Ένας από τους πιο ολο­κλη­ρω­μέ­νους συγ­γρα­φείς της νεό­τε­ρης γενιάς ο Νίκος Α. Μάντης, χτί­ζει σιγά-σιγά ένα αξιό­λο­γο μετα­φρα­στι­κό έργο. Για την τρέ­χου­σα σεζόν, έχει μετα­φρά­σει δύο πολύ σημα­ντι­κά βιβλία της κλασ­σι­κής και σύγ­χρο­νης αμε­ρι­κα­νι­κής βιβλιο­γρα­φί­ας: «Δεν γίνο­νται αυτά εδώ», του Σίν­κλερ Λιού­ις και «Ο που­λη­μέ­νος» του Πωλ Μπέι­τι, που κέρ­δι­σε το βρα­βείο Booker. Στην κου­βέ­ντα που ακο­λου­θεί ο Νίκος Α. Μάντης, μας εξο­λο­μο­γεί­ται τους τρό­πους προ­σέγ­γι­σης των δύο μεγά­λων αυτών έργων.

Συνέ­ντευ­ξη στον Νίκο Κουρ­μου­λή

 Υπάρ­χουν σύνο­ρα μετα­ξύ της συγ­γρα­φι­κής δια­δι­κα­σί­ας και της μετά­φρα­σης; Αν ναι, που στα­μα­τά το ένα και από που ξεκι­νά το άλλο; Κατά την προ­σω­πι­κή σου εμπει­ρία.

Για μένα η βάση και των δύο δρα­στη­ριο­τή­των είναι κοι­νή, δηλα­δή η αγά­πη για τη γλωσ­σι­κή έκφρα­ση στο πλαί­σιο της μυθο­πλα­σί­ας. Αγα­πώ τη μετά­φρα­ση, για­τί μου υπο­δει­κνύ­ει δρό­μους μέσα απ’ τους οποί­ους μπο­ρώ να «μπαί­νω στα παπού­τσια» συγ­γρα­φέ­ων δια­φο­ρε­τι­κής κατα­γω­γής, προ­έ­λευ­σης και νοο­τρο­πί­ας, προ­σέ­χο­ντας να μην ξεφύ­γω απ’ το στυλ τους και εξυ­πη­ρε­τώ­ντας το όρα­μά τους. Είναι μια πολύ­τι­μη δια­δι­κα­σία εξά­σκη­σης, που ελπί­ζω ότι με βοη­θά­ει στη συνε­χή προ­σπά­θεια να προ­σεγ­γί­σω το μυστή­ριο της έκφρα­σης.

Ποια από τα βιβλία που έχεις μετα­φρά­σει έως τώρα σε έχουν επη­ρε­ά­σει περισ­σό­τε­ρο από άλλα και για­τί.

Νομί­ζω ότι τόσο το «Πώς να είσαι δύο» της Άλι Σμιθ, όσο και «Ο Που­λη­μέ­νος» του Πωλ Μπέι­τι φέτος, ήταν δύο βιβλία με ιδιαί­τε­ρες εκφρα­στι­κές απαι­τή­σεις, λόγο με ποι­η­τι­κές προ­ε­κτά­σεις και πολύ προ­σω­πι­κή πρό­ζα, τα οποία με δυσκό­λε­ψαν αρκε­τά κατά τη δια­δι­κα­σία της μετά­φρα­σης, και μου έδω­σαν ικα­νο­ποί­η­ση σε σχέ­ση με το τελι­κό απο­τέ­λε­σμα. Η ικα­νο­ποί­η­ση του μετα­φρα­στή είναι ο έπαι­νος προς το συγ­γρα­φέα – αν ο συγ­γρα­φέ­ας επαι­νεί­ται για το βιβλίο του, τότε κι εκεί­νος θα πρέ­πει να νιώ­θει καλά.

