Της Μαρίας Κουγιουμτζή

Με σταμάτησε μια κοπελίτσα που έτρεμε μες στο παλτό της. Κάθισε πίσω μαζεμένη, ανήσυχη. Άρχισε να σουρουπώνει, με κοίταζε δειλά μέσα απ’ τον καθρέφτη. Τη λυπήθηκα. Ήταν αδυνατούλα, καλοντυμένη, φαινόταν ευγενική. Έβαλα στη χαμηλή ένταση μια απαλή μουσική, να μην την τρομάξω με τα ρεμπέτικα, τόσο λεπτεπίλεπτη που έδειχνε. Φάνηκε να χαλαρώνει, απλώθηκε πιο άνετα στο κάθισμα. Τα γόνατά της κάπως μυτερά, τις γάμπες δεν τις έβλεπα. Τα χέρια της κατάλευκα, ξέσφιξαν το χερούλι της τσάντας της. Το ταξί γλιστρούσε στους ήσυχους δρόμους, τα φώτα στο καντράν έδιναν την αίσθηση της άνεσης, αλλά και της ψευδαίσθησης ότι βρίσκεσαι σε κέντρο διασκέδασης, μια έξαψη νυχτερινής ζωής. Ένα ζευγάρι με σταμάτησε γελαστό, ο άντρας κάθισε μπροστά δίπλα μου, η γυναίκα πλάι στην κοπελίτσα. Ήταν ντυμένοι κάπως άτσαλα, χωρίς γούστο, η γυναίκα βαμμένη παραπάνω απ’ όσο έπρεπε κι ο άντρας γυάλιζε απ’ τo ζελέ. Το κορίτσι μόλις που σιγοψιθύρισε στην καλησπέρα της γυναίκας και ζούφωξε ακόμα πιο πολύ στη θέση του. Θα ’χαμε κάνει κάνα χιλιόμετρο, όταν ο άντρας είπε να σταματήσουμε. Είχε ησυχία, ο δρόμος δεν ήταν ούτε απόμερος ούτε πολυσύχναστος. Ο άντρας έβγαλε μαχαίρι. Κατέβαινε το χρήμα, είπε και το ακούμπησε απαλά στο λαιμό μου. Η κοπελίτσα αναστέναξε, ήσυχα, είπε η γυναίκα, ήσυχα και δεν θα τρέξει τίποτα. Είχα όλο κι όλο σαράντα έξι ευρώ είσπραξη, την έδωσα στον άντρα, πφ... είπε, πέσαμε σε άχρηστο. Η γυναίκα πίσω άνοιγε την τσάντα της κοπέλας. Εδώ πάμε καλά, είπε, ξηγιέται κατοστάρικα η μικρή. Τα έχω για το φροντιστήριο, ψιθύρισε, με φωνή που έτρεμε, το κορίτσι. Είδα από τον καθρέφτη τα μάτια της βουρκωμένα. Ωραίο παλτό, σίγουρα μου το χαρίζεις, έτσι δεν είναι, είπε η γυναίκα κι έσφιξε με τα δάχτυλά της το μάγουλο του κοριτσιού. Της το ’βγαλε επιδέξια. Το κορίτσι τρεμούλιαζε με μικρούς σπασμούς, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν σιωπηλά από τα μάτια της. Ήσυχα, της είπα, μη φοβάσαι, όλα θα τελειώσουν σε λίγο. Είσαι σωστός, είπε ο άντρας, κοίτα τι θα γίνει, αφού είσαι τόσο συνεργάσιμος, δεν θα σε πειράξω. Εντάξει; Ένευσα ναι, σκύβοντας το κεφάλι. Ένιωθα μια τρυφερή υποταγή. Ήθελα να του κάνω διάφορες εκδουλεύσεις. Να του ανάψω το τσιγάρο, να του δώσω το κινητό μου από μόνος μου, πικράθηκα που πρόλαβε και μου το πήρε εκείνος. Το βλέμμα του, αν και έκοβε σαν μαχαίρι, το φώτισε ένα χαμόγελο. Ήξερε πώς αισθανόμουν. Άπλωσε το χέρι, το έχωσε μέσα απ’ το σακάκι μου, το ένιωσα πάνω στην καρδιά μου, με ψαχούλεψε ως τα νεφρά, τρεμούλιασα σαν γυναίκα που τη χαϊδεύουν, δεν πιστεύω να ’χεις κάνα κρυφό πορτοφόλι, είπε, το βλέμμα του ήταν τώρα άδειο, παγωμένο. Ένευσα όχι δουλικά, χαμογελώντας σχεδόν. Αυτή η δουλικότητα με ηρεμούσε, με προστάτευε. Έχοντάς την υποταγή για ασπίδα, δεν κινδύνευα. Ε... σαράντα έξι ευρώ ήταν όλα κι όλα, δεν χρειάζονται χαζομάρες. Όμως μέσα μου ήθελα να ήταν περισσότερα, εκατό, διακόσια, γι’ αυτόν, να τον ευχαριστήσω.

