Εικό­να πρώ­τη. Ο οδη­γός μας έχει χαθεί. Κάθε τόσο, όταν κου­νά­ει το κεφά­λι του απελ­πι­σμέ­νος, παίρ­νω στο κινη­τό μου τον αριθ­μό της Ναντίν Γκόρ­ντι­μερ και του το δίνω να μιλή­σει μαζί της. Τα λένε, αυτός κου­νά­ει κατα­φα­τι­κά το κεφά­λι του, ύστε­ρα μου δίνει το τηλέ­φω­νο πίσω και, γεμά­τος σιγου­ριά, κάνει μετα­βο­λή. Μετά από λίγο, τα ίδια. Τηλέ­φω­νο, κου­βέ­ντα με τη συγ­γρα­φέα, μετα­βο­λή, ξεκί­νη­μα προς άλλη κατεύ­θυν­ση. Αυτό συμ­βαί­νει τρεις ή τέσ­σε­ρις φορές.

Οι συνοι­κί­ες, στα μάτια μας, όλες ίδιες. Σπι­τά­κια των δύο συνή­θως ορό­φων, κήποι, ηλε­κτρο­φό­ρα σύρ­μα­τα, πότε πότε το γάβγι­σμα ενός σκύ­λου. Ύστε­ρα, σαν από θαύ­μα, βρί­σκου­με το μεγά­λο πάρ­κο που δεί­χνει ότι μπή­κα­με στη σωστή πλευ­ρά. Μια στρο­φή, κι ύστε­ρα το σπί­τι. Μας ανοί­γει μια ογδο­ντά­χρο­νη μαύ­ρη οικο­νό­μος. Η κυρία Ναντίν κατε­βαί­νει αμέ­σως, μας λέει.

Φορά­ει μια πορ­το­κα­λιά που­κα­μί­σα, άσπρο παντε­λό­νι κι έχει τα μαλ­λιά της τρα­βηγ­μέ­να πίσω, όπως δεκα­έ­ξι μήνες πριν, στην Αθή­να, όταν την είχα­με προ­σκα­λέ­σει να μιλή­σει στο Μέγα­ρο Μου­σι­κής. Κατε­βαί­νει με σίγου­ρο βήμα τη σκά­λα, οι ρυτί­δες δεν έχουν κατα­φέ­ρει να θαμπώ­σουν τη ζωη­ρά­δα του βλέμ­μα­τός της και το κάπως ειρω­νι­κό της χαμό­γε­λο.

Μας βάζει στο καθι­στι­κό του σπι­τιού. Μια πόρ­τα βγά­ζει στον κήπο. Μπρο­στά μπρο­στά ένα τερά­στιο ινδι­κό φού­λι ανθι­σμέ­νο, πολύ πιο πλού­σιο και μεγά­λο από αυτό που έχω στο μπαλ­κό­νι μου στην Αθή­να. Μας ξενα­γεί, με την υπε­ρη­φά­νεια όσων ασχο­λού­νται οι ίδιοι με τα φυτά, στον κήπο της. Γύρω γύρω πολ­λά παχύ­φυ­τα και κάκτοι, αθά­να­τοι, αλό­ες, κι ύστε­ρα μυρω­δι­κά, και πιο κει μεγά­λα δέν­δρα, άλλα αφρι­κά­νι­κα και άλλα από τη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή.

Στην άκρη του κήπου γυρί­ζει και μας λέει «κοι­τάξ­τε αυτό το αίσχος». Το «αίσχος» είναι μια σει­ρά από ηλε­κτρο­φό­ρα σύρ­μα­τα, που ανα­γκά­στη­κε να βάλει, ξερι­ζώ­νο­ντας μάλι­στα μια σει­ρά από φυτά που αγα­πού­σε.

Το είχαν γρά­ψει οι εφη­με­ρί­δες όλου του κόσμου. Λίγο και­ρό πριν πάμε, μια συμ­μο­ρία ληστών είχε εισβά­λει στο σπί­τι της. Ήταν μόνη, μαζί με τη σχε­δόν συνο­μή­λι­κη γυναί­κα που τη βοη­θά­ει στις δου­λειές του σπι­τιού. Οι ληστές μπή­καν, τις έδε­σαν, όταν η οικο­νό­μος πήγε να βάλει τις φωνές τη χτύ­πη­σαν, και τις κλεί­δω­σαν σε μια μικρή απο­θη­κού­λα ύψους μόλις ενός μέτρου. Έκλε­ψαν ό,τι ήταν να κλέ­ψουν κι έφυ­γαν αφή­νο­ντας τις δύο ηλι­κιω­μέ­νες γυναί­κες φιμω­μέ­νες και δεμέ­νες στην απο­θη­κού­λα. Τις ανα­κά­λυ­ψαν ώρες αργό­τε­ρα οι άνθρω­ποι της εται­ρεί­ας που φρό­ντι­ζε για τη φύλα­ξη του σπι­τιού.

Αν δεν έβα­ζε ηλε­κτρο­φό­ρα σύρ­μα­τα, της είπαν οι άνθρω­ποι της ασφά­λειας, όπως έχουν όλα τα άλλα σπί­τια των λευ­κών (αλλά και των πλού­σιων μαύ­ρων) στις καλές συνοι­κί­ες του Γιο­χά­νε­σμπουρ­γκ, θα ακύ­ρω­ναν όλες τις ασφά­λειές της. Κι εκεί­νη, η αρι­στε­ρή Γκόρ­ντι­μερ, στα ογδό­ντα πέντε της, με πόνο ψυχής, ανα­γκά­στη­κε να τα βάλει. Κι είναι το πρώ­το πράγ­μα που μας δεί­χνει από το σπί­τι της, με μια έκφρα­ση που αν δεν δεί­χνει ακρι­βώς απελ­πι­σία, σίγου­ρα δεί­χνει απο­γο­ή­τευ­ση και πικρία. «Αν ήθε­λα να συνε­χί­σω να ζω μόνη μου, έπρε­πε να το κάνω», εξη­γεί.

Ιντερ­μέ­τζο. «Ο Άγγλος παπ­πούς μου, ο πατέ­ρας της μητέ­ρας μου, ήρθε στη Νότια Αφρι­κή το 1880 για τον γνω­στό λόγο: για να γίνει πλού­σιος, να βρει δια­μά­ντια. Ο σκο­πός του, φοβά­μαι, δεν στέ­φθη­κε από επι­τυ­χία. Η μητέ­ρα μου γεν­νή­θη­κε εδώ. Ο πατέ­ρας μου, αντί­θε­τα, ήρθε όταν ήταν δεκα­τριών χρο­νών. Ήρθε από τη Λιθουα­νία, η οποία τότε ήταν κάτω από την τσα­ρι­κή κυριαρ­χία. Ήρθε μόνος, με το καρά­βι, χωρίς να ξέρει λέξη αγγλι­κά αλλά με τη διά­θε­ση να δου­λέ­ψει και να μορ­φω­θεί, αφού στη Λιθουα­νία δεν άφη­ναν τους Εβραί­ους να μορ­φω­θούν.

