Κοντεύ­ει σχε­δόν ένας χρό­νος από την κυκλο­φο­ρία του νέου βιβλί­ου του Κώστα Αρκου­δέα Το Χαμέ­νο Νόμπελ, μια αλη­θι­νή ιστο­ρία, και το βιβλίο έχει ήδη δια­γρά­ψει μια ιδιαι­τέ­ρως ενδια­φέ­ρου­σα πορεία. Έχει αξιο­λο­γη­θεί θετι­κά από πολ­λούς και αξιό­λο­γους κρι­τι­κούς (βλέ­πε ενδει­κτι­κά τις κρι­τι­κές που συμπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στην οικεία σελί­δα της Biblionet), ενώ γνω­ρί­ζει ιδιαί­τε­ρη απή­χη­ση και στο ανα­γνω­στι­κό κοι­νό, και δεν εννοώ μόνο από άπο­ψη κυκλο­φο­ρί­ας (πάντως τα 6.500 αντί­τυ­πα που έχουν δια­τε­θεί έως τώρα, για ένα μη μυθο­πλα­στι­κό βιβλίο σε τόσο σύντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα, το καθι­στούν ως ένα από τα πλέ­ον επι­τυ­χη­μέ­να βιβλία της χρο­νιάς). Το παρα­πά­νω επί­τευγ­μα δεν μπο­ρεί να χαρα­κτη­ρι­σθεί ως τυχαίο. Ο Αρκου­δέ­ας έχει μια συνε­χή και συνε­πή παρου­σία στα νεο­ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα από το 1986, οπό­τε και δημο­σί­ευ­σε την πρώ­τη του συλ­λο­γή διη­γη­μά­των με τίτλο Ας’ τον Μπο­μπ Μάρ­λεϋ να περι­μέ­νει. Εάν μετρώ σωστά, το Χαμέ­νο Νόμπελ είναι το δέκα­το έβδο­μο βιβλίο του και, κατά τη γνώ­μη μου, το πιο φιλό­δο­ξο και το πιο πολυ­ε­πί­πε­δο από όλα. Σπεύ­δω να προ­ση­μειώ­σω πως το τελι­κό απο­τέ­λε­σμα δεί­χνει να δικαιώ­νει τον δημιουρ­γό του.

Ο Αρκου­δέ­ας ευτύ­χι­σε να επι­λέ­ξει ως βασι­κό θέμα του βιβλί­ου του ένα άκρως ενδια­φέ­ρον θέμα: το Νόμπελ Λογο­τε­χνί­ας που θα κέρ­δι­ζε ο Καζαν­τζά­κης και πώς τελι­κά αυτό δεν έφτα­σε ποτέ στα χέρια του. Αυτό άλλω­στε υπο­δη­λώ­νει και ο επι­τυ­χη­μέ­νος (και εμπο­ρι­κά) τίτλος. Πως δηλα­δή ο Καζαν­τζά­κης είχε αυξη­μέ­νες πιθα­νό­τη­τες (για τον Αρκου­δέα βεβαιό­τη­τα) να κερ­δί­σει το Νόμπελ, αλλά τελι­κά αυτό, για λόγους που παρου­σιά­ζο­νται στο βιβλίο, χάθη­κε. Ο επε­ξη­γη­μα­τι­κός υπό­τι­τλος, Μια αλη­θι­νή ιστο­ρία, εξά­πτει το ενδια­φέ­ρον του πιθα­νού ανα­γνώ­στη: δεν πρό­κει­ται για προ­ϊ­όν μυθο­πλα­σί­ας, αλλά για την παρά­θε­ση μια αλη­θι­νής ιστο­ρί­ας. Το όνο­μα του Καζαν­τζά­κη, μάλι­στα, δεν ανα­φέ­ρε­ται που­θε­νά στον τίτλο του βιβλί­ου. Η φιγού­ρα του δεσπό­ζει εικα­στι­κά στο εξώ­φυλ­λο και ο ανα­γνώ­στης προ­χω­ρά μόνος του στη σύν­δε­ση: χαμέ­νο Νόμπελ-Καζαν­τζά­κης.

