Ο Αμερικανός συγγραφέας μιλάει για το μυθιστόρημά του Αυτό που σου ανήκει και εξηγεί γιατί η σαρκική επαφή είναι ένας λυρικός τόπος

Στο πρώ­το από τα τρία μέρη του πολυ­συ­ζη­τη­μέ­νου μυθι­στο­ρή­μα­τός του, ο Γκαρθ Γκρίν­γου­ελ αφη­γεί­ται σε ανώ­νυ­μο πρώ­το πρό­σω­πο την περι­πέ­τεια της γνω­ρι­μί­ας του με τον Μίτ­κο, στις δημό­σιες τουα­λέ­τες του Εθνι­κού Μεγά­ρου Πολι­τι­σμού της Σόφιας. Το δεύ­τε­ρο μέρος, μια χει­μαρ­ρώ­δης κατα­γρα­φή χωρίς αλλα­γή παρα­γρά­φων, μας μετα­φέ­ρει στην παι­δι­κή και εφη­βι­κή ηλι­κία του αφη­γη­τή, ενώ στο τρί­το μέρος ο συγ­γρα­φέ­ας ξανα­πιά­νει το νήμα της προ­βλη­μα­τι­κής σχέ­σης του με τον Μίτ­κο.

Σκέφτηκα να ξεκινήσουμε μιλώντας για το σεξ.

Τέλεια. Είναι, άλλω­στε, το αγα­πη­μέ­νο μου θέμα.

Το μυθιστόρημά σας καταπιάνεται με το σεξ και την ερωτική επιθυμία, και συχνά θεωρούμε ότι τα δυο αυτά πράγματα είναι ένα και το αυτό, εσείς, όμως, στην ιστορία σας, τα κρατάτε συχνά ξέχωρα το ένα από το άλλο. 

Ίσως αυτό να έχει να κάνει με το μεγά­λω­μά μου, ως ομο­φυ­λό­φι­λο παι­δί, στα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του 1980 στο Κεντά­κι. Θυμά­μαι πολύ καθα­ρά να σκέ­φτο­μαι διαρ­κώς το σεξ όταν ήμουν δώδε­κα-δεκα­τριών χρο­νών και να κατα­λαμ­βά­νο­μαι από μια έντο­νη επι­θυ­μία που τότε ήμουν σίγου­ρος ότι ποτέ δεν θα κατόρ­θω­να να πραγ­μα­τώ­σω.  Θυμά­μαι που ανα­ρω­τιό­μουν: Θα κατα­φέ­ρω άρα­γε να κάνω κάτι από όλα αυτά που φαντά­ζο­μαι; Θα βρω ποτέ κάποιον με τον οποίο να μπο­ρέ­σω να τα κάνω; Τότε, πίστευα ότι δεν υπήρ­χε περί­πτω­ση να επι­τρέ­ψει ο κόσμος να υλο­ποι­ή­σω τις επι­θυ­μί­ες μου. Κι έτσι, δια­χω­ρί­στη­κε η επι­θυ­μία από το σεξ. Κι όταν τελι­κά έκα­να σεξ, ανα­κά­λυ­ψα ότι ο κόσμος έδι­νε χώρο στις επι­θυ­μί­ες αυτές να εκφρα­στούν σε περί­ερ­γα μέρη, μέρη που δεν είναι ακρι­βώς συνυ­φα­σμέ­να στο νου μας με τον σαρ­κι­κό πόθο – όπως οι δημό­σιες τουα­λέ­τες ή τα δημό­σια πάρ­κα, μέρη στα οποία κυκλο­φο­ρούν πολ­λά, ανώ­νυ­μα σώμα­τα, οπό­τε ο πόθος αυτός γίνε­ται απρό­σω­πος, δε συγκε­κρι­με­νο­ποιεί­ται.