Αφηνόμουνα σ’ αυτό το αίσθημα της υποταγής με διάθεση σχεδόν αγαπητική, ενώ παράλληλα με λογόκρινα και ανέλυα την κατάσταση του φόβου που είχε μετατραπεί σε συμπάθεια, και μ’ άρεζε. Δεν με πείραζε που ήμουν γελοίος. Αρκεί που ήμουν ασφαλής.

Η γυναίκα ανακάτεψε τα μαλλιά του κοριτσιού, έλα, μην κλαις, ο μπαμπάς θα σου πάρει άλλο παλτό. Η κοπέλα αναταράζονταν αλλά δεν ακουγόταν λυγμός. Η γυναίκα τής ξεκούμπωσε το χρυσό της ρολογάκι απ’ το χέρι. Σταμάτησε στον καρπό σαν να ακροαζόταν το σφυγμό της, αλλά όχι, μπάνιζε το μπλουζάκι της. Βγάλ’ το, είπε, έλα, δεν θα σου λείψει, θα πάρεις άλλο, μπορείς. Άκουγα κάποιο θόρυβο από το σώμα του κοριτσιού, κάτι σαν ανάσα κάποιου που πνίγεται, κι ένιωσα στην πλάτη του καθίσματός μου το τρέμουλο των γονάτων της. Δεν κουνήθηκε, κι η γυναίκα αναγκάστηκε να την ξεντύσει. Το στήθος της χωρίς εσώρουχο άστραψε. Κατέβασα το βλέμμα απ’ τον καθρέφτη. Το κινητό της εκείνη τη στιγμή κουδούνισε σαν εφιάλτης, ακόμα κι ο άντρας τινάχτηκε. Η γυναίκα έψαξε νευρικά ανάμεσα στα χυμένα πράγματα της τσάντας του κοριτσιού, είχε γλιστρήσει στο κάθισμα, πλάι στην κοπέλα, κι η γυναίκα έσκυψε όλη πάνω της για να το πιάσει. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα ώσπου να το κλείσει. Το ’βαλε στην τσέπη της. Το κορίτσι είχε σκεπάσει το στήθος με τα μπράτσα της, κι ύστερα, σαν σε παραίσθηση, είδα το ένα μπράτσο να ξεσταυρώνεται και ν’ απλώνεται πάνω στη γυναίκα. Κάτι άστραψε στα δάχτυλά της παράλληλα με το αγριεμένο πείσμα στο βλέμμα της. Πριν καρφωθεί το στυλό με το επίχρυσο πενάκι στο μάγουλο της γυναίκας, πρόλαβα να σκεφτώ πως δεν ήταν το παλτό, ούτε το ρολόι, ήταν το εκτεθειμένο στήθος της που την ώθησε στη μάταιη επανάσταση. Δεν είχε προλάβει να στάξει ούτε μια σταγόνα αίμα απ’ το τρυπημένο μάγουλο κι ο άντρας στράφηκε σαν αίλουρος πάνω απ’ το κορίτσι. Άκουγα τα πνιχτά βογκητά της κάθε φορά που τη χτυπούσε το μαχαίρι. Η άλλη γυναίκα είχε στηρίξει το κεφάλι της στο κάθισμα κι ήταν ακίνητη. Ο άντρας απλώθηκε πάνω μου, άνοιξε την πόρτα και μ’ έσπρωξε ήρεμα έξω. Χωρίς να με κοιτάξει, άναψε τη μηχανή κι απομακρύνθηκε σπινάροντας, ταυτόχρονα άκουσα το σώμα του κοριτσιού, το κρακ που έκανε το κεφάλι της πάνω στο κράσπεδο.

Ο δρόμος άδειος, ήσυχος, θαρρείς σταματημένος, αιωρούμενος στον παγωμένο αέρα.

Το διήγημα Στο ταξί περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;.