Ο χαρα­κτη­ρι­σμός χαμέ­νο εμπε­ριέ­χει ένα είδος μυστη­ρί­ου, υπο­νο­εί πιθα­νώς μια συνο­μω­σία, μια πλε­κτά­νη, στοι­χεία δηλα­δή που καθι­στούν την αλη­θι­νή ιστο­ρία θελ­κτι­κή στους ανα­γνώ­στες. Η ανα­γνώ­ρι­ση και το κύρος που συνο­δεύ­ουν το βρα­βείο Νόμπελ, την ύψι­στη λογο­τε­χνι­κή διά­κρι­ση παγκο­σμί­ως, καθι­στούν αυτήν την ιστο­ρία μυστη­ρί­ου ακό­μη πιο ενδια­φέ­ρου­σα. Τα περί βρα­βεύ­σε­ων, επι­λο­γών των επι­τρο­πών, σκε­πτι­κού και σκο­πι­μο­τή­των που πιθα­νώς αυτές υπο­κρύ­πτουν, όπως απο­δεί­χθη­κε και πολύ πρό­σφα­τα με την επι­λο­γή της επι­τρο­πής να τιμή­σει με το κορυ­φαίο βρα­βείο τον τρα­γου­δο­ποιό και ποι­η­τή Bob Dylan, απο­τε­λούν προ­νο­μια­κό πεδίο τόσο για τους συγ­γρα­φείς όσο και για το φιλό­τε­χνο ανα­γνω­στι­κό κοι­νό. Ταυ­τό­χρο­να, ο κεντρι­κός ήρω­ας του βιβλί­ου του Αρκου­δέα, ο Νίκος Καζαν­τζά­κης, είναι ένα από τα πλέ­ον αμφι­λε­γό­με­να και ταυ­τό­χρο­να μυθο­ποι­η­μέ­να πρό­σω­πα της ελλη­νι­κής πνευ­μα­τι­κής ζωής. Πρό­κει­ται για τον πλέ­ον γνω­στό και δια­βα­σμέ­νο Έλλη­να πεζο­γρά­φο παγκο­σμί­ως, η ζωή του οποί­ου συν­δέ­ε­ται, ακό­μη και στις μέρες μας, με μια σει­ρά από μύθους π.χ. ο αφο­ρι­σμός από την εκκλη­σία, η σχέ­ση του με τις γυναί­κες. Η αμη­χα­νία ή και η απο­σιώ­πη­ση του έργου του Καζαν­τζά­κη από τους κρι­τι­κούς και τους μελε­τη­τές της νεο­ελ­λη­νι­κής λογο­τε­χνί­ας (σε κάθε περί­πτω­ση η προ­σο­χή που δόθη­κε στο έργο του είναι δυσα­νά­λο­γα μικρό­τε­ρη της εμβέ­λειας και της απή­χη­σής του) προ­σθέ­τουν μια ακό­μη ενδια­φέ­ρου­σα παρά­με­τρο στο φαι­νό­με­νο Καζαν­τζά­κης. Όλα τα παρα­πά­νω ζητή­μα­τα απο­τε­λούν αντι­κεί­με­νο συζή­τη­σης στου έργο του Αρκου­δέα.

Ο Αρκου­δέ­ας ορθώς επέ­λε­ξε να δια­πραγ­μα­τευ­τεί το βασι­κό του θέμα όχι με τη συμ­βα­τι­κή μορ­φή μιας μυθο­πλα­στι­κής ανά­πλα­σης αλλά να ενσω­μα­τώ­σει στο έργο του στοι­χεία από διά­φο­ρα είδη λόγου, παρου­σιά­ζο­ντας μια ενδια­φέ­ρου­σα, απο­λαυ­στι­κή γρα­φή, ένα υβρι­δι­κό κει­με­νι­κό ύφος και είδος. Στοι­χεία μυθο­πλα­σί­ας, βέβαια, υπάρ­χουν στο έργο, πώς θα μπο­ρού­σε άλλω­στε να γίνει αλλιώς, αφού ο Αρκου­δέ­ας είναι πρω­τί­στως ένας χαρι­σμα­τι­κός συγ­γρα­φέ­ας αφη­γη­μα­τι­κής λογο­τε­χνί­ας, ταυ­τό­χρο­να όμως στο έργο του ενσω­μα­τώ­νο­νται στοι­χεία φιλο­λο­γι­κής μελέ­της και γραμ­μα­το­λο­γί­ας, βιο­γρα­φί­ας, δοκι­μια­κού λόγου, ιστο­ρι­κής μελέ­της κ.