Του Αντώνη Σουρούνη 

«“Μακεδονία Παλλάς”», λέω καθώς μπαίνω στο ταξί και κάθομαι δίπλα από την τσάντα μου.

«Μάλιστα...» συμφωνεί ευγενικά ο οδηγός και με την ίδια ευγένεια βάζει μπρος το ταξί του σαν να το έβγαζε για τον απογευματινό του περίπατο.

Ήταν η πρώτη φορά που φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη δεν πήγαινα κατευθείαν στο σπίτι των γονιών μου αλλά στο ξενοδοχείο. Αμέτρητες φορές είχα φτάσει στο λιμάνι της, στον σιδηροδρομικό της σταθμό, στο σταθμό των λεωφορείων, στο αεροδρόμιό της, και πάντα η πρώτη κουβέντα που έλεγα πατώντας το χώμα της κι αμέσως μετά το ταξί ήταν «Κουλέ Καφέ». Το θεωρούσα πρώτο μου μέλημα, όπως οι προσκυνητές της Τήνου θεωρούν πρώτο τους μέλημα φτάνοντας στο νησί να πάνε ν’ ασπαστούν την Παναγία. Ο ήχος της κουβέντας αυτής βγαίνοντας απ’ το στόμα μου άλλαζε με τα χρόνια, ξεκινώντας από το «θα περάσει κι αυτό», για να φτάσει ν’ ακούγεται σήμερα «επιτέλους έφτασα». Μου άρεσε το μαλακό οδήγημα του ταξιτζή και η ευγένειά του απέναντι σ’ εμένα και στο αυτοκίνητό του. Με είχαν συνηθίσει λέγοντας «Κουλέ Καφέ» να ξεκινούν λες και θα με κουβαλούσαν στην πλάτη τους. Υπήρξαν μάλιστα και μερικοί που δεν ξεκίνησαν καθόλου.

«Ωραίο ηλιοβασίλεμα», λέω όταν κάναμε τη στροφή και είχαμε πια το αεροδρόμιο και τον ήλιο στ’ αριστερά μας.

«Καλό είναι...» συμφωνεί χωρίς να το κοιτάξει. «Αθηναίος είστε;»

Περιμένοντας την απάντησή μου, γύρισε και με κοίταξε. Ήταν φανερό πως εγώ τον ενδιέφερα πιο πολύ από τον ήλιο.

«Όχι, από δω. Στο Κουλέ Καφέ γεννήθηκα».

Στράφηκε απότομα και με ξανακοίταξε. Οδήγησε για λίγο έτσι, παρατηρώντας με, προφανώς για να διαπιστώσει πώς είναι κάποιος που γεννήθηκε στο Κουλέ Καφέ κι έχει προορισμό το «Μακεδονία Παλλάς».

«Για την έκθεση ήρθατε, ε; Την “Αγρότικα”».

Τώρα γύρισα και τον κοίταξα εγώ. Θα ’πρεπε να του πάρουν την άδεια του τύπου. Τόση ώρα με εξέταζε και δεν κατάλαβε τίποτα.

«Όχι», απαντώ κάπως σκληρά, όπως θ’ απαντούσα σ’ έναν ξένο αν μου ζητούσε δανεικά.

Δε μίλησε, περιμένοντας να συνεχίσω. Παρέμεινα βουβός στην υπόλοιπη διαδρομή, αφήνοντάς τον να υποθέτει ό,τι εκείνος νόμιζε. Μίλησε όμως με τον τρόπο του όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Κατεβάζοντας την τσάντα μου, την άφησε να πέσει από το ύψος του χεριού του και φεύγοντας πάτησε απότομα το γκάζι, σαν να ήθελε ν’ απομακρυνθεί το γρηγορότερο από κάποιον που παρέμεινε άγνωστός του.

