Αυτό που χαρα­κτη­ρί­ζει το κομ­μα­τι­κό σύστη­μα της Δανί­ας είναι όχι μόνο η κεντρώα ιδε­ο­λο­γι­κή τάση του Socialdemokratiet και η διά­στα­ση στην ιδε­ο­λο­γι­κή τοπο­θέ­τη­ση μετα­ξύ κομ­μά­των και ψηφο­φό­ρων, αλλά και η θεμα­τι­κή σύγκλι­ση των συντη­ρη­τι­κο-φιλε­λεύ­θε­ρων κομ­μα­τι­κών δυνά­με­ων με τα πολι­τι­κά δια­κυ­βεύ­μα­τα του Socialdemokratiet. Ριζο­σπά­στες Φιλε­λεύ­θε­ροι, Χρι­στια­νο­δη­μο­κρά­τες και Κεντρώ­οι Δημο­κρά­τες υιο­θε­τούν, σε ζητή­μα­τα οικο­νο­μι­κής πολι­τι­κής και δημο­σί­ων οικο­νο­μι­κών, θέσεις που ευνο­ούν την κρα­τι­κή παρέμ­βα­ση και τις πολι­τι­κές κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας. Σε μια σκά­λα από το 1 έως το 5, όπου 1 ίσον περιο­ρι­στι­κή οικο­νο­μι­κή πολι­τι­κή και 5 ίσον επε­κτα­τι­κή οικο­νο­μι­κή πολι­τι­κή, το μεν Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό Κόμ­μα τοπο­θε­τεί­ται στη θέση 3,81, οι δε Ριζο­σπά­στες Φιλε­λεύ­θε­ροι, Χρι­στια­νο­δη­μο­κρά­τες και Κεντρώ­οι Δημο­κρά­τες στις θέσεις 3,08, 2,97 και 3,01 αντι­στοί­χως (στοι­χεία του 1994). Στην ίδια σκά­λα τοπο­θέ­τη­σης, όπου 1= ριζι­κές περι­κο­πές σε κοι­νω­νι­κές παρο­χές και 5= ευρεία αύξη­ση των κοι­νω­νι­κών παρο­χών, το μεν Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό Κόμ­μα τοπο­θε­τεί­ται στη θέση 3,65, οι δε Ριζο­σπά­στες Φιλε­λεύ­θε­ροι, Χρι­στια­νο­δη­μο­κρά­τες και Κεντρώ­οι Δημο­κρά­τες στις θέσεις 3,03, 3,05 και 2,98 αντι­στοί­χως (Borre και Andersen 1997: 70, 80).

Κατ’ αυτόν τον τρό­πο, όμως, οι Σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες και τα ‘σοσιαλ­δη­μο­κρα­τί­ζο­ντα’ συντη­ρη­τι­κο-φιλε­λεύ­θε­ρα κόμ­μα­τα εκεί­νης της επο­χής απο­μα­κρύν­θη­καν από τους παρα­δο­σια­κούς εκλο­γείς τους, αφή­νο­ντας το πεδίο ελεύ­θε­ρο στο αντι­κρα­τι­κό και αντι­φο­ρο­λο­γι­κό (στα­δια­κά εθνι­κο-σοβι­νι­στι­κό και αντι­με­τα­να­στευ­τι­κό) Κόμ­μα της Προ­ό­δου να καλύ­ψει το κενό που δημιούρ­γη­σε η εγκα­τά­λει­ψη των εκλο­γέ­ων από τα κόμ­μα­τα δια­κυ­βέρ­νη­σης, όπως έχει υπο­στη­ρι­χθεί (Nannestad 1997: 78). Απο­τέ­λε­σμα αυτής της εγκα­τά­λει­ψης είναι ότι το Κόμ­μα της Προ­ό­δου, παρό­τι τοπο­θε­τεί­ται δεξιό­τε­ρα στον άξο­να αρι­στε­ράς-δεξιάς απ’ ό,τι τα υπό­λοι­πα κόμ­μα­τα, συγκε­ντρώ­νει στις τάξεις των εκλο­γέ­ων του αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νους, αλλά και χει­ρώ­να­κτες, επι­τυγ­χά­νο­ντας την αμφί­πλευ­ρη διείσ­δυ­ση στους εκλο­γείς των κομ­μά­των τόσο της παρα­δο­σια­κής κεντρο­α­ρι­στε­ράς όσο και της παρα­δο­σια­κής κεντρο­δε­ξιάς: το 11% των αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νων και το 10% των χει­ρώ­να­κτων ψήφι­σε το Fremskridtspartiet στις εκλο­γές για το Folketing του 1994. Οι χει­ρώ­να­κτες, μάλι­στα, συνέ­θε­ταν το 50% των ψηφο­φό­ρων του – σε κανέ­να άλλο από τα κοι­νο­βου­λευ­τι­κά κόμ­μα­τα τα «μπλε κολά­ρα» δεν διέ­θε­ταν υψη­λό­τε­ρο ποσο­στό συμ­με­το­χής μετα­ξύ των εκλο­γέ­ων τους (Borre και Andersen 1997: 119, 151).

