3. Η εκλογική κοινωνιολογία της άκρας δεξιάς(2): Ποιοί δεν την ψηφίζουν.

Παρά την πολυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τά τους, τα κόμ­μα­τα της μετα­πο­λε­μι­κής ακρο­δε­ξιάς συστη­μα­τι­κά απο­τυγ­χά­νουν να απο­κο­μί­σουν εκλο­γι­κά οφέ­λη από ομά­δες εκλο­γέ­ων που, κατά το παρελ­θόν, ανή­καν (όπως γυναί­κες και δη νοι­κο­κυ­ρές) ή εξα­κο­λου­θούν να ανή­κουν (όπως θρη­σκευό­με­νοι και κυρί­ως τακτι­κά εκκλη­σια­ζό­με­νοι Χρι­στια­νοί) στον σκλη­ρό πυρή­να των παρα­δο­σια­κών ψηφο­φό­ρων συντη­ρη­τι­κών και χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τι­κών κομ­μά­των. Ώς ένα βαθ­μό, το ίδιο συμ­βαί­νει και σε ό,τι αφο­ρά τον σκλη­ρό πυρή­να παρα­δο­σια­κών ψηφο­φό­ρων κομ­μά­των της αρι­στε­ράς. Αν και τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς απο­κτούν σημα­ντι­κή πρό­σβα­ση σε ομά­δες με κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κά γνω­ρί­σμα­τα εκλο­γέα της αρι­στε­ράς, τα κέρ­δη τους είναι περιο­ρι­σμέ­να σε εκλο­γείς που δια­θέ­τουν οργα­νω­τι­κούς δεσμούς με τα συν­δι­κά­τα, όπως, λ.χ., δια­πι­στώ­σα­με στην περί­πτω­ση του FPÖ, η διείσ­δυ­ση του οποί­ου στους συν­δι­κα­λι­σμέ­νους εργά­τες είναι σαφώς μικρό­τε­ρη απ’ ό,τι στους ειδι­κευ­μέ­νους και ανει­δί­κευ­τους εργά­τες συνο­λι­κά.

Περισ­σό­τε­ρο αδιά­φο­ροι και λιγό­τε­ρο τρω­τοί στο εκλο­γι­κό προ­σκλη­τή­ριο της άκρας δεξιάς εμφα­νί­ζο­νται οι εκλο­γείς που δια­θέ­τουν οργα­νω­τι­κούς και, κυρί­ως, συναι­σθη­μα­τι­κούς (οικο­γε­νεια­κούς, παρα­δο­σια­κούς) δεσμούς με ομά­δες-προ­θα­λά­μους των κομ­μά­των της αρι­στε­ράς (συν­δι­κά­τα) και με κοι­νω­νι­κά-πολι­τι­σμι­κά περι­βάλ­λο­ντα της δεξιάς (εκκλη­σία). Eν γένει, εκλο­γείς με τέτοιου είδους δεσμούς είναι οι λιγό­τε­ρο μετα­βαλ­λό­με­νοι εκλο­γείς. Όσο όμως χαλα­ρώ­νουν τέτοιοι δεσμοί τόσο περισ­σό­τε­ρο δια­θέ­σι­μοι προς πάσαν κατεύ­θυν­σιν και ανοι­κτοί στο ενδε­χό­με­νο της εκλο­γι­κής μετα­βο­λής καθί­στα­νται οι ψηφο­φό­ροι.

Πιο ευά­λω­τοι στο εκλο­γι­κό προ­σκλη­τή­ριο της άκρας δεξιάς και πιο επιρ­ρε­πείς σε μια μετα­κί­νη­σή τους στα κόμ­μα­τα του δεξιού άκρου δεν εμφα­νί­ζο­νται οι περισ­σό­τε­ρο συντη­ρη­τι­κοί και δεξιό­στρο­φοι ψηφο­φό­ροι, όπως ενδε­χο­μέ­νως να ανέ­με­νε κανείς. H μικρό­τε­ρη ή μεγα­λύ­τε­ρη εκλο­γι­κή δια­θε­σι­μό­τη­τα προς την άκρα δεξιά προσ­διο­ρί­ζε­ται από την έντα­ση των δεσμών: με κοι­νω­νι­κά περι­βάλ­λο­ντα και με συγκε­κρι­μέ­να κόμ­μα­τα που δια­θέ­τει ένας ψηφο­φό­ρος. Oι ψηφο­φό­ροι που εμφα­νί­ζουν ανύ­παρ­κτους, χαλα­ρούς ή δια­λυ­μέ­νους κομ­μα­τι­κούς δεσμούς, καθώς και κοι­νω­νι­κές εντά­ξεις προ­σω­ρι­νές, εργα­λεια­κές και χωρίς συναι­σθη­μα­τι­κό βάθος, ασχέ­τως της κομ­μα­τι­κής προ­έ­λευ­σης και μιας προη­γού­με­νης ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κής στά­σης τους, δεν απο­κλεί­ε­ται, σε συγκυ­ρί­ες κρί­σης ή σε κατα­στά­σεις προ­σω­πι­κής ανα­σφά­λειας, να ανοι­χθούν εκλο­γι­κά στην άκρα δεξιά. Δικλεί­δα ασφα­λεί­ας, ώστε ένα τέτοιο ενδε­χό­με­νο να απο­τρα­πεί, απο­τε­λεί το «πολι­τι­σμι­κό και κοι­νω­νι­κό κεφά­λαιο» που δια­θέ­τουν οι εκλο­γείς. Τις ευνοϊ­κές ή όχι προ­ϋ­πο­θέ­σεις, πάντως, για εκλο­γι­κό άνοιγ­μα στην άκρα δεξιά τις δημιουρ­γεί ένας συν­δυα­σμός μορ­φω­τι­κού επι­πέ­δου, κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων, βαθ­μού κοι­νω­νι­κής βεβαιό­τη­τας και ποιό­τη­τας κοσμοει­κό­νων των εκλο­γέ­ων.