Στη ρεσεψιόν υπήρχαν καμιά δεκαπενταριά άντρες με το ίδιο πάνω κάτω κοστούμι, που μιλούσαν όλοι μαζί και ίσως να ζητούσαν και το ίδιο πράγμα. Αυτοί μάλιστα, ήταν για την «Αγρότικα». Ακόμα κι εγώ το καταλάβαινα, που δεν είχα ιδέα από αγροτικά. Πίσω από τον πάγκο δυο υπάλληλοι του ξενοδοχείου προσπαθούσαν να τους εξυπηρετήσουν. Στάθηκα στην άκρη, παράμερα, και περίμενα τη σειρά μου. Ξαφνικά πετιέται ένας τρίτος υπάλληλος μέσα από το γραφείο με κάτι χαρτιά στα χέρια, αλλά βλέποντάς με σταματάει.

«Συγγνώμη, ο κύριος Σουρούνης δεν είστε;»

«Αυτός είμαι».

Για μια στιγμή φάνηκε να το απολαμβάνει. Ήταν άψογα ντυμένος και το έβλεπες ότι σε κάποια σχολή τού είχαν μάθει όχι μόνο πώς να υπηρετεί τους ανθρώπους, αλλά και πώς να στέκεται μπροστά τους για να νιώθουν εκείνοι καλά. Χαμογελούσε με ειλικρίνεια, και αφού δε μαθαίνεται αυτό στις σχολές, υπέθεσα ότι θα οφείλεται στο χαρακτήρα του και στο νεαρό της ηλικίας του.

«Είδα το όνομά σας και σας περίμενα. Εδώ και δέκα χρόνια θέλω να σας γνωρίσω».

Στάθηκα όπως στεκόταν, για να νιώσει κι εκείνος καλά, και χαμογέλασα με το χαμόγελό του.

«Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία σας», συνέχισε. «Οι γονείς μου ήταν γκάσταρμπάιτερ και γεννήθηκα στη Γερμανία».

Εντάξει όλ’ αυτά, σκέφτηκα, αλλά θα μπορούσες να είχες γεννηθεί γυναίκα. Αφού μου δίνεις που μου δίνεις τη χαρά, ας μου την έδινες ολόκληρη.

«Σε ποια πόλη;» ρώτησα σαν να ρωτούσα την παραπάνω σκέψη μου.

«Στην Κολονία. Στους Συμπαίχτες», γέλασε. «Ελάτε, θα σας οδηγήσω εγώ στο δωμάτιό σας. Χάρη με λένε».

«Ελπίζω να βλέπει θάλασσα, Χάρη».

«Φυσικά βλέπει θάλασσα. Σας είπα, διάβασα όλα σας τα βιβλία».

Γέλασε πάλι και γέλασα κι εγώ. Περνώντας μπροστά από μια μεγάλη ανοιχτή πόρτα, μου έδειξε μέσα.

«Για σας ετοιμάζουν».

Έριξα μια κλεφτή ματιά και είδα μερικούς ανθρώπους να πηγαινοέρχονται με πιατέλες και λουλούδια. Τη στιγμή εκείνη ο φίλος μου συνειδητοποίησε ότι κρατούσα ακόμα την τσάντα μου, ενώ έπρεπε να την κρατάει εκείνος, και μου την άρπαξε από τα χέρια.

«Για όνομα του Θεού!»

Ανεβήκαμε στον έκτο όροφο και, ανοίγοντας την πόρτα του διαμερίσματος, τραβήχτηκε λίγο πίσω κι έκανε μια κίνηση σαν να με περίμενε εκεί μέσα η μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής μου. Με περίμενε. Ο χώρος ήταν γεμάτος θάλασσα. Βάδισα καταπάνω της και άνοιξα την τζαμαρία. Τον άκουγα πίσω μου που εξηγούσε πώς δουλεύει τι και ξαφνικά τον άκουσα δίπλα από τ’ αυτί μου:

«Η θάλασσα!»

Αυτή ήξερα πώς λειτουργούσε, δε χρειαζόμουν εξηγήσεις.