Στη Νορ­βη­γία, τα κόμ­μα­τα εμφα­νί­ζουν επί­σης μια καθα­ρή διά­τα­ξη αρι­στε­ράς-δεξιάς (βλ. Listhaug, Macdonald και Rabinowitz 1990: 231). Παρά την καθα­ρή ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κή διά­τα­ξη των κομ­μά­των, όμως, το κομ­μα­τι­κό σύστη­μα εμφα­νί­ζει μετα­πο­λε­μι­κά «μέτρια πόλω­ση» (Heidar και Sv¨sand 2004: 297). Μάλι­στα, όταν το Εργα­τι­κό Κόμ­μα (Norske Arbeiderparti) χάνει στις εκλο­γές τού 1961 τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά τού «κυρί­αρ­χου κόμ­μα­τος», στο κομ­μα­τι­κό σύστη­μα της Νορ­βη­γί­ας επαυ­ξά­νε­ται η τάση για «συναι­νε­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό» των κομ­μά­των της (στο ίδιο).

Στην περί­πτω­ση της Νορ­βη­γί­ας έχου­με να κάνου­με με μια κοι­νω­νι­κή δομή «δια­σταυ­ρού­με­νων διαι­ρε­τι­κών δομών» (Rokkan 1967). Ιδε­ο­λο­γι­κές, ηθι­κο-θρη­σκευ­τι­κές και αστι­κο-αγρο­τι­κές σχά­σεις συνε­πι­δρούν στη δια­μόρ­φω­ση αυτού τού, κατά Sartori, «μετρί­ως πολω­μέ­νου» κομ­μα­τι­κού συστή­μα­τος. Από τη δεκα­ε­τία του 1970 και με μεγα­λύ­τε­ρη έντα­ση από τη δεκα­ε­τία του 1990, ωστό­σο, νέα δια­κυ­βεύ­μα­τα (Ευρώ­πη, μετα­νά­στευ­ση, ηθι­κά δια­κυ­βεύ­μα­τα) επι­φέ­ρουν εκλο­γι­κή μετα­βλη­τό­τη­τα, προ­κα­λώ­ντας κατα­κερ­μα­τι­σμό και ενί­σχυ­ση των άκρων στο κομ­μα­τι­κό σύστη­μα, ενώ, επι­πλέ­ον, μετα­κι­νούν τα κόμ­μα­τα από τις παρα­δο­σια­κές ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κές τοπο­θε­τή­σεις τους. Σοσια­λι­στι­κό Αρι­στε­ρό Κόμ­μα και Κεντρώο Κόμ­μα μετα­το­πί­ζο­νται αρι­στε­ρό­τε­ρα στον ιδε­ο­λο­γι­κό-πολι­τι­κό άξο­να, ενώ τάση μετα­κί­νη­σης στο κέντρο του ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κού άξο­να εμφα­νί­ζουν και οι Σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες του Arbeiderpartiet.

