Ο Παντε­λής ζήλευε πολύ, από μικρός. Δεν υπήρ­χε κάποιος ιδιαί­τε­ρος λόγος, αφού οι γονείς του και ο παπ­πούς με τη για­γιά του είχαν αδυ­να­μία. Αυτό όμως δεν τον καθη­σύ­χα­ζε καθό­λου. Στην αρχή ζήλευε το σκύ­λο που είχαν στο σπί­τι, ανα­ρω­τιό­ταν για­τί έπρε­πε να τον βγά­ζουν δυο και τρεις φορές τη μέρα για βόλ­τα, ενώ τον ίδιο τον έβγα­ζαν μόνο μία.

«Για να κάνει πιπί», του απα­ντού­σε γελα­στά η μητέ­ρα του, «θέλεις να βγά­ζου­με και σένα στη γει­το­νιά για πιπί;».

Εκεί γέλα­γε και ο Παντε­λής με την καρ­διά του και στα­μά­τα­γε τη γκρί­νια.

Έπει­τα ήρθε η μικρή του αδελ­φή. Ο Παντε­λής της τρά­βα­γε τα πόδια και τη χτύ­πα­γε όταν δεν τον έβλε­παν οι δικοί του. Αυτή έβα­ζε τα κλά­μα­τα και οι γονείς του νευ­ρί­α­ζαν, που το μικρό τους μωρό ήταν πάντα πολύ κλα­ψιά­ρι­κο. Ο Παντε­λής, κρυμ­μέ­νος πίσω από την πόρ­τα χαι­ρό­ταν να βλέ­πει τους δικούς του να τα βάζουν με το μωρό.

Μετά ήρθε το νηπια­γω­γείο και το σχο­λείο. Μαζί με τα άλλα παι­δά­κια, ο Παντε­λής ένιω­θε άσχη­μα για το όνο­μά του. Παντε­λής; Τι πάει να πει Παντε­λής; Για­τί το άλλο παι­δά­κι λεγό­ταν Αλέ­ξαν­δρος και ο άλλος Αχιλ­λέ­ας; Ή έστω Κων­στα­ντί­νος, Παύ­λος ή Πέτρος; Χάθη­κε να δίνα­νε ένα τέτοιο όνο­μα και σ’ αυτόν;

«Για­τί έτσι λένε τον παπ­πού», τον ηρε­μού­σε ο πατέ­ρας του και ο μικρός Παντε­λής για κάποιες μέρες δεν ήθε­λε να μιλή­σει στον παπ­πού.

Πάντως εκεί που ένιω­θε κάπως καλύ­τε­ρα ήταν μέσα στην τάξη. Ήταν από τους πρώ­τους μαθη­τές, από τους καλύ­τε­ρους στη γυμνα­στι­κή, στη μου­σι­κή και στη ζωγρα­φι­κή. Και φαί­νε­ται πως τα άλλα παι­διά τον παρα­δέ­χο­νταν. Κι αυτό άρε­σε στον Παντε­λή. Και μάλι­στα χαι­ρό­ταν που την επό­με­νη χρο­νιά θα έφευ­γαν δυο άλλα παι­διά σε άλλα σχο­λεία και θα έμε­νε ο πρώ­τος και καλύ­τε­ρος.

Όμως καμιά φορά τα πρά­μα­τα δεν έρχο­νται όπως τα θέλει κανείς. Την επό­με­νη χρο­νιά έφυ­γαν τα δύο άλλα παι­δά­κια, αλλά ήρθε ο Δημή­τρης. Ο Δημή­τρης ήταν ο καλύ­τε­ρος μαθη­τής και έτρε­χε γρη­γο­ρό­τε­ρα από όλους. Η τάξη τον συμπά­θη­σε αμέ­σως, για­τί στους αγώ­νες που είχαν με το άλλο τμή­μα ερχό­ταν πάντα πρώ­τος και έδι­νε τη νίκη στο δικό του τμή­μα.

Ο Παντε­λής δεν είχε πια όρε­ξη να κάνει τα μαθή­μα­τά του. Θα είχε κάποιο νόη­μα να έρχε­ται πάντα δεύ­τε­ρος; Να είναι κάποιος άλλος πάντα ο καλύ­τε­ρος αντί γι’ αυτόν;

«Τα μαθή­μα­τα τα κάνεις για σένα, Παντε­λά­κο, όχι για τους άλλους. Για να γίνεις εσύ καλύ­τε­ρος…», του έλε­γε η μητέ­ρα του για να τον φιλο­τι­μή­σει κι ο Παντε­λής έβρι­σκε κάπως την όρε­ξή του, μέχρι να την ξανα­χά­σει την επό­με­νη φορά. Κι αυτό γινό­ταν όλο το φθι­νό­πω­ρο κι όλον το χει­μώ­να.