»Μεγά­λω­σα σε ένα αρκε­τά φιλε­λεύ­θε­ρο κλί­μα. Στο σπί­τι είχα­με μια μαύ­ρη υπη­ρέ­τρια η οποία, όπως στα μυθι­στο­ρή­μα­τα του αμε­ρι­κά­νι­κου Νότου, ήταν για μένα μια δεύ­τε­ρη μητέ­ρα. Είχε, μάλι­στα, την άδεια να με τιμω­ρεί όταν ήμουν άτα­κτη, πράγ­μα που δεν συνέ­βαι­νε συχνά, για­τί ήμουν μάλ­λον πει­θαρ­χη­μέ­νο παι­δί.

»Μικρή ήμουν παθια­σμέ­νη με τον χορό αλλά στα έντε­κα ανα­κά­λυ­ψαν πως έπα­σχα από αρρυθ­μί­ες στην καρ­διά και με ανά­γκα­σαν να στα­μα­τή­σω τον χορό. Τότε επι­κε­ντρώ­θη­κα στο διά­βα­σμα και άρχι­σα να γρά­φω τις πρώ­τες μου ιστο­ρί­ες, ιστο­ρί­ες για παι­διά. Έστει­λα μάλι­στα μερι­κές από αυτές σε ένα παι­δι­κό περιο­δι­κό, το οποίο τις δημο­σί­ευ­σε. Όπως βλέ­πε­τε, δημο­σιεύ­τη­κα από νωρίς. Αυτό μου έδω­σε θάρ­ρος κι έτσι αφο­σιώ­θη­κα στο γρά­ψι­μο, όχι επει­δή ήθε­λα να γίνω συγ­γρα­φέ­ας αλλά επει­δή αγα­πού­σα το γρά­ψι­μο και επει­δή είχα πολ­λές ιστο­ρί­ες να αφη­γη­θώ. Το πρώ­το μου διή­γη­μα για ενή­λι­κες το έγρα­ψα μόλις δεκα­πέ­ντε χρο­νών, το 1939. Με το χαρ­τζι­λί­κι μου είχα αγο­ρά­σει μια μικρή γρα­φο­μη­χα­νή. Έστει­λα τη δακτυ­λο­γρα­φη­μέ­νη ιστο­ρία μου σε ένα περιο­δι­κό, κι αυτοί τη δημο­σί­ευ­σαν χωρίς να φαντά­ζο­νται ότι είχε γρα­φτεί από ένα παι­δί. Ο τίτλος ήταν Έλα πίσω γρή­γο­ρα. Ήταν η ιστο­ρία ενός ηλι­κιω­μέ­νου άντρα, ενός χήρου, ο οποί­ος καλεί­ται να μεί­νει στο σπί­τι του γιου του. Ο γιος του όμως από την αρχή θα τον θεω­ρεί μπε­λά, και μόνο η νύφη του θα τον κατα­λά­βει.

»Πώς μου ήρθε στο νου μια τέτοια ιστο­ρία; Δεν ξέρω. Σήμε­ρα, ως ηλι­κιω­μέ­νη, γρά­φω συχνά ιστο­ρί­ες από τη σκο­πιά ενός παι­διού. Όμως κάπο­τε υπήρ­ξα παι­δί, ενώ στα δεκα­πέ­ντε μου δεν είχα υπάρ­ξει ως ηλι­κιω­μέ­νη. Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα προ­τέ­ρη­μα με το οποίο γεν­νιέ­ται ένας συγ­γρα­φέ­ας. Γνω­ρί­ζεις τα πάντα μέσα από την παρα­τή­ρη­ση. Γνω­ρί­ζεις ηλι­κιω­μέ­νους, τους βλέ­πεις, τους ακούς, μαθαί­νεις να μπαί­νεις στο πετσί τους».

Εικό­να δεύ­τε­ρη. Μας ξενα­γεί στο σπί­τι της. Το σπί­τι αυτό εξη­γεί κατά κάποιον τρό­πο την εξέ­λι­ξη της ζωής και της τέχνης μου, λέει καθώς αγκα­λιά­ζει με το βλέμ­μα της το κάθε δωμά­τιο, το κάθε έπι­πλο, το κάθε δια­κο­σμη­τι­κό στοι­χείο. Αφρι­κά­νι­κες μάσκες από το Κον­γκό και την Ανγκό­λα, κερα­μι­κά από διά­φο­ρες μεριές της Νοτί­ου Αφρι­κής, πίνα­κες μαύ­ρων καλ­λι­τε­χνών, αφί­σες από εκθέ­σεις που οργά­νω­νε τα τελευ­ταία χρό­νια της ζωής του ο δεύ­τε­ρος άντρας της, ο Ράιν­χολ­ντ Κασί­ρερ.

Φωτο­γρα­φί­ες του υπάρ­χουν παντού. Και το δωμά­τιο που φιλο­ξε­νού­σε το γρα­φείο του, σήμε­ρα είναι χώρος απο­θη­κευ­μέ­νων ανα­μνή­σε­ων. Γερ­μα­νο­ε­βραί­ος, πέρα­σε όλη του τη ζωή κάνο­ντας βαρε­τά πράγ­μα­τα, μόνο και μόνο για να θρέ­ψει την οικο­γέ­νειά του. Ύστε­ρα, στα εξή­ντα του, άρχι­σε να ασχο­λεί­ται με αυτό που πάντα ήθε­λε, το εμπό­ριο έργων τέχνης. Στην αρχή άνοι­ξε ένα παράρ­τη­μα του Σόθ­μπις, ύστε­ρα μια δική του γκα­λε­ρί. Πέθα­νε το 2001.

Οι τοί­χοι, λοι­πόν, γεμά­τοι φωτο­γρα­φί­ες. Κάποια στιγ­μή, κι ενώ μας δεί­χνει μπρο­στά στην κάμε­ρα μια φωτο­γρα­φία που τρα­βή­χτη­κε στη Στοκ­χόλ­μη τη βρα­διά της απο­νο­μής του Νόμπελ Λογο­τε­χνί­ας (εκεί­νη, απα­στρά­πτου­σα, έχει γεί­ρει στον ώμο του γιου της, ενώ δίπλα η κόρη και ο άντρας της πανη­γυ­ρί­ζουν), σκο­ντά­φτει σε ένα κου­τί που βρί­σκε­ται στο πάτω­μα, και πέφτει κάτω. Τρο­μά­ζου­με, τη σηκώ­νου­με, στα­μα­τά­με το γύρι­σμα. Από το πόδι της τρέ­χει αίμα. Εκεί­νη σηκώ­νε­ται, ρίχνει μια φευ­γα­λέα ματιά στο πόδι, και λέει κοφτά: «Συνε­χί­ζου­με. Θα το καθα­ρί­σω αργό­τε­ρα».

Το γρα­φείο της, στο ισό­γειο, δεν έχει καμιά ιδιαί­τε­ρη θέα. Το παρά­θυ­ρο βλέ­πει στο πιο στε­νό μέρος του κήπου. Η ιδέα, λέει, ότι ο συγ­γρα­φέ­ας χρειά­ζε­ται μια υπέ­ρο­χη θέα, δεν ισχύ­ει. Το μόνο που χρειά­ζε­ται είναι απο­μό­νω­ση. Άντε και μερι­κές βιβλιο­θή­κες με λεξι­κά.

