4. Κίνητρα της εκλογικής επιλογής: Εξηγώντας την ακροδεξιά ψήφο.

Η δια­κρί­βω­ση του κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κού προ­φίλ των εκλο­γέ­ων ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των δίνει πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κά με το ποιοι ψηφί­ζουν τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς, χωρίς ωστό­σο να φωτί­ζει επαρ­κώς τα κίνη­τρα της εκλο­γι­κής επι­λο­γής των ψηφο­φό­ρων τους. Τα ακρο­δε­ξιά κόμ­μα­τα συγκε­ντρώ­νουν στις τάξεις των εκλο­γέ­ων τους «θύμα­τα» και «χαμέ­νους» από τις κοι­νω­νι­κο-οικο­νο­μι­κές εξε­λί­ξεις, όμως κόμ­μα­τα αυτού του χώρου ψηφί­ζο­νται και από μη-περι­θω­ριο­ποι­η­μέ­να ή και από ανερ­χό­με­να κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα. Το γεγο­νός, επί παρα­δείγ­μα­τι, ότι μετα­ξύ των Ολλαν­δών που ψήφι­σαν τη Λίστα Pim Fortuyn, των Δανών που υπο­στή­ρι­ξαν το Λαϊ­κό Κόμ­μα και των Ελβε­τών που επέ­λε­ξαν στο SVP συγκα­τα­λέ­γε­ται σημα­ντι­κός αριθ­μός εκλο­γέ­ων από τα εργα­τι­κά και τα χαμη­λά υπαλ­λη­λι­κά στρώ­μα­τα, αλλά και από την επαγ­γελ­μα­τι­κή ομά­δα των επι­χει­ρη­μα­τιών μικρών και μεσαί­ων επι­χει­ρή­σε­ων, απο­τε­λεί ένα παρά­δειγ­μα μιας τέτοιας αμφίρ­ρο­πης διείσ­δυ­σης των προ­α­να­φερ­θέ­ντων κομ­μά­των στο εκλο­γι­κό σώμα (βλ. Πίνα­κα 1/K· van der Brug 2003: 90). Επι­πλέ­ον, επει­δή τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς λει­τουρ­γούν ως συλ­λέ­κτες της δια­μαρ­τυ­ρί­ας του εκλο­γι­κού σώμα­τος, μερί­δα των ψηφο­φό­ρων τους ανή­κει στους πολι­τι­κο-κομ­μα­τι­κά δυσα­ρε­στη­μέ­νους και δια­μαρ­τυ­ρό­με­νους εκλο­γείς. Κι αν η βασι­κή αιτία της πολι­τι­κο-κομ­μα­τι­κής δυσα­ρέ­σκειας και δια­μαρ­τυ­ρί­ας τους είναι κοι­νή –πρό­κει­ται για την αδυ­να­μία τους να επη­ρε­ά­σουν τις κοι­νω­νι­κο-οικο­νο­μι­κές εξε­λί­ξεις και να δια­πραγ­μα­τευ­θούν ικα­νο­ποι­η­τι­κά προς όφε­λός τους τα αιτή­μα­τά τους με τους παρά­γο­ντες της εξου­σί­ας–, οι δυσα­ρε­στη­μέ­νοι και δια­μαρ­τυ­ρό­με­νοι εκλο­γείς μπο­ρεί εξί­σου καλά να ανή­κουν στους «χαμέ­νους», αλλά και στους «ανερ­χό­με­νους» από τις κοι­νω­νι­κές μετα­βο­λές ψηφο­φό­ρους.5

«Χαμέ­νοι» και «θύμα­τα», «ανερ­χό­με­νοι» και «δια­μαρ­τυ­ρό­με­νοι» ανευ­ρί­σκο­νται μετα­ξύ των ψηφο­φό­ρων της άκρας δεξιάς, η οποία κατο­χυ­ρώ­νει μια στα­θε­ρή παρου­σία στην πολι­τι­κή σκη­νή αφ’ ης στιγ­μής απο­κτή­σει εκλο­γι­κό κοι­νό που δεν την ψηφί­ζει (μόνο) από αδυ­να­μία ή από δια­μαρ­τυ­ρία, αλλά (και) από επι­λο­γή. Σ’ αυτή την περί­πτω­ση, η ψήφος στην άκρα δεξιά μετα­τρέ­πε­ται σε ψήφο πολι­τι­κής επι­δο­κι­μα­σί­ας («policy voting») των δια­κυ­βευ­μά­των που ανα­δει­κνύ­ουν τα ακρο­δε­ξιά κόμ­μα­τα και σε ψήφο ανα­γνώ­ρι­σης της αρμο­διό­τη­τας των ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των να αντι­με­τω­πί­σουν τα δια­κυ­βεύ­μα­τα αυτά (van der Brug 2003: 92). Επ’ αυτού, ένα χαρα­κτη­ρι­στι­κό παρά­δειγ­μα: Στη Νορ­βη­γία, το ένα τρί­το του εκλο­γι­κού σώμα­τος έως το 2001 και τα δύο πέμ­πτα το 2003 θεω­ρού­σαν ότι το Κόμ­μα της Προ­ό­δου διέ­θε­τε την «καλύ­τε­ρη πολι­τι­κή» σε θέμα­τα μετα­νά­στευ­σης. Οι μισοί από εκεί­νους που θεω­ρού­σαν ότι το δια­κύ­βευ­μα «μετα­νά­στευ­ση» είναι «θεμα­τι­κής αρμο­διό­τη­τας» του Κόμ­μα­τος της Προ­ό­δου ανή­καν στους ψηφο­φό­ρους του συγκε­κρι­μέ­νου κόμ­μα­τος (BjΩ­rklund 2003: 14· BjΩ­rklund και Saglie 2004: 14, 22). Ότι κόμ­μα­τα του ακρο­δε­ξιού χώρου ψηφί­ζο­νται επει­δή οι εκλο­γείς συμ­φω­νούν με τις πολι­τι­κές επι­λο­γές και την ατζέ­ντα των κομ­μά­των αυτών απο­δει­κνύ­ε­ται και από την περί­πτω­ση της Λίστας Pim Fortuyn, στην οποία η ψήφος του ενός τρί­του των εκλο­γέ­ων της, το 2002, μπο­ρού­σε να συνα­χθεί από τη συμ­φω­νία τους στα δια­κυ­βεύ­μα­τα της εγκληματικότητας/ασφάλειας και του πολι­τι­κού ασύλου/ενσωμάτωσης των μετα­να­στών, που τόσο η Λίστα όσο και οι εκλο­γείς ιεραρ­χού­σαν ως τα σημα­ντι­κό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα της ολλαν­δι­κής κοι­νω­νί­ας (van der Brug 2003: 92 επ.· Dutch Parliamentary Election Study, 2002–2003).

Η σύμ­πτω­ση της ημε­ρή­σιας διά­τα­ξης του LPF με τα ανα­φε­ρό­με­να από τους εκλο­γείς προ­βλή­μα­τα δεν του εξα­σφά­λι­σε τη συνέ­χεια στην πολι­τι­κή σκη­νή τής Ολλαν­δί­ας, γεγο­νός που σχε­τί­ζε­ται με τις έκτα­κτες περι­στά­σεις που δημιούρ­γη­σε η δολο­φο­νία τού επι­κε­φα­λής του LPF και το κενό ηγε­σί­ας που προ­έ­κυ­ψε σε ένα κατε­ξο­χήν προ­σω­πο­κε­ντρι­κό και «ιδιό­τυ­πο quasi κόμ­μα», όπως έχει χαρα­κτη­ρι­στεί η Λίστα (Lucardie και Voerman 2003: 2). Ωστό­σο, όπως εξη­γεί ο van der Brug (2003), η εξη­γη­τι­κή δύνα­μη της ψήφου πολι­τι­κής επι­δο­κι­μα­σί­ας είναι σημα­ντι­κά μεγα­λύ­τε­ρη από εκεί­νη της ψήφου κοι­νω­νι­κο-οικο­νο­μι­κής αδυ­να­μί­ας, αλλά και της ψήφου δια­μαρ­τυ­ρί­ας για την εκλο­γι­κή επι­λο­γή της Λίστας Pim Fortuyn. Σύμ­φω­να, πάντως, με τους Lubbers, Gijsberts και Scheepers, που μελε­τούν την ψήφο στα ακρο­δε­ξιά κόμ­μα­τα 16 ευρω­παϊ­κών χωρών, από τα μέσα έως τα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του 1990, η εκλο­γι­κή προ­τί­μη­ση στα κόμ­μα­τα αυτά ενι­σχύ­ε­ται όταν η συμ­φω­νία του εκλο­γι­κού σώμα­τος με την πολι­τι­κή ατζέ­ντα των ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των συμπέ­σει με τη διά­θε­σή του για πολι­τι­κή δια­μαρ­τυ­ρία και με τα αισθή­μα­τα δυσα­ρέ­σκειας απέ­να­ντι στους θεσμούς (πολι­τι­κά κόμ­μα­τα) και τους φορείς (πολι­τι­κή ηγε­σία) της αντι­προ­σω­πευ­τι­κής δημο­κρα­τί­ας (βλ. Lubbers, Gijsberts και Scheepers 2002: 371–372).

