Γνώ­ρι­σα την δεκα­πε­ντά­χρο­νη Ταμά­ρα στο γυμνά­σιο Αγί­ου Αθα­να­σί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρό­σε­ξα πρώ­τα το χαμό­γε­λο, την αγγε­λι­κή της ματιά, την αυτο­πε­ποί­θη­ση και τον τσα­μπου­κά της. Μιλού­σε και άνθι­ζε ο τόπος γύρω της. Μετά από ώρα συνει­δη­το­ποί­η­σα πως η μαθή­τρια και μέλος της ανα­γνω­στι­κής λέσχης του γυμνα­σί­ου είναι καθη­λω­μέ­νη σε ανα­πη­ρι­κό καρό­τσι. Είδα μόνο τα φτε­ρά της. Τα φτε­ρά που την οδη­γούν στα επί­πε­δα της έννοιας του αισθά­νο­μαι. Μου εμπι­στεύ­τη­κε το διή­γη­μα της, μέσα από το οποίο περι­γρά­φει την περι­πέ­τεια που της επι­φύ­λασ­σε η μοί­ρα. κατα­γρά­φει το χρο­νι­κό της πάθη­σης που αντί να την καταρ­ρα­κώ­σει την έκα­νε πιο δυνα­τή και έτοι­μη να κερ­δί­σει το στοί­χη­μα με το μέλ­λον. Για­τί έχει σχέ­δια για το μέλ­λον η Ταμά­ρα. Με την σει­ρά μου και με την άδειά της παρου­σιά­ζω το πόνη­μα της δεκα­πε­ντά­χρο­νης  μαθή­τριας με τη σιγου­ριά πως απο­τε­λεί ένα αισιό­δο­ξο μήνυ­μα για όλους μας. 

Ελέ­νη Πριο­βό­λου

Ξυπνάω και πάλι σε εκεί­νο το άσπρο δωμά­τιο του νοσο­κο­μεί­ου για έβδο­μη συνε­χό­με­νη ημέ­ρα. Όταν σκέ­φτο­μαι ότι πρέ­πει να μεί­νω σε αυτό το μέρος για πολ­λές εβδο­μά­δες ακό­μα, μου έρχε­ται να βάλω τα κλά­μα­τα, αλλά λέω “όχι” στον  εαυ­τό μου, πρέ­πει να είμαι δυνα­τή τόσο για τον εαυ­τό μου, για να γίνω πιο γρή­γο­ρα καλά, όπως λένε και οι για­τροί, αλλά και για τους γονείς μου, δεν πρέ­πει να τους απο­γοη­τεύ­σω σε αυτήν την κατά­στα­ση που είναι. Μόνο που κάποιες φορές είναι τόσο δύσκο­λο να παρα­μεί­νεις δυνα­τός, για αυτό και πολ­λές φορές το βρά­δυ που όλοι κοι­μού­νται βάζω τα κλά­μα­τα. Αλλά έχω αρχί­σει ήδη να γίνο­μαι πιο σοβα­ρή, πιο σκλη­ρή αλλά και πιο δυνα­τή. Τις πρώ­τες μέρες δεν μπο­ρού­σα να συγκρα­τή­σω τα δάκρυα, κυλού­σαν από μόνα τους, αλλά με τον και­ρό δυνά­μω­σα. Οι για­τροί λένε ότι περ­νάω μια δύσκο­λη και επώ­δυ­νη ασθέ­νεια που δεν ξεπερ­νιέ­ται εύκο­λα, αλλά εγώ συνε­χί­ζω να πιστεύω πως θα τα κατα­φέ­ρω. Όσο περ­νά­νε οι μέρες όλο και πιο λίγο νιώ­θω τα πόδια μου.  Οι για­τροί δεί­χνουν όλο και πιο απο­γοη­τευ­μέ­νοι κάθε μέρα, μου χαμο­γε­λά­νε, αλλά μπο­ρώ να κατα­λά­βω από τα μάτια τους τη θλί­ψη. Δεν μου αρέ­σει να με λυπού­νται, αλλά πολ­λές φορές έρχο­νται γνω­στοί της μητέ­ρας μου και συζη­τούν με αυτήν και μερι­κές φορές μου ρίχνουν βλέμ­μα­τα γεμά­τα οίκτο. Έχω ακού­σει πολ­λά από τα σχό­λιά τους και δεν ήταν τόσο ευχά­ρι­στα για μένα. Από ό,τι μπο­ρώ να κατα­λά­βω ούτε στην μητέ­ρα μου αρέ­σουν, αλλά σκύ­βει το κεφά­λι και ακού­ει σιω­πη­λή .Το ίδιο προ­σπα­θώ να κάνω και εγώ. Μου είπαν πως μετά από περί­που τρεις εβδο­μά­δες  θα μπο­ρέ­σω να πάω σπί­τι μου, όμως, όχι για πολύ, μόνο για μια εβδο­μά­δα και με το ανα­πη­ρι­κό καρο­τσά­κι και δεν μου αρέ­σει πολύ αυτή η ιδέα, επει­δή νιώ­θω πως δεν είμαι ανε­ξάρ­τη­τη. Πρέ­πει να με κου­βα­λά­νε συνέ­χεια, πράγ­μα που δεν είναι και το πιο ευχά­ρι­στο πράγ­μα, όχι μόνο για μένα αλλά και για αυτούς που πρέ­πει να με οδη­γούν. Μόνο όμως στην ιδέα ότι θα δω ξανά τις φίλες μου δεν μπο­ρώ να συγκρα­τή­σω την χαρά μου! Επι­τέ­λους μετά από τέσ­σε­ρις ολό­κλη­ρες εβδο­μά­δα θα ξανα­συ­να­ντη­θού­με.  Δεν είμαι και πολύ σίγου­ρη αν θα μπο­ρού­με να ήμα­στε όπως  παλιά, αλλά θα το συνη­θί­σου­με και όλα θα φτιά­ξουν. Θα μπο­ρού­με να πηγαί­νου­με βόλ­τες και όλα αυτά που κάνα­με πριν.