«Για οτιδήποτε χρειαστείτε, πάρτε με τηλέφωνο».

Δεν μπορούσε να φανταστεί ο νεαρός πως τα είχα όλα πια και δε χρειαζόμουν τίποτα. Εκτός ίσως από μια πιατέλα από εκείνες που είδα να κυκλοφορούν στη μεγάλη αίθουσα για χάρη μου.

«Πεινάω. Μπορώ να έχω ένα πιάτο με αλλαντικά;»

«Και βέβαια. Το ρωτάτε;»

Τόσο εύκολο είχε γίνει σήμερα το να τρως. Και το να πίνεις ίσως.

«Και δυο τρεις μπίρες. Τσεχοσλοβάκικες αν υπάρχουν».

«Θα το φροντίσω αμέσως».

Έφυγε για να το φροντίσει κι εγώ, γεμίζοντας ένα ποτήρι από το Τζακ Ντάνιελς που κουβαλούσα στην τσάντα μου, βγήκα στο μπαλκόνι. Υπήρχε ακόμα αρκετό φως και πολλοί περιδιάβαζαν την παραλία βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Ίσως και να ήταν οι ίδιοι που την περιδιάβαζαν και τότε, πριν σαράντα χρόνια. Αν δεν ήταν οι ίδιοι, σίγουρα ήταν οι ίδιες σκέψεις που είχαν μετατεθεί από εκείνους σ’ αυτούς, μέχρι ν’ απελευθερωθούν και να βρουν το στόχο τους. Ζευγαράκια που περπατούσαν στηριγμένοι ο ένας στον άλλον επειδή τα πόδια τους τρέμανε από έρωτα και μοναχικοί που σταματούσαν πάνω από τη θάλασσα με τα χέρια πλεγμένα πίσω, σαν να αναρωτιούνταν αν η θάλασσα είναι ένα με το μπόι τους και τους χωράει ή όχι. Υπήρχαν κι άλλοι που δεν κοιτούσαν μπρος στα πόδια τους αλλά πέρα στον ορίζοντα, σαν να ’θελαν να διακρίνουν κάτι που το είχαν πλάι τους και σαλπάρισε εδώ και καιρό.

Ένιωσα το κύμα της θάλασσας μέσα μου και έγειρα στο τοίχωμα του μπαλκονιού. Οι περιπατητές υπήρχαν ακόμα, αλλά όχι πλέον για μένα. Ο καθένας τους κουβαλούσε τις δικές του σκέψεις, όχι πια τις δικές μου. Σε μια ερημική παραλία είδα τον εαυτό μου να έρχεται από μακριά, από το μέρος του λιμανιού, με κυρτό κορμί και τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες. Ψιλόβρεχε. Πάντα ψιλόβρεχε όταν περπατούσα εδώ. Τότε ολόκληρη η παραλία μού ανήκε κι εγώ της ανήκα. Οι μεγάλοι ήταν κλεισμένοι στις δουλειές τους και τα παιδιά κλεισμένα στα σχολεία. Κανονικά κι εγώ θα ’πρεπε να βρίσκομαι εκεί, αλλά βρισκόμουν εδώ και περπατούσα, περπατούσα...

«Γιατί δεν ήρθες εχθές σχολείο, Σουρούνη;»

«Έβρεχε, κύριε καθηγητά».

«Και φοβήθηκες μήπως λειώσεις; Τρεις μέρες αποβολή και να ’ρθεις με τον κηδεμόνα σου».

