει η ελεύ­θε­ρη αγο­ρά δεν είναι επι­στη­μο­νι­κά καθο­ρι­σμέ­νο.

Αφού, επο­μέ­νως, δεν υφί­στα­νται απα­ρά­βα­τα όρια στην ελεύ­θε­ρη αγο­ρά, τυχόν από­πει­ρες μετα­βο­λής τους είναι εξί­σου θεμι­τές με τις από­πει­ρες υπε­ρά­σπι­σής τους. Πράγ­μα­τι, η ιστο­ρία του καπι­τα­λι­σμού είναι μια συνε­χής δια­μά­χη για την οριο­θέ­τη­ση της αγο­ράς.

Πολ­λά από τα αγα­θά που είναι σήμε­ρα εκτός αγο­ράς, όπως άνθρω­ποι, θέσεις εργα­σί­ας στο δημό­σιο, ψήφοι, δικα­στι­κές απο­φά­σεις, πανε­πι­στη­μια­κές έδρες ή απι­στο­ποί­η­τα φάρ­μα­κα, εξαι­ρέ­θη­καν χάρη σε πολι­τι­κές απο­φά­σεις, παρά από την ίδια την αγο­ρά. Κάποιοι προ­σπα­θούν μεν να απο­κτή­σουν κάτι από τα παρα­πά­νω είτε παρά­νο­μα (δωρο­δο­κί­ες κυβερ­νη­τι­κών αξιω­μα­τού­χων, δικα­στών και ψηφο­φό­ρων) είτε νόμι­μα (χρή­ση μεγα­λο­δι­κη­γό­ρων για να κερ­δί­σουν μια δίκη, δωρε­ές σε πολι­τι­κά κόμ­μα­τα, κτλ.), αλλά είναι μια τάση που δεν φαί­νε­ται να επι­κρα­τεί.

Σε ό,τι αφο­ρά τα εμπο­ρεύ­σι­μα αγα­θά, με το πέρα­σμα του χρό­νου εισά­γο­νται ολο­έ­να και περισ­σό­τε­ροι περιο­ρι­σμοί. Ακό­μα και σε σύγκρι­ση με τις αμέ­σως προη­γού­με­νες δεκα­ε­τί­ες, σήμε­ρα υφί­στα­νται πολύ πιο αυστη­ροί κανο­νι­σμοί σε σχέ­ση με το ποιος μπο­ρεί να παρά­γει τι (π.χ. πιστο­ποί­η­ση για παρα­γω­γή βιο­λο­γι­κών προ­ϊ­ό­ντων ή προ­ϊ­ό­ντων δίκαιου εμπο­ρί­ου), πώς παρά­γε­ται το καθε­τί (π.χ. περιο­ρι­σμοί σχε­τι­κά με τη μόλυν­ση του περι­βάλ­λο­ντος ή τις εκπο­μπές ρύπων) και πώς που­λιέ­ται (π.χ. νόμοι για τη σήμαν­ση και τις επι­στρο­φές προ­ϊ­ό­ντων).

Επι­πλέ­ον, η δια­δι­κα­σία επα­να­κα­θο­ρι­σμού των ορί­ων της αγο­ράς πολ­λές φορές χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από βίαιες συγκρού­σεις, γεγο­νός που αντι­κα­το­πτρί­ζει την πολι­τι­κή της φύση. Στην Αμε­ρι­κή ξέσπα­σε εμφύ­λιος πόλε­μος για το ελεύ­θε­ρο εμπό­ριο σκλά­βων (αν και το ελεύ­θε­ρο εμπό­ριο αγα­θών –ή το θέμα των δασμών– απο­τέ­λε­σε εξί­σου σημα­ντι­κό αίτιο).1 Η βρε­τα­νι­κή κυβέρ­νη­ση διε­ξή­γα­γε τον Πόλε­μο του Οπί­ου ενα­ντί­ον της Κίνας για να δια­σφα­λί­σει το ελεύ­θε­ρο εμπό­ριο του οπί­ου. Όπως ανα­φέρ­θη­κε και προη­γου­μέ­νως, η απα­γό­ρευ­ση της παι­δι­κής εργα­σί­ας στην ελεύ­θε­ρη αγο­ρά επε­τεύ­χθη μονά­χα χάρη στους αγώ­νες των υπο­στη­ρι­κτών των κοι­νω­νι­κών μεταρ­ρυθ­μί­σε­ων. Η απα­γό­ρευ­ση εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σης των θέσε­ων εργα­σί­ας στο δημό­σιο και των ψήφων αντι­με­τώ­πι­σε σθε­να­ρή αντί­στα­ση από πολι­τι­κά κόμ­μα­τα που εξα­γό­ρα­ζαν ψήφους και έτα­ζαν θέσεις στο δημό­σιο για να αντα­μεί­ψουν τους πιστούς οπα­δούς τους. Οι εν λόγω πρα­κτι­κές εξέ­λι­παν χάρη σε ένα συν­δυα­σμό πολι­τι­κού ακτι­βι­σμού, εκλο­γι­κών μεταρ­ρυθ­μί­σε­ων και νομο­θε­τι­κών αλλα­γών σχε­τι­κά με τις προ­σλή­ψεις στο δημό­σιο.