    Οι τρεις εβδο­μά­δες έχουν σχε­δόν περά­σει, μεί­να­νε μόνο δύο μέρες και μετά θα πάω σπί­τι μου.  Σχο­λείο δεν θα μπο­ρέ­σω να πάω μέχρι να γίνω εντε­λώς καλά, έχω χάσει ήδη ένα χρό­νο από απου­σί­ες και έναν χρό­νο επει­δή δεν ήμουν στις εξε­τά­σεις. Είμαι δεκα­έ­ξι χρο­νών και πάω ακό­μα δευ­τέ­ρα γυμνα­σί­ου, ευτυ­χώς, είναι η αρχή της χρο­νιάς και δεν έχω πολ­λές απου­σί­ες. Ελπί­ζω να έχω αναρ­ρώ­σει , για να μη μεί­νω και πάλι στην ίδια τάξη. Το επό­με­νο πρωί ξυπνάω γεμά­τη ενθου­σια­σμό και ανυ­πο­μο­νη­σία. Είναι Σάβ­βα­το και περι­μέ­νω πώς και πώς την Κυρια­κή για να πάω σπί­τι μου. Η μητέ­ρα μου ετοι­μά­ζει τα πράγ­μα­τά μας, όλα αυτά που πήρα­με, όταν ήρθα­με πρώ­τη φορά στο νοσο­κο­μείο και μάλ­λον θα τα πάρου­με όταν επι­στρέ­ψου­με  στο σπί­τι. Καθώς περι­μέ­νω στο καρό­τσι την μαμά μου να έρθει να με πάρει, θυμά­μαι  την πρώ­τη μέρα μου στο νοσο­κο­μείο: είχα έντο­νους πόνους στην πλά­τη μου, συγκε­κρι­μέ­να στην σπον­δυ­λι­κή μου στή­λη και είχα στα­μα­τή­σει ήδη να περ­πα­τάω, τα πόδια μου ήταν πολύ αδύ­να­μα μπο­ρού­σα ελά­χι­στα να τα νιώ­σω, αλλά τώρα δεν τα νιώ­θω καθό­λου. Σε όλη την δια­δρο­μή με το αμά­ξι κοι­τά­ζω έξω από το παρά­θυ­ρο βυθι­σμέ­νη στις πιο βαθιές μου σκέ­ψεις. Σκέ­φτο­μαι τα σχέ­διά μου για το μέλ­λον, θέλω να σπου­δά­σω ψυχο­λο­γία και να έχω ένα δικό μου γρα­φείο που στην πόρ­τα θα γρά­φει το όνο­μά μου σε μια ταμπέ­λα με όμορ­φα γράμ­μα­τα “Δάφ­νη Μακρο­πού­λου”. Αλλά  πιο πολύ απ’ όλα θέλω να κάνω το γύρο του κόσμου και είμαι πολύ αισιό­δο­ξη με τα σχέ­διά μου, επει­δή δε χρειά­ζο­μαι πόδια για να τα κατα­φέ­ρω, αν και θα είναι δύσκο­λο είμαι προ­ε­τοι­μα­σμέ­νη για όλα. Φτά­νου­με στο σπί­τι μας, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Το μεση­μέ­ρι, φοράω το καπέ­λο μου για­τί τα μαλ­λιά μου έχουν πέσει από τις χημειο­θε­ρα­πεί­ες και από άλλες θερα­πεί­ες και φάρ­μα­κα. Δεν θέλω να με δουν έτσι χωρίς μαλ­λιά. Δεν είναι και το καλύ­τε­ρο θέα­μα. Όλοι μάς περι­μέ­νουν έξω από το σπί­τι: η για­γιά μου, ο μεγα­λύ­τε­ρος αδερ­φός μου και φυσι­κά οι καλύ­τε­ρες μου φίλες. Όταν βγαί­νω τους αγκα­λιά­ζω όλους τόσο σφι­χτά σαν να είχα­με να βρε­θού­με  πολ­λά χρό­νια. Μου χαμο­γε­λά­νε όλοι αλλά και πάλι έχουν εκεί­νη τη θλί­ψη στα μάτια σαν τους για­τρούς στο νοσο­κο­μείο. Για­τί να είναι όλοι τόσο λυπη­μέ­νοι, αφού θα τα κατα­φέ­ρω; Αλλά όταν κοι­τάω τα μάτια της κολ­λη­τής μου, της Βιο­λέ­τας, βλέ­πω την ίδια αισιο­δο­ξία που νιώ­θω κι εγώ. Είναι η τελευ­ταία που έρχε­ται να με αγκα­λιά­σει. Με αγκα­λιά­ζει και μου λέει χαρι­το­λο­γώ­ντας: “Μου φαί­νε­σαι  καλύ­τε­ρα από την τελευ­ταία φορά που σε είδα!”, γελάω και σκέ­φτο­μαι πόσο πολύ μου έλει­ψαν όλοι. Τρώ­με όλοι μαζί στο σπί­τι και τελειώ­νο­ντας η φίλη μου η Βίβιαν λέει: “Τι λέτε να πάμε μία βόλ­τα μέχρι το σχο­λείο, είναι από­γευ­μα και αρκε­τή γνω­στοί μας μάλ­λον θα είναι εκεί. Δάφ­νη, για­τί δεν έρχε­σαι μαζί μας να πάρεις λίγο αέρα, να περά­σεις λίγο όμορ­φα;”. Στην αρχή διστά­ζω, αλλά μετά από μια μικρή συζή­τη­ση με πεί­θουν. Όταν φτά­νου­με στο προ­αύ­λιο, αρχί­ζω σιγά σιγά να