Πλη­σιά­ζου­με μια δεκα­ε­τία σχε­δόν από την κυκλο­φο­ρία του μυθι­στο­ρή­μα­τος Τι είδε η γυναί­κα του Λωτ; (2007) από την Ιωάν­να Μπου­ρα­ζο­πού­λου. Μια δεκα­ε­τία όπου έφε­ρε τα πάνω κάτω. Τόσο σε κοι­νω­νι­κό όσο και σε προ­σω­πι­κό επί­πε­δο. Η Ευρώ­πη αλλά­ζει ή του­λά­χι­στον ανα­κα­λύ­πτει με τρό­μο ξανά, τα σωθι­κά της βίας. Η συγ­γρα­φέ­ας μας μιλά για την πλά­νη της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, την μετα­κί­νη­ση των πλη­θυ­σμών, τον αφα­νι­σμό πολι­τι­σμών, την «υπερ­χεί­λη­ση» των βεβαιο­τή­των μας, την ανά­δυ­ση του κυνι­σμού, την ανά­γκη της ειλι­κρι­νούς επα­φής. Ας την ακού­σου­με.

συνέ­ντευ­ξη: Νίκος Κουρ­μου­λής

Η πραγματικότητα να είναι μια μαζική παραίσθηση; Το ζούμε τώρα περισσότερο από ποτέ στην σύγχρονη ιστορία μας. Εσείς το είχατε «θέσει» από τότε…

Από τη στιγ­μή που η λεγό­με­νη «αντι­κει­με­νι­κή αλή­θεια» είναι απο­τέ­λε­σμα υπο­κει­με­νι­κής πλη­ρο­φό­ρη­σης ή και μεθο­δευ­μέ­νης παρα­πλά­νη­σης, τότε και η ίδια η πρό­σλη­ψη της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας είναι δια­χει­ρί­σι­μη. Ίσως η μαζι­κή μας παραί­σθη­ση να είναι αυτή ακρι­βώς η πεποί­θη­ση, ότι η συλ­λο­γι­κή εντύ­πω­ση είναι αντι­κει­με­νι­κή. Στο βιβλίο βέβαια η εναρ­κτή­ρια φρά­ση που ανα­φέ­ρα­τε λει­τουρ­γεί ως προει­δο­ποί­η­ση. Ο ανα­γνώ­στης προει­δο­ποιεί­ται ότι περ­νά τις πύλες μιας ανοί­κειας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και ό,τι θεω­ρού­σε ως δεδο­μέ­νο θα ανα­τρα­πεί. Όπως η εγχά­ρα­κτη επι­γρα­φή στην είσο­δο της Κόλα­σης, στη Θεία Κωμω­δία του Δάντη, προει­δο­ποιεί τις κατα­δι­κα­σμέ­νες ψυχές «Εσείς που εδώ εισέρ­χε­στε εγκα­τα­λείψ­τε κάθε ελπί­δα», έτσι και η εναρ­κτή­ρια φρά­ση του βιβλί­ου υπο­δη­λώ­νει εμμέ­σως πλην σαφώς «Εσείς που εδώ εισέρ­χε­στε εγκα­τα­λείψ­τε κάθε βεβαιό­τη­τα». Και να που ήρθε η στιγ­μή να κατα­λά­βου­με πώς είναι το να εγκα­τα­λεί­πεις κάθε βεβαιό­τη­τα. Δεν νομί­ζω ότι υπήρ­χε ανά­λο­γη προει­δο­ποι­η­τι­κή επι­γρα­φή στην είσο­δο της νέας χιλιε­τί­ας, τότε που ετοι­μα­ζό­μα­σταν θριαμ­βευ­τι­κά για τη διορ­γά­νω­ση των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων, πάντως σίγου­ρα κανείς μας δεν μπή­κε στον κόπο να τη δια­βά­σει.