Τα Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα έπαιρ­νε θάρ­ρος και έλε­γε πως από τη Δευ­τέ­ρα θα τον τσα­κί­σει το Δημή­τρη, αλλά τις υπό­λοι­πες μέρες έβα­ζε τα κλά­μα­τα. Κυρί­ως όταν έβλε­πε πως στα δια­λείμ­μα­τα όλα τα αγό­ρια πήγαι­ναν με το Δημή­τρη και τον είχαν σαν αρχη­γό τους, αυτός κλει­νό­ταν πολ­λές φορές στην τουα­λέ­τα και περί­με­νε να στε­γνώ­σουν τα μάτια του από τα δάκρυα, για να μην τον δού­νε κλα­μέ­νο οι συμ­μα­θη­τές του.

Μέχρι που είδε κι από­ει­δε ότι θα έμε­νε μόνος του και ξανάρ­χι­σε να κάνει παρέα με τα άλλα παι­διά. Όμως στο μυα­λό του είχε να λέει πάντα άσχη­μα λόγια για τον Δημή­τρη όταν μπο­ρού­σε.

«Όλο τον έξυ­πνο μας κάνει». «Θέλει να κάνει τον αρχη­γό…»

Αυτά και άλλα έλε­γε ο Παντε­λής. Μερι­κοί μάλι­στα συμ­φω­νού­σαν μαζί του κι αυτό έκα­νε τον Παντε­λή να νιώ­θει καλύ­τε­ρα.

Τα βρά­δια στην προ­σευ­χή του ο Παντε­λής ζήτα­γε από το Θεό «να είναι ο καλύ­τε­ρος μαθη­τής» και «ο πιο γρή­γο­ρος» και να «τον έχουν όλοι για αρχη­γό». Από μέσα του όμως ευχό­ταν να πάθει κάτι ο Δημή­τρης, αλλά αυτό ντρε­πό­ταν να το πει στο Θεό. Απλά το ήθε­λε πολύ!

Όσο περ­νού­σε ο και­ρός και μεγά­λω­νε η μέρα, τόσο άρχι­ζαν να ξεμυ­τί­ζουν τα παι­διά από τα σπί­τια τους. Μαζεύ­ο­νταν κάποιες παρέ­ες στους δρό­μους, αλλά κυρί­ως στο προ­αύ­λιο της εκκλη­σί­ας και τρέ­χα­νε ή παί­ζα­νε. Την πρώ­τη φορά που είδε ο παντε­λής το Δημή­τρη μπρο­στά του, ταρά­χτη­κε. Δεν περί­με­νε να μένουν τόσο κοντά, νόμι­ζε ότι έμε­νε σε παρα­πέ­ρα γει­το­νιά. Εκεί­νη την ώρα παί­ζα­νε τα αγό­ρια ποδό­σφαι­ρο και ο νέος τους συμ­μα­θη­τής, τους πλη­σί­α­σε.

«Αν υπάρ­χει θέση και για μένα, μπο­ρώ να παί­ξω;», ρώτη­σε ο Δημή­τρης δει­λά δει­λά τη συντρο­φιά.

«Κρί­μα, δεν υπάρ­χει θέση, έχου­με κάνει τις ομά­δες μας και παί­ζου­με κάθε από­γευ­μα οι ίδιοι», απά­ντη­σε αμέ­σως ο Παντε­λής χωρίς να αφή­σει περι­θώ­ριο να πετα­χτεί κάποιος άλλος και να προ­σκα­λέ­σει το Δημή­τρη.

Το αγό­ρι δεν επέ­μει­νε, κάθι­σε σε ένα παγκά­κι και έβλε­πε τους άλλους μόνος του. Ο Παντε­λής χάρη­κε τόσο πολύ εκεί­νο το από­γευ­μα, που είδε το συμ­μα­θη­τή του να είναι μόνος του. Χάρη­κε επί­σης που και τα άλλα παι­διά δεν του μίλη­σαν καθό­λου.

