Ζητή­σα­με από την Τόνια Κοβα­λέν­κο, μετα­φρά­στρια των περισ­σο­τέ­ρων βιβλί­ων του Τζων Μπάν­βιλ στην Ελλά­δα, να μετα­φέ­ρει στο χαρ­τί μερι­κές αυθόρ­μη­τες σκέ­ψεις για τον μεγά­λο Ιρλαν­δό συγ­γρα­φέα, μέσα από το έργο του.  Την ευχα­ρι­στού­με ιδιαί­τε­ρα για τις μικρές εκμυ­στη­ρεύ­σεις και τον χρό­νο που διέ­θε­σε.

«Νιώ­θω σαν να βρί­σκο­μαι εν ζωή εδώ και πολ­λούς αιώ­νες», γρά­φει ο ακα­δη­μαϊ­κός Άξελ Βάντερ στο Σάβα­νο — το δεύ­τε­ρο και ιδιαί­τε­ρα προ­σφι­λές μου- βιβλίο του Τζων Μπάν­βιλ που μετέ­φρα­σα μετά το βρα­βευ­μέ­νο και πολυ­δια­βα­σμέ­νο έργο, Η θάλασ­σα. Κάτι τέτοιο διαι­σθά­νο­μαι και για τον ίδιο τον συγ­γρα­φέα, κάθε φορά που κατα­πιά­νο­μαι μ’ ένα  μυθι­στό­ρη­μά του: ότι οι ιδέ­ες που εκφρά­ζουν οι κομ­ψές, λεπτο­δου­λε­μέ­νες φρά­σεις του, έχουν προ­έλ­θει από την πλού­σια παρα­κα­τα­θή­κη ενός υπε­ραιω­νό­βιου σοφού.  Κι όμως, ο Μπάν­βιλ, ο μεσό­κο­πος Ιρλαν­δός κύριος με το ψαθά­κι που βλέ­που­με στις φωτο­γρα­φί­ες,  είναι ταυ­τό­χρο­να ένας αιώ­νιος νεα­νί­ας, που δια­τη­ρεί αστεί­ρευ­το το χιού­μορ του κι άσβε­στο το πάθος του για τις γυναί­κες, τον έρω­τα, τη φύση,  την τέχνη.

«Η τέχνη είναι σαν το σεξ: όταν την κάνεις, τίπο­τε άλλο δεν έχει σημα­σία», λέει ο JB (όπως υπο­γρά­φει στα μηνύ­μα­τα που κατά και­ρούς ανταλ­λά­σου­με). «Όταν ένας συγ­γρα­φέ­ας βρί­σκε­ται μακριά από το γρα­φείο του, μπο­ρεί να τον απα­σχο­λούν βαθύ­τα­τα  οι κοι­νω­νι­κές, πολι­τι­κές, ηθι­κές πτυ­χές του θέμα­τος  για το οποίο γρά­φει. Ωστό­σο, μόλις καθί­σει πάλι εκεί, όλοι αυτοί οι προ­βλη­μα­τι­σμοί εξα­νε­μί­ζο­νται και μονα­δι­κό του μέλη­μα είναι να συντά­ξει μια πρό­τα­ση με προ­σε­κτι­κά δια­λεγ­μέ­νες λέξεις, κι ύστε­ρα μια παρά­γρα­φο, κι ύστε­ρα μια σελί­δα, κι ύστε­ρα ένα κεφά­λαιο, μέχρις ότου ολο­κλη­ρώ­σει το βιβλίο του».

Σχε­τι­κά με  την Μπλε κιθά­ρα, το πιο πρό­σφα­το και πιο απο­λαυ­στι­κό ως τώρα μυθι­στό­ρη­μα του,  είναι ίσως δια­φω­τι­στι­κό αυτό που είχε κάπο­τε  πει: «Το γεγο­νός ότι στα νιά­τα μου επι­χεί­ρη­σα να γίνω ζωγρά­φος, με δίδα­ξε να κοι­τά­ζω τον κόσμο γύρω μου με έναν πολύ συγκε­κρι­μέ­νο τρό­πο – να παρα­τη­ρώ με ιδιά­ζου­σα προ­σο­χή τα πράγ­μα­τα, το σχή­μα, το χρώ­μα τους, τις μορ­φές που παίρ­νουν μέσα στο χώρο. Έχεις όλον αυτό το χώρο κι έχεις και μια μορ­φή: πώς την αξιο­ποιείς; Κατά κάποιο τρό­πο αυτό είναι όλες οι τέχνες. Η προ­σπά­θεια να ανα­κα­λύ­ψου­με ένα χώρο για τα πλά­σμα­τά μας ή τις επι­νο­ή­σεις μας σε αυτό τον ασυ­νάρ­τη­το κόσμο στον οποίο έχου­με βρε­θεί».

Όπως μου έγρα­φε πριν από μερι­κούς μήνες, ο επό­με­νος συγ­γρα­φι­κός στό­χος του Τζων Μπάν­βιλ (για­τί ας μην ξεχνά­με και το άλτερ έγκο του, τον συγ­γρα­φέα αστυ­νο­μι­κών ιστο­ριών Μπέν­τζα­μιν Μπλακ) είναι να συνε­χί­σει Το πορ­τρέ­το μιας κυρί­ας από  το σημείο που το άφη­σε ο Χέν­ρι Τζέι­μς. «Πάντα πίστευα ότι αυτό το εκπλη­κτι­κό μυθι­στό­ρη­μα ήταν ημι­τε­λές και με τη γνω­στή μου αλα­ζο­νεία, σκο­πεύω να το τελειώ­σω εγώ».

Με ένα ίχνος μπαν­βι­λι­κής «αλα­ζο­νεί­ας» θα έλε­γα κι εγώ,  ότι ο παι­δε­μός και η μακρό­χρο­νη τρι­βή με την υπέ­ρο­χη πρό­ζα του, έχουν στε­ριώ­σει μέσα μου την ψευ­δαί­σθη­ση ότι έχω πια πετύ­χει τον ακρι­βή τόνο και τη χροιά της ελλη­νι­κής του φωνής.

Τόνια Κοβα­λέν­κο