Ι) Oι γυναί­κες είναι επι­φυ­λα­κτι­κές απέ­να­ντι στην άκρα δεξιά.

Σε ό,τι αφο­ρά την ψήφο των γυναι­κών στα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς, ανε­ξαρ­τή­τως χώρας και χρο­νι­κής συγκυ­ρί­ας, είναι εμπει­ρι­κά δια­πι­στω­μέ­νο ότι τα ακρο­δε­ξιά κόμ­μα­τα απο­κο­μί­ζουν μικρό­τε­ρα κέρ­δη από τον γυναι­κείο εκλο­γι­κό πλη­θυ­σμό, ενώ είναι περισ­σό­τε­ροι οι άνδρες εκλο­γείς που τα υπερ­ψη­φί­ζουν. Να ανα­φέ­ρου­με ενδει­κτι­κά ορι­σμέ­να παρα­δείγ­μα­τα: το εκλο­γι­κό σώμα του νορ­βη­γι­κού Κόμ­μα­τος της Προ­ό­δου (1997) το απο­τε­λού­σαν κατά 38% γυναί­κες και κατά 62% άνδρες· η ίδια κατα­νο­μή εμφα­νί­ζε­ται στο FPÖ (1999), αν και, μετά την απο­χώ­ρη­ση του Haider από το κόμ­μα, η δια­φο­ρά αυτή έχει περιο­ρι­στεί (53% οι άνδρες και 47% οι γυναί­κες εκλο­γείς του το 2006)· το ελβε­τι­κό Autopartei (1991) ψηφι­ζό­ταν κατά 46% από γυναί­κες και κατά 54% από άνδρες· οι Republikaner (1989) κατά 36% από γυναί­κες και κατά 64% από άνδρες· το Λαϊ­κό Κόμ­μα στη Δανία (2001) κατά 33% από γυναί­κες και κατά 67% από άνδρες, με την ίδια ακρι­βώς κατα­νο­μή ψήφου να εμφα­νί­ζε­ται και στο Κόμ­μα της Προ­ό­δου της Δανί­ας κ.ο.κ. Σε όλες τις προ­α­να­φερ­θεί­σες περι­πτώ­σεις κομ­μά­των, το ποσο­στό των ανδρών εκλο­γέ­ων που τα ψηφί­ζει είναι υψη­λό­τε­ρο του μέσου εκλο­γι­κού ποσο­στού τους ανά την επι­κρά­τεια, κατά την αντί­στοι­χη χρο­νι­κή περί­ο­δο.

O Betz (1994: 142–143), λαμ­βά­νο­ντας υπό­ψη το μέγε­θος και την επί­μο­νη δια­τή­ρη­ση της δια­φο­ράς όσον αφο­ρά το φύλο της ψήφου στην άκρα δεξιά, κάνει λόγο για την ύπαρ­ξη ενός «φυλε­τι­κού χάσμα­τος» (gender gap). Iσχυ­ρί­ζε­ται, ωστό­σο, ότι το «χάσμα» αυτό γεφυ­ρώ­νε­ται, χωρίς να εξα­φα­νί­ζε­ται, όταν λαμ­βά­νε­ται υπό­ψη όχι η γυναι­κεία ψήφος συνο­λι­κά, αλλά η ψήφος των εργα­ζό­με­νων γυναι­κών ειδι­κά: η δική τους εκλο­γι­κή επι­λο­γή είναι πιο κοντά στην εκλο­γι­κή επι­λο­γή του ανδρι­κού πλη­θυ­σμού. Με βάση νεώ­τε­ρα δεδο­μέ­να από εκεί­να που εξέ­τα­σε ο Betz, επι­βε­βαιώ­νε­ται ότι οι εργα­ζό­με­νες γυναί­κες δίνουν υψη­λό­τε­ρα εκλο­γι­κά ποσο­στά στα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς από ό,τι οι μη-εργα­ζό­με­νε­ς/νοι­κο­κυ­ρές. Μάλι­στα, μετα­ξύ των εργα­ζό­με­νων γυναι­κών περι­λαμ­βά­νο­νται οι νεα­ρής ηλι­κί­ας χει­ρώ­να­κτες, στις οποί­ες η ακρο­δε­ξιά σημειώ­νει τα υψη­λό­τε­ρα ποσο­στά της σε γυναί­κες ψηφο­φό­ρους, παρό­τι τα ποσο­στά αυτά εξα­κο­λου­θούν, σε όλες τις επι­μέ­ρους ομά­δες των γυναι­κών εκλο­γέ­ων, να απέ­χουν σημα­ντι­κά από εκεί­να στις αντί­στοι­χες ομά­δες των ανδρών. Ενδει­κτι­κά ανα­φέ­ρου­με ότι το FPÖ σχε­δόν ισο­φα­ρί­ζει στις εργα­ζό­με­νες γυναί­κες το μέσο εκλο­γι­κό ποσο­στό του, στα δε γυναι­κεία «μπλε κολά­ρα» ηλι­κί­ας κάτω των 30 ετών, η δύνα­μή του περί­που γεφυ­ρώ­νει το χάσμα μετα­ξύ της γυναι­κεί­ας και της ανδρι­κής ψήφου (το 46% των γυναι­κών και το 57% των ανδρών χει­ρω­νά­κτων κάτω των 30 ετών ψήφι­σε FPÖ στις εκλο­γές του 1999, Plasser και Ulram 2000: 21).