Η επι­σή­μαν­ση αυτή είναι ιδιαι­τέ­ρως χρή­σι­μη για την κατα­νό­η­ση της ακρο­δε­ξιάς ψήφου στις δια­πραγ­μα­τευ­τι­κές δημο­κρα­τί­ες, που ανα­λύ­σα­με στα παρα­πά­νω. Η εμφά­νι­ση των ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των στις δια­πραγ­μα­τευ­τι­κές δημο­κρα­τί­ες ήρθε ως απο­τέ­λε­σμα της πολι­τι­κής δια­μαρ­τυ­ρί­ας των εκλο­γέ­ων για την ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κή σύγκλι­ση των κομ­μά­των δια­κυ­βέρ­νη­σης και τη συνά­ντη­ση της παρα­δο­σια­κής δεξιάς και της μη-κομου­νι­στι­κής αρι­στε­ράς στο κέντρο του ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κού άξο­να. Η εμφά­νι­ση των ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των συν­δέ­ε­ται, λοι­πόν, με τη στά­ση δια­μαρ­τυ­ρί­ας και τα αισθή­μα­τα πολι­τι­κο-κομ­μα­τι­κής δυσα­ρέ­σκειας του εκλο­γι­κού σώμα­τος. Η πολι­τι­κή και εκλο­γι­κή ενδυ­νά­μω­σή τους, όμως, προ­έ­κυ­ψε από την ευθυ­γράμ­μι­ση της δικής τους πολι­τι­κής ατζέ­ντας με τα πολι­τι­κά δια­κυ­βεύ­μα­τα που οι δυσα­ρε­στη­μέ­νοι και δια­μαρ­τυ­ρό­με­νοι εκλο­γείς ανα­γνώ­ρι­ζαν ως σημα­ντι­κά.

Για να δια­τυ­πώ­σου­με τις παρα­πά­νω παρα­τη­ρή­σεις δια­φο­ρε­τι­κά: Οι δια­πραγ­μα­τευ­τι­κές δημο­κρα­τί­ες δια­θέ­τουν ένα πολι­τι­κό και θεσμι­κό υπό­βα­θρο που ευνο­εί την εμφά­νι­ση στά­σε­ων δια­μαρ­τυ­ρί­ας, καθώς οι συμ­βιω­τι­κές, συμ­φω­νι­κές και συναι­νε­τι­κές δομές τους διευ­ρύ­νουν το κατά Canovan (1999) «χάσμα» μετα­ξύ του δημο­κρα­τι­κού «ιδε­ώ­δους» και της «πραγ­μα­τι­κό­τη­τας» του δημο­κρα­τι­κού καθε­στώ­τος. Οι εντά­σεις που ανα­πτύσ­σο­νται στο εσω­τε­ρι­κό των δια­πραγ­μα­τευ­τι­κών δημο­κρα­τιών εξαι­τί­ας της διεύ­ρυν­σης αυτού του «χάσμα­τος» δημιουρ­γούν ευνοϊ­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την ανά­δει­ξη του ακρο­δε­ξιού φαι­νο­μέ­νου. Εμφα­νι­ζό­με­νοι ως υπέρ­μα­χοι του δημο­κρα­τι­κού «ιδε­ώ­δους», κομ­μα­τι­κοί και πολι­τι­κοί παρά­γο­ντες της άκρας δεξιάς ευθυ­γραμ­μί­ζο­νται με τις δια­θέ­σεις και τα αιτή­μα­τα των δια­μαρ­τυ­ρό­με­νων εκλο­γέ­ων. Κατ’ αυτόν τον τρό­πο, ανα­γνω­ρί­ζο­νται από τους εκλο­γείς ως εκφρα­στές των δικών τους δια­θέ­σε­ων και αιτη­μά­των. Αν, δηλα­δή, τα κίνη­τρα της ψήφου προς την άκρα δεξιά είναι πολι­τι­κά (policy voting) και προ­ϋ­πό­θε­ση για μια τέτοια επι­λο­γή ψήφου απο­τε­λεί η συμ­φω­νία του εκλο­γι­κού σώμα­τος με τα δια­κυ­βεύ­μα­τα της άκρας δεξιάς, η εκλο­γι­κή επι­λο­γή της άκρας δεξιάς προ­ϋ­πο­θέ­τει την ευθυ­γράμ­μι­σή της με την πολι­τι­κή ζήτη­ση των εκλο­γέ­ων.