Έτσι κύλα­γαν οι μέρες και τα πιο πολ­λά αγό­ρια έπαι­ζαν ποδό­σφαι­ρο τα απο­γεύ­μα­τα, ενώ ο Δημή­τρης άρχι­σε να κάνει βόλ­τες μονά­χος του με το ποδή­λα­τό του.

«Δε θα έρθω σήμε­ρα το από­γευ­μα για μπά­λα», είπε κάποιο μεση­μέ­ρι ο Χάρης, ένας άλλος συμ­μα­θη­τής στα παι­διά της ομά­δας. «Θέλω να κάνω κι εγώ ποδή­λα­το, θα πάω βόλ­τα με το Δημή­τρη πέρα από τον κεντρι­κό δρό­μο».

«Αν δεν έρθεις σήμε­ρα, τότε θα πάρει άλλος τη θέση σου και δε θα ξανα­παί­ξεις μαζί μας», του απά­ντη­σε ο Παντε­λής, με φόβο μήπως ο Δημή­τρης αρχί­σει να μαζεύ­ει ξανά τα αγό­ρια γύρω του.

«Μα είναι μόνο για σήμε­ρα», παρα­πο­νέ­θη­κε ο Χάρης. «Θα έρθω ξανά αύριο».

«Αυτό σημαί­νει ότι μας που­λάς», του είπε κοφτά ο Παντε­λής και ο Χάρης πήγε τελι­κά το από­γευ­μα για ποδό­σφαι­ρο.

Και η αλή­θεια είναι ότι ο Παντε­λής είχε κατα­φέ­ρει να απο­κλεί­σει το Δημή­τρη από τη γει­το­νιά, να μην του αφή­σει περι­θώ­ριο να κάνει και­νού­ριους φίλους. Και τον ευχα­ρι­στού­σε αφά­ντα­στα αυτό.

Τα καλά πρά­μα­τα όμως μπο­ρούν να κρα­τή­σουν και λίγο. Έτσι σε κάποιες εβδο­μά­δες, η δασκά­λα τους και ο γυμνα­στής του σχο­λεί­ου, τους ανα­κοί­νω­σαν ότι στο τέλος της χρο­νιάς θα γίνουν γυμνα­στι­κές επι­δεί­ξεις. Τα παι­διά χωρί­στη­καν σε ομά­δες, άλλα θα έκα­ναν ελλη­νι­κούς χορούς, άλλα τρα­γού­δι, κάποια θα έφτια­χναν ένα μικρό θεα­τρι­κό, τα περισ­σό­τε­ρα όμως θα έπαιρ­ναν μέρος σε αθλή­μα­τα.

«…και στο τρέ­ξι­μο θα πάρουν μέρος ο Δημή­τρης και ο Παντε­λής…», ανα­κοί­νω­σε ο γυμνα­στής ξεση­κώ­νο­ντας ενθου­σια­σμό στα άλλα παι­διά.

«Ναιαιαια….ζήτωωωωω….θα νική­σου­με­ε­ε­εε….», φώνα­ζαν όλοι οι συμ­μα­θη­τές, εννο­ώ­ντας βέβαια το Δημή­τρη. Τον Παντε­λή τον είχαν ξεχά­σει όλοι.

«Θεέ μου, κάνε να του συμ­βεί κάτι», είπε ο Παντε­λής από μέσα του, με μάτια που τα φώτι­ζε η ζήλεια.

Δυστυ­χώς αυτό το «κάτι» δεν άργη­σε να έρθει.

Ο Παντε­λής έβλε­πε το συμ­μα­θη­τή του στις προ­πο­νή­σεις και στις δοκι­μές να έρχε­ται πρώ­τος, να νικά άνε­τα όλους τους υπό­λοι­πους. Και τον έβλε­πε το από­γευ­μα να κάνει βόλ­τες με το ποδή­λα­τό του, μόνος του, όπως πάντα. Ζήλευε το πρωί, αλλά χαι­ρό­ταν το από­γευ­μα.