μετα­νιώ­νω για την από­φα­σή μου να ακο­λου­θή­σω. Όλα τα βλέμ­μα­τα είναι στραμ­μέ­να πάνω μου, μια παρέα αγο­ριών και κορι­τσιών φωνά­ζουν την φίλη μου την Αυγή να πάει εκεί. Αυτή διστά­ζει, μας ρίχνει μια ματιά και μας λέει: “Κορί­τσια, έρχο­μαι αμέ­σως”. Αυτή η παρέα είναι γνω­στή στο σχο­λείο μας, είναι στην τρί­τη γυμνα­σί­ου και σχο­λιά­ζουν τα πάντα! Και αυτή τη φορά το θέμα σχο­λια­σμού τους είμαι εγώ. Η Αυγή τους πλη­σιά­ζει και αρχί­ζουν να συζη­τά­νε ρίχνο­ντας μου βλέμ­μα­τα γεμά­τα νόη­μα. Δε μου αρέ­σει αυτό, επει­δή κατα­λα­βαί­νω πως δεν είναι κάτι καλό. Η Αυγή απο­μα­κρύ­νε­ται θυμω­μέ­νη και φωνά­ζει :“Να μην σας νοιά­ζει!”. Και τότε ένα κορί­τσι από την παρέα φωνά­ζει μια φρά­ση που θα μεί­νει απο­τυ­πω­μέ­νη στο μυα­λό μου για πάντα: “Αν ήμουν στην θέση σας, δεν θα έκα­να παρέα με μια ανά­πη­ρη!”. Μετά από αυτό βλέ­πω τις φίλες μου έτοι­μες να αρχί­σουν καυ­γά, αλλά, πριν προ­λά­βουν, τους λέω σοβα­ρά :“Κορί­τσια, σας παρα­κα­λώ, πάμε δεν αξί­ζει τον κόπο!”. Με κοι­τά­ζουν με απο­ρία, όμως, δεν φέρ­νουν αντιρ­ρή­σεις. Στον δρό­μο προ­σπα­θούν να μου φτιά­ξουν το κέφι. Εγώ χαμο­γε­λάω και παίρ­νω μέρος στις συζη­τή­σεις τους, αλλά από μέσα μου σκέ­φτο­μαι ότι πρέ­πει να ξεπε­ρά­σω αυτό το περι­στα­τι­κό, για­τί στην ζωή μου θα ακού­σω πολ­λά τέτοια σχό­λια και πρέ­πει να τα συνη­θί­σω.

    Οι επό­με­νες μέρες μου στο σπί­τι κυλά­νε ήσυ­χα. Μετά από το περι­στα­τι­κό δεν πήγα­με ξανά στο σχο­λείο, ωστό­σο συνε­χί­σα­με να βγαί­νου­με για βόλ­τα, για ψώνια και διά­φο­ρα άλλα. Σχε­δόν τελειώ­νουν οι μέρες μου στο σπί­τι, σε τρεις μέρες πρέ­πει να επι­στρέ­ψω στο νοσο­κο­μείο και δυστυ­χώς πρέ­πει να προ­ε­τοι­μα­στώ για το δεύ­τε­ρο χει­ρουρ­γείο. Στην πρώ­τη μου εγχεί­ρι­ση αφαί­ρε­σαν ένα κομ­μά­τι του καρ­κί­νου και σε αυτήν θα αφαι­ρέ­σουν τον δεύ­τε­ρο, δεν έχω ιδέα για­τί γίνε­ται αυτό, αλλά ελπί­ζω τα πράγ­μα­τα να καλυ­τε­ρεύ­σουν. Ο πατέ­ρας μου έρχε­ται δύο μέρες πριν φύγου­με για να μας δει,    ανα­γκά­ζε­ται να δου­λεύ­ει στην Αθή­να μακριά μας, για να μπο­ρεί να καλύ­ψει τα έξο­δα του νοσο­κο­μεί­ου και τα έξο­δα του σπι­τιού. Τον αγα­πάω πολύ και αυτός με αγα­πά­ει και μου το λέει κάθε μέρα από το τηλέ­φω­νο, μου έχει λεί­ψει πάρα πολύ. Περ­νά­με μερι­κές ώρες μαζί, αλλά το βρά­δυ ανα­γκά­ζε­ται να φύγει ξανά, για να προ­λά­βει να φτά­σει στο δια­μέ­ρι­σμά του στην Αθή­να τα χαρά­μα­τα, να ξεκου­ρα­στεί και ύστε­ρα νωρίς το πρωί να πάει στην δου­λειά. Βρί­σκω την ευκαι­ρία να περά­σω λίγο χρό­νο με τον αδερ­φό μου, καθώς η μαμά μου συζη­τά για λίγο με τον μπα­μπά μου. Ο αδερ­φός μου ο Αλέ­ξαν­δρος είναι μεγα­λύ­τε­ρός μου μόνο ένα χρό­νο και τέσ­σε­ρις μήνες, γι’ αυτό έχου­με και πολ­λά κοι­νά. Μου έχει λεί­ψει πάρα πολύ! Συζη­τή­σα­με για διά­φο­ρα θέμα­τα και η ώρα κυλά­ει γρή­γο­ρα. Την επό­με­νη μέρα αρχί­ζου­με και πάλι τις προ­ε­τοι­μα­σί­ες. Όλοι την μέρα την περ­νάω με τις φίλες μου και, όταν φτά­νει η ώρα του απο­χαι­ρε­τι­σμού, είναι αρκε­τά επώ­δυ­νη . Πριν φύγω, δίνω μια υπό­σχε­ση: υπό­σχο­μαι σε όλους εκεί πως θα τα κατα­φέ­ρω, θα γυρί­σω, αλλά αυτήν την φορά υγι­ής.