Συνο­ψί­ζου­με τα παρα­πά­νω με τη βοή­θεια ορι­σμέ­νων εμπει­ρι­κών δεδο­μέ­νων που προ­κύ­πτουν από την πολι­τι­κή και εκλο­γι­κή ανά­λυ­ση των δημο­κρα­τιών που εξε­τά­σα­με στα προη­γού­με­να. Ξεκι­νώ­ντας από την περί­πτω­ση της Ολλαν­δί­ας, στην οποία δια­πι­στώ­νε­ται εμπει­ρι­κά η ύπαρ­ξη πολι­τι­κής ψήφου στην εκλο­γι­κή επι­λο­γή της Λίστας Pim Fortuyn: Η μετα­κί­νη­ση των κομ­μά­των δια­κυ­βέρ­νη­σης προς το κέντρο του πολι­τι­κο-ιδε­ο­λο­γι­κού άξο­να και η σύγκλι­ση του κεντρο­δε­ξιού και του κεντρο­α­ρι­στε­ρού πόλου στις μεσαί­ες θέσεις τού άξο­να αρι­στε­ράς-δεξιάς, τις παρα­μο­νές των εκλο­γών του 2002, κατέ­στη­σαν το κομ­μα­τι­κό σύστη­μα της Ολλαν­δί­ας ανοι­κτό στην πολι­τι­κή δυσα­ρέ­σκεια και δια­μαρ­τυ­ρία του εκλο­γι­κού σώμα­τος. Ο κεντρώ­ος προ­σα­να­το­λι­σμός του κομ­μα­τι­κού συστή­μα­τος, ήδη από τη δεκα­ε­τία του 1970, με μόνο το συντη­ρη­τι­κο-φιλε­λεύ­θε­ρο VVD να ακο­λου­θεί μια δεξιό­στρο­φη πορεία, όπως προ­κύ­πτει από την ανά­λυ­ση των Pennings και Keman (2003: 57/Σχήμα 1), συνέ­τει­νε στην ανά­δει­ξη ενός νέου μείγ­μα­τος πολι­τι­κών δια­κυ­βευ­μά­των. Καθώς το μείγ­μα αυτό συνί­στα­το από ορι­σμέ­να από τα τυπι­κά δια­κυ­βεύ­μα­τα της κεντρο­α­ρι­στε­ράς (υγεία, εκπαί­δευ­ση, κοι­νω­νι­κή πρό­νοια) και εκεί­να της κεντρο­δε­ξιάς (νόμος και τάξη), σε συν­δυα­σμό με τα δια­κυ­βεύ­μα­τα του πολι­τι­κού ασύ­λου, της μετα­νά­στευ­σης και της ενσω­μά­τω­σης, που πλέ­ον απα­σχο­λού­σαν τους εκλο­γείς,6 κανέ­να από τα παρα­δο­σια­κά κόμ­μα­τα δεν ήταν σε θέση να υπε­ρα­σπι­στεί εξ ολο­κλή­ρου τη νέα πολι­τι­κή ατζέ­ντα. Η κατα­σκευή μιας τέτοιας ατζέ­ντας από τον Pim Fortuyn διευ­κό­λυ­νε την εκλο­γι­κή άνο­δο του LPF, που συγκέ­ντρω­νε ψήφους λόγω της πολι­τι­κής δυσα­ρέ­σκειας και δια­μαρ­τυ­ρί­ας του εκλο­γι­κού σώμα­τος· κυρί­ως, όμως, ως επι­δο­κι­μα­σία για την ευθυ­γράμ­μι­ση του LPF με την πολι­τι­κή ζήτη­ση εκ μέρους των εκλο­γέ­ων να ακο­λου­θη­θούν αντι­με­τα­να­στευ­τι­κές πολι­τι­κές και πολι­τι­κές αυστη­ρο­ποί­η­σης των προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων για τη χορή­γη­ση πολι­τι­κού ασύ­λου (van der Brug 2003: 96–97· Lucardie και Voerman 2003: 7).