Πρό­κει­ται για ένα βίω­μα το οποίο υπο­γραμ­μί­ζει ο αφη­γη­τής του βιβλί­ου. Όταν μιλά­ει για την ενη­λι­κί­ω­σή του ως ομο­φυ­λό­φι­λου στα πάρ­κα όπου ψωνι­ζό­ταν και για τις πρώ­τες του σεξουα­λι­κές εμπει­ρί­ες, η λέξη που χρη­σι­μο­ποιεί είναι η λέξη “περι­στα­σια­κό” – ήταν ένα είδος σεξ που συν­δέ­ε­ται με την ιδέα της ελευ­θε­ρί­ας αλλά και της ντρο­πής ταυ­τό­χρο­να.  Φαί­νε­ται πράγ­μα­τι ότι η γενε­τή­σια πρά­ξη και ο  πόθος είναι δυο δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα γι’ αυτόν, ότι απλού­στα­τα δεν θεω­ρεί δεδο­μέ­νο ότι η επι­θυ­μία του συνο­δεύ­ε­ται και από την άδεια να την υλο­ποι­ή­σει.  Γι’ αυτόν, η ερω­τι­κή επι­θυ­μία ήταν ανέ­κα­θεν μια εμπει­ρία απο­κλει­σμού, η αίσθη­ση ότι τα πράγ­μα­τα που λαχτα­ρά δεν μπο­ρεί να τα απο­κτή­σει. Κι έτσι, όταν πρω­το­γνω­ρί­ζει τον Μίτ­κο και ο νεα­ρός του δίνει να κατα­λά­βει ότι μπο­ρεί να τον κάνει δικό του, με αντί­τι­μο απλώς ένα χρη­μα­τι­κό ποσό, ο ήρω­ας δυσκο­λεύ­ε­ται στην αρχή να πιστέ­ψει ότι είναι τόσο απλή και εύκο­λη η πρό­σβα­ση σε αυτό που δια­κα­ώς ποθεί.

Ύστε­ρα, όμως, τα πράγ­μα­τα περι­πλέ­κο­νται, για­τί ο Μίτ­κο είναι φυσι­κά κι αυτός ένα ανθρώ­πι­νο πλά­σμα. Αυτό που υπό­σχε­ται η πορ­νεία, ότι δηλα­δή το σεξ μπο­ρεί να είναι ένα εξα­γο­ρά­σι­μο αγα­θό, ο αφη­γη­τής το απο­λαμ­βά­νει αρχι­κά, στην πορεία, όμως, υπει­σέρ­χε­ται στην εξί­σω­ση η υπό­στα­ση του άλλου. Το πιο ενδια­φέ­ρον στη σχέ­ση ανά­με­σα στον Μίτ­κο και τον αφη­γη­τή, είναι, νομί­ζω,  το γεγο­νός ότι αυτό που αρχι­κά μοιά­ζει με μια εμπο­ρι­κή συναλ­λα­γή – σου δίνω αυτό, μου δίνεις εκεί­νο – μετα­τρέ­πε­ται ολο­έ­να σε κάτι πολύ πιο πολύ­πλο­κο και δύσκο­λο να απο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεί.

Διαβάζοντας το βιβλίο σας, δεν μπορούσα να μη σκεφτώ τα ναρκισσιστικά αφηγήματα των μυθιστοριογράφων του δέκατου ένατου αιώνα – του Μπαλζάκ, του Ζολά – στα οποία η σεξουαλικότητα μιας πόρνης γίνεται απλώς ένα εργαλείο μέσω του οποίου ο κεντρικός ήρωας διερευνά τη δική του μοίρα και εσωτερική ζωή. Όμως, η αρσενική πόρνη της δικής σας ιστορίας έχει έναν καθ’όλα  πρωταγωνιστικό χαρακτήρα. Πιστεύετε ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, ως γκέι άντρας δεν κινδυνεύετε να υποπέσετε σε ανδρικά στερεότυπα;

Εκτός του πλαι­σί­ου της μυθο­πλα­σί­ας, το ζήτη­μα του αγο­ραί­ου έρω­τα είναι απεί­ρως περί­πλο­κο και πολυ­διά­στα­το. Κάτι στο οποίο δια­φέ­ρει ο συγκε­κρι­μέ­νος αφη­γη­τής από τους άλλους που ανα­φέ­ρα­τε, είναι ότι στα βιβλία εκεί­νων των συγ­γρα­φέ­ων, ο ετε­ρο­φυ­λό­φι­λος αφη­γη­τής έχει την πεποί­θη­ση πως η σεξουα­λι­κή του επι­θυ­μία είναι κατά κάποιο τρό­πο δικαιω­μα­τι­κή, με απο­τέ­λε­σμα να μπο­ρεί να απλώ­σει το χέρι και να πιά­σει το αντι­κεί­με­νο του πόθου του όπο­τε το θελή­σει. Δυσκο­λεύ­ο­μαι να πιστέ­ψω ότι ένας ομο­φυ­λό­φι­λος θα μπο­ρού­σε να αισθά­νε­ται το ίδιο, για­τί κατά τη γνώ­μη μου, η εμπει­ρία της επι­θυ­μί­ας είναι εξαρ­χής συνυ­φα­σμέ­νη με αυτήν της απα­γό­ρευ­σης και του απο­κλει­σμού. Του­λά­χι­στον αυτό ισχύ­ει για έναν γκέι συγ­γρα­φέα της δικής μου γενιάς και του δικού μου τόπου κατα­γω­γής.