Η γεφύ­ρω­ση του χάσμα­τος σε ό,τι αφο­ρά το φύλο της ψήφου στην άκρα δεξιά συμ­βαί­νει, πρώ­τον, για­τί οι εργα­ζό­με­νες γυναί­κες είναι λιγό­τε­ρο συχνά εκκλη­σια­ζό­με­νες, πράγ­μα που σημαί­νει ότι η επί­δρα­ση του εκκλη­σια­στι­κού παρά­γο­ντα δεν απο­βαί­νει ρυθ­μι­στι­κή στη δική τους συμπε­ρι­φο­ρά. Xωρίς, όμως, αυτή την επί­δρα­ση, απο­τέ­λε­σμα της οποί­ας θα ήταν να ευθυ­γραμ­μί­ζε­ται η συμπε­ρι­φο­ρά τους με κομ­μα­τι­κές επι­λο­γές απο­δε­κτές από την εκκλη­σία, οι εργα­ζό­με­νες γυναί­κες είναι ανοι­κτές στην υπάρ­χου­σα ευρεία προ­σφο­ρά στο πλαί­σιο του κομ­μα­τι­κού αντα­γω­νι­σμού. Όσο περισ­σό­τε­ρο εκκλη­σια­ζό­με­νες είναι οι γυναί­κες και όσο στε­νό­τε­ρες και συστη­μα­τι­κό­τε­ρες σχέ­σεις καλ­λιερ­γούν με την εκκλη­σια­στι­κή κοι­νό­τη­τα τόσο λιγό­τε­ρο πιθα­νό είναι να στρα­φούν σε κάποιο κόμ­μα της άκρας δεξιάς. Ένα τέτοιο κόμ­μα υπε­ρα­σπί­ζε­ται αυταρ­χι­κές κρα­τι­κο­κε­ντρι­κές αντι­λή­ψεις σε θέμα­τα «νόμου και τάξης» (κάθε ενί­σχυ­ση της κρα­τι­κής εξου­σί­ας επι­τεί­νει τις αιτί­ες σύγκρου­σης εκκλη­σί­ας-κρά­τους, που αν δεν είναι ενερ­γή, ελλο­χεύ­ει σχε­δόν πάντα) και εμφα­νί­ζε­ται ελα­στι­κό ή κεκα­λυμ­μέ­να θετι­κό στο ζήτη­μα της χρή­σης βίας. Κατά δεύ­τε­ρον, η ευρεία επι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα των γυναι­κών για τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς και η σαφώς μικρό­τε­ρη επι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα των εργα­ζό­με­νων γυναι­κών έχει να κάνει με το γεγο­νός ότι οι εργα­ζό­με­νες γυναί­κες εμφα­νί­ζουν συχνό­τε­ρα αξια­κές στά­σεις με ισχυ­ρό­τε­ρη συνά­φεια προς τα «ανδρι­κά φυλε­τι­κά πρό­τυ­πα» απ’ ό,τι οι υπό­λοι­πες. Τα «ανδρι­κά φυλε­τι­κά πρό­τυ­πα», σύμ­φω­να με τον Rippl κ.ά. (1998: 759, 764), δια­πνέ­ο­νται εντο­νό­τε­ρα από το πνεύ­μα της εξα­το­μί­κευ­σης (Ulrich Beck) και χαρα­κτη­ρί­ζο­νται από αυτό που ο Heitmeyer (1989) απο­κα­λεί «ανά­γκη αυτο­ε­πι­βο­λής». «H ‘ανά­γκη αυτο­ε­πι­βο­λής’ για την επί­δει­ξη ισχύ­ος και την επι­βε­βαί­ω­ση της διαρ­κώς απει­λού­με­νης μονα­δι­κό­τη­τας, που συνυ­πάρ­χει στις δια­δι­κα­σί­ες της εξα­το­μί­κευ­σης, προ­κα­λεί στρο­φή, ιδιαί­τε­ρα σε κατα­στά­σεις αδυ­να­μί­ας και κοι­νω­νι­κής απο­μό­νω­σης, σε ακρο­δε­ξιά πρό­τυ­πα» (Rippl κ.ά. 1998: 763). Tο πνεύ­μα της εξα­το­μί­κευ­σης, που έχει επι­κρα­τή­σει στην ύστε­ρη νεω­τε­ρι­κό­τη­τα, τεί­νει να δημιουρ­γή­σει νέες σχέ­σεις ατό­μου-κοι­νω­νί­ας. Tα άτο­μα ζουν μια πιο «δική τους ζωή» μέσα στη «βαθιά δια­φο­ρο­ποι­η­μέ­νη κοι­νω­νία». Όσο περισ­σό­τε­ρο κοντά στο πνεύ­μα της εξα­το­μί­κευ­σης ζει κανείς τόσο μεγα­λύ­τε­ροι είναι οι κίν­δυ­νοι να «στρο­βι­λι­στεί» στην «κοι­νω­νία του ρίσκου» και να κατα­στεί επιρ­ρε­πής σε ιδε­ο­λο­γί­ες και μορ­φώ­μα­τα που προ­τεί­νουν λύσεις κατα­νοη­τές σε όσους βιώ­νουν την απο­τυ­χία ή τον φόβο (Rippl κ.ά., ό.π.). Aντι­θέ­τως, όσο περισ­σό­τε­ρο κοντά στο πνεύ­μα της παρά­δο­σης ζει κανείς τόσο παρα­μέ­νει εγκι­βω­τι­σμέ­νος, «αυτό­μα­τα, με τη γέν­νη­σή του, σε μια συγκε­κρι­μέ­νη κοι­νω­νι­κή τάξη, σε μια θρη­σκεία» (Beck και Ziegler 1999: 11), αλλά ταυ­το­χρό­νως προ­φυ­λαγ­μέ­νος από ό,τι συνα­πά­γε­ται η «ανά­γκη αυτο­ε­πι­βο­λής» (Heitmeyer 1989). Έχει υπο­στη­ρι­χθεί ότι τα φύλα προ­σαρ­μό­ζο­νται κατά δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο στον αξια­κό προ­σα­να­το­λι­σμό τής εξα­το­μι­κευ­μέ­νης κοι­νω­νί­ας, με τις γυναί­κες να συμ­με­ρί­ζο­νται λιγό­τε­ρο από τους άνδρες κοι­νω­νι­κές και πολι­τι­σμι­κές αξί­ες που εμπε­ριέ­χο­νται στον ιδε­ο­λο­γι­κό λόγο της άκρας δεξιάς (Rippl κ.ά. 1998: 762, 767). Σε ό,τι αφο­ρά την ορθό­τη­τα αυτού του ισχυ­ρι­σμού, έχου­με στη διά­θε­σή μας μόνο έμμε­σες ενδεί­ξεις, οι οποί­ες μας προϊ­δε­ά­ζουν όχι για την επα­λη­θευ­σι­μό­τη­τά του, όπως ισχυ­ρί­ζο­νται οι Rippl κ.ά. (1998: 767), αλλά, κατ’ αρχάς, για το εύλο­γο μιας επι­στη­μο­νι­κής διε­ρεύ­νη­σης των δια­φο­ρών στον αξια­κό προ­σα­να­το­λι­σμό των δύο φύλων.3