Πρό­σφα­τα μετέ­φρα­σες δύο πολύ σημα­ντι­κά μυθι­στο­ρή­μα­τα: το “Δεν γίνο­νται αυτά εδώ” του Σίν­κλερ Λιού­ις και “Ο που­λη­μέ­νος” του Πωλ Μπέι­τι, που πήρε και το βρα­βείο Booker της χρο­νιάς. Ποιες οι δια­φο­ρές των δύο αυτών βιβλί­ων ή και οι ομοιό­τη­τες αν υπάρ­χουν (γλωσ­σι­κά, στυ­λι­στι­κά, από πλευ­ράς ύφους κλπ).

 Είναι δύο βιβλία πολύ μακρι­νά μετα­ξύ τους, τόσο χρο­νι­κά, όσο και εκφρα­στι­κά, που τα ενώ­νει ωστό­σο ο έντο­νος προ­βλη­μα­τι­σμός για την κατά­στα­ση της αμε­ρι­κα­νι­κής κοι­νω­νί­ας. Το βιβλίο του Λιού­ις, γραμ­μέ­νο το 1935, είναι παρα­δο­σια­κό σε σχέ­ση με τον τρό­πο γρα­φής και τη δομή του, και δια­κρί­νε­ται για τον προ­βλη­μα­τι­σμό που πηγά­ζει από τη φαντα­στι­κή εκδο­χή μιας Αμε­ρι­κής με φασι­στι­κό καθε­στώς (εκδο­χή ανα­τρι­χια­στι­κά ρεα­λι­στι­κή στις μέρες μας). Από την άλλη ο Μπέι­τι, σύγ­χρο­νός μας, υιο­θε­τεί έναν άναρ­χο, προ­φο­ρι­κού τύπου λόγο, γεμά­το ιδιω­μα­τι­κές εκφρά­σεις, βωμο­λο­χί­ες και καυ­στι­κό χιού­μορ (λόγο που παρα­πέ­μπει στην παρ­λά­τα ενός στα­ντ-απ κωμι­κού) για να ανα­σκο­λο­πί­σει τον καθω­σπρε­πι­σμό και την υπο­κρι­σία που περι­βάλ­λουν τις φυλε­τι­κές σχέ­σεις στην Αμε­ρι­κή.

Ο Σίν­κλερ Λιού­ις περι­γρά­φει με αδρές γραμ­μές την εύθραυ­στη φύση της Δημο­κρα­τί­ας. Προϊ­δε­ά­ζει για την κυριαρ­χία του ολο­κλη­ρω­τι­σμού-φασι­σμού στις Η.Π.Α. Από ποια ύλη μπο­ρεί να είναι φτιαγ­μέ­νο ένα “προ­φη­τι­κό” μυθι­στό­ρη­μα;

Νομί­ζω ότι η «προ­φη­τι­κή» μυθο­πλα­σία (αυτό που στα αγγλι­κά απο­κα­λεί­ται και «speculative fiction») απαι­τεί από το συγ­γρα­φέα να έχει έντο­νη παρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τα και ανοι­χτές κεραί­ες σε σχέ­ση με τα στοι­χεία που χαρα­κτη­ρί­ζουν περισ­σό­τε­ρο την επο­χή του, έτσι ώστε να τα προ­βά­λει και προς το μέλ­λον διο­γκώ­νο­ντάς τα. Σε κάθε περί­πτω­ση, όσο εντυ­πω­σια­κά μελ­λο­ντο­λο­γι­κό και αν είναι ένα τέτοιο μυθι­στό­ρη­μα, πάντα έχει στο στό­χα­στρο την επο­χή του, και με εκεί­νη ανα­πό­φευ­κτα συν­δια­λέ­γε­ται. Ο Λιού­ις δια­θέ­τει όλα αυτά τα προ­σό­ντα, φτιά­χνο­ντας μια ιστο­ρία που ώρες-ώρες μοιά­ζει με δημο­σιο­γρα­φι­κή απο­τύ­πω­ση μιας δεδο­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας – γι’ αυτό και το βιβλίο του μπο­ρεί να γίνει ιδιαί­τε­ρα σοκα­ρι­στι­κό.