Πώς χειριστήκατε εσείς την απόδοση των τολμηρών σεξουαλικών σκηνών; Είχατε την τάση να τις εξωραϊσετε;

Ναι, αρκε­τές φορές. Πίστευα ότι ήμουν πολύ καλός στην περι­γρα­φή τους, αλλά η επι­με­λή­τριά μου με βοή­θη­σε να κατα­λά­βω πόσο συχνά κατέ­φευ­γα ασυ­ναί­σθη­τα στις μετα­φο­ρές.  Στις σκη­νές αυτές, μου σημεί­ω­νε συχνά στο περι­θώ­ριο ερω­τή­σεις όπως, Τι ακρι­βώς κάνουν στ’ αλή­θεια αυτά τα δύο σώμα­τα; Τι συμ­βαί­νει πραγ­μα­τι­κά σε φυσι­κό επί­πε­δο; Πρέ­πει ο ανα­γνώ­στης να είναι σε θέση να το δει αυτό καθα­ρά κι όχι να προ­σπα­θεί να το φαντα­στεί.

Ωστό­σο, μου αρέ­σει να γρά­φω για το σεξ,  επει­δή θεω­ρώ πως είναι ένας τόπος όπου το φυσι­κό και το μετα­φυ­σι­κό γειτ­νιά­ζουν ουσια­στι­κά. Σύμ­φω­να με τα δικά μου βιώ­μα­τα, και στη λογο­τε­χνία και στην αλη­θι­νή ζωή, πρό­κει­ται για την μονα­δι­κή εκεί­νη περί­στα­ση όπου, ιδα­νι­κά πάντα, δίνεις την αμέ­ρι­στη προ­σο­χή σου σε έναν άλλο άνθρω­πο εκτός από σένα, ενώ την ίδια στιγ­μή διεισ­δύ­εις όσο το δυνα­τόν πιο έντο­να στο δικό σου εσω­τε­ρι­κό. Η σαρ­κι­κή επα­φή είναι για μένα σχε­δόν ό,τι και ο τόπος της ποί­η­σης: ένας λυρι­κός τόπος.  Παρα­δείγ­μα­τος χάρη, ένα από τα πιο συναρ­πα­στι­κά στοι­χεία της προ­φο­ρι­κής ποί­η­σης απο­τε­λεί το γεγο­νός ότι είναι ταυ­τό­χρο­να δημό­σια και ιδιω­τι­κή, ότι κατευ­θύ­νε­ται προς τα έξω, και παράλ­λη­λα προς τα μέσα.  Η εμπει­ρία μου από το σεξ και ιδί­ως από το ψωνι­στή­ρι, το οποίο επί­σης λαμ­βά­νει χώρα σε μέρη που είναι δημό­σια και ιδιω­τι­κά μαζί, ήταν μια εκπαί­δευ­ση στην ποί­η­ση.

Θα πρέπει, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι το μεταφυσικό κομμάτι του σεξ εδώ, το κομμάτι της μεταφοράς, προέρχεται αποκλειστικά από την οπτική γωνία του αφηγητή;

Ο αφη­γη­τής κατα­τρύ­χε­ται σε όλη τη διάρ­κεια από εκεί­νο το μέγα σολι­ψι­στι­κό ερώ­τη­μα του κατά πόσον είναι ποτέ δυνα­τό να μοι­ρα­στού­με οποια­δή­πο­τε προ­σω­πι­κή μας εμπει­ρία με κάποιον άλλο. Πώς γίνε­ται να είμα­στε ποτέ σίγου­ροι; Αυτό, όπως ισχυ­ρί­ζε­ται έμμε­σα ο αφη­γη­τής, ισχύ­ει για κάθε σχέ­ση μετα­ξύ δυο ατό­μων, είτε υπάρ­χει φαι­νο­με­νι­κά κάποιο δού­ναι και λαβείν είτε όχι.   Ποτέ δεν έχου­με από­λυ­τη πρό­σβα­ση στην εμπει­ρία του άλλου. Κάθε φορά που πιστεύ­ου­με ότι μοι­ρα­ζό­μα­στε μια εμπει­ρία με κάποιον, κατά βάθος κάνου­με μια υπέρ­βα­ση, ένα άλμα πίστης.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, όταν ο κεντρικός ήρωας πιστεύει ότι μοιράζεται μια εμπειρία μ’ ένα συνομήλικό του αγόρι και τελικά προδίδεται. Και η προδοσία αυτή γεννά με τη σειρά της μια σειρά από άλλες.