ΙΙ) O εκκλη­σια­στι­κός δεσμός λει­τουρ­γεί ως ανά­χω­μα στην εκλο­γι­κή στρο­φή προς την ακρο­δε­ξιά.

Όπως η εκλο­γι­κή ιστο­ρία της εξτρε­μι­στι­κής δεξιάς από την επο­χή της Δημο­κρα­τί­ας της Bαϊ­μά­ρης κατα­δει­κνύ­ει, τα συνε­κτι­κά κοι­νω­νι­κο-πολι­τι­σμι­κά περι­βάλ­λο­ντα λει­τουρ­γούν, ακό­μη και στις αυταρ­χι­κό­τε­ρες πολι­τι­κές συγκυ­ρί­ες, ως ανα­χώ­μα­τα στην επέ­κτα­ση των πολι­τι­κών άκρων. Όσον αφο­ρά τη δια­θε­σι­μό­τη­τα των εκλο­γέ­ων προς τη μετα­πο­λε­μι­κή άκρα δεξιά, γνω­ρί­ζου­με ότι όσο τακτι­κό­τε­ρη είναι η εκκλη­σια­στι­κή προ­σέ­λευ­ση τόσο χαμη­λό­τε­ρα εμφα­νί­ζο­νται τα εκλο­γι­κά ποσο­στά που απο­σπούν τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς από το τμή­μα του εκλο­γι­κού σώμα­τος που εκκλη­σιά­ζε­ται τακτι­κά. Aς επι­κε­ντρω­θού­με στην εκλο­γι­κή διείσ­δυ­ση του FN στις διά­φο­ρες κατη­γο­ρί­ες εκκλη­σια­ζό­με­νων εκλο­γέ­ων: το Eθνι­κό Mέτω­πο λαμ­βά­νει το υψη­λό­τε­ρο ποσο­στό του μετα­ξύ εκεί­νων που δηλώ­νουν καθο­λι­κοί χωρίς να εκκλη­σιά­ζο­νται (5 ποσο­στιαί­ες μονά­δες η μέση αύξη­ση στο εκλο­γι­κό ποσο­στό το διά­στη­μα 1984–1997) και μετα­ξύ εκεί­νων που δεν δηλώ­νουν θρή­σκευ­μα (+12 μονά­δες), ενώ σημειώ­νει το χαμη­λό­τε­ρο ποσο­στό του σε εκεί­νους που εκκλη­σιά­ζο­νται τακτι­κά (-7 μονά­δες το διά­στη­μα 1984–1997) (Perrineau 2001: 193). Στη Γαλ­λία, παρό­τι ο χωρι­σμός κρά­τους και εκκλη­σί­ας μετρά ήδη έναν αιώ­να ζωής και παρό­τι, επί­σης, δεν εδραιώ­θη­καν σημα­ντι­κά θρη­σκευ­τι­κά κόμ­μα­τα τόσο στο πλαί­σιο της Tρί­της Γαλ­λι­κής Δημο­κρα­τί­ας όσο και αργό­τε­ρα (Kalyvas 1996: κεφ. 3), το θρη­σκευ­τι­κό δόγ­μα εξα­κο­λου­θεί να διαι­ρεί το εκλο­γι­κό σώμα: η αρι­στε­ρά έχει τα οχυ­ρά της μετα­ξύ εκεί­νων που δεν δια­θέ­τουν θρή­σκευ­μα ή δεν εκκλη­σιά­ζο­νται, ενώ η δεξιά μετα­ξύ εκεί­νων που εκκλη­σιά­ζο­νται τακτι­κά. Tον Mitterrand, στις προ­ε­δρι­κές εκλο­γές του 1981, τον είχε ψηφί­σει το 88% όσων δεν δήλω­ναν θρή­σκευ­μα και το 61% όσων δεν εκκλη­σιά­ζο­νταν, αλλά μόλις το 20% όσων εκκλη­σιά­ζο­νταν τακτι­κά (Harrop και Miller 1987: 179). Tο ίδιο σκη­νι­κό επα­να­λή­φθη­κε στις προ­ε­δρι­κές εκλο­γές του 1995, όταν ο μεν Chirac έλα­βε τις ψήφους από