Στην περί­πτω­ση της Ελβε­τί­ας, επί­σης η σύγκλι­ση στο κέντρο των κομ­μά­των της δια­κυ­βέρ­νη­σης (FDP, CVP, SPS) ήταν που ευνό­η­σε την εκλο­γι­κή άνο­δο του Ελβε­τι­κού Λαϊ­κού Κόμ­μα­τος (SVP) (βλ. Brändle 1999: 18). Το τελευ­ταίο δεν ακο­λού­θη­σε απλώς μια δεξιό­στρο­φη πορεία, από τις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του 1990, συγκε­ντρώ­νο­ντας στις τάξεις του ψηφο­φό­ρους από το συντη­ρη­τι­κο-φιλε­λεύ­θε­ρο FDP και από το χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τι­κό CVP (Selb και Lachat 2004: 15)· επι­πλέ­ον, το SVP, όπως εξη­γή­σα­με στο σχε­τι­κό κεφά­λαιο για την άκρα δεξιά στην Ελβε­τία, ακο­λού­θη­σε και μια δια­κρι­τή αντι­πο­λι­τευ­τι­κή πορεία στο εσω­τε­ρι­κό της κεντρι­κής κυβέρ­νη­σης της Ελβε­τί­ας. Υιο­θε­τώ­ντας αντα­γω­νι­στι­κή τακτι­κή, στο πλαί­σιο μιας συμ­βιω­τι­κής δια­κυ­βέρ­νη­σης, το SVP αύξη­σε τα ποσο­στά του εις βάρος των άλλων κομ­μά­των και, επι­πλέ­ον, ανα­γνω­ρί­στη­κε ως το ικα­νό­τε­ρο κόμ­μα για την επί­λυ­ση των προ­βλη­μά­των της ελβε­τι­κής κοι­νω­νί­ας. Είναι ενδει­κτι­κό ότι, συν τω χρό­νω, δεν θεω­ρεί­ται μόνο ικα­νό­τε­ρο από τα υπό­λοι­πα κόμ­μα­τα για την επί­λυ­ση των σημα­ντι­κό­τε­ρων προ­βλη­μά­των της ελβε­τι­κής κοι­νω­νί­ας, αλλά, συγ­χρό­νως, αυξά­νε­ται το ποσο­στό εκεί­νων που ανα­γνω­ρί­ζει στο SVP την ιδιό­τη­τα αυτή.