Έτσι είναι, πράγ­μα­τι. Θα έπρε­πε καταρ­χήν να πω ότι κάθι­σα να γρά­ψω αυτό το βιβλίο χωρίς να συνει­δη­το­ποιώ ότι έγρα­φα μυθι­στό­ρη­μα. Τελειώ­νο­ντας τη νου­βέ­λα του «Μίτ­κο», θεώ­ρη­σα ότι είχε ολο­κλη­ρω­θεί η ιδέα. Δεν σκό­πευα να γρά­ψω το δεύ­τε­ρο κεφά­λαιο της ιστο­ρί­ας. Σχε­δί­α­ζα να γρά­ψω κάτι εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό, ίσως μια ποι­η­τι­κή σύν­θε­ση.  Ύστε­ρα, όμως, κατα­λή­φθη­κα από τη φωνή μέσα μου, και το γρά­ψι­μο αυτού του μέρους δεν έμοια­ζε με καμιά προη­γού­με­νη συγ­γρα­φι­κή μου εμπει­ρία. Έγρα­φα σε κομ­μα­τά­κια χαρ­τιών, πάνω σε απο­δεί­ξεις. Σαν να έπρε­πε να είναι σκου­πί­δια, για να μπο­ρέ­σουν να κατα­γρα­φούν. Έπρε­πε να είναι μίας χρή­σης. Συνή­θως χρη­σι­μο­ποιώ κάτι σπι­ράλ σχο­λι­κά τετρά­δια, που προσ­δί­δουν στο γρά­ψι­μο μια προ­σω­ρι­νό­τη­τα, σαν να μην είναι αυτό που γρά­φεις κάτι πολύ σημα­ντι­κό. Κι αυτά, όμως, ακό­μη, μου έμοια­ζαν πολύ μόνι­μα για το δεύ­τε­ρο κεφά­λαιο. Εγώ ακο­λου­θού­σα μόνο εκεί­νη τη φωνή, μια φωνή οργι­σμέ­νη. Μόνο καθώς συνέ­τασ­σα το κεφά­λαιο αυτό συνει­δη­το­ποί­η­σα ότι επι­χει­ρού­σα να εξη­γή­σω κάποια από τα περί­ερ­γα στοι­χεία που παρου­σιά­ζει ήδη ο αφη­γη­τής στο πρώ­το μέρος.

Ένα από αυτά είναι πως ισχυ­ρί­ζε­ται ότι μας λέει τα πάντα, κι ανα­φέ­ρει κάποια στιγ­μή: δεν μπο­ρώ να κρα­τή­σω μυστι­κό, η όλη φύση μου κλί­νει προς την εξο­μο­λό­γη­ση. Με λίγα λόγια,  σας εκμυ­στη­ρεύ­ο­μαι τα πάντα. Στην ουσία, όμως, απο­κρύ­πτει. Με διά­φο­ρους τρό­πους προ­σπα­θεί να μη μας αφή­σει να δού­με τι πραγ­μα­τι­κά συμ­βαί­νει. Έχει βρει τρό­πους αυτο­προ­στα­σί­ας, ώστε να μην είναι από­λυ­τα δια­θέ­σι­μος ούτε στον ανα­γνώ­στη, ούτε στον Μίτ­κο, ούτε σε κανέ­ναν άνθρω­πο στη ζωή του.