Κηδεμόνα δεν είχα, οι γονείς μου δούλευαν ήδη στις φάμπρικες της Γερμανίας. Αυτό το ήξερε ο καθηγητής μου, αφού τους είχε ο ίδιος διαβεβαιώσει ότι αυτός θα είναι από δω και πέρα ο κηδεμόνας μου. Γρήγορα όμως με αποκήρυξε, αλλά δεν μπορούσε να αποκηρύξει και την υπόσχεση που έδωσε. Όπως δεν μπορούσε να αποκηρύξει και τη μοναδική μου ικανότητα. Πέντε χρόνια τον είχα φιλόλογο και κάθε δεύτερη Δευτέρα έμπαινε πρωί πρωί στην αίθουσα με τα τετράδιά μας κάτω απ’ τη μασχάλη. Παρόλο που ήταν φρεσκοξυρισμένος και το πουκάμισό του ακόμα πεντακάθαρο, το ύφος του ήταν ξινό και λυπημένο, σαν να ήταν αναγκασμένος να κάνει κάτι που ο ίδιος δεν ήθελε. Ακουμπούσε τα τετράδιά μας στην έδρα και ξεχώριζα ανάμεσα στα καπλαντισμένα με μπλε χαρτί τη ροζ ράχη του δικού μου. Το ξεχώριζε κι ο καθηγητής και, τραβώντας το από το σωρό, το έδειχνε στην τάξη περιφέροντάς το.

«Κοιτάξτε... Βρόμα και δυσωδία. Ανοίξτε τα πτερύγιά σας, όμως, ν’ ακούσετε περί τίνος πρόκειται».

Αυτή ήταν η μοναδική ώρα που άξιζε τον κόπο να πηγαίνω σχολείο – κι εκείνη που τα ’γραφα βέβαια. Ακόμα κι όταν έβρεχε, προσπαθούσα να παρευρίσκομαι στην αίθουσα και ν’ ακούω κι εγώ μαζί με τους άλλους αυτά που είχα γράψει. Ποτέ μου δε θυμάμαι στα έξι χρόνια του Γυμνασίου να άνοιξα ένα από τα βιβλία και να διάβασα κάτι.

«Γιατί δε διάβασες τριγωνομετρία, παιδί μου;»

«Δε μου αρέσει, κύριε καθηγητά».

«Και ποιος σε ρώτησε, βρε ηλίθιε; Υπάρχουν άνθρωποι αρμόδιοι να κρίνουν τι αρέσει και τι δεν αρέσει στους μαθητές. Κατάλαβες; Να δούμε πώς θα τα βγάλεις πέρα στη ζωή σου χωρίς τριγωνομετρία».

Παραλία. Παραλία και βροχή, βροχή και παραλία. Προς το παρόν αυτά έκανα στη ζωή μου κι αυτά χρειαζόμουν. Δεν πιστεύω να υπήρξε άνθρωπος που να περπάτησε τόσο πολύ δίπλα από τη θάλασσα εκείνα τα χρόνια. Και κάτω από βροχή. Περπατούσα κι έλεγα: «Είμαι συγγραφέας, είμαι συγγραφέας, είμαι συγγραφέας». Έπρεπε να το πω στον εαυτό μου για να το πιστέψω, γιατί κανένας άλλος δε με πίστευε. Η παραλία όμως με πίστευε. Και η θάλασσα, που πολλές φορές, χτυπώντας το κύμα της στην προκυμαία, έριχνε μερικές σταγόνες επάνω μου, σαν να με θυμιάτιζε και να μ’ ευλογούσε. Ούτε και το κορίτσι μου με πίστευε, που είχε διαβάσει του κόσμου τα βιβλία.

«Τι, δεν πιστεύεις ότι θα γίνω συγγραφέας;»

«Μα πώς θα γίνεις συγγραφέας αφού δε διαβάζεις κανένα βιβλίο;»

Αυτό με έθλιβε περισσότερο απ’ όλα, επειδή τη θεωρούσα ίδια με την παραλία και τη θάλασσα. Ακόμα και μ’ εμένα λίγο ίδια τη θεωρούσα.

«Τουλάχιστον πιστεύεις ότι σ’ αγαπώ;»

Ήταν βράδυ, χειμώνας, και περπατούσαμε στο τέρμα της παραλίας, εκεί όπου το «σ’ αγαπώ» ακουγόταν περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού μέσα στην πόλη.