Από την άλλη μεριά ο τίτλος “Ο που­λη­μέ­νος” του Πωλ Μπέι­τι, μπο­ρεί να εγεί­ρει αντι­δρά­σεις (αφού για παρά­δειγ­μα ο ξένος τίτλος είναι “The sellout”-Το ξεπού­λη­μα). Μπο­ρείς να μας πεις περισ­σό­τε­ρα γι αυτό; Εν συνε­χεία τι και­νούρ­γιο κομί­ζει ο Μπέι­τι στην σαρω­τι­κή του κρι­τι­κή του για τα κλι­σέ της μαύ­ρης κουλ­τού­ρας, όπως και για την ταυ­τό­τη­τα της σύγ­χρο­νης Αμε­ρι­κής; 

 Το βασι­κό επι­χεί­ρη­μα του Μπέι­τι είναι ότι παρά τα μυθεύ­μα­τα περί μιας «μετα-φυλε­τι­κής» κοι­νω­νί­ας που δήθεν έχει οικο­δο­μη­θεί στην Αμε­ρι­κή, όπου η φυλή του καθέ­να (αλλά και το φύλο, η κοι­νω­νι­κή τάξη, ή η δια­φο­ρε­τι­κή εθνι­κή προ­έ­λευ­ση) δεν παί­ζει πια κυρί­αρ­χο ρόλο στη δια­μόρ­φω­ση της κοι­νω­νι­κής του θέσης, ο ρατσι­σμός είναι παντα­χού παρών, τόσο εκ μέρους των λευ­κών, αλλά και -ίσως ακό­μα πιο πολύ- μέσα στην ίδια την κοι­νό­τη­τα των μαύ­ρων, ως εσω­τε­ρι­κευ­μέ­νη πηγή αυτο­λύ­πη­σης και τρο­χο­πέ­δη. Ο ήρω­ας του βιβλί­ου, απο­συ­νά­γω­γος τόσο των λευ­κών όσο και των μαύ­ρων (εξ ου και το προ­σω­νύ­μιο «Που­λη­μέ­νος» που οι τελευ­ταί­οι του έχουν προσ­δώ­σει) προ­βαί­νει στο αδια­νό­η­το εγχεί­ρη­μα να απο­κα­τα­στή­σει τον φυλε­τι­κό δια­χω­ρι­σμό και τη δου­λεία σε μια συνοι­κία τού Λος Άντζε­λες όπου κατοι­κεί, ελπί­ζο­ντας ότι η «επα­να­φο­ρά» των παλιών ορί­ων θα βοη­θή­σει τις κοι­νό­τη­τες να αυτο­προσ­διο­ρι­στούν χωρίς τα άλυ­τα μπερ­δέ­μα­τα και τις τρι­βές του σύγ­χρο­νου κόσμου. Με κωμι­κο­τρα­γι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα, όπως είναι φυσι­κό.

Πες μας τα μελ­λο­ντι­κά συγ­γρα­φι­κά και μετα­φρα­στι­κά σου σχέ­δια.

 Ένα βιβλίο με ποι­ή­μα­τα και τίτλο «Κωμω­δία Παρε­ξη­γή­σε­ων» πρό­κει­ται να εκδο­θεί άμε­σα. Μέσα στον επό­με­νο χρό­νο ελπί­ζω και κυκλο­φο­ρή­σει και το και­νούρ­γιο μου μυθι­στό­ρη­μα. Από μετά­φρα­ση, περι­μέ­νω προ­τά­σεις.

Ο Νίκος Μάντης, εκτός της συγ­γρα­φής και της μετά­φρα­σης, από τι άλλο συγκι­νεί­ται; 

Από οτι­δή­πο­τε έχει το αισθη­τι­κό ερώ­τη­μα στο επί­κε­ντρό του, δηλα­δή από πάρα πολ­λά πράγ­μα­τα, όπως ο κινη­μα­το­γρά­φος, το θέα­τρο, η φωτο­γρα­φία, η αρχι­τε­κτο­νι­κή. Προ­σπα­θώ να έχω τα μάτια και τα αυτιά μου ανοι­χτά και να μη χάνω την περιέρ­γειά μου, όσο δύσκο­λο κι αν γίνε­ται αυτό ορι­σμέ­νες φορές.