Το δεύ­τε­ρο αυτό τμή­μα του βιβλί­ου, είναι η από­πει­ρά του να κατα­νο­ή­σει πώς έγι­νε αυτός που βλέ­που­με στο πρώ­το κεφά­λαιο. Και πράγ­μα­τι πιστεύω ότι, όπως λέτε, έγι­νε αυτός ο άνθρω­πος μέσα από διά­φο­ρες προ­δο­σί­ες, από μια συγκε­κρι­μέ­νη προ­δο­σία: ενώ πίστευε ότι μοι­ρα­ζό­ταν από­λυ­τα μια εμπει­ρία με έναν άλλο, δεν ήταν τελι­κά έτσι τα πράγ­μα­τα. Το μεσαίο αυτό τμή­μα αφη­γεί­ται δύο μεγά­λες ιστο­ρί­ες: την ιστο­ρία της σχέ­σης του με τον πατέ­ρα του κι αυτήν της σχέ­σης του με τον καλύ­τε­ρό του φίλο. Είναι και οι δυο σχέ­σεις μιας σαρω­τι­κής επι­θυ­μί­ας, που όχι μόνο του την αρνού­νται και δεν κατορ­θώ­νει να την ικα­νο­ποι­ή­σει, αλλά και που τον οδη­γεί τελι­κά στο εδώ­λιο του κατη­γο­ρου­μέ­νου. Είναι μια επι­θυ­μία που μετα­τρέ­πει τον ίδιο σε πρό­σω­πο ανε­πι­θύ­μη­το.

Βλέπουμε ότι συχνά συνυπάρχουν μέσα του η ντροπή και η χαρά.

Στο τρί­το μέρος, μιλά μετα­ξύ άλλων για τις πρώ­τες του σεξουα­λι­κές εμπει­ρί­ες οπό­τε κι άρχι­σε να ψωνί­ζε­ται – και είναι εμπει­ρί­ες ευχα­ρί­στη­σης, μεγά­λης απε­λευ­θέ­ρω­σης, αλλά και της αίσθη­σης του ανή­κειν σε μια κοι­νό­τη­τα. Δεν θέλω να περι­γρά­ψω αυτούς τους χώρους συνευ­ρέ­σε­ων ως τόπους ντρο­πής, για­τί δεν είναι. Ο αφη­γη­τής τους βιώ­νει ως μέρη που τον προ­στα­τεύ­ουν από ένα συγκε­κρι­μέ­νο είδος οικειό­τη­τας –  κυρί­ως λόγω διάρ­κειας, εφό­σον  οι επα­φές αυτές δεν χρειά­ζε­ται να δια­τη­ρη­θούν επί μήνες ή χρό­νια, ούτε κι ο ίδιος να απο­κα­λύ­ψει τον εαυ­τό του σε κάποιον άλλο πέρα από το χώρο και το χρό­νο μιας τέτοιας μεμο­νω­μέ­νης επα­φής. Υπό μία έννοια, λοι­πόν, δια­πι­στώ­νει ότι τα μέρη όπου ψωνί­ζε­ται του προ­σφέ­ρουν εύκο­λη πρό­σβα­ση στο σεξ,  εύκο­λη πρό­σβα­ση σε άλλους ανθρώ­πους, η οποία είναι, όμως, περιο­ρι­σμέ­νης διάρ­κειας και άρα υπό τον έλεγ­χό του.

Στον επί­λο­γο του πρώ­του μέρους, ο αφη­γη­τής κατε­βαί­νει στην παρα­λία, αγνα­ντεύ­ει την απέ­ρα­ντη θάλασ­σα και βιώ­νει την ορμή της σαν μια δύνα­μη που κιν­δυ­νεύ­ει να τον συμπα­ρα­σύ­ρει. Έτσι τον κατα­κλύ­ζει και ο πόθος που νιώ­θει για τον Μίτ­κο, με απο­τέ­λε­σμα να τον αντι­λαμ­βά­νε­ται ως απει­λή, ως πιθα­νή εκμη­δέ­νι­ση. Αντί­θε­τα, τα μέρη όπου συνή­θως συχνά­ζει, όπως οι δημό­σιες τουα­λέ­τες στην αρχή του βιβλί­ου, του προ­σφέ­ρουν μια ψευ­δαί­σθη­ση αυτο­προ­στα­σί­ας ενά­ντια σε τέτοιου είδους ανε­ξέ­λεγ­κτες δυνά­μεις.

Και σε σωματικό και σε συναισθηματικό επίπεδο.

Ναι, ακρι­βώς. Η ζωή τού έχει διδά­ξει ένα συγκε­κρι­μέ­νο μάθη­μα σχε­τι­κά με την ερω­τι­κή του επι­θυ­μία, κι είναι ένα μάθη­μα το οποίο μπο­ρεί ίσως να αμφι­σβη­τή­σει αλλά  ποτέ να ξεμά­θει. Έχει διδα­χτεί να κατα­πνί­γει τον πόθο, να του φέρ­νει από­λυ­τη αντί­στα­ση. Κι αυτό το μάθη­μα δεν του το έχει διδά­ξει μόνο η πατρι­κή απόρ­ρι­ψη αλλά και η απόρ­ρι­ψη της ευρύ­τε­ρης κοι­νω­νί­ας. Σε κάποιο σημείο ανα­φέ­ρει πως όταν μεγά­λω­νε στο Κεντά­κι, στα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του ογδό­ντα, η έννοια ενός ομο­φυ­λό­φι­λου όπως εκεί­νος ήταν από­λυ­τα συν­δε­δε­μέ­νη με την ασθέ­νεια του AIDS. Κατά συνέ­πεια, ο τρό­πος που ο ίδιος βιώ­νει  τη σεξουα­λι­κή επι­θυ­μία είναι κι αυτός συνυ­φα­σμέ­νος με τις τρο­με­ρές της επι­πτώ­σεις.

