Ο Κρη­τι­κός και κρι­τι­κός Μάνος Λου­κά­κης έλε­γε ένα ωραίο: «Μόνον αν ζεις μες στη λογο­τε­χνία μπο­ρείς να κατα­λά­βεις πόσο την αγα­πάς». Μιλού­σε για τους κατε­ξο­χήν ανθρώ­πους της, τους συγ­γρα­φείς, και ανα­λο­γι­ζό­ταν τις αδυ­να­μί­ες τους, κατα­νο­ώ­ντας όμως πάντα τις ανα­σφά­λειές τους, τις συμ­φο­ρές και τα βάσα­νά τους. Πάνω απ’ όλα αυτά βέβαια εκτι­μού­σε και συμ­με­ρι­ζό­ταν την τρέ­λα τους, γι’ αυτό και δού­λε­ψε πολ­λά χρό­νια στο πλευ­ρό τους χωρίς να φαί­νε­ται και χωρίς να πασχί­ζει να φανεί. Ως κρυ­πτο­ρο­μα­ντι­κός ποι­η­τής διέ­κρι­νε τους ανθρώ­πους σε δυο κατη­γο­ρί­ες: σε εκεί­νους που δεν έχουν κανέ­να ενδια­φέ­ρον, κανέ­να πάθος και καμία εμμο­νή, και σε εκεί­νους που καί­γο­νται από κάτι και αισθά­νο­νται την ανά­γκη να ζήσουν γι’ αυτό. Στη δεύ­τε­ρη κατη­γο­ρία ενέ­τασ­σε πλή­θος προ­σω­πι­κών ηρώ­ων του, κατάλ­λη­λων και ακα­τάλ­λη­λων για ανη­λί­κους. Μετα­ξύ αυτών σε περί­ο­πτη θέση τοπο­θε­τού­σε τους συγ­γρα­φείς.

Γνω­ρί­ζω κι άλλους που δια­κα­τέ­χο­νται από το ίδιο μερά­κι για τη λογο­τε­χνία, που αγα­πούν αδια­κρί­τως τους δημιουρ­γούς, χωρίς να νοιά­ζο­νται για το αν είναι άγιοι ή δαί­μο­νες, γυναί­κες ή άντρες, ζώντες ή τεθνε­ώ­τες. Είναι όλοι εκεί­νοι που επι­ζη­τούν μια κινη­τή­ρια φωνή για τα συναι­σθή­μα­τά τους, έναν βαθύ­τε­ρο στο­χα­σμό για ό,τι συμ­βαί­νει γύρω μας, έναν ήχο δια­φο­ρε­τι­κό από αυτόν που αφή­νει το «όπλο πάνω στο τρα­πέ­ζι», που δεν ξέρου­με αν είναι Μπρί­τις Μπούλ­ντο­γκ ή νερο­πί­στο­λο.

Δια­νύ­ου­με μέρες κρί­σης. Ασχο­λού­μα­στε νυχθη­με­ρόν με αυτήν και προ­σπα­θού­με να συνα­γά­γου­με συμπε­ρά­σμα­τα από ό,τι γρά­φε­ται και λέγε­ται σε διά­φο­ρα πόρ­ταλ στο ίντερ­νετ, στα κανά­λια της ραδιο­τη­λε­ό­ρα­σης, στον εγχώ­ριο και ξένο Τύπο. Ο δημό­σιος λόγος κυριαρ­χεί­ται από αριθ­μη­τι­κές εκτι­μή­σεις, ο ιδιω­τι­κός κατα­κλύ­ζε­ται από μαθη­μα­τι­κούς υπο­λο­γι­σμούς. Μάθα­με ξανά τη διαί­ρε­ση, ξέρου­με πόσο έχει το χαρ­τί υγεί­ας στο σού­περ μάρ­κετ, κυνη­γά­με τους ντί­λερ των πλη­ρο­φο­ριών για να μας ενη­με­ρώ­σουν για τις δόσεις μας και αδυ­να­τού­με να πραγ­μα­τευ­τού­με το κύριο, το φλέ­γον θέμα: Ποιος είναι ο ρόλος μας μέσα σε αυτόν τον κυκε­ώ­να; Πού πάμε ως άνθρω­ποι, ο καθέ­νας μόνος του ή και όλοι μαζί;