Πάνω από την πόρ­τα του γρα­φεί­ου ένα σκί­τσο με κάρ­βου­νο που δεί­χνει τον Γκί­ντερ Γκρας πίσω από έναν κάκτο. Φίλοι από παλιά (τι ωραία η φωτο­γρα­φία της Ίνγκε Φελ­τρι­νέ­λι που τους απα­θα­να­τί­ζει αγκα­λια­σμέ­νους στη Βίλα Ντε­ά­τι, την υπέ­ρο­χη βίλα του 18ου αιώ­να της οικο­γέ­νειας Φελ­τρι­νέ­λι!), ο Γκρας της έστει­λε το σκί­τσο για να της δεί­ξει πόσο ένιω­θε το πρό­σω­πό του «γεμά­το αγκά­θια». Η Μικέ­λα, που τέτοιες ευκαι­ρί­ες δεν τις αφή­νει, τη ρωτά­ει για το πώς είδε το «κρυ­φό» ναζι­στι­κό παρελ­θόν του Γκρας. Η Γκόρ­ντι­μερ απα­ντά­ει αμέ­σως: «Όλα αυτά υπήρ­χαν ήδη στα βιβλία του», λέει. «Και χωρίς τη συγκε­κρι­μέ­νη εμπει­ρία, ο Γκρας δεν θα μπο­ρού­σε να γρά­ψει τα βιβλία που έγρα­ψε. Τώρα όλος αυτός ο θόρυ­βος… απο­δει­κνύ­ει ότι είχε δίκιο που δεν τα είχε απο­κα­λύ­ψει από πριν».

Ιντερ­μέ­τζο. «Η γρα­φή μου ήταν –και είναι ακό­μα– μια συνε­χής προ­σπά­θεια να διεισ­δύ­σω στο μυστή­ριο της ζωής μας, στο μυστή­ριο όλων αυτών που ζού­με, των οικο­γε­νεια­κών μας σχέ­σε­ων, της σεξουα­λι­κό­τη­τάς μας, της κοι­νω­νί­ας, των πολι­τι­κών μας σχέ­σε­ων.

»Από μικρή διψού­σα για εμπει­ρί­ες στη ζωή μου. Έκα­να δυο γάμους, έκα­να παι­διά, ήθε­λα όμως πάντα κάτι περισ­σό­τε­ρο. Τα πρω­ι­νά, όταν τα παι­διά πήγαι­ναν στο σχο­λείο και ο άντρας μου στη δου­λειά, έκλει­να το τηλέ­φω­νο και άρχι­ζα να γρά­φω. Έτσι μού έγι­νε συνή­θεια, και γρά­φω πάντα τα πρω­ι­νά, παρό­λο που θα μπο­ρού­σα πλέ­ον να γρά­φω κι άλλες ώρες.

»Το γρά­ψι­μο ενός μυθι­στο­ρή­μα­τος διαρ­κεί συνή­θως τρία χρό­νια. Στο διά­στη­μα αυτό, όμως, όλο και κάποια ιστο­ρία χτυ­πά­ει την πόρ­τα του μυα­λού μου και ζητά­ει επί­μο­να να γρα­φτεί. Τότε κρα­τάω σημειώ­σεις και, όταν τελειώ­σει το μυθι­στό­ρη­μα, τη γρά­φω. Με αυτόν τον τρό­πο γλι­τώ­νω και το κενό που συνή­θως αισθά­νο­νται οι συγ­γρα­φείς όταν τελειώ­νουν ένα έργο με το οποίο συμ­βί­ω­σαν για χρό­νια. Γρά­φω, όπως κατα­λά­βα­τε, συνέ­χεια».

Εικό­να τρί­τη. Οι επι­γρα­φές που δηλώ­νουν ότι το μοντέρ­νο αυτό κτί­ριο στην κορυ­φή ενός λόφου είναι το Συνταγ­μα­τι­κό Δικα­στή­ριο της Νοτί­ου Αφρι­κής, είναι έντε­κα, όσες και οι επί­ση­μες γλώσ­σες του κρά­τους. Έχου­με δώσει ραντε­βού εκεί με τον Γιώρ­γο Μπί­ζο, τον διά­ση­μο σε όλο τον κόσμο Έλλη­να δικη­γό­ρο του Νέλ­σον Μαντέ­λα, και στε­νό φίλο της Γκόρ­ντι­μερ. Είναι μια επί­σκε­ψη στο ρατσι­στι­κό παρελ­θόν της χώρας, ένα είδος προ­σκυ­νή­μα­τος στους τόπους μαρ­τυ­ρί­ου για εκα­τομ­μύ­ρια μαύ­ρους.

Το κτί­ριο του Συνταγ­μα­τι­κού Δικα­στη­ρί­ου δεν απο­φεύ­γει τους συμ­βο­λι­σμούς, θέλει να κρα­τά­ει ζωντα­νή τη συλ­λο­γι­κή μνή­μη. Μέσα του περι­κλεί­ει ολό­κλη­ρα τμή­μα­τα από τις φυλα­κές που βρί­σκο­νταν στο σημείο εκεί­νο, αμι­γή κελιά που ορθώ­νο­νται με τους γυμνούς τους τοί­χους σαν φαντά­σμα­τα στο μεγά­λο χολ του δικα­στη­ρί­ου, και έξω, στον αχα­νή προ­αύ­λιο χώρο. Ένα από αυτά τα φαντά­σμα­τα τρα­γου­δά­ει, παλιά μονό­το­να τρα­γού­δια της φυλα­κής, με την ίδια πάντα επω­δό –τι έχου­με κάνει; τι έχου­με κάνει; μόνη μας αμαρ­τία ότι είμα­στε μαύ­ροι–, που επα­να­λαμ­βά­νο­νται συνε­χώς από ένα μεγά­φω­νο και κάνουν τον Μπί­ζο να δακρύ­σει και την Γκόρ­ντι­μερ να σκέ­φτε­ται ότι θα μπο­ρού­σε να είχε κάνει περισ­σό­τε­ρα πράγ­μα­τα από όσα είχε κάνει εκεί­νους τους χαλε­πούς και­ρούς. Έγρα­ψες βιβλία για το απαρτ­χάι­ντ, της λέει πάντα συγκι­νη­μέ­νος ο Μπί­ζος, είναι αρκε­τό.

Προ­χω­ρά­με με τον Μπί­ζο και την Γκόρ­ντι­μερ προς το παλιό οχυ­ρό των Μπό­ε­ρς, κτι­σμέ­νο το 1880, που στη συνέ­χεια μετα­τρά­πη­κε σε φυλα­κή, η Φυλα­κή Νο 4. Οι περισ­σό­τε­ροι από τους μαύ­ρους που συνα­ντά­με στον δρό­μο μας τρέ­χουν και του φιλούν το χέρι. Τον ξέρουν από την τηλε­ό­ρα­ση. Παρα­τη­ρώ την Γκόρ­ντι­μερ. Χαμο­γε­λά­ει γεμά­τη ικα­νο­ποί­η­ση γι’ αυτόν τον άνθρω­πο που, κατά κάποιον τρό­πο, άλλα­ξε και τη δική της ζωή αφού, με τη βοή­θεια του Μπί­ζου, πέρα­σε από την κατά­στα­ση της συνει­δη­το­ποι­η­μέ­νης προ­ο­δευ­τι­κής δια­νο­ού­με­νης στην κατά­στα­ση της μαχη­τι­κής ακτι­βί­στριας στον αγώ­να κατά του απαρτ­χάι­ντ.

