Μια φρι­κια­στι­κή ιστο­ρία μυστη­ρί­ου τοπο­θε­τη­μέ­νη στο κλει­στο­φο­βι­κό σύμπαν του θρη­σκευ­τι­κού φανα­τι­σμού. Στις Έσχα­τες μέρες πρω­τα­γω­νι­στεί ο Κλάιν που πέφτει θύμα απα­γω­γής από μια σκο­τει­νή σέκτα η οποία πιστεύ­ει ότι ο ακρω­τη­ρια­σμός σε φέρ­νει πιο κοντά στον Θεό. Ο Κλάιν εξα­να­γκά­ζε­ται να δια­λευ­κά­νει τη δολο­φο­νία του αρχη­γού της. Όσο περισ­σό­τε­ρο εμπλέ­κε­ται στην υπό­θε­ση τόσο συναι­σθά­νε­ται ότι τα πράγ­μα­τα είναι πολύ πιο σοβα­ρά απ’ όσο υπέ­θε­τε αρχι­κά. Άρα­γε θα φτά­σει εγκαί­ρως στην αλή­θεια, ώστε να πάρει το σκή­πτρο του προ­φή­τη και να σώσει τον εαυ­τό του ή μήπως θα κατα­στρέ­ψει τα πάντα σ’ ένα ξέσπα­σμα βιβλι­κής οργής;  Στο άρθρο που ακο­λου­θεί, πιά­νου­με το ματω­μέ­νο νήμα του Μπράιαν Έβεν­σον.

Λίγο μετά την επί­θε­ση που δέχθη­κε ο ντε­τέ­κτιβ Κλάιν (πρω­τα­γω­νι­στής του τελευ­ταί­ου μυθι­στο­ρή­μα­τος του Μπράιαν Έβεν­σον: Έσχα­τες μέρες) που είχε σαν  απο­τέ­λε­σμα να κοπεί βαθιά το δεξί του χέρι, σε βαθ­μό ακρω­τη­ρια­σμού, φτιά­χνει την λίστα με τα ψώνια της ημέ­ρας με το αρι­στε­ρό. Ένα χαρ­τί γεμά­το ανα­γραμ­μα­τι­σμούς: «αγβά» (αντί αβγά), «τρό­μος» (αντί ψωμί. Εδώ γίνε­ται και ένα λογο­παί­γνιο με το αγγλι­κό bread που σημαί­νει ψωμί και το dread που σημαί­νει ανά­με­σα σε άλλα και «τρό­μος»). Όσο ο Κλάιν ανάρ­ρω­νε στο κρε­βά­τι, σχε­δί­α­σε το μέλ­λον του: «Να τελειο­ποι­ή­σω έναν αγώ­να γκολφ για μονό­χει­ρες. Να αγο­ρά­σω ντι­ζαϊ­νά­τα προ­σθε­τι­κά μέλη για όλες τις περι­στά­σεις. Να ψωνί­σω μερι­κά πού­ρα».

Με την πρό­ζα του Μπράιαν Έβεν­σον ποτέ δεν ξέρεις. Ή θα προ­κα­λέ­σει γέλιο ή απε­ρί­γρα­πτη ανα­τρι­χί­λα. Το 2002, έκα­νε το ντε­μπού­το του με το Dark Property. O Έβεν­σον εκεί, πει­ρα­μα­τί­ζε­ται πάνω σ’ ένα μείγ­μα παλιάς και μοντέρ­νας γλώσ­σας. Η απο­κα­λυ­πτι­κή, αλά Κόρ­μακ Μακ­Κάρ­θι βία του βιβλί­ου, ανα­κά­τε­ψε τα σωθι­κά πολ­λών. Στην συνέ­χεια το The open curtain ακο­λου­θεί τα ίχνη ενός πιτσι­ρι­κά δολο­φό­νου που ανή­κει στην κοι­νω­νία των Μορ­μό­νων, να δια­βαί­νει τις πύλες της παρά­νοιας, μέσα από τους αλλό­κο­τους μονο­λό­γους του. Αμφό­τε­ρα τα μυθι­στο­ρή­μα­τα, ακρο­βα­τούν μετα­ξύ κωμω­δί­ας και τρό­μου.