Το τελευ­ταίο διά­στη­μα διά­βα­σα αρκε­τά βιβλία που δημιουρ­γούν και δίνουν την ελπί­δα που ανα­ζη­τού­με. Τα περισ­σό­τε­ρα εξ αυτών θα κυκλο­φο­ρή­σουν μέχρι τα μέσα του 2013. Έχω ήδη ανα­φερ­θεί σε μερι­κά, θα ακο­λου­θή­σουν και άλλα κεί­με­νά μου για τα επό­με­να. Πολ­λοί Έλλη­νες συγ­γρα­φείς, παλαιό­τε­ροι και νεό­τε­ροι, μετα­σχη­μα­τί­ζουν τη δυστυ­χία και την από­γνω­ση σε πρώ­τη ύλη και ανα­δια­τυ­πώ­νουν τα δια­κυ­βεύ­μα­τα της καθη­με­ρι­νής ζωής. Κυκλο­φο­ρούν γύρω από τα σκου­πί­δια για να δουν τους ανθρώ­πους των σκου­πι­διών, τρι­γυρ­νούν μέσα στον όχλο και εστιά­ζουν στο κάθε πρό­σω­πο ξεχω­ρι­στά, ταξι­δεύ­ουν από τα αστι­κά δια­με­ρί­σμα­τα μέχρι τα μίνι μάρ­κετ της ελλη­νι­κής επαρ­χί­ας, για να φέρουν στο προ­σκή­νιο τους έγκλει­στους στην τρα­γω­δία της σύγ­χρο­νης κατά­στα­σης, τους επί­δο­ξους φυγά­δες από το κλου­βί της επι­και­ρό­τη­τας. Για να αφη­γη­θούν με έναν δικό τους τρό­πο αυτό που συμ­βαί­νει γύρω μας, για να μιλή­σουν γι’ αυτό που συμ­βαί­νει μέσα μας.

Είναι αισιό­δο­ξο αυτό που γεν­νιέ­ται σήμε­ρα στην ελλη­νι­κή λογο­τε­χνία. Από παλαιούς γρα­φιά­δες που ξανα­ζούν τη φλό­γα των πρώ­των ημε­ρών της απο­χου­ντο­ποί­η­σης, από νεό­τε­ρους που στο­χά­ζο­νται για το σήμε­ρα και το αύριο, από ανθρώ­πους που στε­ρού­νται πολ­λές φορές τα στοι­χειώ­δη, από συγ­γρα­φείς που κόπη­καν στις εφη­με­ρί­δες και στα περιο­δι­κά ως συνερ­γά­τες πολυ­τε­λεί­ας, από λογο­τέ­χνες που, εκτός των άλλων, συχνά ακού­νε από διά­φο­ρους ανε­παρ­κείς ή ελι­τι­στές ανα­γνώ­στες την κοι­νο­το­πία: «Εγώ δεν δια­βά­ζω Έλλη­νες συγ­γρα­φείς, μόνο ξένους», λες και η ελλη­νι­κή λογο­τε­χνία είναι η εθνι­κή ομά­δα ποδο­σφαί­ρου. Ή λες και ολό­κλη­ρη η γαλ­λι­κή, η γερ­μα­νι­κή ή η αμε­ρι­κα­νι­κή βιβλιο­πα­ρα­γω­γή είναι «παλά­τια χρυ­σο­στό­λι­στα, χαρέ­μια με δια­μά­ντια».

Τελι­κά στο σκο­τά­δι βλέ­που­με πιο καθα­ρά. Απ’ ό,τι φαί­νε­ται δια­βά­ζου­με και εξαι­ρε­τι­κά βιβλία. Τα καλύ­τε­ρα έρχο­νται για την ελλη­νι­κή πεζο­γρα­φία. Και αυτό δεν είναι ασή­μα­ντο.