    Καθώς οι μέρες περ­νά­νε στο νοσο­κο­μείο, η αγω­νία και ο τρό­μος μου μεγα­λώ­νουν. Η κατά­στα­σή μου χει­ρο­τε­ρεύ­ει. Το χει­ρουρ­γείο πλη­σιά­ζει, μόνο μία μέρα έμει­νε. Έχω περά­σει από αρκε­τά νοσο­κο­μεία στο  παρελ­θόν. Στο πρώ­το που πήγα­με μας κρα­τού­σαν μόνο για τα λεφτά. Δεν έκα­ναν τίπο­τα ούτε καν εξε­τά­σεις!  Δεν ξέρα­με ακό­μη ότι πάσχω από καρ­κί­νο. Μέχρι που μια μέρα η μαμά μου θύμω­σε και με πήρε και φύγα­με. Το βρά­δυ, όταν απο­κοι­μιέ­μαι, βλέ­πω ένα όμορ­φο όνει­ρο. Είμαι καλά και περ­πα­τάω κανο­νι­κά και είμαι σε ένα όμορ­φο μέρος με τις φίλες μου και καθό­μα­στε στο γρα­σί­δι και συζη­τά­με για όμορ­φα πράγ­μα­τα. Περ­νά­με πολύ όμορ­φα και εύχο­μαι να μπο­ρού­σα­με να είμα­στε έτσι και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αυτό, όμως, δεν έχει σημα­σία, για­τί και να μην περ­πα­τή­σω ποτέ, πάλι θα μπο­ρώ να είμαι χαρού­με­νη με τις φίλες μου και με την ζωή που ζω. Ξυπνάω και πάλι στο συνη­θι­σμέ­νο μέρος, δεν νιώ­θω πόνο, δεν νιώ­θω καν την πλά­τη μου. Η εγχεί­ρι­ση έχει τελειώ­σει. Είμαι ξαπλω­μέ­νη μπρού­μυ­τα και σωλή­νες δια­περ­νά­νε την πλά­τη μου. Όταν ρωτάω την μητέ­ρα μου τι είναι αυτό, μου απα­ντά­ει πως είναι σωλή­νες για να καθα­ρί­ζουν και να απο­στραγ­γί­ζουν την πλη­γή. Δεν μου αρέ­σει αυτό και ανα­γκά­ζο­μαι να είμαι ξαπλω­μέ­νη έτσι για τρεις ολό­κλη­ρες μέρες . Δεν επι­τρέ­πε­ται να τρώω γι’ αυτό έχω ορούς και άλλα φάρ­μα­κα. Ακό­μη και αίμα ανα­γκά­στη­καν να μου βάλουν. Όταν επι­τέ­λους μου αφαι­ρούν τους σωλή­νες, δεν αισθά­νο­μαι  καλύ­τε­ρα. Αντι­θέ­τως νιώ­θω σαν να πεθαί­νω. Οι για­τροί φωνά­ζουν τη μαμά μου για μια συζή­τη­ση και μένω μόνη. Αρχί­ζω να σκέ­φτο­μαι σαν να πεθαί­νω, σκέ­φτο­μαι όλη την ζωή μου. Περί­που ένας χρό­νος έχει περά­σει από τότε που ήρθα πρώ­τη φορά στο νοσο­κο­μείο. Ένα δάκρυ κυλά­ει σιγα­νά στα μάγου­λά μου και ακο­λου­θεί­ται από πολ­λά άλλα δάκρυα. Δεν γίνε­ται να πεθά­νω. Υπο­σχέ­θη­κα σε όλους πως θα γυρί­σω. Στην για­γιά μου, στον αδερ­φό μου, στον μπα­μπά μου, στις φίλες μου ακό­μα και στην μαμά μου υπο­σχέ­θη­κα ότι θα τα κατα­φέ­ρω. Δε γίνε­ται να τους απο­γοη­τεύ­σω. Αλλά μια δια­φο­ρε­τι­κή σκέ­ψη καρ­φώ­νε­ται στο μυα­λό μου. Το αν θα επι­ζή­σω δεν εξαρ­τά­ται μόνο από εμέ­να αλλά και από το θέλη­μα του Θεού και ελπί­ζω ότι δεν θα με αφή­σει να πεθά­νω. Οι σκέ­ψεις μου δια­κό­πτο­νται από­το­μα από το δυνα­τό χτύ­πη­μα της πόρ­τας του δωμα­τί­ου. Η μητέ­ρα μου μπαί­νει μέσα θυμω­μέ­νη και μου λέει: “Ετοι­μά­σου φεύ­γου­με”. Την κοι­τά­ζω απο­ρη­μέ­νη και την ρωτάω :“Που πηγαί­νου­με, τι έγι­νε;” Με κοι­τά­ει σοβα­ρά, αλλά μπο­ρώ να δω τα δάκρυα που