Ο Γιώρ­γος Μπί­ζος διη­γεί­ται: «Γνώ­ρι­σα τη Ναντίν ως συγ­γρα­φέα, δια­βά­ζο­ντας το μυθι­στό­ρη­μά της The lying days (1953). Ήταν ένα μυθι­στό­ρη­μα που μιλού­σε για τη γενιά μας, τον τρό­πο που ζού­σα­με, τους έρω­τές μας. Μου είχε αρέ­σει πολύ. Τη γνώ­ρι­σα όμως προ­σω­πι­κά πολύ αργό­τε­ρα, στη Δίκη της Ριβό­νια, τον Νοέμ­βριο του 1962. Είχα ζητή­σει από τους δέκα ανθρώ­πους που εκπρο­σω­πού­σα­με τον Μαντέ­λα, τον Μπέ­κι, τους Σισού­λου, τον Άχμετ Καθρά­ντα, όλους τους άλλους, να γρά­ψουν βιο­γρα­φι­κά σημειώ­μα­τα. Όταν τα σημειώ­μα­τα αυτά ήρθαν στα χέρια μου, σκέ­φτη­κα ότι κάποιος έπρε­πε να τα επι­με­λη­θεί, να γίνουν πιο συγκι­νη­τι­κά και πιο μαχη­τι­κά, να προ­κα­λέ­σουν αίσθη­ση. Τότε σκέ­φτη­κα τη Ναντίν, την οποία δεν γνώ­ρι­ζα μέχρι τότε. Εκεί­νη δέχτη­κε, και από τότε γίνα­με καλοί φίλοι».

Η πολι­τι­κή συνει­δη­το­ποί­η­ση της Γκόρ­ντι­μερ έχει γίνει τρία χρό­νια πριν, το 1960, όταν συλ­λαμ­βά­νε­ται η φίλη της Μπέ­τι Ντι Τόιτ και όταν μαθαί­νει για τη σφα­γή της Σάρπ­βιλ, όπου η αστυ­νο­μία δολο­φο­νεί εν ψυχρώ εξή­ντα εννέα μαύ­ρους.

Την Ντι Τόιτ θυμά­ται η Γκόρ­ντι­μερ όταν πηγαί­νου­με να επι­σκε­φτού­με τις Γυναι­κεί­ες φυλα­κές που σήμε­ρα είναι ένα καλο­δια­τη­ρη­μέ­νο μου­σείο. Η Ντι Τόιτ, Αφρι­κά­νερ, μέλος του Κ.Κ. Νοτί­ου Αφρι­κής και μέλος του παρά­νο­μου Αφρι­κα­νι­κού Εθνι­κού Κογκρέ­σου, είχε συλ­λη­φθεί αρκε­τές φορές χωρίς ποτέ να της απαγ­γεί­λουν επί­ση­μη κατη­γο­ρία. Στις φυλα­κές αυτές («ήταν ένα σατα­νι­κό μέρος· συχνά άκου­γες τα ουρ­λια­χτά των κρα­του­μέ­νων γυναι­κών που βασα­νί­ζο­νταν») ερχό­ταν η Γκόρ­ντι­μερ να φέρει ζεστά, καθα­ρά ρού­χα στη φίλη της και να πιέ­σει για την απε­λευ­θέ­ρω­σή της.

Την παρα­τη­ρώ καθώς περ­πα­τά στο μεγά­λο άδειο προ­αύ­λιο της φυλα­κής. Πάλι εκεί­νο το αινιγ­μα­τι­κό χαμό­γε­λο. Ικα­νο­ποί­η­ση και περι­συλ­λο­γή. Ίσως και μια μικρή δόση νοσταλ­γί­ας. Για τα χρό­νια που πέρα­σαν, τους φίλους που έφυ­γαν.

Ιντερ­μέ­τζο. «Ως συγ­γρα­φέ­ας που ήθε­λε να κατα­γρά­ψει την πολι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της πατρί­δας μου, με ενδιέ­φε­ρε από την αρχή το θέμα των οικο­γε­νειών όσων πάλευαν για μια ελεύ­θε­ρη Νότια Αφρι­κή. Διό­τι αν είσαι αλη­θι­νός επα­να­στά­της, παρά την αγά­πη που νιώ­θεις για την οικο­γέ­νειά σου, τη βάζεις τελι­κά σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Και εντά­ξει, είσαι ο πατέ­ρας, παίρ­νεις τα ρίσκα σου, μπαί­νεις στη φυλα­κή, αφή­νεις πίσω σου τη μητέ­ρα των παι­διών σου. Τι γίνε­ται όμως αν είναι και η μητέ­ρα ακτι­βί­στρια, και μπαί­νει κι αυτή στη φυλα­κή; Τότε τα παι­διά είτε δια­σκορ­πί­ζο­νται, είτε επα­φί­ε­νται στη φρο­ντί­δα του μεγα­λύ­τε­ρου παι­διού.

»Έβλε­πα αυτή την κατά­στα­ση συνε­χώς γύρω μου, σε οικο­γέ­νειες που γνώ­ρι­ζα, και περί­με­να ότι κάποιος αγω­νι­στής συγ­γρα­φέ­ας θα έγρα­φε για όλα αυτά. Κανείς δεν το έκα­νε. Τότε σκέ­φτη­κα: “Μπο­ρεί να μη βρί­σκο­μαι στην πρώ­τη γραμ­μή, μπο­ρεί να μην πήγα φυλα­κή ή εξο­ρία, όμως θα το ρισκά­ρω και θα γρά­ψω γι’ αυτά εγώ η ίδια”. Και το έκα­να.

»Πάντα έγρα­φα αυτό που ήθε­λα. Γι’ αυτό και από το 1976 είχα συνε­χώς προ­βλή­μα­τα με τη λογο­κρι­σία που απα­γό­ρευε για μεγά­λο ή μικρό­τε­ρο χρο­νι­κό διά­στη­μα ορι­σμέ­να βιβλία μου. Αυτό όμως δεν με στα­μα­τού­σε. Ήξε­ρα, για παρά­δειγ­μα, ότι θα απα­γό­ρευαν την κυκλο­φο­ρία του βιβλί­ου μου Η κόρη του Μπέρ­τζερ, αφού είχα εντά­ξει στην ιστο­ρία ορι­σμέ­να απα­γο­ρευ­μέ­να από το καθε­στώς έγγρα­φα, όπως κάποιες προ­κη­ρύ­ξεις που είχα βρει στον δρό­μο. Όμως δεν δέχτη­κα να αλλά­ξω ούτε αρά­δα από αυτό που είχα στο νου μου».

Εικό­να τέταρ­τη. Κάνο­ντας μια εξαί­ρε­ση στον κανό­να που έβα­λε η ίδια στον εαυ­τό της, να αφιε­ρώ­νει δηλα­δή όλα της τα πρω­ι­νά απο­κλει­στι­κά και μόνο στη συγ­γρα­φή, δέχε­ται να λάβει μέρος σε μια μεση­με­ρια­νή εκδή­λω­ση που οργα­νώ­νει μια γκα­λε­ρί της συνοι­κί­ας της με αφορ­μή την κυκλο­φο­ρία του γνω­στό­τε­ρου ίσως βιβλί­ου της Ο συντη­ρη­τής σε μια νέα έκδο­ση με σχέ­δια ενός νοτιο­α­φρι­κα­νού καλ­λι­τέ­χνη.

