«H μαγευ­τι­κή περι­πλο­κή της Μερ­σέ Ροδο­ρέ­δα»

Γρά­φει ο Κολμ Τόι­μπιν

Εκτε­νές από­σπα­σμα:

Σε ορι­σμέ­νες κοι­νω­νί­ες, η γλώσ­σα είναι το μέσο που περιο­ρί­ζει την εμπει­ρία. Δεν χρη­σι­μο­ποιεί­ται ούτε ως δια­κο­σμη­τι­κό στοι­χείο, ούτε ως προ­σευ­χή, αλλά ως μια στα­θε­ρά, προ­ση­λω­μέ­νη στον σκο­πό της. Απο­τε­λεί μια μορ­φή ταπει­νής γνώ­σης, όπως και μέσο δια­φυ­γής. Τα λογο­τε­χνι­κά έργα που γρά­φο­νται κάτω από αυτή την οπτι­κή, δια­θέ­τουν την καθα­ρό­τη­τα της ακρί­βειας στην περι­γρα­φή, με την ζωντά­νια του συναι­σθή­μα­τος, όπου η επί­δει­ξη απο­φεύ­γε­ται, υπαι­νισ­σό­με­να την απο­δο­χή και την εν εξε­λί­ξει μετα­μόρ­φω­ση του ήδη γνω­στού κόσμου. Η απο­κά­λυ­ψη που συντε­λεί­ται στο έργο, έρχε­ται από την εκτός κάδρου αφή­γη­ση. Η ελά­χι­στη λέξη ή το παρα­μι­κρό κρά­τη­μα της ανα­πνο­ής, μπο­ρούν να προσ­δώ­σουν μια άγρια δύνα­μη πάνω στο κεί­με­νο.

Η Μερ­σέ Ροδο­ρέ­δα στην «Πλα­τεία δια­μα­ντιού» (μετά­φρα­ση: Ευρυ­βιά­δης Σοφός), που γρά­φτη­κε στα Κατα­λα­νι­κά και εκδό­θη­κε το 1962, πραγ­μα­τεύ­ε­ται την αθω­ό­τη­τα που δια­λύ­ε­ται. Η πρω­τα­γω­νί­στρια Νατά­λια που δου­λεύ­ει σε ζαχα­ρο­πλα­στείο, κατα­λα­βαί­νει και εσω­τε­ρι­κεύ­ει το κόσμο γύρω, λίγο πριν καταρ­ρεύ­σει πάνω της και εξα­φα­νι­στεί λόγω του Ισπα­νι­κού Εμφυ­λί­ου. Η εύθραυ­στη συνεί­δη­ση της δια­τη­ρεί την ικα­νό­τη­τα να συλ­λαμ­βά­νει λεπτο­μέ­ρειες, απει­κο­νί­ζο­ντας ότι μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί ορα­τό. Στις καλύ­τε­ρες στιγ­μές της η Μερ­σέ Ροδο­ρέ­δα, αφή­νει τις λεπτο­μέ­ρειες να μιλή­σουν από μόνες τους. Βλέ­πει τον κόσμο μέσα από ένα βλέμ­μα αθώο και παράλ­λη­λα απο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νο.

H μεγά­λη συγ­γρα­φέ­ας γεν­νή­θη­κε στην Βαρ­κε­λώ­νη το 1908. Στην ηλι­κία των 20 χρό­νων και αφού το επέ­τρε­ψε η εκκλη­σία, παντρεύ­τη­κε τον μικρό­τε­ρο αδερ­φό της μητέ­ρας της. Από το 1930 έως και το ξέσπα­σμα του Ισπα­νι­κού Εμφυ­λί­ου, εξέ­δω­σε αρκε­τά μυθι­στο­ρή­μα­τα γραμ­μέ­να πάντα στην κατα­λα­νι­κή γλώσ­σα. Το 1935 άρχι­σε να δου­λεύ­ει στο Κατα­λα­νι­κό Υπουρ­γείο Πλη­ρο­φο­ριών, έως ότου η ολο­κλη­ρω­τι­κή νίκη του Φράν­κο την ανά­γκα­σε να φύγει από την χώρα.

Στις καλύ­τε­ρες λογο­τε­χνι­κές της στιγ­μές η Ροδο­ρέ­δα αφή­νει τις λεπτο­μέ­ρειες να μιλή­σουν από μόνες τους. Το βλέμ­μα μέσα από το οποίο παρα­τη­ρεί τον κόσμο, είναι απο­τρα­βηγ­μέ­νο, μοιά­ζει αφε­λές. Συγ­γρα­φι­κά πετυ­χαί­νει το στό­χο της, διό­τι ο ξετυ­λί­γει την τέχνη του υπαι­νιγ­μού σαν σπεί­ρα και κατα­κτά το κεί­με­νο. Ο κόσμος για την Ροδο­ρέ­δα, δεν αντέ­χει το βάρος πολ­λών και σύν­θε­των ανα­λύ­σε­ων. Είναι στο χέρι του ανα­γνώ­στη να νιώ­σει τις δια­στά­σεις του πόνου, την ποιό­τη­τα της οδύ­νης. Όσο λιγό­τε­ρο ονο­μα­τί­ζο­νται τα πράγ­μα­τα, τόσο προ­κα­λούν βαθύ­τε­ρα συναι­σθή­μα­τα.

Η «Πλα­τεία δια­μα­ντιού» είναι ένα μυθι­στό­ρη­μα ανε­παί­σθη­της χάρης, που γεμί­ζει το χώρο με μια βαθιά αθω­ό­τη­τα. Η Ροδο­ρέ­δα έγρα­ψε από έναν τόπο εξο­ρί­ας (εσω­τε­ρι­κό και εξω­τε­ρι­κό), με μεγα­λύ­τε­ρη έντα­ση και αίσθη­μα μονα­ξιάς απ’ ότι ο Τζόις ή η Μπί­σοπ. Δεν έχα­σε μόνο τη πατρί­δα της, αλλά και τη γλώσ­σα της, αφού τα Κατα­λα­νι­κά απα­γο­ρεύ­θη­καν από τον Φράν­κο. Έγρα­ψε γνω­ρί­ζο­ντας εκ πρω­ι­μί­ου, πως το βιβλίο θα συνα­ντή­σει ένα ελά­χι­στο κοι­νό. Έγρα­ψε μέσα στη σιω­πή, τον φόβο και την ευθραυ­στό­τη­τα.

Το στυλ της είναι επεί­γον, σοβα­ρό και δεν παί­ζει με τις ευκο­λί­ες. Μετα­το­πί­ζε­ται ανά­με­σα στην γλώσ­σα που μετα­δί­δει πλη­ρο­φο­ρί­ες, χωρίς να εξη­γεί τίπο­τα. Ο ρυθ­μός της μοιά­ζει με προ­σευ­χή. Προ­κα­λεί πανι­κό και έναν αδιά­κο­πο τρό­μο και έχει μια σπά­νια ευφυ­ϊα. Δελε­ά­ζει συνε­χώς τον ανα­γνώ­στη και τον μετα­φέ­ρει στα τοπία της ψυχής της. Η Μερ­σέ Ροδο­ρέ­δα με τα μυθι­στο­ρή­μα­τα και τη ζωή της έχει πραγ­μα­τώ­σει μερι­κά από τα μεγα­λύ­τε­ρα λογο­τε­χνι­κά ταξί­δια του 20ου αιώ­να…

Πηγή: TLC