Πως φτάσατε μέχρι τη συγγραφή του βιβλίου; Ποια ή ποιες ήταν οι κύριες πηγές έμπνευσης ή άντλησης υλικού;

1978a3a4-7ff1-47ed-a1d5-145b4d12921dΓια να είμαι ειλι­κρι­νής η έμπνευ­ση είναι μια πολυ­ε­τής δια­δι­κα­σία επε­ξερ­γα­σί­ας σκέ­ψε­ων και ιδε­ών, ως επί το πλεί­στον ασυ­νεί­δη­τη, που είναι δύσκο­λο να την ανα­κα­λέ­σω στο σύνο­λό της, ειδι­κά εκ των υστέ­ρων. Νομί­ζω πως υπήρ­χε μια διά­χυ­τη αίσθη­ση το 2005 ότι η κατα­να­λω­τι­κή ευφο­ρία και η κοι­νω­νι­κή ειρή­νη ήταν πλα­σμα­τι­κές, απλώς δεν θέλα­με να τη συνει­δη­το­ποι­ή­σου­με. Ο κόσμος, όπως τον ξέρα­με και τον πιστεύ­α­με, υπο­χω­ρού­σε κάτω από τα πόδια μας, με τον αργό και βασα­νι­στι­κό τρό­πο που αφα­νί­ζο­νται οι χώρες του Ευρω­παϊ­κού νότου από την υπερ­χεί­λι­ση των υδά­των στο βιβλίο. Μπο­ρώ πάντως να ανα­κα­λέ­σω με βεβαιό­τη­τα την πρώ­τη εικό­να που γεν­νή­θη­κε στο νου μου, η οποία πέρα­σε αυτού­σια στο μυθι­στό­ρη­μα. Ταξί­δευα με μοτο­σι­κλέ­τα την άνοι­ξη του 2005 στη νότια Γαλ­λία, διέ­σχι­ζα τα πανέ­μορ­φα βου­νά των Μαυ­ρι­τα­νών, περ­νώ­ντας ανά­με­σα από περι­ποι­η­μέ­νους αμπε­λώ­νες, ολάν­θι­στα λιβά­δια και αγροι­κί­ες, ο ουρα­νός κατα­γά­λα­νος, ο ήλιος λαμπε­ρός, ο αέρας μοσχο­βο­λού­σε αρώ­μα­τα. Και τότε φαντά­στη­κα το υπέ­ρο­χο αυτό τοπίο, όπου πανη­γύ­ρι­ζε η ζωή και η ήρε­μη καθη­με­ρι­νό­τη­τα, να βρί­σκε­ται βυθι­σμέ­νο κάτω από το νερό, να συντη­ρεί­ται μόνο ως ανά­μνη­ση εκεί­νου που είχε την τύχη να επι­ζή­σει και την ατυ­χία να μη λησμο­νή­σει. Έτσι γεν­νή­θη­κε ο πρω­τα­γω­νι­στής μου Φιλέ­ας Μπουκ και το φαι­νό­με­νο της υπερ­χεί­λι­σης των υδά­των.

Το ρήγμα στην Νεκρά Θάλασσα, η καταβαράθρωση του παλιού κόσμου, οι ριζικές αλλαγές των συνόρων. Η Ιστορία κατά κάποιον τρόπο έσπρωχνε τους ανθρώπους να κινηθούν. Η υπερπηδήσουν τη καταστροφή ή να πεθάνουν. Πείτε μας περισσότερα γι αυτούς τους άξονες

Οι ήρω­ες του βιβλί­ου έχα­σαν την πατρί­δα τους επει­δή η χώρα τους σβή­στη­κε απ’ το χάρ­τη, έτσι δεν έχουν καν την ελπί­δα της επι­στρο­φής και την προσ­δο­κία της ανά­κτη­σης όσων έχα­σαν, που συντη­ρούν τα όνει­ρα ενός πρό­σφυ­γα ή ενός μετα­νά­στη. Ορι­στι­κά απο­κομ­μέ­νοι από το παρελ­θόν τους, πρέ­πει να επα­νε­φεύ­ρουν τον εαυ­τό τους και να επι­νο­ή­σουν μια και­νούρ­για ζωή. Κάποιοι σπα­ράσ­σο­νται από πόνο και ενο­χές, όπως ο Μπουκ, κάποιοι από οργή και μίσος, όπως οι έξι υψη­λό­βαθ­μοι  άποι­κοι. Ο Μπουκ θα ξανα­βρεί την εσω­τε­ρι­κή του πατρί­δα μόνο όταν συμ­φι­λιω­θεί με την ιδέα της απώ­λειας και οι έξι και­ρο­σκό­ποι άποι­κοι μόνο όταν συνει­δη­το­ποι­ή­σουν πως για να σώσουν τη ζωή τους έχα­σαν την ουσία της.