Το κοι­νό απο­τε­λεί­ται κυρί­ως από λευ­κούς δια­νο­ού­με­νους αλλά δεν λεί­πουν και οι μαύ­ροι. Όλοι όρθιοι, την ακού­νε με προ­σο­χή. Εκεί­νη δια­βά­ζει το πρώ­το και το τελευ­ταίο κεφά­λαιο αυτού που η ίδια θεω­ρεί το αγα­πη­μέ­νο της βιβλίο. Ίσως επει­δή ήταν το βιβλίο που την έκα­νε ευρύ­τε­ρα γνω­στή σε όλο τον κόσμο. Ίσως πάλι επει­δή ήταν κατά κάποιον τρό­πο προ­φη­τι­κό. «Τώρα που το πρό­βλη­μα μας πνί­γει, όλοι γρά­φουν για την προ­στα­σία του περι­βάλ­λο­ντος. Τότε, στις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του ’70, κανείς δεν έθι­γε το πρό­βλη­μα».

Ιντερ­μέ­τζο. «Αν τύχει να γεν­νη­θείς σε μια χώρα γεμά­τη συγκρού­σεις σαν αυτή στην οποία γεν­νή­θη­κα εγώ, αυτό μοι­ραία επη­ρε­ά­ζει τη συνεί­δη­ση με την οποία αντι­με­τω­πί­ζεις τη ζωή σου και τη ζωή γύρω σου. Και θα αδι­κού­σες το ταλέ­ντο σου αν αγνο­ού­σες μέρος αυτής της ζωής.

»Αν πάλι το έργο σου υπερ­βαί­νει τις ιδιαι­τε­ρό­τη­τες του τόπου σου, του έθνους σου, της ράτσας σου, αν το έργο σου ανή­κει τελι­κώς στον άνθρω­πο, σε όποιο σημείο του κόσμου κι αν βρί­σκε­ται, τότε ναι, είσαι ένας παγκό­σμιος συγ­γρα­φέ­ας.

»Εγώ είμαι μια νοτιο­α­φρι­κα­νή συγ­γρα­φέ­ας, ακρι­βώς όπως ο Καζαν­τζά­κης είναι ένας Έλλη­νας συγ­γρα­φέ­ας».

Εικό­να πέμ­πτη. Ο Έλλη­νας πρό­ξε­νος στο Γιο­χά­νε­σμπουρ­γκ, ο οποί­ος ήταν ενη­με­ρω­μέ­νος από την αρχή για την άφι­ξη ενός συνερ­γεί­ου της Ελλη­νι­κής Τηλε­ό­ρα­σης, μας καλεί σε δεί­πνο. Είμα­στε ήδη αρκε­τές μέρες στην πόλη, ουσια­στι­κά οι διά­λο­γοί μας με την Γκόρ­ντι­μερ έχουν τελειώ­σει, εξα­κο­λου­θού­με όμως κάθε από­γευ­μα να πηγαί­νου­με σπί­τι της είτε για ένα δρο­σε­ρό ποτό είτε για να γυρί­σου­με κάποια συμπλη­ρω­μα­τι­κά πλά­να. Περ­νά­με με το αυτο­κί­νη­τό μας από το σπί­τι της και την παίρ­νου­με.

Ο κύριος Πανα­γιώ­της Σαρ­ρής και η σύζυ­γός του μας υπο­δέ­χο­νται στη βίλα που το Ελλη­νι­κό κρά­τος δια­τη­ρεί ως προ­ξε­νι­κή κατοι­κία σε αυτή την πόλη-φάντα­σμα, σε μια συνοι­κία όπου είναι μαζε­μέ­νες όλες οι ξένες αντι­προ­σω­πεί­ες και η οποία φρου­ρεί­ται νυχθη­με­ρόν. Για να μας τιμή­σει, αλλά κυρί­ως για να τιμή­σει τους δύο υψη­λούς προ­σκε­κλη­μέ­νους του, την Γκόρ­ντι­μερ και τον Μπί­ζο, έχει καλέ­σει μερι­κά από τα στε­λέ­χη της ελλη­νι­κής παροι­κί­ας.

Η βρα­διά κυλά­ει όπως κυλά­νε αυτού του είδους οι βρα­διές, κάπως χαλα­ρά, κάπως ευχά­ρι­στα, κάπως ανια­ρά. Εγώ άλλο­τε κάθο­μαι δίπλα στην Γκόρ­ντι­μερ, άλλο­τε ακούω τις ιστο­ρί­ες που αφη­γεί­ται ο Μπί­ζος, άλλο­τε απο­μα­κρύ­νο­μαι και κοι­τά­ζω με περιέρ­γεια τα βιβλία που μπο­ρεί να έχει στις βιβλιο­θή­κες της μια προ­ξε­νι­κή κατοι­κία. Οι σερ­βι­τό­ροι πηγαι­νο­έρ­χο­νται με ποτά και κάποιους ελλη­νι­κούς μεζέ­δες, οι κου­βέ­ντες είναι συμ­βα­τι­κές και γεμά­τες ευγέ­νεια, όλοι περι­μέ­νου­με να καθί­σου­με στο μακρό­στε­νο τρα­πέ­ζι για το δεί­πνο, όταν ξαφ­νι­κά ακούω την Γκόρ­ντι­μερ να έχει υψώ­σει κάπως τη φωνή και να λέει στους διπλα­νούς της αλή­θειες που συνή­θως δεν ακού­γο­νται σε τέτοιου είδους συγκε­ντρώ­σεις. «Όχι, κύριοι, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ήταν δια­φο­ρε­τι­κή. Η αλή­θεια είναι ότι με την εξαί­ρε­ση του Γιώρ­γου Μπί­ζου και δύο ή το πολύ τριών άλλων ανθρώ­πων, όλη η ελλη­νι­κή κοι­νό­τη­τα υπο­στή­ρι­ζε μέχρι τέλους φανα­τι­κά το απαρτ­χάι­ντ. Οι Έλλη­νες της Νοτί­ου Αφρι­κής δεν έδει­ξαν την παρα­μι­κρή ευαι­σθη­σία σε όσα συνέ­βαι­ναν στη μεγά­λη πλειο­νό­τη­τα του λαού αυτής της χώρας, δεν ύψω­σαν ούτε για μια στιγ­μή φωνή δια­μαρ­τυ­ρί­ας, δεν πήραν ποτέ ούτε μια πρω­το­βου­λία για να βελ­τιω­θεί η κατά­στα­ση, το αντί­θε­το επι­θυ­μού­σαν να δια­τη­ρη­θεί για πάντα εκεί­νο το καθε­στώς ανι­σό­τη­τας και ανε­λευ­θε­ρί­ας».

Σιω­πή, θυμά­μαι, ακο­λού­θη­σε τα λόγια της. Ύστε­ρα, ο πρό­ξε­νος μας κάλε­σε να καθί­σου­με στο τρα­πέ­ζι για το δεί­πνο.

Μέσα στο αυτο­κί­νη­το της επι­στρο­φής, της έδω­σα τα συγ­χα­ρη­τή­ριά μου για την –αν μη τι άλλο– αντι­κομ­φορ­μι­στι­κή στά­ση της. «Χρό­νια ήθε­λα να τα πω αυτά», μου είπε. «Σήμε­ρα, ξαφ­νι­κά, όλοι οι Έλλη­νες είναι κατά του απαρτ­χάι­ντ. Τότε όμως δεν ήταν κανείς».

