Το βιβλίο για το οποίο μιλάμε σήμερα σε μια πρώτη ματιά αυτοσυστήνεται ως μια συναρπαστική οικογενειακή υπόθεση, ένα δοκίμιο γραμμένο από έναν πατέρα και μια κόρη για τη σχέση των Εβραίων με τις λέξεις. Πρόκειται για ένα κείμενο δουλεμένο – για την ακρίβεια τυραννισμένο- κάτω από τους μεγεθυντικούς φακούς της Ιστορίας, με γλώσσα λογοτεχνική, ιδιοπρόσωπη και τρυφερή τόσο, που να μυρίζει σπιτική κουζίνα. Επιπλέον σας κάνουμε γνωστό πως είναι ένα κείμενο που αποστρέφεται το βαρύγδουπο ύφος αν και ανιχνεύει δυσθεώρητα  βάθη και δηλώνει εξ’ αρχής κι απροσχημάτιστα τον σκοπό του: Θέλει να λαξεύσει και να κάνει πειστικά τα επιχειρήματα που καταδεικνύουν ότι η ενότητα του εβραϊκού λαού μέσα σε τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας δεν είναι μια γενεαλογία φυλετικής καθαρότητας, ούτε τόσο πολύ μια ομοιογενής  αφήγηση θρησκευτικής πίστης, ούτε ακόμη μια ανεπηρέαστη γλωσσική διάρκεια αλλά ένα κειμενικό συνεχές σκαλισμένο αρχικά σε πέτρα, ύστερα σε κεραμίδα, σε περγαμηνή, σε χαρτί και τελικά σε οθόνη.

Ας ξεκινήσουμε όμως με ένα ερώτημα όμορο της ψυχαναλυτικής μεθόδου. Πώς φαντάζεται ο καθένας μας τις λέξεις, πώς σχηματοποιεί την έννοιά τους, τι χρώματα δουλεύει στο προσωπικό του εργαστήρι εικονοποιίας;

Αντιγράφω από ένα διάσημο μυθιστόρημα του εικοστού αιώνα, «Τα Εκατό χρόνια μοναξιάς». Γράφει στην αρχή του ο Μάρκες: Το Μακόντο ήταν τότε ένα χωριό με είκοσι σπίτια από πηλό και καλάμια, χτισμένα στην όχθη ενός ποταμού με διάφανα νερά, που κυλούσαν σε μια κοίτη με λείες πέτρες, άσπρες και τεράστιες, σαν προϊστορικά αυγά. Ο κόσμος ήταν τόσο νεόπλαστος ώστε πολλά πράγματα δεν είχαν όνομα και για να τα αναφέρεις έπρεπε να τα δείξεις με το δάχτυλο. [1] Οι συγγραφείς, συχνά φαντασιώνονται τις λέξεις σαν αυγά και την επώασή τους σαν ένα αγκάλιασμα με την ψυχή τους, ένα χουχούλιασμα  του σώματός τους με το τσόφλι. όλα ως το  πρώτο ράγισμα, το πρώτο σκίρτημα. Εν αρχή ην ο λόγος λοιπόν και τα παιδιά των λέξεων, που είναι οι νεοσσοί της ανθρώπινης ιστορίας.

Το βιβλίο για το οποίο μιλάμε σήμερα χωρίζεται σε τέσσερα μέρη.

Στον πρόλογο προλειαίνεται το έδαφος σχεδόν απολογητικά: Το δοκιμιακό ύφος γραφής είναι ικανό να δημιουργήσει πανοραμικές πραγματείες πάνω σε τεράστια ζητήματα, είναι όμως εξίσου επιρρεπές στην επιλεκτική ανάγνωση, την προσωπική προκατάληψη και την υπεροπτική γενίκευση.

Από το πρώτο κιόλας μέρος διευκρινίζεται ότι η εβραϊκή ταυτότητα των συγγραφέων δε στηρίζεται σε θρησκευτικά πιστεύω, αλλά είναι κοσμική, με την έννοια ότι δεν αναζητά τη γαλήνη αλλά τη διανοητική ανησυχία. Η Βίβλος στα μάτια τους έχει μια τόσο μεγάλη λογοτεχνική αξία, ώστε η ανάγνωσή της υπερβαίνει τον λατρευτικό χαρακτήρα όπως και την επιστημονική της διερεύνηση. Κανείς όμως δε θα διαφωνούσε ότι αυτό το βιβλίο αναμφισβήτητα πυροδότησε την έκρηξη γεννήσεων ατελείωτων κειμένων, την εμφάνιση μιας θυγατρικής γραμματείας που κράτησε αιώνες και συνεχίζεται ακόμη.