Συγκε­κρι­μέ­να, το SVP εμφα­νί­ζε­ται ως το κόμ­μα που συμ­βάλ­λει περισ­σό­τε­ρο από τα άλλα κόμ­μα­τα στην επί­λυ­ση του δια­κυ­βεύ­μα­τος «άσυλο»/«μετανάστευση», το οποίο ιεραρ­χεί­ται από τους εκλο­γείς ως το πλέ­ον «επεί­γον πρό­βλη­μα». Το 22% των Ελβε­τών εκλο­γέ­ων θεω­ρούν το δια­κύ­βευ­μα αυτό ως το πλέ­ον «επεί­γον» (dringend), ενώ το 14% το κατο­νο­μά­ζει ως το δεύ­τε­ρο «πιο επεί­γον» πρό­βλη­μα. Το 54% των εκλο­γέ­ων θεω­ρεί ότι το SVP συμ­βάλ­λει περισ­σό­τε­ρο στην επί­λυ­ση του προ­βλή­μα­τος αυτού, ένα­ντι μόλις του 14% που θεω­ρεί το σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό SPS ως το δεύ­τε­ρο σε συμ­βο­λή στον τομέα αυτό κόμ­μα. Το SVP είναι το κόμ­μα στο οποίο ανα­γνω­ρί­ζε­ται από ευρύ τμή­μα εκλο­γέ­ων σημα­ντι­κή συμ­βο­λή στην επί­λυ­ση και των υπό­λοι­πων «επει­γό­ντων» προ­βλη­μά­των της ελβε­τι­κής κοι­νω­νί­ας (των συντά­ξε­ων και της κοι­νω­νι­κής ασφά­λειας, σε ποσο­στό 20% ένα­ντι του 30% του SPS· της ανερ­γί­ας και της ανά­πτυ­ξης, σε ποσο­στό 14% ένα­ντι του 25% του SPS· της φορο­λο­γί­ας και των δημό­σιων οικο­νο­μι­κών, σε ποσο­στό 35% ένα­ντι του 34% του FDP).7 Το Ελβε­τι­κό Λαϊ­κό Κόμ­μα, ήδη από τα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του 1990, είχε «δια­μορ­φώ­σει την εικό­να του πλέ­ον δρα­στή­ριου κόμ­μα­τος» στο κομ­μα­τι­κό σύστη­μα της Ελβε­τί­ας (Longchamp 2000). Δρέ­πο­ντας τους καρ­πούς μιας τέτοιας αξιο­λό­γη­σης, το 20% των Ελβε­τών εκλο­γέ­ων το 2003 και το 29% το 2006 ανα­γνώ­ρι­ζαν στο SVP ικα­νό­τη­τα στη συνο­λι­κή δια­χεί­ρι­ση των «επει­γό­ντων» προ­βλη­μά­των, ένα­ντι του 16% και του 25% αντι­στοί­χως που ανα­γνώ­ρι­ζαν μια τέτοια ικα­νό­τη­τα στο SPS, και ακο­λού­θως του 11% και 13% στο FDP και του 5% και 8% στο CVP, για να παρα­μεί­νου­με στα κόμ­μα­τα που συγκρο­τούν την κεντρι­κή κυβέρ­νη­ση της Ελβε­τί­ας, μετα­ξύ των οποί­ων κατα­γρά­φε­ται η εμφα­νής και διευ­ρυ­νό­με­νη πολι­τι­κο-θεμα­τι­κή υπε­ρο­χή του κόμ­μα­τος του Christoph Blocher (Εκλο­γι­κό Βαρό­με­τρο 2007).

Στην Αυστρία η κομ­μα­τι­κή σύγκλι­ση εμφα­νί­ζε­ται ως απο­τέ­λε­σμα της μετα­κί­νη­σης των Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τών σε κεντρώ­ες θέσεις τού ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κού άξο­να και της (σχε­δόν) ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κής ακι­νη­σί­ας του ÖVP σε κεντρο­δε­ξιές θέσεις της κλί­μα­κας αρι­στε­ράς-δεξιάς (Campbell 1992: 169). Η μετα­κί­νη­ση του SPÖ στον χώρο του κέντρου ήταν ανα­γκαία, προ­κει­μέ­νου οι Σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες να εξα­σφα­λί­σουν κυβερ­νη­τι­κούς συμ­μά­χους, μετά το 1983, όταν