Ιντερ­μέ­τζο. «Συνει­δη­το­ποί­η­σα την κατα­πί­ε­ση των μαύ­ρων σε αρκε­τά μικρή ηλι­κία. Θυμά­μαι μια σκη­νή που υπήρ­ξε πολύ σημα­ντι­κή για τη μετέ­πει­τα δια­μόρ­φω­σή μου.

»Θα ξέρε­τε ίσως ότι ήταν απα­γο­ρευ­μέ­νο στους μαύ­ρους να αγο­ρά­ζουν αλκο­όλ. Φυσι­κά οι περισ­σό­τε­ροι έφτια­χναν δια­φό­ρων ειδών μπί­ρες στο σπί­τι τους, αλλά αν τους έπια­ναν, πήγαι­ναν κατευ­θεί­αν στη φυλα­κή.

»Μια νύχτα οι γονείς μου κι εγώ ξυπνή­σα­με από κάποιους θορύ­βους στον κήπο του σπι­τιού μας. Βγή­κα­με έξω και βρή­κα­με την αστυ­νο­μία να κάνει έρευ­να στο σπι­τά­κι υπη­ρε­σί­ας. Ο επι­κε­φα­λής ήταν, όπως πάντα, λευ­κός, οι υπό­λοι­ποι μαύ­ροι. Είχαν πετά­ξει ήδη έξω στον κήπο το στρώ­μα και τα πράγ­μα­τα της κοπέ­λας που ζού­σε μαζί μας, ψάχνο­ντας για παρά­νο­μο αλκο­όλ.

»Η κοπέ­λα, Λίτι ήταν το όνο­μά της, μπο­ρεί να έφτια­χνε μπί­ρες, μπο­ρεί και να μην έφτια­χνε, δεν ξέρω. Το θέμα όμως ήταν άλλο. Οι γονείς μου στέ­κο­νταν εκεί, κοί­τα­ζαν, και κανείς τους δεν είπε: “Με ποιο δικαί­ω­μα μπή­κα­τε στο σπί­τι μας; Ποιος σας έδω­σε την άδεια; Πού είναι το ένταλ­μα ερεύ­νης σας;” Τίπο­τα! Συνέ­χι­σαν να επι­τρέ­πουν στους αστυ­νο­μι­κούς να αυθαι­ρε­τούν, και όταν αυτοί έφυ­γαν, απλώς επέ­στρε­ψαν στο κρε­βά­τι τους, αφή­νο­ντας τη Λίτι να μαζεύ­ει μόνη τα πετα­μέ­να στον κήπο πράγ­μα­τά της.

»Η ιστο­ρία αυτή έγι­νε ένα από τα πρώ­τα μου διη­γή­μα­τα».

Εικό­να έκτη. Η Γκόρ­ντι­μερ θέλει να μας βγά­λει για φαγη­τό σε ένα από τα καλά εστια­τό­ρια του κέντρου της πόλης.

Είναι ένα πολύ συμπα­θη­τι­κό μέρος, καθό­λου πολυ­τε­λές, τμή­μα ενός θεά­τρου που ανα­πα­λαιώ­θη­κε και άρχι­σε πάλι να λει­τουρ­γεί, όχι μακριά από τη γέφυ­ρα Νέλ­σον Μαντέ­λα.

[Παρέν­θε­ση: Την επο­χή που συμ­βαί­νουν όλα αυτά (Φεβρουά­ριος 2007) κανέ­νας ξένος του­ρί­στας (ιδιαί­τε­ρα λευ­κός) δεν μπο­ρού­σε να περ­πα­τή­σει στο κέντρο του Γιο­χά­νε­σμπουρ­γκ. Αντί­θε­τα με ό,τι συνέ­βαι­νε στο Κεϊ­πτά­ουν, το κέντρο του Γιο­χά­νε­σμπουρ­γκ είχε παρα­δο­θεί στους φτω­χούς μετα­νά­στες που έρχο­νται παρά­νο­μα από τις γει­το­νι­κές χώρες και, μην έχο­ντας δου­λειά κι ένα σίγου­ρο κομ­μά­τι ψωμί, γίνο­νται επι­θε­τι­κοί. Οι μετα­νά­στες αυτοί έχουν κατα­λά­βει και τον μεγα­λύ­τε­ρο αριθ­μό των ουρα­νο­ξυ­στών που κάπο­τε ανή­καν σε μεγά­λες πετρε­λαϊ­κές εται­ρεί­ες ή σε εται­ρεί­ες εξό­ρυ­ξης πολύ­τι­μων λίθων, και τώρα χάσκουν με σπα­σμέ­να συνή­θως τζά­μια, σαν θλι­βε­ρά απο­μει­νά­ρια ενός άλλου, περί­ερ­γου πολι­τι­σμού που μάζε­ψε τα υπάρ­χο­ντά του και έφυ­γε.

Δεν είναι όμως μόνο το κέντρο της πόλης που προ­κα­λεί ανα­σφά­λεια. Και στις συνοι­κί­ες, που μοιά­ζουν τόσο ήσυ­χες και ειδυλ­λια­κές, ο κόσμος τη νύχτα κλεί­νε­ται στο σπί­τι του, πίσω από τα επαί­σχυ­ντα ηλε­κτρο­φό­ρα σύρ­μα­τα που σου θυμί­ζουν Μαουτ­χά­ου­ζεν, και δεν βγαί­νει. Οι λίγοι τολ­μη­ροί που θα θελή­σουν να φάνε έξω, θα πάνε με το αυτο­κί­νη­τό τους σε συγκε­κρι­μέ­να μέρη, που φυλά­γο­νται από την αστυ­νο­μία, ένα είδος οάσε­ων ελά­χι­στων χιλιο­μέ­τρων μέσα στην αχα­νή έρη­μο του φόβου που σκε­πά­ζει την πόλη.

Δεν συμ­βαί­νει το ίδιο με το Σοβέ­το, την πόλη που απλώ­νε­ται έξω από την πόλη, και που στη μνή­μη μας θα είναι για πάντα συν­δε­δε­μέ­νη με τους αγώ­νες των μαύ­ρων για ελευ­θε­ρία. Εδώ ζουν οι όχι πλού­σιοι μαύ­ροι, εδώ βλέ­πεις τα βήμα­τα που έχει κάνει αυτός ο λαός μετά την πτώ­ση του ρατσι­στι­κού καθε­στώ­τος. Εδώ περ­πα­τάς άνε­τα, όλοι σου χαμο­γε­λούν, δεν αισθά­νε­σαι κανε­νός είδους ανα­σφά­λεια. Οι άνθρω­ποι ζού­νε φτω­χι­κά αλλά με αξιο­πρέ­πεια, χωρίς να πεθαί­νουν της πεί­νας. Πολ­λά από τα σπί­τια είναι ακό­μα φτιαγ­μέ­να από γυψο­σα­νί­δες, και σε κάθε τετρά­γω­νο βρί­σκεις και από ένα σπί­τι-εκκλη­σία, με όλες τις αμε­ρι­κα­νο­φερ­μέ­νες χρι­στια­νι­κές σέχτες που μπο­ρεί να φαντα­στεί κανείς. Αυτό είναι το αλη­θι­νό Γιο­χά­νε­σμπουρ­γκ, θα μας εξη­γή­σει η Γκόρ­ντι­μερ. Κλεί­νει η παρέν­θε­ση.]