Το βιολετί αλάτι είναι μια νέα πλουτοπαραγωγική πηγή; Η Κοινοπραξία που θέλει να το εκμεταλλευτεί, είναι η αναδυόμενη παγκόσμια τάξη των περίφημων αγορών; Μια νέα μορφή εξουσίας έχει αναδυθεί τελικά;

Τίπο­τε και­νούρ­γιο κάτω από τον ήλιο, βέβαια. Κάθε κατα­στρο­φή, φυσι­κή ή τεχνη­τή,  αφα­νί­ζει πλή­θη και πολι­τι­σμούς, αλλά γεν­νά ευκαι­ρί­ες για αδί­στα­κτους επεν­δυ­τές. Δεν μπο­ρώ να σκε­φτώ κάποια ιστο­ρι­κή επο­χή που να μην ίσχυ­σε αυτή η νομο­τέ­λεια. Η Κοι­νο­πρα­ξία των Εβδο­μη­ντα­πέ­ντε, που εμπο­ρεύ­ε­ται το μυστη­ριώ­δες αλά­τι των Σοδό­μων στο βιβλίο, δεν είναι μια «νέα» μορ­φή εξου­σί­ας, όπως δεν υπάρ­χει τίπο­τε το πρω­το­φα­νές στην εξου­σία που ελέγ­χει σήμε­ρα τις τύχες των λαών. Η παγκό­σμια τάξη των αγο­ρών έχει πολύ βαθύ­τε­ρες ιστο­ρι­κές ρίζες, απλώς αλλά­ζει μακι­γιάζ και αξε­σουάρ όσο περ­νούν οι αιώ­νες.

Το πλημμυρισμένο Παρίσι. Στις μέρες μας το λίκνο όπως λέμε του δυτικού πολιτισμού, από το Μπατακλάν και έπειτα βρίσκεται σε αναβρασμό. Η Ευρώπη που ξέραμε μπορεί να πνιγεί και να γίνει η χαμένη Ατλαντίδα του αύριο; 

Με στε­να­χω­ρεί αυτή η παρα­δο­χή, για­τί κι εγώ ονει­ρεύ­τη­κα την Ευρώ­πη των Λαών, προ­τού δια­πι­στώ­σω ότι επρό­κει­το εν τέλει για την Ευρώ­πη των Αγο­ρών. Η γηραιά ήπει­ρος ξανα­βρί­σκει δυστυ­χώς την εθε­λο­τυ­φλία, τις μανί­ες και τις αντι­φά­σεις της, που την αιμα­το­κύ­λι­σαν τον εικο­στό αιώ­να και οδή­γη­σαν σε γενο­κτο­νί­ες, περι­χα­ρα­κώ­σεις και πνευ­μα­τι­κό σκο­τα­δι­σμό. Πιστέ­ψα­με για λίγο ότι η Ευρώ­πη για­τρεύ­τη­κε από τα παλιά της τραύ­μα­τα, ενώ­θη­κε, γαλή­νε­ψε, γέμι­σε συμπό­νια, απο­κή­ρυ­ξε τα λάθη της και δια­βαί­νει το κατώ­φλι της νέας χιλιε­τί­ες ειρη­νι­κή, ανθρω­πι­στι­κή και ηθι­κά ανώ­τε­ρη. Δεν θα σχο­λιά­σω τη συνέ­χεια…

Από τις αρχές των 00’ς όπου και ξεκινήσατε να εκδίδετε μέχρι σήμερα, τι έχει αλλάξει στο εκδοτικό τοπίο;

Θέλει επι­μο­νή και τόλ­μη η έκδο­ση λογο­τε­χνί­ας σήμε­ρα, όπως θέλει επι­μο­νή και τόλ­μη η συγ­γρα­φή της. Ακό­μη περισ­σό­τε­ρο η ανά­γνω­ση της. Ας είμα­στε αισιό­δο­ξοι, η επο­χή επι­φυ­λάσ­σει εκπλή­ξεις.