με δυσκο­λία προ­σπα­θεί να συγκρα­τή­σει και μου λέει βρα­χνά: “Στο σπί­τι”. Μετά από αυτό δε λέω τίπο­τα άλλο. Στο αμά­ξι είμαι πολύ αδύ­να­μη, για να σηκω­θώ και είμαι ξαπλω­μέ­νη σε όλη την δια­δρο­μή. Λίγο πριν φτά­σου­με παίρ­νω τη δύνα­μη και αν και ξέρω την απά­ντη­ση τη ρωτάω :“Μαμά, τι έγι­νε, για­τί φύγα­με;”. Παίρ­νει μια βαθιά ανά­σα και αρχί­ζει να μιλά­ει: “Οι για­τροί είπαν πως δεν μπο­ρούν να κάνουν τίπο­τα. Έχουν αφαι­ρέ­σει σχε­δόν ολό­κλη­ρο τον καρ­κί­νο αλλά ένα κομ­μά­τι του είναι πολύ δύσκο­λο και επι­κίν­δυ­νο να αφαι­ρε­θεί”. Μόλις τελειώ­νει την πρό­τα­ση παίρ­νει μια βαθιά ανά­σα και συνε­χί­ζει :“Μου είπαν ότι υπάρ­χει μία εγχεί­ρι­ση, αλλά είναι πολύ επι­κίν­δυ­νη. Υπάρ­χει περί­πτω­ση να πεθά­νεις. Αλλά εγώ δεν δέχτη­κα να την κάνουν. Και μου είπαν πως είναι θέμα χρό­νου το πότε θα πεθά­νεις”. Μετά από αυτό ξεσπά­ει σε ένα βου­βό κλά­μα. Την καθη­συ­χά­ζω, λέγο­ντας :“Μη φοβά­σαι, μαμά, θα τα κατα­φέ­ρω. Ξέρεις πόσο δυνα­τή είμαι!”. Αυτό, όμως, μου φαί­νε­ται πως φου­ντώ­νει  το κλά­μα της.  Μετά από λίγο συνέρ­χε­ται και μου λέει: “Θα σου βρω τα καλύ­τε­ρα φάρ­μα­κα, ό,τι χρεια­στεί για να σε σώσω, ακό­μα και αν χρεια­στεί να πάω και στην άλλη άκρη του κόσμου!” . Η φωνή της ακού­στη­κε γεμά­τη αισιο­δο­ξία και δυνα­μι­κό­τη­τα, γι΄ αυτό χαμο­γε­λάω και λέω: “Και εγώ θα βάλω τα δυνα­τά μου!”.

    Οι μέρες που περ­νά­νε  είναι ιδιαί­τε­ρα επί­πο­νες και κου­ρα­στι­κές. Η μαμά μου έχει βρει φάρ­μα­κα και κάνουν πραγ­μα­τι­κά πολύ καλή δου­λειά, αλλά η ανάρ­ρω­σή μου είναι πολύ χρο­νο­βό­ρα ή του­λά­χι­στον έτσι φαί­νε­ται σε εμέ­να. Είχε ψάξει παντού να  βρει τα φάρ­μα­κα και τα βρή­κε λίγο πριν εξα­φα­νι­στούν. Μπο­ρώ να πω πως πήρε αρκε­τά. Δεν νομί­ζω να τα που­λά­νε πια. Περ­νά­ει περί­που ένας μήνας, όταν απο­φα­σί­ζω να προ­χω­ρή­σω στη ζωή μου, να κάνω μια νέα αρχή. Συμ­φι­λιώ­νο­μαι με την ιδέα ότι για αρκε­τά χρό­νια ακό­μη θα είμαι ανά­πη­ρη και πρέ­πει να το συνη­θί­σω. Και από εκεί που ήξε­ρα τον εαυ­τό μου ανα­γκά­στη­κα να τον ξανα­μά­θω από την αρχή. Έμα­θα να περ­πα­τάω με τα χέρια, έμα­θα να σκαρ­φα­λώ­νω στους κανα­πέ­δες, στις καρέ­κλες. Έμα­θα να πηγαί­νω μόνη μου στον νερο­χύ­τη ‚για να πλύ­νω τα χέρια μου με την βοή­θεια μιας καρέ­κλας, την οποία κου­βα­λού­σα μόνη μου με τα χέρια μου και έμα­θα να κάνω πολ­λά άλλα πράγ­μα­τα με τα χέρια  μόνο! Άρχι­σα να πηγαί­νω κανο­νι­κά στο σχο­λείο. Στην αρχή τα βλέμ­μα­τα και τα σχό­λια ήταν αρκε­τά, αλλά μετά όλοι το συνή­θι­σαν. Έμα­θα να εκτι­μάω τον εαυ­τό μου και να μη με νοιά­ζει τι λένε οι άλλοι. Κάποιες φορές όταν πηγαί­νω κάπου ακό­μα πιά­νω βλέμ­μα­τα