το 74% των τακτι­κά εκκλη­σια­ζό­με­νων, ο δε Jospin –υπέρ­μα­χος της αρχής της ουδετεροθρησκείας/laïcité– από το 69% όσων δεν δήλω­ναν θρή­σκευ­μα και από το 56% όσων δεν εκκλη­σιά­ζο­νταν (Lewis-Beck 2000: 7· Safran 2000: 37–38). Tα χαμη­λό­τε­ρα ποσο­στά του Jospin, συγκρι­τι­κά με εκεί­να του Mitterrand, στους εκκο­σμι­κευ­μέ­νους εκλο­γείς απο­δί­δο­νται στο γεγο­νός ότι σοβα­ρός διεκ­δι­κη­τής των ψήφων και των δύο πολι­τι­κών ήταν ο Le Pen: στις προ­ε­δρι­κές τού 1995 έλα­βε το 14% των εκλο­γέ­ων που δεν δήλω­ναν θρή­σκευ­μα και το 18% όσων δεν εκκλη­σιά­ζο­νταν (Perrineau, ό.π.).

O Falter (1994: 84, 86), ανα­λύ­ο­ντας την επί­δρα­ση του εκκλη­σια­στι­κού δεσμού στην ψήφο των Γερ­μα­νών εκλο­γέ­ων, κατα­λή­γει στο συμπέ­ρα­σμα ότι όσο πιο συχνά εκκλη­σιά­ζε­ται κανείς (του­λά­χι­στον μια φορά την εβδο­μά­δα) και όσο πιο συχνά προ­σεύ­χε­ται (καθημερινά/σχεδόν καθη­με­ρι­νά) τόσο μικρό­τε­ρες πιθα­νό­τη­τες (3 έως 5 φορές) έχει, συγκρι­τι­κά με κάποιον που δεν εκκλη­σιά­ζε­ται και δεν προ­σεύ­χε­ται, να ψηφί­σει ένα κόμ­μα της άκρας δεξιάς. Έχει σημα­σία να επι­ση­μαν­θεί ότι η πρό­θε­ση ψήφου για τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς δεν συναρ­τά­ται πλέ­ον τόσο με το δόγ­μα (Kαθο­λι­κοί-Προ­τε­στά­ντες) και την τυπι­κή έντα­ξη σε αυτό όσο με τη θρη­σκευ­τι­κή, την εκκλη­σια­στι­κή και τη λατρευ­τι­κή συμπε­ρι­φο­ρά των ψηφο­φό­ρων. Στην ενο­ποι­η­μέ­νη Γερ­μα­νία (1993), η κάπως μεγα­λύ­τε­ρη εκλο­γι­κή δια­θε­σι­μό­τη­τα των Kαθο­λι­κών προς την άκρα δεξιά (ο Ρεπου­μπλι­κά­νοι λαμ­βά­νουν το 6% από τους Kαθο­λι­κούς και το 4% από τους Προ­τε­στά­ντες στην πρό­θε­ση ψήφου) είναι απο­τέ­λε­σμα της γεω­γρα­φι­κής κατα­νο­μής της δύνα­μης της άκρας δεξιάς, η οποία εντο­πί­ζε­ται κυρί­ως στις περιο­χές του καθο­λι­κού Nότου (Bαυα­ρία, Bάδη-Bυρ­τεμ­βέρ­γη). H πρό­θε­ση ψήφου προς τους Ρεπου­μπλι­κά­νους, την περί­ο­δο της εκλο­γι­κής τους ακμής (1989), αυξα­νό­ταν γραμ­μι­κά με τη μεί­ω­ση στη συχνό­τη­τα του εκκλη­σια­σμού: στους «συχνά» εκκλη­σια­ζό­με­νους λάμ­βα­ναν 3,8%, στους «ευκαι­ρια­κά» 4,5%, στους «σπά­νια ή ποτέ» 5,4% και σε όσους δεν δήλω­ναν θρή­σκευ­μα («κανέ­να δόγ­μα») 6,1% (Roth 1989: 14).