Η διαγενεακή σχέση των Εβραίων με τα κείμενα εξασφάλισε πέρα από κάθε αμφιβολία τη συλλογική τους επιβίωση. Στο παρόν βιβλίο η σχέση των Εβραίων με τα ιερά κείμενα παρουσιάζεται ως μια γοητευτική αφήγηση μαθητείας ανάμεσα σε πατέρα και γιο, ως μελέτη και αποστήθιση κοντά σε ένα λυχνάρι, ως μητρικό χάδι και ζεστό σταφιδόψωμο δίπλα στο αλφαβητάρι μέσα σε μια ταπεινή κουζίνα, πριν έρθει η ώρα ενός μουντού σχολείου σε κάποιο υπόγειο της κοινότητας. Σχολεία όμως υπήρχαν για όλους, φτωχούς και πλούσιους, πριν ακόμη κι από την πρώτη καταπολέμηση του αναλφαβητισμού από τις προτεσταντικές ομολογίες της Ευρώπης, πριν ακόμη και από το αλληλοδιδακτικό σχολείο της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης. Ήταν η εποχή που οι πλούσιοι και δυνατοί του κόσμου αναρωτιόντουσαν ποιος θα κρατούσε όλη μέρα τα παιδιά των εξαθλιωμένων εργατών, όταν τα πρώτα εργοστάσια είχαν άμεση ανάγκη τα εργατικά χέρια των μανάδων τους. Ήταν τότε που ίδρυσαν τα πρώτα κατ’ επίφαση σχολεία, ουσιαστικά άγονα παιδοφυλακτήρια.

Η εβραϊκή κειμενικότητα και η σχέση των ανθρώπων μαζί της έχει να παρουσιάσει θαυμαστές ιστορίες διαβούλευσης, διένεξης, θαυμασμού, συμφωνίας, διανοητικής εγρήγορσης αλλά και πολυλογίας και σχολαστικισμού. Μέσα από περιστατικά και μαρτυρίες γραφών που έλαβαν χώρα πριν από αιώνες, αρχίζει και διακρίνεται η σταδιακή μετάβαση από την προφητεία στην κριτική ερμηνεία. Στην αυγή της νεωτερικότητας αυτή η κειμενική παράδοση λόγω του μακραίωνου γραμματισμού της θα αποτελέσει μια μεγάλη δεξαμενή επιστημόνων, καλλιτεχνών, συγγραφέων , φιλοσόφων, ανθρώπων του αναστοχασμού, της αμφισβήτησης, ακόμη και της αθεΐας. Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε μια μεγάλη λίστα ονομάτων που θα φανέρωνε το πλήθος των δημιουργών που ανδρώθηκαν μέσα από τα κείμενα της εβραϊκής γραμματείας.

Η Γραμματεία πάντως αυτή εκτός από λογοτεχνία και συσσώρευση νομικών ρυθμίσεων ήταν και ένα σώμα κειμένων πίστης. Οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου είναι σαφείς ως προς την απόστασή τους από μια τέτοια ταύτιση και συμπόρευση. Τονίζουν όμως πως τελικά η ιστορία του εβραϊκού Θεού είναι μεταβαλλόμενες εννοιολογήσεις της πατρότητας, ο Θεός είναι αρσενικός βέβαια, ποτέ όμως Σπαρτιάτης ή εργένης.

Παρ’ όλα αυτά στο δεύτερο μέρος του δοκιμίου γίνεται μια συστηματική ανίχνευση της γυναικείας παρουσίας μέσα στον ανδροκρατούμενο κόσμο της Βίβλου και της γραμματείας της. Ξεκινώντας από μια ταχυδακτυλουργική εικασία ότι ο συγγραφέας του Άσμα Ασμάτων θα μπορούσε να είναι γυναίκα, περνώντας  στη Ρουθ, στην Εσθήρ, στη Δεββώρα, στις Εβραίες μάνες που τάιζαν τα παιδιά τους αμύγδαλα, αλφάβητο και σταφίδες, φτάνει έως τη Σάρα Μπερνάρ, τη Σιμόν Βέιλ και τη Χάνα Άρεντ. Γίνεται επίσης ιδιαίτερη αναφορά στις ανώνυμες γυναίκες, τις συχνά αναλφάβητες και άφωνες Εβραίες της προνεωτερικής εποχής, αυτές με το βίωμα της εσωτερικευμένης κατωτερότητας αλλά και με το περίσσευμα πρακτικής σοφίας και μητρικής στοργής.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου γίνεται λόγος για την δύσληπτη αχρονία της Βίβλου, για το πώς καταστρατηγείται η έννοια της χρονικής διαδοχής ως βασικό χαρακτηριστικό της πολυδιάστατης αντίληψης του χρόνου, καθόλου γραμμικής ή ενιαίας, ένα θέμα στο οποίο ο Αϊνστάιν θα είχε πολλά να πει. Οι Εβραίοι, σύμφωνα με τους συγγραφείς, στέκονται κυριολεκτικά αντίθετα στη ροή του χρόνου, με την πλάτη στραμμένη στο μέλλον και το βλέμμα στο παρελθόν. Ποιος είναι άραγε τελικά ο καλύτερος πλοηγός του χρόνου; Μήπως η γραμμική ερμηνεία του διαφωτισμού, οι κύκλοι του βουδισμού ή τελικά αυτή η αντίληψη που εκμαιεύεται από τη Βίβλο ότι όλα συμβαίνουν συγχρόνως;