το κόμ­μα τους απώ­λε­σε την κοι­νο­βου­λευ­τι­κή πλειο­ψη­φία που κατεί­χε από το 1970. Όσο το SPÖ μετα­το­πι­ζό­ταν δεξιό­τε­ρα τόσο μεγα­λύ­τε­ρη δυσα­ρέ­σκεια προ­κα­λού­σε στο εκλο­γι­κό σώμα των πιστών οπα­δών του και τόσο μεγα­λύ­τε­ρες εκλο­γι­κές απώ­λειες είχε στα κάστρα των παρα­δο­σια­κών ψηφο­φό­ρων του. Η κεντρο­δε­ξιά φορά του κομ­μα­τι­κού συστή­μα­τος στην Αυστρία, ωστό­σο, δεν ευνό­η­σε το κεντρο­δε­ξιό ÖVP, αλλά το δεξιό­στρο­φο FPÖ, το οποίο λει­τούρ­γη­σε ως συλ­λέ­κτης της πολι­τι­κο-κομ­μα­τι­κής δια­μαρ­τυ­ρί­ας των εκλο­γέ­ων ενα­ντί­ον του SPÖ, αλλά και ενα­ντί­ον της πολύ­χρο­νης συμ­φω­νι­κής και ανα­λο­γι­κής δια­κυ­βέρ­νη­σης ÖVP και SPÖ που είχε προη­γη­θεί (1947–1966). Ιδί­ως μετά το 1986, όταν την ηγε­σία του FPÖ ανα­λαμ­βά­νει ο Haider και το κόμ­μα περι­θω­ριο­ποιεί τη φιλε­λεύ­θε­ρη συνι­στώ­σα του, το FPÖ κινεί­ται δεξιό­τε­ρα, αν και ο εθνι­κο-σοβι­νι­σμός και ο λαϊ­κι­σμός του το καθι­στούν, στα­δια­κά, υπο­δο­χέα της ψήφου δια­μαρ­τυ­ρί­ας ψηφο­φό­ρων με κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά εκλο­γέα της αρι­στε­ράς (SPÖ) και της παρα­δο­σια­κής δεξιάς (ÖVP). Το FPÖ ψηφί­ζε­ται από δια­μαρ­τυ­ρό­με­νους ενα­ντί­ον των κομ­μά­των και των πολι­τι­κών ψηφο­φό­ρους, στα­δια­κά, ωστό­σο, η δια­μαρ­τυ­ρία ως κίνη­τρο ψήφου υπο­χω­ρεί – το 38% του εκλο­γι­κού σώμα­τος το 1990, αλλά το 13% το 1999 έδω­σαν ψήφο δια­μαρ­τυ­ρί­ας στο FPÖ. Επί­σης, εμφα­νώς υπο­χω­ρεί και η επί­δρα­ση της προ­σω­πι­κό­τη­τας του Jörg Haider στη δια­μόρ­φω­ση της εκλο­γι­κής προ­τί­μη­σης για το FPÖ – το 54% το 1986, το 23% το 1990 και μόλις το 13% το 1999 ψήφι­σαν το FPÖ λόγω του δημο­φι­λούς αρχη­γού του. Από τα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του 1980/αρχές του 1990, ενι­σχύ­ο­νται τα αντι­με­τα­να­στευ­τι­κά συναι­σθή­μα­τα των εκλο­γέ­ων και βαθαί­νει ο αντι­με­τα­να­στευ­τι­κός προ­σα­να­το­λι­σμός του FPÖ. Η ενα­ντί­ω­ση στη μετα­νά­στευ­ση μετα­βάλ­λε­ται σε πολι­τι­κή επι­λο­γή του FPÖ και η ψήφος λόγω της σύμ­φω­νης γνώ­μης των εκλο­γέ­ων με την επι­λο­γή αυτή του κόμ­μα­τος απο­τε­λεί καθα­ρά πολι­τι­κή ψήφο (policy voting). Το 7% των εκλο­γέ­ων που το ψήφι­ζαν από αντι­με­τα­να­στευ­τι­κή διά­θε­ση γίνε­ται 15% το 1999. Χαρα­κτη­ρι­στι­κά πολι­τι­κής ψήφου δια­θέ­τει, επί­σης, η εκλο­γι­κή επι­λο­γή του FPÖ από ψηφο­φό­ρους που συμ­φω­νού­σαν με την αντί­θε­σή του στα ανα­λο­γι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά της δημο­κρα­τί­ας και οι οποί­οι εξέ­φρα­ζαν διά­θε­ση για αλλα­γή των συναι­νε­τι­κών στοι­χεί­ων του μοντέ­λου δημο­κρα­τί­ας στην Αυστρία. Αυτό επι­ση­μαί­νε­ται από το 27% των ψηφο­φό­ρων του το 1999, ένα­ντι μόλις του 7% το 1990, γεγο­νός που κατα­δει­κνύ­ει ότι με την αύξη­ση της εκλο­γι­κής δύνα­μης του FPÖ περιο­ρί­ζε­ται η ψήφος δια­μαρ­τυ­ρί­ας και αυξά­νε­ται η ψήφος συμ­φω­νί­ας με τις πολι­τι­κές θέσεις του.8