ά. Τού­το για­τί ο Αρκου­δέ­ας επέ­λε­ξε να μην εστιά­σει απο­κλει­στι­κά στο βασι­κό του θέμα, αλλά με κέντρο αυτό να εξα­κτι­νω­θεί σε ποι­κί­λα άλλα ζητή­μα­τα. Έτσι, εκτός από τα στοι­χεία που αφο­ρούν τη μη βρά­βευ­ση του Καζαν­τζά­κη (παρα­σκη­νια­κές κινή­σεις και δημό­σιες σχέ­σεις του συγ­γρα­φέα, παρεμ­βά­σεις και ραδιουρ­γί­ες των αντι­πά­λων του, μικρό­τη­τες και σκο­πι­μό­τη­τες μετα­ξύ των ομο­τέ­χνων, κι όλα αυτά μέσα από τεκ­μή­ρια και παρα­πο­μπές σε ιστο­ρι­κά ντο­κου­μέ­ντα), ο Αρκου­δέ­ας παρου­σιά­ζει στοι­χεία και πλη­ρο­φο­ρί­ες για τη θέσπι­ση των βρα­βεί­ων Νόμπελ, ανα­πλά­θει το ιστο­ρι­κό κλί­μα της επο­χής στην οποία ανα­φέ­ρε­ται, παρου­σιά­ζει τους βρα­βευ­θέ­ντες δημιουρ­γούς με το Νόμπελ λογο­τε­χνί­ας αλλά και τους συνυ­πο­ψή­φιούς τους, τους λογο­τέ­χνες εκεί­νους που βρα­βεύ­τη­καν αλλά στη συνέ­χεια πέρα­σαν στη λήθη, αυτούς που δεν έλα­βαν το βρα­βείο αλλά εξα­κο­λου­θούν στις μέρες μας να δια­βά­ζο­νται ή και να θεω­ρού­νται κορυ­φαί­οι, παρα­θέ­τει ενδει­κτι­κά απο­σπά­σμα­τα από τα έργα τους, προ­σφέ­ρει μια ευσύ­νο­πτη πορεία εξέ­λι­ξης της νεο­ελ­λη­νι­κής λογο­τε­χνί­ας με ανα­φο­ρές σε πρό­σω­πα, έργα και σχέ­σεις μετα­ξύ των δημιουρ­γών (και με την παρου­σί­α­ση περι­στα­τι­κών ανεκ­δο­λο­γι­κού τύπου), ενδια­φέ­ρε­ται για τον τρό­πο πρό­σλη­ψης των έργων τους από κρι­τι­κούς και κοι­νό, εστιά­ζει στο βίο του Νίκου Καζαν­τζά­κη από τα παι­δι­κά του χρό­νια, τους έρω­τες και τους γάμους του, στις σχέ­σεις του με τους ομο­τέ­χνους του (με ιδιαί­τε­ρη έμφα­ση στις σχέ­σεις του και τις κοι­νές ανα­ζη­τή­σεις με τον Άγγε­λο Σικε­λια­νό) αλλά και τον οικο­γε­νεια­κό του περί­γυ­ρο, στα έργα που συνέ­θε­σε και στο πώς αυτά προ­σλή­φθη­καν στην επο­χή τους, στις κινη­μα­το­γρα­φι­κές εκδο­χές των έργων του· ο Αρκου­δέ­ας μάλι­στα προ­χω­ρά χρο­νι­κά και μετά το θάνα­το του κεντρι­κού του προ­σώ­που και  εξε­τά­ζει τα παρα­σκή­νια των άλλων ελλη­νι­κών Νόμπελ Λογο­τε­χνί­ας, του Ελύ­τη και του Σεφέ­ρη και πολ­λά, πολ­λά άλλα.