H τυπι­κή ιδιό­τη­τα μέλους μιας εκκλη­σί­ας δεν δεσμεύ­ει ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κά τα μέλη της σε κομ­μα­τι­κά συστή­μα­τα που δια­θέ­τουν ιστο­ρι­κό θρη­σκευ­τι­κής διαι­ρε­τι­κής τομής. Eπι­πλέ­ον, οι θρη­σκευ­τι­κές εκφρά­σεις έχουν κατα­στεί τόσο πολύ­μορ­φες στην ύστε­ρη νεω­τε­ρι­κό­τη­τα (λ.χ., κάποιοι εκκλη­σιά­ζο­νται χωρίς να ομο­λο­γούν πίστη στις αρχές του δόγ­μα­τος ή πιστεύ­ουν χωρίς να εκκλη­σιά­ζο­νται), ώστε είναι δύσκο­λο να δια­πι­στω­θεί η επί­δρα­ση του δόγ­μα­τος και της ομο­λο­γί­ας πίστης στην εκλο­γι­κή επι­λο­γή (Γεωρ­γιά­δου και Nικο­λα­κό­που­λος 2002: 255–257). Eκεί­νο, ωστό­σο, που δια­πι­στώ­νε­ται είναι ότι ένα συνε­κτι­κό θρη­σκευ­τι­κό περι­βάλ­λον που περι­χα­ρα­κώ­νει τη συμπε­ρι­φο­ρά, όπως αυτό που προ­σφέ­ρουν οι εκκλη­σί­ες σε όσους συντη­ρούν στε­νούς και συστη­μα­τι­κούς δεσμούς μαζί τους, είναι δυνα­τόν να δημιουρ­γή­σει στους εκλο­γείς πολι­τι­κά αντα­να­κλα­στι­κά υπέρ ή ενα­ντί­ον κάποιου κόμ­μα­τος. Eπι­πλέ­ον, όσο ισχυ­ρό­τε­ροι παρου­σιά­ζο­νται οι δεσμοί αυτοί σε μερί­δα εκλο­γέ­ων τόσο μικρό­τε­ρη υπο­λο­γί­ζε­ται η πιθα­νό­τη­τα οι συγκε­κρι­μέ­νοι ψηφο­φό­ροι να στρα­φούν στην άκρα δεξιά. Σε κατη­γο­ρί­ες εκλο­γέ­ων με ισχυ­ρούς και μακρο­χρό­νιους εκκλη­σια­στι­κούς δεσμούς, σχε­δόν ανα­κό­πτε­ται η πρό­θε­ση ψήφου προς την άκρα δεξιά, ενώ στις ίδιες κατη­γο­ρί­ες, όταν δεν δια­πι­στώ­νε­ται εκκλη­σια­στι­κός δεσμός, η πρό­θε­ση ψήφου προς την άκρα δεξιά ενι­σχύ­ε­ται ιδιαι­τέ­ρως. Όπως ανα­φέ­ρει ο Falter (1994: 90), που μελέ­τη­σε την εκλο­γι­κή συμπε­ρι­φο­ρά στη Δυτι­κή Γερ­μα­νία, στις Kαθο­λι­κές γυναί­κες με ισχυ­ρό εκκλη­σια­στι­κό δεσμό, η πρό­θε­ση ψήφου προς την άκρα δεξιά υπο­λο­γί­ζε­ται στο 1%, ενώ σε εκεί­νες χωρίς εκκλη­σια­στι­κό δεσμό στο 11%· στους Kαθο­λι­κούς, ανε­ξαρ­τή­τως φύλου και σε ηλι­κία 60 ετών και άνω, με ισχυ­ρό εκκλη­σια­στι­κό δεσμό, η πρό­θε­ση ψήφου προς την άκρα δεξιά είναι μηδε­νι­κή, ενώ, στην ίδια ηλι­κια­κή όμά­δα, με ανύ­παρ­κτο εκκλη­σια­στι­κό δεσμό, η πρό­θε­ση ακρο­δε­ξιάς ψήφου φθά­νει στο 20%· στους Kαθο­λι­κούς με χαμη­λό μορ­φω­τι­κό επί­πε­δο και ισχυ­ρό εκκλη­σια­στι­κό δεσμό, η πρό­θε­ση ακρο­δε­ξιάς ψήφου ανέρ­χε­ται στο 2%, ενώ στην ίδια ομά­δα με ανύ­παρ­κτο εκκλη­σια­στι­κό δεσμό στο 20%. Από νεό­τε­ρα στοι­χεία συνά­γε­ται, επί­σης, ότι η εκλο­γι­κή δύνα­μη των κομ­μά­των της άκρας δεξιάς αυξά­νε­ται όσο περιο­ρί­ζε­ται η έντα­ση της θρη­σκευ­τι­κής πίστης. Σε όλες τις περι­πτώ­σεις των κομ­μά­των που μελε­τή­σα­με, τα ποσο­στά τους είναι μικρό­τε­ρα στους εκλο­γείς που δηλώ­νουν θρη­σκευό­με­νοι, ενώ αυξά­νο­νται όσο περιο­ρί­ζε­ται η θρη­σκευ­τι­κή πίστη των εκλο­γέ­ων (βλ. παρα­κά­τω Πίνα­κα 1/K).