Ένα βρα­δά­κι, σαν όλες τις άλλες μέρες, τα παι­διά έπαι­ζαν πάλι ποδό­σφαι­ρο στον αυλό­γυ­ρο της εκκλη­σί­ας. Ο Δημή­τρης έκα­νε πάλι βόλ­τες με το ποδή­λα­τό του. Σε κάποια στιγ­μή κι ενώ το πάθος για τον αγώ­να είχε πορώ­σει τα μικρά αγό­ρια, η μπά­λα ξέφυ­γε από το προ­αύ­λιο και άρχι­σε να κυλά στο δρό­μο. Ο Παντε­λής έτρε­ξε να την πιά­σει, φωνά­ζο­ντας στους συμπαί­κτες του, χωρίς να βλέ­πει πού πηγαί­νει. Είχε σκο­τει­νιά­σει κάπως, οι λάμπες του δρό­μου δεν είχαν ακό­μα ανά­ψει. Χωρίς να προ­σέ­χει, βγή­κε στο δρό­μο κι έκα­νε να πιά­σει την μπά­λα. Τότε άκου­σε ένα φρε­νά­ρι­σμα, ενώ ένιω­σε ένα χέρι να τον σπρώ­χνει και να τον πετά στο πεζο­δρό­μιο. Ο Παντε­λής έπε­σε στο τσι­μέ­ντο και πόνε­σε, αλλά είχε τόσο εξορ­γι­στεί με αυτόν που τον έσπρω­ξε που σηκώ­θη­κε αμέ­σως, έτοι­μος για καβγά. Και τότε είδε όλη τη σκη­νή.

Στη μέση του δρό­μου βρι­σκό­ταν πεσμέ­νος και χτυ­πη­μέ­νος ο Δημή­τρης, το αμά­ξι είχε φρε­νά­ρει και τον είχε ρίξει κάτω, ενώ το ποδή­λα­τό του είχε σμπα­ρα­λια­στεί. Ο κόσμος έτρε­χε να βοη­θή­σει το μικρό αγό­ρι, ο οδη­γός τα είχε χαμέ­να, ο Παντε­λής είχε μεί­νει ακί­νη­τος και φοβι­σμέ­νος να κοι­τά­ει τη σκη­νή. Ο Δημή­τρης τον είχε σώσει την τελευ­ταία στιγ­μή, μπαί­νο­ντας μπρο­στά αυτός και το ποδή­λα­τό του και σπρώ­χνο­ντάς τον. Ο Δημή­τρης που βρι­σκό­ταν τώρα κάτω στο δρό­μο με το ένα πόδι σπα­σμέ­νο.

Ο Παντε­λής σκέ­φτη­κε τις ευχές που έκα­νε και του ήρθε να βάλει τα κλά­μα­τα. Ο συμ­μα­θη­τής του δε θα έτρε­χε πια στις γυμνα­στι­κές επι­δεί­ξεις, θα πήγαι­νε στο νοσο­κο­μείο και θα του φόρα­γαν γύψο. Ο Παντε­λής θα ήταν ο πρώ­τος των πρώ­των πλέ­ον, όλοι θα φώνα­ζαν γι’ αυτόν και θα τον ζητω­κραύ­γα­ζαν.

Είχε όμως πια καμία σημα­σία αυτό;

Τις επό­με­νες ημέ­ρες ο Παντε­λής επι­σκέ­φθη­κε αρκε­τές φορές το άλλο αγό­ρι στο νοσο­κο­μείο. Και όλες τις φορές αισθα­νό­ταν άσχη­μα που είχε κάνει αυτές τις σκέ­ψεις. Και ακό­μα πιο άσχη­μα αισθάν­θη­κε όταν ο Δημή­τρης του είπε:

«Θα τρέ­ξεις και για τους δυο μας. Θα νική­σεις, το ξέρω, για­τί είσαι ο καλύ­τε­ρος».

Ο Παντε­λής έτρε­ξε στις γυμνα­στι­κές επι­δεί­ξεις. Και νίκη­σε με μεγά­λη δια­φο­ρά. Όλη η τάξη τον ζητω­κραύ­γα­σε. Και όταν του φόρα­γαν το μετάλ­λιο στο λαι­μό, ο Παντε­λής πήρε το μικρό­φω­νο. Ο κόσμος όλος σιώ­πη­σε για να ακού­σει το μικρό αγό­ρι. Και τότε αυτός, με δάκρυα στα μάτια και δεί­χνο­ντας προς τις εξέ­δρες ένα αγό­ρι, με γύψο στο ένα πόδι, είπε:

«Αυτό το μετάλ­λιο ανή­κει στο συμ­μα­θη­τή μου…στο Δημήτρη…τον φίλο μου…»

Όλος ο κόσμος χει­ρο­κρό­τη­σε και ζητω­κραύ­γα­σε, και τα δύο παι­διά, για πρώ­τη φορά. Ο Παντε­λής ανέ­βη­κε στην εξέ­δρα, έβγα­λε το μετάλ­λιο από το λαι­μό του και το φόρε­σε στον φίλο του…