Στον μπου­φέ του εστια­το­ρί­ου διά­φο­ρα φαγη­τά. Ένα πιά­το με κάτι μαύ­ρα μικρά καρα­με­λω­μέ­να πράγ­μα­τα μου προ­κα­λεί το ενδια­φέ­ρον. Η Γκόρ­ντι­μερ βάζει τα γέλια. Είσαι πολύ φολ­κλόρ, μου λέει, να θες να δοκι­μά­σεις αυτά τα έντο­μα (λέει το όνο­μά τους). Κάτι μετα­ξύ κατσα­ρί­δας και ακρί­δας, με γεύ­ση αδιά­φο­ρη κι ένα ανα­τρι­χια­στι­κό σκρα­τς όταν το θρυμ­μα­τί­ζεις με τα δόντια σου.

Τη ρωτώ για­τί σε αυτή την ηλι­κία έχει απο­φα­σί­σει να μένει μόνη της σε αυτή τη δύσκο­λη πόλη, και δεν πάει να ζήσει στην Ιτα­λία με την κόρη της ή στη Νέα Υόρ­κη με τον γιο της. «Για­τί αυτή είναι η πατρί­δα μου», μου λέει απλά, μην κατα­λα­βαί­νο­ντας την ερώ­τη­ση ή τον υπαι­νιγ­μό για την ηλι­κία της. «Και διό­τι τώρα ζού­με την καλύ­τε­ρη περί­ο­δο της Νοτί­ου Αφρι­κής, τώρα κτί­ζου­με από την αρχή αυτή τη χώρα, και η χώρα μάς έχει ανά­γκη».

Διό­τι, βεβαί­ως, η αγω­νι­στι­κή διά­θε­ση της Γκόρ­ντι­μερ δεν εξα­τμί­στη­κε με την πτώ­ση του ρατσι­στι­κού καθε­στώ­τος. Είναι πολ­λά αυτά που την ενο­χλούν στη νεό­τευ­κτη δημο­κρα­τία, και συχνά παρεμ­βαί­νει με άρθρα ή με ομι­λί­ες σε διά­φο­ρες εκδη­λώ­σεις λέγο­ντας τη γνώ­μη της. «Σε γενι­κές γραμ­μές, όμως, πάμε καλά, η χώρα πάει καλά, οι νέοι θα ζήσουν μια δια­φο­ρε­τι­κή Νότια Αφρι­κή από αυτή που γνω­ρί­σα­με εμείς», θα πει. «Τη χει­ρό­τε­ρη υπη­ρε­σία προ­σφέ­ρουν σήμε­ρα αυτοί που υπο­στη­ρί­ζουν το “όλα και αμέ­σως”. Μια χώρα δεν αλλά­ζει από τη μια μέρα στην άλλη, μια δημο­κρα­τία δεν κτί­ζε­ται μονά­χα με ευχο­λό­για ή με μαξι­μα­λι­σμούς».

Συζη­τά­με και για το Λέγο­ντας ιστο­ρί­ες, τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των εικο­σιε­νός σπου­δαί­ων σύγ­χρο­νων λογο­τε­χνών (από τον Άρθουρ Μίλερ, τον Γκα­μπριέλ Γκαρ­σία Μάρ­κες και τον Ζοζέ Σαρα­μά­γκου ως τη Μάρ­γκα­ρετ Άτγου­ντ, τον Άμος Οζ και τον Κλά­ου­ντιο Μάγκρις, και από τον Κεν­ζα­μπού­ρο Όε, τον Γκί­ντερ Γκρας και την Κρί­στα Βολφ ως τον Τζον Απντάικ, τον Ίνγκο Σούλ­τσε και τον Γού­ντι Άλεν) που οργά­νω­σε και επι­με­λή­θη­κε η ίδια με σκο­πό τα έξο­δα από τις πωλή­σεις να δια­τε­θούν για τα θύμα­τα του AIDS στην Αφρι­κή. Δηλώ­νει διπλά ευχα­ρι­στη­μέ­νη: πρώ­τον διό­τι όλα αυτά τα σπου­δαία ονό­μα­τα απά­ντη­σαν αμέ­σως στο προ­σκλη­τή­ριό της, κι ύστε­ρα διό­τι το βιβλίο μετα­φρά­στη­κε αμέ­σως στις σπου­δαιό­τε­ρες γλώσ­σες του κόσμου, και από τους σπου­δαιό­τε­ρους εκδο­τι­κούς οίκους.

Όταν σηκω­νό­μα­στε να φύγου­με, βλέ­πω σχε­δόν όλους τους συν­δαι­τυ­μό­νες να ανα­γνω­ρί­ζουν την Γκόρ­ντι­μερ. Τη χαι­ρε­τούν χωρίς να κρύ­βουν τη συμπά­θεια και τον σεβα­σμό τους. Αυτή η γυναί­κα που μιλά­ει για τη Νότιο Αφρι­κή αδια­φο­ρώ­ντας για το χρώ­μα των κατοί­κων της, είναι η δική τους συγ­γρα­φέ­ας.

Υπο­ση­μεί­ω­ση. Μια από τις τελευ­ταί­ες κου­βέ­ντες που είχα­με με την Γκόρ­ντι­μερ αφο­ρού­σε το μυθι­στό­ρη­μα Το όπλο του σπι­τιού, αυτό που, κατά τη γνώ­μη μου, είναι το καλύ­τε­ρό της, το πιο πολυ­διά­στα­το.

Ένα ζευ­γά­ρι εύπο­ρων, προ­ο­δευ­τι­κών, λευ­κών Νοτιο­α­φρι­κά­νων κάθο­νται μπρο­στά στην τηλε­ό­ρα­ση, όταν χτυ­πά­ει η πόρ­τα. Είναι η αστυ­νο­μία, που τους ανα­κοι­νώ­νει ότι ο μονα­χο­γιός τους συνε­λή­φθη επει­δή σκό­τω­σε τον καλύ­τε­ρό του φίλο. Όπως είναι φυσι­κό, ο κόσμος ολό­κλη­ρος του ζεύ­γους καταρ­ρέ­ει. Οι δυο τους θα περά­σουν κάθε ανα­με­νό­με­νο συναί­σθη­μα που θα περ­νού­σε ο οποιοσ­δή­πο­τε στη θέση τους: στην αρχή σκέ­φτο­νται ότι έχει γίνει κάποιο λάθος, ότι απο­κλεί­ε­ται ο γιος τους να σκό­τω­σε άνθρω­πο, ύστε­ρα σκέ­φτο­νται ότι κάποιος τον παγί­δε­ψε, μετά θα απο­φα­σί­σουν ότι σίγου­ρα ο κανα­κά­ρης τους, αν και σκό­τω­σε, έχει το δίκιο με το μέρος του. Κι ενώ ο γιος τους θα εξα­κο­λου­θή­σει να κρα­τά­ει πει­σμα­τι­κά το στό­μα του κλει­στό, οι γονείς θα ανα­κα­λύ­ψουν σιγά σιγά ότι δεν ξέρουν τίπο­τε από την αλη­θι­νή ζωή του (ανά­με­σα στα πράγ­μα­τα που θα μάθουν για τον γιο τους είναι κάποιες λεπτο­μέ­ρειες για την ερω­τι­κή του ζωή που ποτέ τους δεν θα μπο­ρού­σαν να φαντα­στούν, και ότι το θύμα είχε σεξουα­λι­κές σχέ­σεις μαζί του). Ακό­μα, στην προ­σπά­θειά τους να σώσουν τον γιο τους, θα βρε­θούν μπρο­στά σε μια σει­ρά από ηθι­κά διλήμ­μα­τα που θα ανα­στα­τώ­σουν και τη δική τους ζωή, τα δικά τους (αντι­ρα­τσι­στι­κά) πιστεύω. Για παρά­δειγ­μα, δεν θα ήταν καλύ­τε­ρο για τον γιο τους ένας λευ­κός δικη­γό­ρος; Και μήπως η υπε­ρα­σπι­στι­κή γραμ­μή πρέ­πει να στη­ρι­χτεί σε κάποιες ψευ­δο­μαρ­τυ­ρί­ες που είναι ηθι­κά κολά­σι­μες αλλά, παρ’ όλα αυτά, θα μειώ­σουν την ποι­νή του κατη­γο­ρου­μέ­νου;