Καθώς οι Σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες και οι Φιλε­λεύ­θε­ροι χάνουν τη «δια­κρι­τό­τη­τά» τους, μετα­κι­νού­με­νοι σε πολι­τι­κές θέσεις που δεν αντα­πο­κρί­νο­νται στο παρα­δο­σια­κό προ­φίλ τους (Ray και Narud 2000: 235), το Συντη­ρη­τι­κό Κόμ­μα και το Κόμ­μα της Προ­ό­δου ελέγ­χουν πλή­ρως τον αστι­κό-δεξιό χώρο. Με τη σημα­σία του δια­κυ­βεύ­μα­τος «πολι­τι­κό άσυ­λο-μετα­νά­στευ­ση» να αυξά­νε­ται ολο­έ­να και περισ­σό­τε­ρο και έχο­ντας ανα­δεί­ξει τη μετα­νά­στευ­ση σε «δικό του δια­κύ­βευ­μα», το Κόμ­μα της Προ­ό­δου διευ­ρύ­νει κι άλλο την εκλο­γι­κή επιρ­ροή του στους Νορ­βη­γούς ψηφο­φό­ρους (από 15,35 το 1997 σε 22,1% το 2005). Όπως ανα­φέ­ρα­με και παρα­πά­νω, η εκλο­γι­κή επιρ­ροή του είναι ισχυ­ρή και αυξα­νό­με­νη, ιδί­ως μετα­ξύ των εκλο­γέ­ων που εμπι­στεύ­ο­νται το Fremskrittspartiet στη δια­χεί­ρι­ση του συγκε­κρι­μέ­νου δια­κυ­βεύ­μα­τος, οι οποί­οι απο­τε­λού­σαν το 34% του εκλο­γι­κού σώμα­τος το 1997 και το 39% το 2003. Εξ αυτών, δήλω­νε κομ­μα­τι­κή προ­τί­μη­ση στο Κόμ­μα της Προ­ό­δου το 32% το 1997, το 44% το 2001 και το 47% το 2003 (BjΩ­rklund 2003: 14· BjΩ­rklund και Saglie 2004: 14, 22).

Στη Γερ­μα­νία, παρό­τι η άνο­δος της άκρας δεξιάς γνω­ρί­ζει σημα­ντι­κούς θεσμι­κούς περιο­ρι­σμούς, η μετα­κί­νη­ση των CDU και CSU σε ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κές θέσεις εγγύ­τε­ρα του κέντρου, κατά το δεύ­τε­ρο ήμι­συ της δεκα­ε­τί­ας του 1990 (Schmitt και Wüst 2006: 185), σε συν­δυα­σμό με τις νέες κοι­νω­νι­κο-οικο­νο­μι­κές συν­θή­κες που δημιουρ­γού­σε η ενο­ποί­η­ση των δύο Γερ­μα­νιών, ευνό­η­σε την εκλο­γι­κή άνο­δο της άκρας δεξιάς, η οποία, πάντως, ήταν ασυ­νε­χής και η παρου­σία της, εκτός του ότι δεν απο­τυ­πώ­θη­κε στην κεντρι­κή πολι­τι­κή σκη­νή, υπήρ­ξε περιο­ρι­σμέ­νη, ακα­νό­νι­στη και κατα­κερ­μα­τι­σμέ­νη, όπως ανα­λύ­σα­με στο σχε­τι­κό κεφά­λαιο. Ωστό­σο, η κεντρώα τάση στο κομ­μα­τι­κό σύστη­μα της Γερ­μα­νί­ας (βλ. στο ίδιο) δια­μορ­φώ­νε­ται προ­πά­ντων από τις ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κές μετα­το­πί­σεις που λαμ­βά­νουν χώρα στο αρι­στε­ρό φάσμα του κομ­μα­τι­κού συστή­μα­τος. Έκτο­τε, διευ­ρύ­νε­ται ο πλου­ρα­λι­σμός του, με τη δημιουρ­γία τού Κόμ­μα­τος του Δημο­κρα­τι­κού Σοσια­λι­σμού (PDS), αρχι­κώς, και τη μετα­τρο­πή του, κατό­πιν συγ­χω­νεύ­σε­ως με ομά­δα συν­δι­κα­λι­στών αρι­στε­ρών Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τών (WASG), στο Αρι­στε­ρό Κόμ­μα-Κόμ­μα του Δημο­κρα­τι­κού Σοσια­λι­σμού (Die Linkspartei-PDS) τις παρα­μο­νές των ομο­σπον­δια­κών εκλο­γών τού 2005 (βλ. σχε­τι­κά Γεωρ­γιά­δου 2005: 139).