Ο αφηγητής την αισθάνεται σαν ένα είδος τιμωρίας. 

Ναι, κι αυτό κάνει την ερω­τι­κή επι­θυ­μία ένα συναί­σθη­μα από το οποίο οφεί­λει να προ­φυ­λάσ­σε­ται. Γι’ αυτό, το ψωνι­στή­ρι χαρί­ζει για λίγο την εκστα­τι­κή αγαλ­λί­α­ση της απο­μά­κρυν­σης αυτού του φόβου – που βεβαί­ως ακο­λου­θεί­ται από ακό­μη μεγα­λύ­τε­ρο φόβο. Για τον αφη­γη­τή, η επι­θυ­μία μοιά­ζει να κρύ­βει το κλει­δί προς τον εαυ­τό του, ενώ ταυ­τό­χρο­να είναι μια τρο­μα­κτι­κή δύνα­μη, ικα­νή να τον συντρί­ψει. Ένας γκέι συγ­γρα­φέ­ας που εκτι­μώ πολύ, ο Ντέ­νις Κού­περ, μιλά­ει συχνά γι’ αυτή τη διτ­τή ιδιό­τη­τα της σαρ­κι­κής επι­θυ­μί­ας, πως είναι δηλα­δή πηγή  ελευ­θε­ρί­ας και από­δρα­σης αλλά ταυ­τό­χρο­να και πηγή ολέ­θρου.  Κι αν πάμε ακό­μα πιο πίσω, φτά­νου­με σε συγ­γρα­φείς όπως ο Μπα­τάιγ, τον οποίο λατρεύω, ή ο Ντε Σαντ, τον οποίο αντι­πα­θώ. Υπάρ­χει μια ταύ­τι­ση του σώμα­τος, του βιώ­μα­τος του σαρ­κι­κού πόθου με την πηγή κάθε μετα­φυ­σι­κής.

Το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι χειμαρρώδες, σαρωτικό.

Ήταν τρο­μα­κτι­κή και η εμπει­ρία της συγ­γρα­φής του. Δυσκο­λεύ­τη­κα πολύ να το γρά­ψω και αφιέ­ρω­σα πολύ χρό­νο στην επε­ξερ­γα­σία του. Όταν ολο­κλη­ρώ­θη­κε η πρώ­τη του μορ­φή, που ήταν πολύ πιο μακρο­σκε­λής από την παρού­σα, το δακτυ­λο­γρά­φη­σα, το εκτύ­πω­σα και το έκρυ­ψα σ’ ένα συρ­τά­ρι. Για πολύ και­ρό δεν άντε­χα ούτε να το βγά­λω έξω να το ξανα­δια­βά­σω, σχε­δόν με αρρώ­σται­νε.

Γιατί αποφασίσατε να γράψετε το δεύτερο αυτό μέρος ως μια αδιάσπαστη παράγραφο; 

Δεν ήταν συνει­δη­τή η επι­λο­γή, το έκα­να ασυ­ναί­σθη­τα και μόνο όταν τελεί­ω­σα,  αντι­με­τώ­πι­σα το ζήτη­μα του χωρι­σμού του κει­μέ­νου σε παρα­γρά­φους. Το απο­πει­ρά­θη­κα, μα ήταν αδύ­να­το, επει­δή η εμπει­ρία που βιώ­νει ο αφη­γη­τής είναι ακρι­βώς αυτή μιας κατα­κλυ­σμιαί­ας επί­θε­σης του παρελ­θό­ντος. Η μία και μονα­δι­κή παρά­γρα­φος, λοι­πόν, μοιά­ζει με μια λύση που επι­τρέ­πει δια­φο­ρε­τι­κά στρώ­μα­τα πυκνό­τη­τας, στα οποία μπο­ρεί ο αφη­γη­τής άλλο­τε να κατα­δύ­ε­ται κι άλλο­τε να ανα­δύ­ε­ται. Υπάρ­χει, δηλα­δή, η παρού­σα στιγ­μή, οπό­τε και περ­πα­τά­ει σε αυτή την απέ­ρα­ντη χωμα­τε­ρή, από αυτές που βλέ­πεις συχνά όχι μόνο στη Βουλ­γα­ρία αλλά και σε όλη τη μετα­σο­βιε­τι­κή ανα­το­λι­κή Ευρώ­πη, κι ενώ προ­χω­ρά­ει, πέφτει κάθε τόσο σε αυτά τα διά­φο­ρα στρώ­μα­τα της μνή­μης, που είναι με τη σει­ρά τους στά­δια τραυ­μα­τι­κά.