Στο τελευταίο σας μυθιστόρημα Ο δράκος της Πρέσπας: Η κοιλάδα της λάσπης (2014) οδηγήστε και πάλι στα σύνορα, φτιάχνοντας έναν κόσμο εξ’ αρχής. Τι θέλετε να ανακαλύψετε στη φωλιά του «τέρατος» της πολιτισμικής κατάρρευσης και του εθνικού φαντασιακού;

Ο δρά­κος της Πρέ­σπας είναι ένα φάντα­σμα που στοι­χειώ­νει αιώ­νες τα σύνο­ρα και τις συνει­δή­σεις μας σ’ αυτή την πολύ­πα­θη Βαλ­κα­νι­κή χερ­σό­νη­σο, μετα­τρέ­πο­ντας τη δημιουρ­γι­κή μας διά­θε­ση σε κατα­στρο­φι­κή, τις ιδέ­ες μας σε μανί­ες και τους φίλους σε εχθρούς. Είναι να απο­ρεί κανείς που μικρές χώρες με κοι­νά συμ­φέ­ρο­ντα, κοι­νό πεπρω­μέ­νο και κοι­νές τρα­γω­δί­ες στην ιστο­ρία τους, υπο­νο­μεύ­ουν η μία την άλλη αντί να συνα­σπί­ζο­νται. Φταί­ει η φτώ­χια και η μιζέ­ρια μας; Οι εξω­τε­ρι­κές εξαρ­τή­σεις και παρεμ­βο­λές; Το μικρό­βιο του διχα­σμού που κοντεύ­ει να περά­σει στο DNA μας; Οι φαντα­σιώ­σεις μεγα­λεί­ου που κου­βα­λά­με ωσάν παρη­γο­ριά και κατά­ρα; Δεν ξέρω τι φταί­ει, αλλά αν δεν συμ­φι­λιω­θού­με με αυτό που είμα­στε, δηλα­δή με τον γεί­το­να που είναι ο καθρέ­φτης μας, ο δρά­κος θα συνε­χί­σει να κατα­βρο­χθί­ζει το μέλ­λον μας.

Ποιο βιβλίο ταινία, μουσικό κομμάτι ή θεατρικό έργο είδατε, ακούσατε πρόσφατα και σας γοήτευσε; Ποια τα επόμενα σχέδια σας;

Με ξάφ­νια­σε και με συγκί­νη­σε η πρω­τό­τυ­πη παρά­στα­ση «Η 8η Μέρα» των Ηλία Κου­νέ­λα και Πανα­γιώ­τη Καμ­μέ­νου, που παί­ζε­ται μόνο σε σπί­τια, με ολι­γά­ριθ­μο  κοι­νό. Προ­σκα­λείς τους ηθο­ποιούς στο σαλό­νι σου και υπο­δέ­χε­σαι, μαζί με τους φίλους κι έναν μικρό αριθ­μό άγνω­στων θεα­τών. Μια τολ­μη­ρή παρέμ­βα­ση συντρο­φι­κό­τη­τας την επο­χή της καχυ­πο­ψί­ας και της απο­ξέ­νω­σης. Η τέχνη παρα­μέ­νει ευτυ­χώς το κατα­φύ­γιο των εξο­στρα­κι­σμέ­νων, από την κρί­ση, αξιών. Όσο για τα επό­με­να σχέ­διά μου, εύχο­μαι να ολο­κλη­ρώ­σω φέτος τον δεύ­τε­ρο τόμο της τρι­λο­γί­ας «Ο δρά­κος της Πρέ­σπας», που με έχει παι­δέ­ψει αρκε­τά.

bourazopoulou_4369-45b15d