Ανα­φο­ρι­κά με το Linkspartei-PDS, δεν είναι μόνο το εκλο­γι­κά σημα­ντι­κό ποσο­στό (8,7%) που συγκέ­ντρω­σε στην ανα­μέ­τρη­ση για την ομο­σπον­δια­κή Βου­λή του 2005. Επι­πλέ­ον, το Linkspartei-PDS λει­τούρ­γη­σε ως συλ­λέ­κτης δια­μαρ­τυ­ρί­ας, που «δεν είχε ανα­στο­λές να διεκ­δι­κή­σει ψήφους από το δεξιό-εξτρε­μι­στι­κό περι­βάλ­λον» –όπως πίστευε σχε­δόν το ήμι­συ του εκλο­γι­κού σώμα­τος πριν τις εκλο­γές του 2005– και το οποίο είχε καθή­κον «να απο­σπά­σει από το NPD απο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νους ψηφο­φό­ρους», όπως δια­τει­νό­ταν ο ένας εκ των αρχη­γών του, Oskar Lafontaine (Γεωρ­γιά­δου 2005: 139–140). Στο Linkspartei-PDS διο­χε­τεύ­θη­κε ένα σωρευ­μέ­νο από­θε­μα κομ­μα­τι­κής και πολι­τι­κής δια­μαρ­τυ­ρί­ας, η ύπαρ­ξη του οποί­ου είχε προ και­ρού εντο­πι­στεί στο εκλο­γι­κό σώμα της Γερ­μα­νί­ας (Scarrow 1996). Αν στο Αρι­στε­ρό Κόμ­μα διο­χε­τεύ­θη­κε η ψήφος δια­μαρ­τυ­ρό­με­νων εκλο­γέ­ων που ήταν φορείς αντι­με­τα­να­στευ­τι­κών και ξενο­φο­βι­κών στά­σε­ων, είναι ένα θέμα που δεν έχει μελε­τη­θεί. Γεγο­νός απο­τε­λεί, πάντως, ότι με τη χρή­ση από τον Lafontaine ενός πολι­τι­κού λεξι­λο­γί­ου που κινη­το­ποιού­σε ξενο­φο­βι­κά και αντι­με­τα­να­στευ­τι­κά αντα­να­κλα­στι­κά, επι­χει­ρή­θη­κε η μετα­στρο­φή στο Linkspartei-PDS χει­ρώ­να­κτων και άνερ­γων που ψήφι­ζαν το NPD.9