Το κεί­με­νο δίχως παρα­γρά­φους έχει τη δική του παρά­δο­ση στη μυθι­στο­ριο­γρα­φία – πολύ χαρα­κτη­ρι­στι­κή περί­πτω­ση, αυτή του Τόμας Μπέρν­χαρ­ντ, αλλά και του ομο­φυ­λό­φι­λου Κου­βα­νού συγ­γρα­φέα Ρει­νάλ­ντο Αρέ­νας. Θεω­ρώ ότι η μέθο­δος αυτή δηλώ­νει ευθύς στον ανα­γνώ­στη ότι θα πρέ­πει να εγκα­τα­λεί­ψει κάποιες δεδο­μέ­νες προσ­δο­κί­ες του σχε­τι­κά με την εμπει­ρία της ανά­γνω­σης ούτως ώστε να μπο­ρέ­σει να έχει πρό­σβα­ση σε αυτό που λέγε­ται.  Στην αρχή, σε βρί­σκει απρο­ε­τοί­μα­στο και σε απο­προ­σα­να­το­λί­ζει.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αιφνιδιάζει επίσης, επειδή ο αφηγητής, που στο πρώτο μέρος ήταν τόσο περίκλειστος, ξαφνικά αφήνει τα συναισθήματά του τελείως εκτεθειμένα (ενώ στο τρίτο μέρος, μαζεύει πάλι τα χαλινάρια του εαυτού του).

Για μένα δεν υπήρ­χε εν τέλει άλλος τρό­πος να απο­δο­θεί αυτή η εμπει­ρία της πλή­ρους άφε­σης των ορί­ων. Είναι παρά­ξε­νο αυτό που θα πω, αλλά ο συγκε­κρι­μέ­νος αφη­γη­τής δίνει ιδιαί­τε­ρη βαρύ­τη­τα στην αξιο­πρέ­πειά του.

Γιατί λέτε πως είναι παράξενο;

Ε, για­τί όπως και να το κάνου­με, οι δημό­σιες τουα­λέ­τες του Εθνι­κού Μεγά­ρου Πολι­τι­σμού της Σόφιας είναι ένα παρά­ξε­νο μέρος για να ανα­ζη­τή­σει κανείς την αξιο­πρέ­πεια. Μπο­ρεί να το λέω αυτό, κι όμως πιστεύω ότι οι ανθρώ­πι­νες ψυχές που συχνά­ζουν εκεί έχουν δικαί­ω­μα στην αξιο­πρέ­πεια εξί­σου όσο και όλοι οι άλλοι άνθρω­ποι. Όμως, ο αφη­γη­τής βασα­νί­ζε­ται από μια βαθιά ριζω­μέ­νη αισχύ­νη και κατά συνέ­πεια είναι έντο­να προ­σκολ­λη­μέ­νος στην ιδέα της αξιο­πρέ­πειας. Η προ­σκόλ­λη­ση αυτή εκδη­λώ­νε­ται στη μορ­φή που δίνει στις φρά­σεις του. Προ­σπα­θεί να ακο­λου­θεί την παρά­δο­ση της υψη­λής πυκνό­τη­τας της φρά­σης –  τρα­νό­τε­ρο παρά­δειγ­μα η λαμπρή γρα­φή του Χέν­ρυ Τζέι­μς – χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τη ως εργα­λείο ελέγ­χου. Αυτός του­λά­χι­στον είναι ο στό­χος του. Όμως, στο δεύ­τε­ρο μέρος του βιβλί­ου, όλη αυτή η προ­σπά­θεια συγκρά­τη­σης και εξω­ραϊ­σμού κάνει φτε­ρά. Οι προ­τά­σεις επα­νει­λημ­μέ­να προ­δί­δουν τους γραμ­μα­τι­κούς ή συντα­κτι­κούς κανό­νες, η γλώσ­σα γίνε­ται κυρί­ως λει­τουρ­γι­κή. Είναι κι αυτό μέρος της εμπει­ρί­ας που ζει από το ξύπνη­μα του παρελ­θό­ντος, το οποίο έρχε­ται κατα­πά­νω του με μια σφο­δρό­τη­τα που του είναι αδύ­να­το να ελέγ­ξει και από την οποία αδυ­να­τεί να προ­φυ­λα­χτεί.