«Πιστεύεις για δεν πιστεύεις;»

«Εντάξει, πιστεύω. Εντάξει;» έκανε σαν να με ρωτούσε αν κατάπια το ηρεμιστικό μου χάπι. «Πάμε να φύγουμε όμως από δω γιατί βρομοκοπάει».

Έγειρα αριστερά κι έπεσα στη θάλασσα. Με το παλτό μου, τα παπούτσια, την αγάπη μου και τη θλίψη μου.

«Το πιστεύεις τώρα;»

Με κοιτούσε με ανοιχτό στόμα, ανίκανη να μιλήσει. Πάντως για τη βρόμα είχε δίκιο. Αν εκεί πάνω βρομοκοπούσε, εδώ μέσα έζεχνε. Το πρωί και το βράδυ άνοιγαν τους υπονόμους και όλο το σκατό της πόλης κατρακυλούσε στη θάλασσα. Έπρεπε να το είχα υπολογίσει αυτό, γιατί θα ήταν μια καλή αρχή για να μάθω να υπολογίζω στο εξής τις συνέπειες προτού βουτήξω στα σκατά. Αμέλησα να το κάνω, με αποτέλεσμα ν’ αμελώ να το κάνω και στο μέλλον.

Άνοιξα την πόρτα που χτυπούσε και μπήκε το ωραιότερο καρότσι που αντίκρισαν ποτέ τα μάτια μου. Το έσπρωχνε με χάρη ο καθαρότερος άνθρωπος που αντίκρισαν ποτέ τα μάτια μου. Τα πάντα είχαν αλλάξει στην πόλη από τότε που έσπρωχνα εγώ καρότσια. Η κατασκευή τους, το φορτίο τους, οι άνθρωποι που τα τσουλούσαν. Ευτυχώς, δεν είχα αλλάξει μόνο εγώ σ’ όλο αυτό το διάστημα. Ο άνθρωπος το έστησε στη μέση του δωματίου, το αποκάλυψε σαν ανδριάντα κι έκανε ν’ αποχωρήσει.

«Μισό λεπτό... Θα πιεις μια μπίρα μαζί μου;»

«Σας ευχαριστώ, αλλά με περιμένουν κάτω».

«Όλους μάς περιμένουν κάτω. Ξέρεις κανέναν που να μην τον περιμένουν κάτω;»

Γέμισα δυο ποτήρια και του έδωσα το ένα.

«Στην υγειά μας».

«Στην υγειά σας. Πάντα τέτοια».

Ήλπιζα ότι με τα «τέτοια» εννοούσε να βρισκόμαστε πάντα και να τα πίνουμε.

«Ευχαριστώ. Πάω τώρα».

Έκανα να του βάλω στο χέρι μερικά χαρτονομίσματα.

«Όχι, όχι, ευχαριστώ. Καλώς ήρθατε».

Έφυγε. Ακόμα κι οι υπηρέτες των ξενοδοχείων είχαν αλλάξει και δε στήνονταν σαν σβηστά λαμπατέρ περιμένοντας τον οβολό τους για να σου αδειάσουν τη γωνιά.

Άδειασα στην μπανιέρα όλα τα πολύχρωμα μπουκαλάκια που υπήρχαν εκεί γύρω κι έπειτα μπήκα κι ο ίδιος μέσα. Ήταν σαν να χώθηκα σ’ ένα πολύχρωμο σύννεφο. Κάτω με περίμεναν. Πάνω θα με περίμεναν άραγε;