Ήθε­λα από την αρχή, από την Ελλά­δα ήδη, να συζη­τή­σω γι’ αυτό το βιβλίο με τη συγ­γρα­φέα του. Μερι­κές φορές παίρ­νου­με υπό την προ­στα­σία μας μερι­κά βιβλία που μας αρέ­σουν πολύ και που, κατά τη γνώ­μη μας, δεν έτυ­χαν της προ­σο­χής που πραγ­μα­τι­κά τους άξι­ζε.

Δήλω­σα στην Γκόρ­ντι­μερ από την πρώ­τη μέρα την προ­τί­μη­σή μου στο Όπλο του σπι­τιού. Της είπα ότι, κατά τη γνώ­μη μου, ελά­χι­στα σύγ­χρο­να λογο­τε­χνι­κά έργα βάζουν το μαχαί­ρι στην πλη­γή που σχη­μα­τί­ζε­ται ανά­με­σα στοείναι και το φαί­νε­σθαι αυτού που απο­κα­λού­με προ­ο­δευ­τι­σμό στις κοι­νω­νί­ες μας και στα πολι­τι­κά μας ήθη. Ξαφ­νιά­ζε­ται ευχά­ρι­στα. Εκεί­νη, όταν έγρα­φε το μυθι­στό­ρη­μα, είχε ένα άλλο κέντρο βάρος, την απα­σχο­λού­σε ότι όλοι πλέ­ον έχουν από ένα όπλο, ένα όπλο του σπι­τιού.

Μπρο­στά στην κάμε­ρα, όταν πιά­σα­με την κου­βέ­ντα για το μυθι­στό­ρη­μα, έκα­να μια παρα­τή­ρη­ση που, όταν επέ­στρε­ψα στην Αθή­να και ξανα­διά­βα­σα πολ­λές σελί­δες του βιβλί­ου, βρή­κα εγώ ο ίδιος υπερ­βο­λι­κή. Εκεί­νη τη στιγ­μή όμως είπα την εντύ­πω­ση που είχα: ότι οι δύο γονείς μοιά­ζουν να ταρά­χτη­καν περισ­σό­τε­ρο από την απο­κά­λυ­ψη ότι ο γιος τους ήταν ομο­φυ­λό­φι­λος παρά από την απο­κά­λυ­ψη ότι ο γιος τους ήταν φονιάς.

Η αντί­δρα­ση της Γκόρ­ντι­μερ ήταν από­λυ­τη, σαφής και έντο­νη. Ίσως η πιο έντο­νη αντί­δρα­ση συγ­γρα­φέα που μας έτυ­χε ποτέ στις «Κεραί­ες». Όχι, κάνω μεγά­λο λάθος, δεν υπάρ­χει που­θε­νά κάτι που να μου δίνει το δικαί­ω­μα να οδη­γη­θώ σε ένα τέτοιο συμπέ­ρα­σμα. Μοιά­ζει πραγ­μα­τι­κά θιγ­μέ­νη, κι εγώ αισθά­νο­μαι αμή­χα­να. Στο τέλος, κατα­λή­γου­με και οι δύο ότι ναι, το κάθε μυθι­στό­ρη­μα ανή­κει τελι­κά στον ανα­γνώ­στη, ο καθέ­νας μπο­ρεί να το δια­βά­σει όπως θέλει.

Όσο γινό­ταν το μοντάζ της ται­νί­ας ο Από­στο­λος Καρα­κά­σης, ο σκη­νο­θέ­της, ήταν προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος: μήπως έπρε­πε να βγά­λει τη σκη­νή; Όχι, του είπα, να μεί­νει η σκη­νή. Διό­τι τελι­κά αυτή είναι η Γκόρ­ντι­μερ: μαχη­τι­κή, από­λυ­τη, πει­σμα­τά­ρα. Πώς αλλιώς θα πήγαι­νε στα δικα­στή­ρια να παλεύ­ει για τον Μαντέ­λα και τους άλλους, πώς αλλιώς θα τα έβγα­ζε πέρα με τους γρα­φειο­κρά­τες της λογο­κρι­σί­ας, πώς αλλιώς θα συνέ­χι­ζε σήμε­ρα να μαζεύ­ει χρή­μα­τα για τα θύμα­τα του AIDS, και πώς θα εξα­κο­λου­θού­σε να μένει μόνη με μια συνο­μή­λι­κή της υπη­ρέ­τρια;

Νομί­ζω ότι η αντί­δρα­σή της ήταν η αντί­δρα­ση ενός ανθρώ­που που θέλει να πιστεύ­ει ότι έχει ξεπε­ρά­σει κάθε μορ­φής ρατσι­σμό, άρα και την ομο­φο­βία. Ένα χρό­νο μετά τις συζη­τή­σεις μας στο Γιο­χά­νε­σμπουρ­γκ, η Γκόρ­ντι­μερ έδω­σε στο τυπο­γρα­φείο τα διη­γή­μα­τα που έγρα­φε τα πρω­ι­νά που δεν μας συνα­ντού­σε. Το ωραιό­τε­ρο ίσως διή­γη­μα της συλ­λο­γής Ο Μπε­τό­βεν ήταν κατά το 1/16 μαύ­ρος, με τίτλο Allesverloren, ανα­φέ­ρε­ται σε μια γυναί­κα που πρό­σφα­τα έχα­σε τον άντρα της και που απο­φα­σί­ζει να ταξι­δέ­ψει σε μια ξένη χώρα και να βρει τον «αντί­ζη­λό» της, έναν άντρα που είχε παλιά ερω­τι­κές σχέ­σεις με τον σύζυ­γό της. Αντί­ζη­λος ή μήπως ο μονα­δι­κός πλέ­ον άνθρω­πος στη γη που μπο­ρεί να κατα­λά­βει το δρά­μα το οποίο η ίδια ζει, το δρά­μα της απώ­λειας και της μονα­ξιάς; Η Γκόρ­ντι­μερ γρά­φει αυτή την εκπλη­κτι­κή ιστο­ρία χωρίς να δεί­χνει στιγ­μή σοκα­ρι­σμέ­νη, οι δια­προ­σω­πι­κές (άρα και οι ερω­τι­κές) μας σχέ­σεις είναι ταυ­τό­χρο­να η κόλα­ση και ο παρά­δει­σος, και η ανθρώ­πι­νη επα­φή, ακό­μα κι όταν φαντά­ζει επώ­δυ­νη, μοιά­ζει η μονα­δι­κή λύση.