Στη Δανία, τα κόμ­μα­τα εμφά­νι­ζαν μια «σχε­τι­κώς καθα­ρή διά­τα­ξη αρι­στε­ράς-δεξιάς» (Listhaug, Macdonald και Rabinowitz 1990: 238). Το ενδια­φέ­ρον στη χωρι­κή τοπο­θέ­τη­ση των πολι­τι­κών κομ­μά­των και των ψηφο­φό­ρων στη Δανία είναι ότι, από τα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του 1970, το Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό Κόμ­μα βρι­σκό­ταν εγγύ­τε­ρα στους Ριζο­σπά­στες Φιλε­λεύ­θε­ρους (Det Radikale Venstre), κατα­λαμ­βά­νο­ντας μια θέση σχε­δόν στο κέντρο του ορι­ζό­ντιου ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κού άξο­να (στο ίδιο). Η κεντρώα θέση του Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού Κόμ­μα­τος του εξα­σφά­λι­ζε επί πολ­λά χρό­νια τα εκλο­γι­κά πρω­τεία στο κομ­μα­τι­κό σύστη­μα της Δανί­ας (έπα­ψε να τερ­μα­τί­ζει πρώ­το στις εκλο­γές του 2001), το οποίο, πάντως, δια­τή­ρη­σε την «καθα­ρή διά­τα­ξη αρι­στε­ράς-δεξιάς», όπως νεό­τε­ρα στοι­χεία κατα­δει­κνύ­ουν (Borre και Andersen 1997: 72). Θα πρέ­πει, ωστό­σο, να σημειω­θεί ότι τη φυσιο­γνω­μία του κομ­μα­τι­κού συστή­μα­τος στη Δανία προσ­διο­ρί­ζει λιγό­τε­ρο η καθα­ρή διά­τα­ξη των κομ­μά­των του και περισ­σό­τε­ρο η κεντρο­μό­λος τάση που εμφα­νί­ζουν κομ­μα­τι­κές δυνά­μεις του αρι­στε­ρής και δεξιάς προ­έ­λευ­σης, οι οποί­ες κατα­λαμ­βά­νουν μια θέση στο πολι­τι­κο-ιδε­ο­λο­γι­κό κέντρο του κομ­μα­τι­κού συστή­μα­τος. Είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κό, ωστό­σο, ότι η διά­τα­ξη των ψηφο­φό­ρων δεν συμπί­πτει με εκεί­νη των κομ­μά­των: τα κόμ­μα­τα τοπο­θε­τού­νται από την αρι­στε­ρά ώς τη δεξιά, με συγκέ­ντρω­ση στο κέντρο του άξο­να αρι­στε­ράς-δεξιάς, ενώ οι ψηφο­φό­ροι τοπο­θε­τού­νται από την κεντρο­α­ρι­στε­ρά ώς τη δεξιά, με συγκέ­ντρω­ση προς τα δεξιά του συγκε­κρι­μέ­νου άξο­να (στο ίδιο).


6. Βλ. σχε­τι­κά στο κεφά­λαιο για την Ολλαν­δία, όπου ανα­φέ­ρο­νται τα ακρι­βή στοι­χεία από την εκλο­γι­κή έρευ­να του 2002 και 2003 (Dutch Parliamentary Election Study), όσον αφο­ρά την επι­σή­μαν­ση των σημα­ντι­κό­τε­ρων δια­κυ­βευ­μά­των εκ μέρους των Ολλαν­δών εκλο­γέ­ων.

7. Τα εμπει­ρι­κά στοι­χεία που ανα­φέ­ρου­με εδώ προ­έρ­χο­νται από το Εκλο­γι­κό Βαρό­με­τρο 2007 (κύμα Οκτω­βρί­ου 2006) της εται­ρεί­ας ερευ­νών Gfs (www.gfs.bern).

8. Τα ανα­φε­ρό­με­να στοι­χεία προ­έρ­χο­νται από τα exit poll της εται­ρεί­ας ερευ­νών FESSEL-GfK, 1986–1999.