Εν κατα­κλεί­δι: Η ψήφος στην άκρα δεξιά δεν είναι προ­νο­μια­κή εκλο­γι­κή επι­λο­γή των από­κλη­ρων. Βέβαια, όπως δια­πι­στώ­σα­με στις ανα­λύ­σεις που προη­γή­θη­καν, τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς ψηφί­ζο­νται από εκλο­γείς που βρί­σκο­νται στο περι­θώ­ριο του συστή­μα­τος απα­σχό­λη­σης και στις τάξεις τους ανευ­ρί­σκει κανείς αριθ­μη­τι­κά σημα­ντι­κές ομά­δες ψηφο­φό­ρων με τα τυπι­κά κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κά γνω­ρί­σμα­τα ψηφο­φό­ρων της παρα­δο­σια­κής αρι­στε­ράς. Ωστό­σο, μια τέτοια επι­λο­γή υπό­κει­ται σε επι­πλέ­ον κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κούς περιο­ρι­σμούς, καθώς οι χει­ρώ­να­κτες, μη-εκκλη­σια­ζό­με­νοι­/μη-θρη­σκευό­με­νοι, χαμη­λού και μεσαί­ου εκπαι­δευ­τι­κού επι­πέ­δου άνδρες εκλο­γείς είναι εκεί­νοι που ψηφί­ζουν τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς σε ποσο­στά υψη­λό­τε­ρα από τα ποσο­στά που συγκε­ντρώ­νουν τα κόμ­μα­τα αυτά στο σύνο­λο των εκλο­γέ­ων. Πέραν των ειδι­κευ­μέ­νων και ανει­δί­κευ­των βιο­μη­χα­νι­κών εργα­τών, τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς ψηφί­ζο­νται από σημα­ντι­κό αριθ­μό χαμη­λό­μι­σθων και εργα­σια­κά ευά­λω­των υπαλ­λη­λι­κών στρω­μά­των. Παρό­τι τα υπαλ­λη­λι­κά στρώ­μα­τα, μαζί με τους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες και τους αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νους, είχαν πυκνώ­σει στις τάξεις των εκλο­γέ­ων των ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των τη δεκα­ε­τία του 1970 –τότε που αυτά υπο­στή­ρι­ζαν μια αντι­φο­ρο­λο­γι­κή ατζέ­ντα και είχαν στρα­φεί ενα­ντί­ον του κρά­τους πρό­νοιας και υπέρ της προ­στα­σί­ας της εθνι­κής αγο­ράς–, μέχρι σήμε­ρα τα στρώ­μα­τα αυτά δεν βλέ­πουν με καλό μάτι τις υψη­λές κοι­νω­νι­κές και φορο­λο­γι­κές δαπά­νες στις οποί­ες υπο­βάλ­λε­ται το εισό­δη­μά τους και ψηφί­ζουν την εθνι­κο-σοβι­νι­στι­κή άκρα δεξιά της δεκα­ε­τί­ας τού 1990 και του 2000 σε ποσο­στά ικα­νο­ποι­η­τι­κά.

Η δυσα­ρέ­σκεια για το σύστη­μα δια­κυ­βέρ­νη­σης και η διά­θε­ση για πολι­τι­κο-κομ­μα­τι­κή δια­μαρ­τυ­ρία ευθυ­γραμ­μί­ζουν τους εκλο­γείς με τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς. Το μέγε­θος της ευθυ­γράμ­μι­σης αυτής συναρ­τά­ται με τις διε­ξό­δους που δια­θέ­τει το σύστη­μα δια­κυ­βέρ­νη­σης για την εκτό­νω­ση της δυσα­ρέ­σκειας και της δια­μαρ­τυ­ρί­ας του εκλο­γι­κού σώμα­τος. Στα αντα­γω­νι­στι­κά συστή­μα­τα δια­κυ­βέρ­νη­σης, η δυνα­τό­τη­τα του εκλο­γέα να δοκι­μά­σει την «έξο­δό» του, επι­λέ­γο­ντας είτε την εκλο­γι­κή απο­χή είτε την εκλο­γι­κή μετα­στρο­φή στο αντί­πα­λο κόμ­μα από εκεί­νο στο οποίο συνή­θως δίνει την ψήφο του, εκτο­νώ­νει τη δυσθυ­μία του με τα κόμ­μα­τα και την πολι­τι­κή. Στα δια­πραγ­μα­τευ­τι­κά συστή­μα­τα δια­κυ­βέρ­νη­σης, αντι­θέ­τως, μια τέτοια «έξο­δος» δεν είναι απο­τε­λε­σμα­τι­κή, καθώς τα κόμ­μα­τα δια­κυ­βέρ­νη­σης βρί­σκο­νται σε μια τυπι­κή ή άτυ­πη συνερ­γα­σία μετα­ξύ τους, που ξεπερ­νά­ει τις δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές αρι­στε­ράς-δεξιάς, αλλά και καθι­στά θολά τα όρια μετα­ξύ κυβέρ­νη­σης-αντι­πο­λί­τευ­σης. Σε μια τέτοια περί­πτω­ση, η άκρα δεξιά λει­τουρ­γεί ως συλ­λέ­κτης της δυσα­ρέ­σκειας και της δια­μαρ­τυ­ρί­ας των εκλο­γέ­ων.