Το μυθι­στό­ρη­μα αυτό πήγα­σε από την αλη­θι­νή προ­σω­πι­κή εμπει­ρία της μετά­βα­σής μου σε έναν τόπο μακρι­νό και άγνω­στο. Ως ξένος στη Βουλ­γα­ρία, μια χώρα που δεν συνη­θί­ζουν να δια­λέ­γουν για τόπο έστω και προ­σω­ρι­νής δια­μο­νής πολ­λοί ξένοι, μαθαί­νεις γρή­γο­ρα να έρχε­σαι αντι­μέ­τω­πος με κάποια ερω­τή­μα­τα. Ένα από αυτά είναι, “Ποιο είναι το πιο περί­ερ­γο πράγ­μα σχε­τι­κά με αυτή τη χώρα;” Η δική μου απά­ντη­ση είχε πάντα να κάνει με το πόσο πολύ μου θύμι­ζε η Βουλ­γα­ρία τη γενέ­τει­ρά μου, το Κεντά­κι. Κατά κάποιο τρό­πο, όλη η μέχρι τώρα ζωή μου ήταν μια από­πει­ρα από­δρα­σης από την παι­δι­κή μου ηλι­κία. Τους πρώ­τους μήνες στην Βουλ­γα­ρία, μόλις που μπο­ρού­σα να μιλή­σω τη γλώσ­σα. Έκα­να διαρ­κώς παρα­στρα­τή­μα­τα σε κοι­νω­νι­κό επί­πε­δο, επει­δή δεν κατα­λά­βαι­να τα ήθη και τα έθι­μα. Όταν, όμως ανα­κά­λυ­ψα, τυχαία εντε­λώς, αυτό το χώρο μυστι­κών συνα­ντή­σε­ων, τις τουα­λέ­τες του Εθνι­κού Μεγά­ρου Πολι­τι­σμού, ήταν σαν να από­κτη­σα ξαφ­νι­κά από­λυ­τη ευχέ­ρεια στη συνεν­νό­η­ση. Οι κώδι­κες επι­κοι­νω­νί­ας ήταν πέρα για πέρα ίδιοι. Μπο­ρού­σα να μετα­δώ­σω με ακρί­βεια αυτό που ήθε­λα να πω. Τα πάντα ήταν ευα­νά­γνω­στα, κατα­νοη­τά. Κι όταν άρχι­σα να γνω­ρί­ζω και να συγ­χρω­τί­ζο­μαι με  γκέι άντρες στη Βουλ­γα­ρία, στη Σόφια εδι­κά, δια­πί­στω­σα ότι είχαν τον ίδιο στε­νό ορί­ζο­ντα προ­ο­πτι­κών όπως και οι άντρες που γνώ­ρι­ζα στα πάρ­κα του Κεντά­κι. Η δια­μο­νή μου στη Βουλ­γα­ρία με επέ­στρε­ψε μεμιάς στα εφη­βι­κά μου χρό­νια, μόλις εντό­πι­σα αυτή τη σύν­δε­ση ανά­με­σα στην εμπει­ρία της ομο­φυ­λο­φι­λί­ας εκεί και στα μέρη όπου εγώ μεγά­λω­σα. Νομί­ζω ότι αυτή η ταύ­τι­ση που συντε­λέ­στη­κε μέσα μου ήταν που έδω­σε και το έναυ­σμα για το γρά­ψι­μο του βιβλί­ου.


*Η συνέ­ντευ­ξη του Γκαρθ Γκρίν­γου­ελ στη Νικόλ Ρού­ντικ δημο­σιεύ­θη­κε στον ιστό­το­πο του αμε­ρι­κα­νι­κού περιο­δι­κού The Paris Review (Ιανουά­ριος 2016). Μετά­φρα­ση από τα αγγλι­κά: Τόνια Κοβα­λέν­κο.

greenwell_ayto-poy-soy-anhkei-6127-8