στραμ­μέ­να επά­νω μου, αλλά δεν με ενδια­φέ­ρει, πρέ­πει να το συνη­θί­σω, για­τί αυτό δεν θα τελειώ­σει ποτέ. Στο σχο­λείο δεν είμαι καλή μαθή­τρια, συνή­θως βγά­ζω δεκα­έ­ξι μισό. Με τις φίλες μου έχου­με πολύ καλή σχέ­ση, με απο­δέ­χτη­καν όπως και πολ­λοί άλλοι για αυτό που είμαι εσω­τε­ρι­κά και όχι για αυτό που δεί­χνω εξω­τε­ρι­κά. Παντού μετα­κι­νού­μαι με το καρο­τσά­κι μου. Μέχρι πριν από λίγο και­ρό με κου­βα­λού­σαν οι άλλοι, εδώ και κάποιους μήνες απέ­κτη­σα το δικό μου ηλε­κτρι­κό καρό­τσι και μπο­ρώ πια να είμαι πιο ανε­ξάρ­τη­τη και αυτό με χαρο­ποιεί ιδιαί­τε­ρα. Τα όνει­ρά μου και τα σχέ­διά μου για το μέλ­λον δεν έχουν αλλά­ξει, θέλω να γίνω ψυχο­λό­γος, να κάνω τον γύρο του κόσμου και να κάνω δική μου οικο­γέ­νεια. Στην ζωή μου όμως αντι­με­τω­πί­ζω και πολ­λές δυσκο­λί­ες, όπως δυσκο­λί­ες στο να ανε­βαί­νω στα πεζο­δρό­μια. Σε ορι­σμέ­να σημεία υπάρ­χουν ράμπες, αλλά πολ­λές φορές παρ­κά­ρουν αμά­ξια μπρο­στά και δεν μπο­ρώ να ανέ­βω. Άλλο­τε πάλι υπάρ­χουν άνθρω­ποι που με βλέ­πουν στον δρό­μο και φωνά­ζουν ο ένας στον άλλον: “Κοί­τα μια ανά­πη­ρη!” Και διά­φο­ρα άλλα λόγια σαν αυτά, όπως μια μέρα, το καλο­καί­ρι, είχα­με απο­φα­σί­σει να πάμε στη θάλασ­σα και εκεί βρι­σκό­ταν μια οικο­γέ­νεια με δύο παι­διά και ένα από τα παι­διά τους, περί­που δύο χρό­νια μικρό­τε­ρο από εμέ­να, φώνα­ζε στον αδερ­φό του :“Κοί­τα, κοί­τα μια ανά­πη­ρη!”. Είναι και οι φορές που άκου­σα ανθρώ­πους να λένε :“Καλύ­τε­ρα να είχε πεθά­νει παρά να είναι σε καρό­τσι!”. Αυτό εγώ δεν το πιστεύω, για­τί αγα­πώ την ζωή  και είναι χίλιες φορές καλύ­τε­ρη από τον θάνα­το. Ξέρω πως είναι πολύ μακρύς ο δρό­μος για τον παρά­δει­σο! Στη θάλασ­σα δεν κολυ­μπάω, στην αρχή έμπαι­να κανο­νι­κά  και κολυ­μπού­σα, αλλά τώρα το έχω στα­μα­τή­σει. Άρχι­σα και τα Αγγλι­κά ξανά και είμαι αρκε­τά καλή .Ελπί­ζω να πάρω και το πρώ­το μου πτυ­χίο σε λίγο. Ο πατέ­ρας μου παραι­τή­θη­κε από τη δου­λειά στην Αθή­να, για να μπο­ρεί να είναι κοντά μας. Ψάχνει να βρει δου­λειά εδώ στην Θεσ­σα­λο­νί­κη. Είναι Σάβ­βα­το πρωί και ξυπνάω στο δωμά­τιό μου γεμά­τη ενέρ­γεια έτοι­μη να σηκω­θώ, όμως αντί για αυτό μένω ξαπλω­μέ­νη στο κρε­βά­τι μου βυθι­σμέ­νη στις σκέ­ψεις μου. Σήμε­ρα είναι η μέρα που κλεί­νω τα δύο χρό­νια ανα­πη­ρί­ας και σκέ­φτο­μαι όλες τις χαρού­με­νες και τι θλι­βε­ρές στιγ­μές που έζη­σα στο νοσο­κο­μείο. Ένα ρίγος δια­περ­νά την πλά­τη μου. Σιγά σιγά άρχι­σα να αισθά­νο­μαι την πλά­τη μου. Τώρα δεν μπο­ρώ να αισθαν­θώ μόνο τα πόδια μου. Σήμε­ρα είναι η μέρα που πρέ­πει να πάω στο νοσο­κο­μείο για ακτι­νο­γρα­φί­ες, αλλά πραγ­μα­τι­κά εύχο­μαι να  μπο­ρού­σα να το ακυ­ρώ­σω.