Η μεγάλη σάλα ήταν γεμάτη από όρθιους ανθρώπους. Υπήρχαν καμιά δεκαριά στρογγυλά τραπέζια από τα μεγαλύτερα που είχα δει ποτέ, φορτωμένα με εδέσματα. Μ’ αυτά τα φαγιά θα μπορούσα να είχα ζήσει τη μισή μου ζωή και να είχα γράψει τα διπλά βιβλία. Είδα τον υπουργό, το δήμαρχο, μερικούς φίλους συγγραφείς και κάμποσες όμορφες γυναίκες. Έψαξα σ’ όλη τη σάλα ώσπου ν’ ανακαλύψω τη μάνα μου σε μια γωνιά. Ο πατέρας μου, γνωρίζοντας την αδυναμία της καρδιάς του, έμεινε σπίτι. Η αδερφή μου μου πρόσφερε ένα μπουκέτο λουλούδια. Σκέφτηκα πόσο λίγοι έχουν την τύχη να νιώσουν μια τόσο μεγάλη χαρά. Συνήθως, όταν φτάνει η στιγμή για να σου προσφέρει η αδερφή σου λουλούδια, εσύ είσαι πεθαμένος μέσα στο φέρετρο. Και να που η αδερφούλα μου κατάφερε και με πρόλαβε ζωντανό. Πάντα τα κατάφερνε. Να μη με μαρτυράει, να μου στέλνει στα ζόρια λεφτά από τον πενιχρό μισθό της, ν’ αγαπάει ακόμα κι ανθρώπους που δεν όφειλε ν’ αγαπάει, μόνο και μόνο επειδή βρίσκονταν πλάι μου.

«Κύριε Σουρούνη...» μου χαμογελάει μια νεαρή δημοσιογράφος, κρατώντας ανάμεσά μας ένα μεγάλο μικρόφωνο σαν λαμπάδα. «Λέτε πως αγαπάτε τη Θεσσαλονίκη, αλλά ζείτε μακριά της. Γιατί;»

Η μάνα μου γύρισε και με κοίταξε σαν να μας σταμάτησαν Γερμανοί αστυνομικοί στο δρόμο. Η κάμερα πάνω από τον ώμο της κοπέλας φάνταζε σαν αληθινό πολυβόλο. Έπιασα το ζεστό χέρι της μάνας μου και φίλησα τους ρόζους της.

«Και τη μάνα μου αγαπάω, δεσποινίς, αλλά έφυγα από κοντά της. Με φαντάζεστε να ζούσα ακόμα με τη μαμά μου;»

Της φίλησα πάλι το χέρι και κούνησε το κεφάλι της αριστερά δεξιά, ότι τη θυμάται τη ζαβολιά μου. Ζήτησα μια καρέκλα για να καθίσει, κι όταν έγινε αυτό, πέρασαν από μπρος της αρκετοί άνθρωποι, για να της πιάσουν το χέρι και να πούνε μια καλή κουβέντα για το γιο της. Εκείνη σηκωνόταν και τους φιλούσε. Ανάμεσά τους ο δήμαρχος κι ο υπουργός, και παρότι είπανε τα καλύτερα λόγια για μένα, αυτούς δεν τους φίλησε.

«Συγκεντρωθήκαμε εδώ για να τιμήσουμε ένα άξιο τέκνο της πόλης μας, που φέτος βραβεύθηκε με το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος...» άρχισε το λόγο του ο δήμαρχος.

Όταν με κάλεσε στο βήμα, έσκυψα να φιλήσω το σγουρό κεφάλι της μάνας μου.

«Μόνο εσύ δε φοράς γραβάτα», την άκουσα να με μαλώνει μες στ’ αυτί μου.

Έκανα να φύγω και να πάω εκεί που με καλούσαν, αλλά το χέρι της, με απρόσμενη δύναμη, με συγκράτησε, σαν να κατέβαλλε την ύστατη προσπάθεια για να με κρατήσει κοντά της.

«Μόνο εσύ...» ψιθύρισε αδύναμα. «Μόνο εσύ».

Το διήγημα «Θεσσαλονίκη μου» συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Τέλος καλό, όλα καλά, επιμ.: Ελένη Γκίκα και Δημήτρης Ποσάντζης. Πρώτη δημοσίευση στην ανθολογία διηγημάτων Η Θεσσαλονίκη των συγγραφέων, επιμ.: Νίκος Καρατζάς, Ιανός, 1996.