Το τελευ­ταίο μυθι­στό­ρη­μα του Έβεν­σον ονο­μά­ζε­ται Έσχα­τες Μέρες (μτφρ: Νίκος Α. Μάντης) και είναι μια προ­έ­κτα­ση ουσια­στι­κά της νου­βέ­λας που κυκλο­φό­ρη­σε το 2003, με τίτλο: The Brotherhood of mutilation. Τα συστα­τι­κά που κάνουν τον Έβεν­σον τόσο τρο­μα­κτι­κό, βρί­σκο­νται εδώ και μάλι­στα σε μια πιο χάρ­ντ­κορ έκδο­ση. Στην παρά­δο­ση πολ­λών πρω­τα­γω­νι­στών του Πωλ Όστερ, ο Κλάιν είναι ένας φαι­νο­με­νο­λο­γι­κός ντε­τέ­κτιβ που εξε­ρευ­νά έναν φόνο ανά­με­σα σε μια σέχτα που αγα­πά τους ακρω­τη­ρια­σμούς. Στο εσω­τε­ρι­κό της σέχτας, μικρές φανα­τι­κές ομά­δες πιστών, που λατρεύ­ουν παράλ­λη­λα τόσο τον Από­στο­λο Παύ­λο όσο και τον Πωλ Βίτ­γκε­σταϊν, τον πια­νί­στα μονό­χει­ρα αδελ­φό του Λού­ντ­βιχ, συγκρού­ο­νται. Πάνω στην δια­μά­χη, ανα­δει­κνύ­ε­ται σε μια άνευ προη­γου­μέ­νου Βιβλι­κή σάτι­ρα, που κατα­λή­γει σε μια μπε­κε­τι­κή αφαί­ρε­ση.

Αν μπο­ρού­με να πού­με πως το βιβλίο κατα­λή­γει σε κάποιο «νόη­μα», κάτι που φυσι­κά δεν το επι­διώ­κει, αυτό θα συμπε­ρι­λάμ­βα­νε στο εξής υπαρ­ξια­κό ερώ­τη­μα: «Πως μπο­ρείς να ξέρεις την στιγ­μή που θα απο­λέ­σεις την ανθρω­πιά σου;» Ο συγ­γρα­φέ­ας που και πάλι πει­ρα­μα­τί­ζε­ται με πολ­λά είδη αφή­γη­σης, τρι­γυ­ρί­ζο­ντας στον χώρο του απο­τρό­παιου, έγρα­ψε τις Έσχα­τες μέρες αφού διά­βα­σε τα πρώ­τα βιβλία του Ντά­σιελ Χάμετ. Στην «ώρι­μη» περί­ο­δο του Χάμετ, βλέ­που­με τους πρω­τα­γω­νι­στές του να είναι σκλη­ρό­πε­τσοι στην επι­φά­νεια, μα ευαί­σθη­τοι εσω­τε­ρι­κά. Αντί­θε­τα, στα πρώ­τα του βιβλία οι ήρω­ες ήταν καθάρ­μα­τα μέχρι τέλους και πολύ περισ­σό­τε­ρο μπερ­δε­μέ­νοι.

O Έβεν­σον ανα­γνω­ρί­ζει μέρος της δου­λειάς του, στο εμβλη­μα­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα του Χάμετ: Ο κόκ­κι­νος θερι­σμός. «Οι κατα­στά­σεις που συμ­βαί­νουν εκεί, σπρώ­χνουν την αφή­γη­ση πέρα από τα καθιε­ρω­μέ­να όρια», λέει ο συγ­γρα­φέ­ας. Φυσι­κά τα όρια του Έβεν­σον, δύσκο­λα τα βλέ­πει ο Χάμετ με γυμνό μάτι. Οι Έσχα­τες μέρες το επι­βε­βαιώ­νουν αυτό. «Υπάρ­χει κάτι που συμ­βαί­νει σε ανθρώ­πους ή χαρα­κτή­ρες κάτω από ακραί­ες κατα­στά­σεις. Αρχί­ζουν να απο­κα­λύ­πτουν πράγ­μα­τα για τους εαυ­τούς τους και κυρί­ως το τι σημαί­νει, να είσαι ανθρώ­πι­νος. Οι ανα­γνώ­στες μου χωρίς εξαι­ρέ­σεις, περ­νούν αυτό το τεστ με τα βιβλία μου. Έχω την ανά­γκη να πει­ρα­μα­τί­ζο­μαι με την μυθο­πλα­σία σαν να είναι το κάθε βιβλίο, ξεχω­ρι­στό γεγο­νός της ζωής», κατα­λή­γει αινιγ­μα­τι­κά ο Μπράιαν Έβεν­σον.

πηγή: The Village Voice