    Στο νοσο­κο­μείο μου βάζουν και πάλι αυτόν τον απαί­σιο ορό και έρχο­νται στο μυα­λό μου άσχη­μες ανα­μνή­σεις , άσχη­μες στιγ­μές, αλλά τις διώ­χνω βια­στι­κά. Σήμε­ρα είναι τα γενέ­θλια της Βίβιαν και δεν θέλω να χαλά­σει η διά­θε­σή μου. Ανυ­πο­μο­νώ να φτά­σου­με σπί­τι. Όταν επι­τέ­λους μπαί­νου­με στο αυτο­κί­νη­το, νιώ­θω μια ανα­κού­φι­ση και πάλι, όπως πάντα,  χάνο­μαι στις σκέ­ψεις μου κοι­τά­ζο­ντας έξω από το παρά­θυ­ρο. Πάντα το κάνω, ακό­μα και όταν πάμε σε καμία σχο­λι­κή εκδρο­μή, κοι­τά­ζω από το παρά­θυ­ρο του λεω­φο­ρεί­ου ονει­ρο­πο­λώ­ντας. Στο σπί­τι η ώρα κυλά­ει πολύ γρή­γο­ρα που ούτε καν προ­λα­βαί­νω να συνει­δη­το­ποι­ή­σω ότι έφτα­σε η ώρα για το πάρ­τι. Η Βίβιαν έχει καλέ­σει μόνο τα στε­νά της πρό­σω­πα και μερι­κά παι­διά από το σχο­λείο. Όταν φτά­νω στο σπί­τι της, το πάρ­τι έχει ήδη ξεκι­νή­σει. Περ­νά­με πολύ όμορ­φα όλο το από­γευ­μα και κατά το βρά­δυ απο­φα­σί­ζω να πάω σπί­τι μου. Όταν φτά­νω στο σπί­τι μου και ξαπλώ­νω στο κρε­βά­τι μου σκέ­φτο­μαι πόσο όμορ­φη γίνε­ται κάποιες φορές η ζωή μου. Έχω πολ­λούς ανθρώ­πους που με αγα­πά­νε και με στη­ρί­ζουν, κάθε μέρα οι γονείς μου, οι φίλες μου και όλοι οι συγ­γε­νείς και πολ­λά άλλα πρό­σω­πα. Έχει περά­σει σχε­δόν ένας μήνας από τότε που πήρα­με τις ακτι­νο­γρα­φί­ες και ο πατέ­ρας μου έχει κλεί­σει ραντε­βού σε έναν για­τρό για να τις κοι­τά­ξει. Και πάλι βρί­σκο­μαι στο πιο μιση­τό μέρος που υπάρ­χει στον κόσμο για μένα, αλλά ο μπα­μπάς μου λέει ότι είναι ανά­γκη να το συνη­θί­σω, για­τί θα πρέ­πει να πηγαί­νου­με σε νοσο­κο­μεία πολ­λές φορές, γι’ αυτό απλά υπο­κύ­πτω και δεν φέρ­νω αντιρ­ρή­σεις . Όταν φτά­νου­με στο νοσο­κο­μείο, περι­μέ­νου­με τη σει­ρά μας. Βλέ­πω πολ­λούς ανθρώ­πους που είναι σε χει­ρό­τε­ρη κατά­στα­ση από εμέ­να και υπεν­θυ­μί­ζω στον εαυ­τό μου πως δεν είμαι μόνη. Όταν τελι­κά φτά­νει η σει­ρά μας, μπαί­νου­με στο γρα­φείο του για­τρού. Ένα τυπι­κό και απλό γρα­φείο χωρίς πολ­λές λεπτο­μέ­ρειες , ένας πολύ καλός και συμπα­θη­τι­κός για­τρός μας λέει να κάτσου­με. Για λίγο κάθε­ται και μελε­τά­ει τις ακτι­νο­γρα­φί­ες με προ­σο­χή και προ­σή­λω­ση και μετά από κάμπο­ση ώρα σηκώ­νει το βλέμ­μα και λέει: “Συγ­χω­ρέ­στε με που θα το πω έτσι, αλλά δεν χρειά­ζε­ται να ταλαι­πω­ρή­στε και να ταλαι­πω­ρεί­τε και το παι­δί με εγχει­ρή­σεις. Δεν πρό­κει­ται να γίνει τίπο­τα, αν είναι να περ­πα­τή­σει θα περ­πα­τή­σει μόνο σε περί­που δέκα χρό­νια που θα έχει ανα­πτυ­χθεί η τεχνο­λο­γία. Πιο σύντο­μα δεν νομί­ζω να γίνε­ται τίπο­τα!” . Κρύ­ος ιδρώ­τας δια­περ­νά ολό­κλη­ρο το σώμα μου και αρχί­ζουν πάλι τα δάκρυα να κυλά­νε μόνα τους, ζεστά στα μάγου­λά μου και να γεμί­ζουν όλο μου το πρό­σω­πο, όπως τις πρώ­τες μέρες στο νοσο­κο­μείο. Στο αμά­ξι τα δάκρυά μου έχουν πλέ­ον στε­ρεύ­σει. Ο πατέ­ρας μου