Όλος αυτός ο πλού­τος στοι­χεί­ων και πλη­ρο­φο­ριών, απο­τέ­λε­σμα αδιαμ­φι­σβή­τη­της και συστη­μα­τι­κής έρευ­νας από την πλευ­ρά του συγ­γρα­φέα, καθι­στούν το βιβλίο εξαι­ρε­τι­κά ενδια­φέ­ρον στην ανά­γνω­σή του καθώς παρου­σιά­ζο­νται για πρώ­τη φορά συγκε­ντρω­μέ­να και προ­σφέ­ρο­νται στον ανα­γνώ­στη. Δεν είναι άλλω­στε τυχαίο πως οι περισ­σό­τε­ρες από τις κρι­τι­κές παρου­σιά­σεις του βιβλί­ου έως τώρα σε αυτά τα στοι­χεία εστιά­ζουν και αυτά τα στοι­χεία παρα­θέ­τουν προ­κει­μέ­νου να κερ­δί­σουν το ενδια­φέ­ρον του ανα­γνω­στι­κού κοι­νού. Υπό αυτό το πρί­σμα, το βιβλίο καθί­στα­ται πολ­λα­πλά ωφέ­λι­μο για την ελλη­νι­κή βιβλιο­γρα­φία. Εστιά­ζο­ντας και στο παρα­σκή­νιο των βρα­βεύ­σε­ων ανα­δει­κνύ­ει το σχε­τι­κό της αξί­ας τους, τα εμφα­νί­ζει ως απο­τέ­λε­σμα ισορ­ρο­πιών, παρα­σκη­νια­κών δια­βου­λεύ­σε­ων, προ­σω­πι­κών πολι­τι­κών. Η ανα­φο­ρά στην άγνω­στη στο ευρύ κοι­νό πρό­τα­ση της Σου­η­δι­κής Ακα­δη­μί­ας για από κοι­νού βρά­βευ­ση των Οδυσ­σέα Ελύ­τη και Γιάν­νη Ρίτσου με το βρα­βείο Νόμπελ και στην αντί­δρα­σή τους είναι ενδει­κτι­κή αυτών των διερ­γα­σιών. Είναι εμφα­νές πως το βιβλίο καλύ­πτει ένα κενό της φιλο­λο­γι­κής έρευ­νας, αυτό δηλα­δή που αφο­ρά τις ελλη­νι­κές υπο­ψη­φιό­τη­τες για τα βρα­βεία Νόμπελ (για παρά­δειγ­μα, ομο­λο­γώ πως όχι μόνο δεν γνώ­ρι­ζα την υπο­ψη­φιό­τη­τα για Νόμπελ του μυθι­στο­ριο­γρά­φου Γεώρ­γιου Βου­γιου­κλά­κη, αλλά ούτε καν το όνο­μά του). Άπο­ψή μου είναι πως ενώ, ορθώς, δια­θέ­του­με αξιό­λο­γες μελέ­τες για άλλα, ήσσο­νος σημα­σί­ας συγκρι­τι­κά με τα Νόμπέλ βρα­βεία, π.χ. τους ποι­η­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς του 19ου αιώ­να, δεν υπάρ­χουν κάποιες αντί­στοι­χες μελέ­τες για τα βρα­βεία του 20ου (και δεν εννοώ μόνο τα Νόμπελ). Εξαι­ρε­τι­κό ενδια­φέ­ρον θα παρου­σί­α­ζαν μελέ­τες π.χ. ανα­φο­ρι­κά με τα κρι­τή­ρια επι­λο­γής και τα παρα­σκή­νια των Κρα­τι­κών Βρα­βεί­ων Λογο­τε­χνί­ας, των βρα­βεί­ων της Ακα­δη­μί­ας Αθη­νών ή και των λογο­τε­χνι­κών περιο­δι­κών.

Όμως όλος αυτός ο πλού­τος στοι­χεί­ων και πλη­ρο­φο­ριών θεω­ρώ πως απο­τε­λεί, υπό μία άπο­ψη, και σημείο αδυ­να­μί­ας του έργου ανα­φο­ρι­κά με τη δομή και τη συνο­χή του. Η γρα­φή του Αρκου­δέα κάποιες φορές δεί­χνει να παρεκ­κλί­νει σε ζητή­μα­τα που ελά­χι­στη ή καμία σχέ­ση φαί­νε­ται να δια­θέ­τουν με τον κεντρι­κό του ήρωα ή το βασι­κά του θέμα, κάποιες φορές φαί­νε­ται να παρα­σύ­ρε­ται σε, ενδια­φέ­ρου­σες είναι η αλή­θεια, πλην όμως μη οργα­νι­κά ενταγ­μέ­νες αφη­γή­σεις που αφο­ρούν άλλα πρό­σω­πα και άλλα θέμα­τα. Τα όσα ανα­φέ­ρο­νται σχε­τι­κά την παρ­τί­δα σκά­κι που έπαι­ξαν στο Ρέι­κια­βικ ο Αμε­ρι­κά­νος Φίσερ με τον Ρώσο Σπά­σκι (σελ. 350–352) ή με τη σχέ­ση του Μανό­λη Ανα­γνω­στά­κη με τον Νίκο Καβ­βα­δία (σελ. 400–406) είναι ενδει­κτι­κά. Οι σχε­τι­κές ανεκ­δο­λο­γι­κού τύπου αφη­γή­σεις μπο­ρεί να κεντρί­ζουν αφ’ εαυ­τού τους το ενδια­φέ­ρον του ανα­γνώ­στη, δεν νομί­ζω όμως να συμ­βά­λουν στην προ­ώ­θη­ση του κεντρι­κού ζητή­μα­τος του βιβλί­ου. Υπό αυτήν την έννοια, η παρά­θε­ση ανά­λο­γων αφη­γή­σε­ων θα μπο­ρού­σε να συνε­χι­στεί επ’ άπει­ρον π.