Της Γιώ­τας Λαγου­δά­κου

Πρό­κει­ται για το πρώ­το βιβλίο της Κατα­ρί­να Χάγκε­να. Και το τονί­ζω αυτό, διό­τι σπά­νια ένας συγ­γρα­φέ­ας κατα­φέρ­νει με το πρώ­το του κιό­λας βιβλίο να συμπα­ρα­σύ­ρει τον ανα­γνώ­στη από την πρώ­τη μέχρι την τελευ­ταία σελί­δα. Δεν είναι καθό­λου τυχαία άλλω­στε η επι­τυ­χία που σημειώ­νει στην Ευρώ­πη – το έχουν ήδη δια­βά­σει πάνω από 3.000.000 ανα­γνώ­στες και έχει εισπρά­ξει θερ­μή υπο­δο­χή από τους κρι­τι­κούς.

Ο κεντρι­κός χαρα­κτή­ρας του βιβλί­ου είναι η Ίρις, μια νεα­ρή γυναί­κα που κλη­ρο­νο­μεί το σπί­τι της για­γιάς της, της Μπέρ­τα, και εντε­λώς απρό­σμε­να βρί­σκε­ται μετά από πολ­λά χρό­νια αντι­μέ­τω­πη με το παρελ­θόν, αντι­μέ­τω­πη με τη δια­λε­κτι­κή της μνή­μης. Χρειά­ζε­ται χρό­νο για να απο­φα­σί­σει αν θα απο­δε­χτεί την κλη­ρο­νο­μιά, αν θα κρα­τή­σει το σπί­τι των καλο­και­ρι­νών της δια­κο­πών. Κι αυτός ο χρό­νος θα κάνει την ιστο­ρία της οικο­γέ­νειάς της να ανα­δυ­θεί από τη λήθη: η για­γιά Μπέρ­τα, που φτά­νει να χάσει κάθε επα­φή με το παρόν, σε σημείο να μην ανα­γνω­ρί­ζει ούτε καν τον ίδιο της τον εαυ­τό· η αινιγ­μα­τι­κή φιγού­ρα του παπ­πού· ο γλυ­κύ­τα­τος κύριος Λέξοφ και ο κρυ­φός του έρω­τας για την Μπέρ­τα· οι τρεις της κόρες – η μητέ­ρα και οι δύο θεί­ες της Ίρις, η θεία Ίνγκα με το ηλε­κτρι­κό φορ­τίο στα δάχτυ­λα και η θεία Χάριετ, που μετά το θάνα­το της κόρης της εκεί­νο το τρα­γι­κό καλο­καί­ρι της εφη­βεί­ας της ανα­ζη­τά διέ­ξο­δο σε ανα­το­λι­κές φιλο­σο­φί­ες…

Η γρα­φή της Χάγκε­να είναι γρή­γο­ρη, φρέ­σκια, άλλο­τε γεμά­τη χιού­μορ και άλλο­τε μελαγ­χο­λι­κή, με ένα εξαι­ρε­τι­κό ταλέ­ντο να επι­κε­ντρώ­νε­ται στις ουσια­στι­κές λεπτο­μέ­ρειες και στις αισθη­τι­κές παρα­στά­σεις. Οι ανα­μνή­σεις και τα σκο­τει­νά οικο­γε­νεια­κά μυστι­κά δεν απο­τε­λούν βέβαια σπά­νιο στοι­χείο στη λογο­τε­χνία, το μυθι­στό­ρη­μα της Χάγκε­να όμως δια­βά­ζε­ται πολύ ευχά­ρι­στα, είναι γραμ­μέ­νο με τρυ­φε­ρό­τη­τα, χωρίς κανέ­ναν απο­λύ­τως στόμ­φο και χωρίς βαρύ­γδου­πες εκφρά­σεις, με ακρί­βεια και ταχύ­τη­τα, κατα­κλύ­ζο­ντας έτσι τις αισθή­σεις του ανα­γνώ­στη. Δεν έχου­με την τύχη να κρα­τά­με πολ­λές φορές στα χέρια μας βιβλία που να μας κάνουν να αισθα­νό­μα­στε, να βλέ­που­με, να γευό­μα­στε, να μυρί­ζου­με: η καλο­και­ρι­νή ζέστη, οι βου­τιές στην κοντι­νή λίμνη και οι βου­τιές στο μακρι­νό παρελ­θόν, ο κήπος με τις μηλιές, η γεύ­ση από κου­κού­τσι μήλου – μια γεύ­ση γλυ­κό­πι­κρη… Κι αυτή ακρι­βώς η γλυ­κό­πι­κρη γεύ­ση είναι ένα ακό­μα στοι­χείο που κάνει το βιβλίο εξαι­ρε­τι­κά ενδια­φέ­ρον.

 

[pl_video type=“vimeo” id=“53153393”]