παίρ­νει τον λόγο και μου λέει: “Δεν πει­ρά­ζει, Δάφ­νη, θα πάμε και σε άλλους για­τρούς, για να δια­πι­στώ­σου­με αν είναι αλή­θεια και αν μπο­ρεί να βρε­θεί άλλη λύση” . Χαμο­γε­λάω και απα­ντώ :“Μη φοβά­σαι, μπα­μπά, είμαι πολύ αισιό­δο­ξη γι΄ αυτό!” . Η μαμά μου γυρ­νά­ει και μου ρίχνει ένα ζεστό χαμό­γε­λο. Στο σπί­τι τα πράγ­μα­τα είναι συνη­θι­σμέ­να. Έχουν περά­σει αρκε­τές εβδο­μά­δες από τη επί­σκε­ψή μας στον για­τρό και όλοι δεί­χνου­με να το έχου­με ξεπε­ρά­σει. Περί­που τρεις μήνες μετά ο πατέ­ρας μου κλεί­νει ραντε­βού σε άλλο για­τρό αυτήν την φορά. Το νοσο­κο­μείο εκεί είναι πιο οικείο και οι για­τροί και οι νοσο­κό­μες είναι πιο καλοί. Όταν μπαί­νου­με στο γρα­φείο, εντυ­πω­σιά­ζο­μαι από το μέγε­θος και την δια­κό­σμη­σή του. Έχει δικό του σαλό­νι και  είναι δια­κο­σμη­μέ­νο όπως ακρι­βώς θέλω και εγώ το γρα­φείο μου, κλα­σι­κό όχι τόσο απλό αλλά και όχι τόσο μοντέρ­νο. Καθό­μα­στε και μιλά­με με τον συμπα­θη­τι­κό για­τρό που μας υπο­δέ­χτη­κε θερ­μά. Φεύ­γο­ντας από το νοσο­κο­μείο αφή­νου­με όλες τις ακτι­νο­γρα­φί­ες, για να τις μελε­τή­σουν οι για­τροί.

    Οι μέρες περ­νά­νε με τον ίδιο ρυθ­μό και δεν έχου­με ακό­μα νέα από τους για­τρούς. Τα βρά­δια τα όνει­ρά μου γίνο­νται όλο και πιο τρε­λά, πιο χαρού­με­να, ζωντα­νεύ­ουν στις σκέ­ψεις μου και με κάνουν να αισθά­νο­μαι όμορ­φα, χαμέ­νη μέσα στον δικό μου κόσμο. Έχω μεγά­λη φαντα­σία και οι φίλες μου λένε ότι θα μπο­ρού­σα να γρά­ψω βιβλίο και λέω να το δοκι­μά­σω. Ένα βρά­δυ που δεν μπο­ρού­σα να κοι­μη­θώ σκέ­φτη­κα λίγο από την αρχή όλα τα γεγο­νό­τα που συνέ­βη­σαν, αφού έμα­θα ότι έχω καρ­κί­νο. Πάλε­ψα για την ζωή μου. Ξέφυ­γα από τα χέρια του θανά­του. Ένιω­σα την πραγ­μα­τι­κή αξία, την πραγ­μα­τι­κή γλύ­κα της ζωής , την πραγ­μα­τι­κή χαρά, την πραγ­μα­τι­κή λύπη. Ένιω­σα τον θάνα­το, τον πραγ­μα­τι­κό πόνο, την πραγ­μα­τι­κή αγά­πη στα πρό­σω­πα των κοντι­νών μου ανθρώ­πων. Ένιω­σα πόση αυτο­πε­ποί­θη­ση, δυνα­μι­κό­τη­τα, θέλη­ση έχει ένας άνθρω­πος, όταν το θέλει. Θα συνε­χί­σω έτσι  και θα μετα­δώ­σω αυτήν τη θέλη­ση και χαρά σε όσους περισ­σό­τε­ρους ανθρώ­πους μπο­ρώ. Ο Θεός με έσω­σε για έναν σκο­πό, ίσως και για να πραγ­μα­το­ποι­ή­σω τα όνει­ρά μου. Αυτό θα το μάθω αργό­τε­ρα. Του είμαι ευγνώ­μων και ποτέ δεν θα μπο­ρέ­σω να εκφρά­σω την ευγνω­μο­σύ­νη μου. Αλλά, όσο ζω, ελπί­ζω να κατα­φέ­ρω να εκπλη­ρώ­σω τα όνει­ρά και τους σκο­πούς μου. Θα ξεπε­ρά­σω όλες τις δυσκο­λί­ες και θα συνε­χί­σω να πιστεύω στον εαυ­τό μου και στις προσ­δο­κί­ες μου. Θα συνε­χί­σω να ελπί­ζω, για­τί, όπως λένε, η ελπί­δα πεθαί­νει πάντα τελευ­ταία. Ένα δάκρυ κυλά­ει στο μάγου­λό μου, μόνο που αυτήν την φορά δεν είναι δάκρυ λύπης, δεν είναι δάκρυ απελ­πι­σί­ας είναι δάκρυ χαράς, για­τί η ζωή μου μόλις άρχι­σε και ελπί­ζω να έχει αίσιο τέλος!