χ. με την παρά­θε­ση των εξί­σου ενδια­φέ­ρο­ντων περι­στα­τι­κών ανεκ­δο­λο­γι­κού τύπου που αφο­ρούν τη σχέ­ση του Νίκου Καβ­βα­δία με τον βρα­βευ­μέ­νο με Νόμπελ λογο­τε­χνί­ας Γιώρ­γου Σεφέ­ρη ή με την παρά­θε­ση και άλλων γεγο­νό­των που αφο­ρούν την ελλη­νι­κή ή την παγκό­σμια ιστο­ρία. Ο Αρκου­δέ­ας θέλη­σε, εν μέρει, να δώσει ένα καλει­δο­σκό­πιο της πολι­τι­κής και της πνευ­μα­τι­κής ιστο­ρί­ας του 20ου αιώ­να σε εθνι­κό και παγκό­σμιο επί­πε­δο, φτά­νει μάλι­στα έως την Ελλά­δα της κρί­σης και τον Τζού­λιαν Ασάνζ, θα χρεια­ζό­ταν όμως αυστη­ρό­τε­ρος έλεγ­χος υλι­κού και πιο σφι­κτή οργά­νω­σή του.

Κάποιες λίγες ακό­μη επι­φυ­λά­ξεις δια­τη­ρώ και ανα­φο­ρι­κά με το ύφος γρα­φής που υιο­θε­τεί σε ορι­σμέ­να σημεία ο Αρκου­δέ­ας. Η έρευ­να που διε­ξή­γα­γε είναι αδιαμ­φι­σβή­τη­τη, γνώ­μη μου όμως είναι πως σε μη μυθο­πλα­στι­κά έργα, σε έργα τεκ­μη­ρί­ω­σης και έρευ­νας, ο από­λυ­τος λόγος στις κρί­σεις και στις δια­τυ­πώ­σεις δεν είναι ο πλέ­ον συμ­βα­τός: π.χ. «Ο Δρά­κος ανή­κει στην τριά­δα των κορυ­φαί­ων ελλη­νι­κών ται­νιών του 20ου αιώ­να, μαζί με την Ευδο­κία του Αλέ­ξη Δαμια­νού και τον Θία­σο του Θόδω­ρου Αγγε­λό­που­λου» (σελ. 398) ή «το πτώ­μα του οποί­ου [του Αμε­ρι­κα­νού δημο­σιο­γρά­φου Τζορ­τζ Πολκ] βρέ­θη­κε να επι­πλέ­ει στα νερά του Θερ­μαϊ­κού τον Μάιο του 1948. Δρά­στες ήταν οι Άγγλοι πρά­κτο­ρες που υπη­ρε­τού­σαν στο προ­ξε­νείο της Μεγά­λης Βρε­τα­νί­ας στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, εκτε­λώ­ντας εντο­λές της Ιντέ­λι­τζε­νς Σέρ­βις» (σελ. 366), ενώ η παρα­πο­μπή στις πηγές θα μπο­ρού­σε να ήταν πιο συστη­μα­τι­κή και πιο οργα­νω­μέ­νη π.χ. για την πρό­τα­ση της από κοι­νού βρά­βευ­σης Ελύ­τη και Ρίτσου, για την οποία έγι­νε λόγος προη­γου­μέ­νως, δεν δίνε­ται κάποια σαφής παρα­πο­μπή στις πηγές που αξιο­ποι­ή­θη­καν. Ο Αρκου­δέ­ας δεν γρά­φει (ιστο­ρι­κή) μελέ­τη ή πραγ­μα­τεία (αν και φλερ­τά­ρει και με αυτό το είδος). Από τη στιγ­μή όμως που υιο­θε­τεί το σύστη­μα των παρα­πο­μπών και των πηγών είναι απο­ρί­ας άξιο για­τί αυτό δεν το ακο­λου­θεί με συνέ­πεια και για­τί δεν υιο­θε­τεί ένα από τα διε­θνώς ανα­γνω­ρι­σμέ­να συστή­μα­τα γρα­φής των παρα­πο­μπών και των συντο­μεύ­σε­ων (ίσως και με τη συν­δρο­μή του επι­με­λη­τή της έκδο­σης). Έτσι, για παρά­δειγ­μα, ανα­ρω­τιέ­μαι τι συνει­σφέ­ρει στο έργο η επα­να­λη­πτι­κή παρά­θε­ση (για δέκα συνε­χό­με­νες φορές) της παρα­πο­μπής στο έργο «Καζαν­τζά­κης, Νίκος, Ταξι­δεύ­ο­ντας: Ιαπω­νία – Κίνα, Αθή­να, Ελέ­νη Καζαν­τζά­κη, 1969», χωρίς μάλι­στα να δηλώ­νε­ται κάθε φορά ο αντί­στοι­χος αριθ­μός της σελί­δας από την οποία αντλεί­ται το παρά­θε­μα στο οποίο παρα­πέ­μπει ο συγ­γρα­φέ­ας (σελ. 565–566).