Στο τέταρτο μέρος οι συγγραφείς αναγγέλλουν πως πρόκειται να μιλήσουν για τη συλλογικότητα και την ατομικότητα. Έτσι ξεκινάει μια περιήγηση σε στοιχεία και επιχειρήματα που αποπειρώνται να συγκροτήσουν την έννοια της συλλογικής ταυτότητας. Συναντούμε την αντίστιξη ανάμεσα στο νεωτερικό και κοσμικό από τη μια και την παραδοσιακή ορθοδοξία από την άλλη, όπως και το εννοιολογικό φορτίο των όρων ιουδαϊσμός και Εβραίοι. Ένα στοίχημα ύφους είναι ακόμη μια φορά κερδισμένο, ο λόγος απαλλαγμένος από βεβαιότητες έχει παρατήσει στο χώμα όλα τα βαρίδια και υπερίπταται  πιστός στο πνεύμα ελευθερίας που διαποτίζει όλο το βιβλίο. Γίνεται αναφορά στον Θεό ως Κύριο των αρωμάτων, στα στοιχεία άμεσης δημοκρατίας που ανιχνεύονται μέσα στα κείμενα, στις γλώσσες των Εβραίων, σε θαρραλέες γυναικείες παρεμβάσεις στο παραδοσιακό κληρονομικό δίκαιο. Τελικά Ισραηλίτες ή Εβραίοι; Ποιο προτιμούμε αναρωτιούνται οι συγγραφείς. Μια καινούρια συνομιλία ανάμεσα σε ένα παλιό όνομα με τοπικές εξαρτήσεις και σε ένα όνομα ευρύχωρο, που έχει μαζί του τα κείμενα και ταξιδεύει.

Στον επίλογο του βιβλίου γίνεται ανάμεσα στ’ άλλα και μια στάση στην εβραϊκή παράδοση του αστεϊσμού και στον αυτοσαρκασμό των αφηγητών μέσα στα κείμενα. Διαφαίνεται - κι αυτό είναι προς τιμή των συγγραφέων - ότι πραγματεύονται τα ευτράπελα χωρίς να μωρολογούν και δίχως να στραγγαλίζουν τις λέξεις από τον φόβο μην παρεξηγηθούν. Επιχειρηματολογούν και αφηγούνται διασκεδάζοντας χωρίς ενοχές, κλείνουν το μάτι στους αναγνώστες υπονοώντας ότι ένα δοκίμιο δεν είναι μόνο καθήκον και επιχειρήματα, ο λόγος και οι λέξεις είναι το νερό της ζωής, που όταν καταφέρνει και αποδρά από τους σωλήνες εκτινάσσεται σε θαυμαστά σιντριβάνια.

Κλείνω με αυτά τα λίγα λόγια καθώς υποδεχόμαστε το βιβλίο τους στη χώρα μας με μια ελληνική κειμενική χειραψία. Καλωσορίζουμε τη Φάνια Οζ και μέσω αυτής και τον Άμος Οζ, με έναν ελληνικό στίχο που γράφτηκε τότε, εκείνα τα ίδια χρόνια όταν ο αέρας της ερήμου έγραφε πάνω στα φορέματα των νομάδων και οι φοινικιές έγερναν η μια δίπλα στην άλλη σα να επρόκειτο να μιλήσουν. Έγραψε λοιπόν τότε ο Πίνδαρος:

«Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον, όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω, μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν».

―Πίνδαρος
και στα νέα ελληνικά

«Κι είναι η πιο κούφια φύτρα ανθρώπινη, εκείνοι που τα ντόπια τους καταφρονώντας, στρέφουν τα μάτια τους στα μακρινά, τον άνεμο με ελπίδες μάταιες κυνηγώντας».

Μετάφραση - Γρυπάρης

Με  απλά λόγια, φίλες και φίλοι, αν δεν αγαπήσεις πρώτα τα δικά σου, των πατέρων σου και των μητέρων σου, και προσπαθείς να αγαπήσεις τα μακρινά, ματαιοπονείς. Αυτό τον στίχο διάλεξε ο Γιώργος Σεφέρης ως εισαγωγή στον Ερωτικό λόγο πριν από πολλές δεκαετίες. Καλωσορίζουμε λοιπόν το βιβλίο και τους συγγραφείς στην Ελλάδα, γιατί βλέπουμε πως τα λόγια αυτού του λαού, του οποίου οι καθεδρικοί του ναοί ήταν οι λέξεις, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, πολύ τα αγάπησαν.


[1] Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Εκατό χρόνια μοναξιάς, μτφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου Μπαράχας, εκδ. ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ  Α.Α  ΛΙΒΑΝΗ

Η ομιλία του Ισίδωρου Ζουργού από την παρουσίαση του βιβλίου Οι Εβραίοι και οι λέξεις της Φάνιας Οζ και του Άμος Οζ που έγινε στα πλαίσια της 11ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.