Η παρα­δο­χή πως τα όρια της αγο­ράς είναι ασα­φή και πως είναι αδύ­να­τον να καθο­ρι­στούν αντι­κει­με­νι­κά μάς βοη­θά να συνει­δη­το­ποι­ή­σου­με ότι τα οικο­νο­μι­κά δεν είναι επι­στή­μη, όπως η φυσι­κή ή η χημεία, αλλά απο­τε­λούν πολι­τι­κή άσκη­ση. Οι οικο­νο­μο­λό­γοι της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς μπο­ρεί να θέλουν να πιστεύ­ε­τε ότι τα ορθά όρια της αγο­ράς μπο­ρούν να καθο­ρι­στούν επι­στη­μο­νι­κά, αλλά αυτό είναι λάθος. Αν το γνω­στι­κό αντι­κεί­με­νο δεν μπο­ρεί να οριο­θε­τη­θεί με επι­στη­μο­νι­κό τρό­πο, τότε δεν μιλά­με για επι­στή­μη.

Υπό αυτή την οπτι­κή, η ενα­ντί­ω­ση σε έναν και­νούρ­γιο κανο­νι­σμό ισο­δυ­να­μεί με το να υπο­στη­ρί­ζει κανείς ότι το status quo, όσο άδι­κο και αν είναι για ορι­σμέ­νους, δεν πρέ­πει να μετα­βάλ­λε­ται. Με το να λέει δε κανείς ότι οι υφι­στά­με­νοι κανο­νι­σμοί θα πρέ­πει να καταρ­γη­θούν, υπο­στη­ρί­ζει ότι η επι­κρά­τεια της αγο­ράς θα πρέ­πει να διευ­ρυν­θεί, πράγ­μα που σημαί­νει ότι θα παρα­χω­ρη­θεί μεγα­λύ­τε­ρη ισχύ στους πλού­σιους, καθώς η αγο­ρά διέ­πε­ται από την αρχή «χρή­μα έχω, ό,τι θέλω κάνω».

Άρα, όταν οι οικο­νο­μο­λό­γοι της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς ισχυ­ρί­ζο­νται ότι δεν πρέ­πει να επι­βάλ­λε­ται κανέ­να κανο­νι­στι­κό πλαί­σιο, καθώς θα περιο­ρί­σει την «ελευ­θε­ρία» μιας συγκε­κρι­μέ­νης αγο­ράς, εκφρά­ζουν απλώς μια πολι­τι­κή άπο­ψη, όπου απορ­ρί­πτουν τα δικαιώ­μα­τα που υπε­ρα­σπί­ζει η εκά­στο­τε προ­τει­νό­με­νη νομο­θε­τι­κή ρύθ­μι­ση. Η ιδε­ο­λο­γι­κή τους επι­κά­λυ­ψη συνί­στα­ται στο να προ­σποιού­νται ότι τα πολι­τι­κά τους κίνη­τρα δεν είναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πολι­τι­κά, αλλά μια αντι­κει­με­νι­κή οικο­νο­μι­κή αλή­θεια, ενώ τα κίνη­τρα των υπο­λοί­πων είναι πολι­τι­κά. Ωστό­σο τα κίνη­τρά τους είναι εξί­σου πολι­τι­κά με αυτά των αντι­πά­λων τους.

Η διά­λυ­ση της ψευ­δαί­σθη­σης περί αντι­κει­με­νι­κό­τη­τας της αγο­ράς είναι το πρώ­το βήμα για την κατα­νό­η­ση του καπι­τα­λι­σμού.