Οφεί­λω ακό­μη να δια­τυ­πώ­σω μια τελευ­ταία ένστα­ση που δια­τη­ρώ ανα­φο­ρι­κά με το περιε­χό­με­νο του έργου και συνα­κό­λου­θα με τον βασι­κό του προ­σα­να­το­λι­σμό. Ο Αρκου­δέ­ας με αφορ­μή την υπό­θε­ση της υπο­ψη­φιό­τη­τας του Καζαν­τζά­κη για το βρα­βείο Νόμπελ προ­σφέ­ρει ένα απο­λαυ­στι­κό ανά­γνω­σμα με συμπε­ρί­λη­ψη και πολ­λών άλλων εύστο­χων και αξιο­ση­μεί­ω­των παρα­μέ­τρων. Έτσι, εκτός των άλλων επι­χει­ρεί να δώσει στοι­χεία βιο­γρα­φί­ας και ψυχο­γρα­φί­ας του συγ­γρα­φέα, γεγο­νός καταρ­χήν θεμι­τό. Η συμπε­ρί­λη­ψη όμως της μη δια­σταυ­ρω­μέ­νης συζή­τη­σης τρί­των προ­σώ­πων ανα­φο­ρι­κά με την ύπαρ­ξη ή την μη ύπαρ­ξη σεξουα­λι­κών σχέ­σε­ων μετα­ξύ του Καζαν­τζά­κη και της πρώ­της του συζύ­γου Γαλά­τειας ειλι­κρι­νά ανα­ρω­τιέ­μαι τι συνει­σφέ­ρει στην ανά­δει­ξη του τόσου σημα­ντι­κού ζητή­μα­τος της υπο­ψη­φιό­τη­τάς του για το βρα­βείο και το πώς τελι­κά αυτό χάθη­κε· αντί­θε­τα μπο­ρεί να στρέ­ψει το ενδια­φέ­ρον μιας μερί­δας ανα­γνω­στών προς κατευ­θύν­σεις που προ­φα­νώς βρί­σκο­νται εκτός των στο­χεύ­σε­ων του συγ­γρα­φέα. Σε κάθε περί­πτω­ση ο Αρκου­δέ­ας συνέ­θε­σε ένα αξιό­λο­γο βιβλίο, ένα βιβλίο ανα­φο­ράς για τον Καζαν­τζά­κη και το έργο του. Γνώ­μη μου είναι πως το βιβλίο θα ήταν εξί­σου απο­λαυ­στι­κό και ενδια­φέ­ρον στην ανά­γνω­σή του, εξί­σου αξιο­ση­μεί­ω­το ως προς τα επι­τεύγ­μα­τά του εάν εξέ­λει­παν ορι­σμέ­νες παρεκ­κλί­σεις του Αρκου­δέα σε δευ­τε­ρεύ­ου­σας σημα­σί­ας, ως προς το κεντρι­κό, ζητή­μα­τα· γνώ­μη μου είναι πως με μια πιο σφι­κτή και πιο αυστη­ρή δομή τα καλ­λι­τε­χνι­κά επι­τεύγ­μα­τα του βιβλί­ου θα ήταν ακό­μη πιο σημα­ντι­κά.

Χρή­στος Δανι­ήλ