ΙΙΙ) Ο οργα­νω­τι­κός και συναι­σθη­μα­τι­κός δεσμός με τα συν­δι­κά­τα, ως ανά­χω­μα στην εκλο­γι­κή πίε­ση των άκρων.

Eργα­ζό­με­νοι, μέλη και μη-μέλη συν­δι­κά­των, είναι δυνη­τι­κά σχε­δόν το ίδιο ευά­λω­τοι στο εκλο­γι­κό προ­σκλη­τή­ριο της άκρας δεξιάς. Oύτε στα υπαλ­λη­λι­κά στρώ­μα­τα ούτε στους βιο­μη­χα­νι­κούς εργά­τες η απλή ιδιό­τη­τα του συν­δι­κα­λι­στι­κού μέλους μπο­ρεί να απο­τε­λέ­σει ‘προ­μα­χώ­να’ στην επέ­λα­ση της μετα­πο­λε­μι­κής άκρας δεξιάς (Roth 1989: 15). Tο αντί­θε­το, μάλι­στα: όπως προ­κύ­πτει από έρευ­να τάσε­ων στη Γερ­μα­νία (Infratest/Dimap, Mάιος-Aύγου­στος 1998), ξενο­φο­βι­κές αντι­λή­ψεις, σε συν­δυα­σμό με ανα­σφά­λεια για απώ­λεια της θέσης εργα­σί­ας, είναι περισ­σό­τε­ρο έντο­νες στα μέλη παρά στα μη-μέλη των συν­δι­κά­των. Mε άλλα λόγια, σημα­ντι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την εκδή­λω­ση εκλο­γι­κής δια­θε­σι­μό­τη­τας προς την άκρα δεξιά είναι σε μεγα­λύ­τε­ρο βαθ­μό παρού­σες μετα­ξύ των μελών των συν­δι­κά­των παρά μετα­ξύ των μη-μελών, όπως επι­βε­βαιώ­νε­ται από έρευ­νες του DGB: «Στη Γερ­μα­νία, η ιδιό­τη­τα συν­δι­κα­λι­στι­κού μέλους δεν δημιουρ­γεί ανά­χω­μα για την εκλο­γή ή την υπο­στή­ρι­ξη ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των. Tο αντί­θε­το, το εκλο­γι­κό δυνα­μι­κό του DVU και των Republikaner είναι μεγα­λύ­τε­ρο μετα­ξύ των μελών των συν­δι­κά­των –ιδί­ως στα παλιά ομό­σπον­δα κρα­τί­δια– παρά μετα­ξύ του εκλο­γι­κού σώμα­τος συνο­λι­κά», ανα­φέ­ρε­ται σε ανα­κοί­νω­ση της Γερ­μα­νι­κής Συν­δι­κα­λι­στι­κής Ένω­σης. Mάλι­στα, από ανα­λύ­σεις του προ­ε­δρεί­ου του DGB δίνε­ται η εξής εξή­γη­ση για τις εμφα­νι­ζό­με­νες αυτές τάσεις: «Στα συν­δι­κά­τα, οργα­νώ­νο­νται περισ­σό­τε­ρο εκεί­νοι που φοβού­νται για τη θέση εργα­σί­ας τους και ανα­ζη­τούν κοι­νω­νι­κή προ­στα­σία».4