Με τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά ενός τύπου «κόμ­μα­τος που ενα­ντιώ­νε­ται στα υπό­λοι­πα», σύμ­φω­να με την εύστο­χη παρα­τή­ρη­ση του Mudde, τα οποία δεν συνι­στούν παρά ένα είδος ενιαί­ου κόμ­μα­τος, όπως δια­τει­νό­ταν ο Haider, θέλο­ντας να τονί­σει με τρό­πο απλο­ποι­η­τι­κό τις ιδε­ο­λο­γι­κές, πολι­τι­κές και προ­γραμ­μα­τι­κές συγκλί­σεις των κομ­μά­των δια­κυ­βέρ­νη­σης, τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς δικαιώ­νουν ή και εξά­πτουν την αντι­κομ­μα­τι­κό­τη­τα των δυσα­ρε­στη­μέ­νων και δια­μαρ­τυ­ρό­με­νων εκλο­γέ­ων, προ­σβλέ­πο­ντας στην ψήφο τους. Μόνο που, επει­δή η πολι­τι­κή και κομ­μα­τι­κή δυσθυ­μία είναι στά­ση αρνη­τι­κή και γι’ αυτό μη ικα­νή να προ­κα­λέ­σει συναι­σθη­μα­τι­κές συν­δέ­σεις μετα­ξύ των υπο­κει­μέ­νων που τη μοι­ρά­ζο­νται και των πολι­τι­κών αντι­κει­μέ­νων που τη δικαιώ­νουν ή την εξά­πτουν, η ψήφος στην άκρα δεξιά από δυσα­ρέ­σκεια και δια­μαρ­τυ­ρία απο­τε­λεί μια αστα­θή επι­λο­γή. Για να μετα­βλη­θεί αυτή η αστα­θής εκλο­γι­κή επι­λο­γή σε μια (σχε­τι­κώς) στα­θε­ρή επι­λο­γή, οι εκλο­γείς που στρέ­φο­νται στα κόμ­μα­τα αυτά, είτε από κοι­νω­νι­κο-οικο­νο­μι­κή αδυ­να­μία είτε/και από πολι­τι­κο-κομ­μα­τι­κή δυσα­ρέ­σκεια και δια­μαρ­τυ­ρία, πρέ­πει να τα στη­ρί­ξουν και επει­δή συμ­φω­νούν μαζί τους πολι­τι­κά. Από τα μέσα της δεκα­ε­τί­ας του 1990, τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς που γνω­ρί­ζουν εκλο­γι­κή επι­τυ­χία και διάρ­κεια στην πολι­τι­κή σκη­νή είναι εκεί­να που η πολι­τι­κή ατζέ­ντα τους συμπί­πτει με την ιεράρ­χη­ση των πολι­τι­κών δια­κυ­βευ­μά­των εκ μέρους των πολι­τών.

«Wu zeggen wat u denkt», «Λέμε αυτό που σκέ­πτε­στε», ήταν το κεντρι­κό σύν­θη­μα του Νederlands Blok, ενός κόμ­μα­τος του ακρο­δε­ξιού χώρου στην Ολλαν­δία, σύν­θη­μα που έκα­ναν πρά­ξη όλα τα εκλο­γι­κώς επι­τυ­χη­μέ­να κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς που ανα­λύ­σα­με στα παρα­πά­νω. Έγι­ναν, δηλα­δή, ό,τι ζητού­σαν οι (δυνη­τι­κοί) ψηφο­φό­ροι τους, κερ­δί­ζο­ντας κατ’ αυτόν τον τρό­πο την ψήφο τους. Η ζήτη­ση των ψηφο­φό­ρων υπήρ­ξε αντι­φα­τι­κή, αλλά η «πολύ­πλο­κη αλχη­μεία» της άκρας δεξιάς γνώ­ρι­ζε να συναι­ρεί τις δια­φο­ρε­τι­κές αντι­λή­ψεις, τις απο­κλί­νου­σες προσ­δο­κί­ες, τα επι­μέ­ρους συμ­φέ­ρο­ντα σε ένα, κάθε φορά νέο, ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κό κρά­μα.


9. Στο ζήτη­μα αυτό έχου­με ανα­φερ­θεί στο Πρώ­το Μέρος τού ανά χεί­ρας βιβλί­ου