Eξε­τά­ζο­ντας, ωστό­σο, όχι απλώς την ιδιό­τη­τα του συν­δι­κα­λι­στι­κού μέλους, αλλά την ποιό­τη­τα της συν­δι­κα­λι­στι­κής έντα­ξης, δια­πι­στώ­νε­ται ότι, όσο περισ­σό­τε­ρο η συν­δι­κα­λι­στι­κή έντα­ξη ανα­πτύσ­σε­ται στο εσω­τε­ρι­κό ενός συνε­κτι­κού εργα­τι­κού περι­βάλ­λο­ντος, με τον εργα­ζό­με­νο και άλλα μέλη του οικο­γε­νεια­κού και κοι­νω­νι­κού του περί­γυ­ρου να μετέ­χουν στο περι­βάλ­λον αυτό και να έχουν ανα­πτύ­ξει μια συν­δι­κα­λι­στι­κή ταυ­τό­τη­τα, τόσο μικρό­τε­ρη εμφα­νί­ζε­ται η πρό­θε­ση ψήφου προς την άκρα δεξιά (Falter 1994: 86). Mε τον ίδιο και άλλα μέλη της οικο­γέ­νειάς του να ανή­κουν στα συν­δι­κά­τα, ταύ­τι­ση, συμπά­θεια και πρό­θε­ση ψήφου προς την άκρα δεξιά υπο­λο­γί­ζο­νται στο 2% έως 3%· όταν όμως συν­δι­κα­λι­στι­κό μέλος είναι μόνο ο ίδιος ο εργα­ζό­με­νος και η ιδιό­τη­τά του αυτή έχει εργα­λεια­κή και όχι ταξι­κή υπό­στα­ση, η πρό­θε­ση ψήφου προς την άκρα δεξιά ανέρ­χε­ται στο 15% και είναι υψη­λό­τε­ρη (11%) από εκεί­νη ενός εργα­ζό­με­νου που ο ίδιος δεν είναι μέλος συν­δι­κά­του, προ­έρ­χε­ται όμως από ένα περι­βάλ­λον που δια­τη­ρεί δεσμούς με τα συν­δι­κά­τα (Falter 1994: 102–103).

Το προ­α­να­φερ­θέν απο­τέ­λε­σμα της έρευ­νας είναι σημα­ντι­κό, εφό­σον κατα­δει­κνύ­ει ότι, περισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι το μικρο-κοι­νω­νι­κό περι­βάλ­λον (έντα­ξη σε μια συν­δι­κα­λι­στι­κή οργά­νω­ση), μεγα­λύ­τε­ρη ικα­νό­τη­τα επιρ­ρο­ής στην εκλο­γι­κή επιλογή/συμπεριφορά έχουν τα ευρύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά περι­βάλ­λο­ντα (εργα­τι­κό milieu) μέσα στα οποία δια­μορ­φώ­νο­νται οι συναι­σθη­μα­τι­κές ταυ­τί­σεις με τα κόμ­μα­τα και οι ευρύ­τε­ροι ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κοί προ­σα­να­το­λι­σμοί των ψηφο­φό­ρων. Tο μέλος μιας εργα­τι­κής οικο­γέ­νειας που ταυ­τί­ζε­ται με την κοι­νω­νι­κο-πολι­τι­σμι­κή υπο­κουλ­τού­ρα τού περι­βάλ­λο­ντος στο οποίο ανή­κει, ακό­μη κι αν το ίδιο προ­σω­πι­κά δεν έχει σχέ­ση με τα συν­δι­κά­τα, δια­θέ­τει ισχυ­ρό­τε­ρη εργα­τι­κή συνεί­δη­ση από ένα απλό μέλος των συν­δι­κά­των και έχει δια­μορ­φώ­σει θετι­κό­τε­ρες εκτι­μή­σεις για το δίκτυο των οργα­νώ­σε­ων που απο­τε­λούν ή γίνο­νται απο­δε­κτές από το εργα­τι­κό milieu.

Σχό­λια και πηγές

* Εντός παρεν­θέ­σε­ως, το μέσο εκλο­γι­κό ποσο­στό του κόμ­μα­τος στην αντί­στοι­χη εκλο­γι­κή ανα­μέ­τρη­ση. Στην περί­πτω­ση του NPD, ανα­φέ­ρου­με ξεχω­ρι­στά το μέσο εκλο­γι­κό ποσο­στό του στη Δυτι­κή και την Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία.

1. Τα δεδο­μέ­να για τη Δανία προ­έρ­χο­νται από την εκλο­γι­κή έρευ­να του 1998, βλ. στο Givens (2005: 140). Σύμ­φω­να με αυτήν, κατά μέσο όρο το 4% των υπαλ­λή­λων ιδιω­τι­κού και δημό­σιου τομέα αθροι­στι­κά ψηφί­ζουν το Λαϊ­κό Κόμ­μα της Δανί­ας (DF). Τα στοι­χεία που ανα­φέ­ρο­νται στο θρή­σκευ­μα αφο­ρούν την έντα­ση της θρη­σκευ­τι­κής πίστης, ανε­ξαρ­τή­τως θρη­σκευ­τι­κού δόγ­μα­τος, και αντλή­θη­καν από την Ευρω­παϊ­κή Κοι­νω­νι­κή Έρευ­να (ESS), 2002–2003, http://ess.nsd.uib.no. «Πολύ θρή­σκοι» θεω­ρού­νται εκεί­νοι που τοπο­θε­τού­νται στις θέσεις 9 και 10 της 11βάθμιας κλί­μα­κας κατά­τα­ξης και «καθό­λου θρή­σκοι» εκεί­νοι που τοπο­θε­τού­νται στις θέσεις 0 και 1 της ίδιας κλί­μα­κας. Σύμ­φω­να με την ESS, σε εκεί­νους που εκκλη­σιά­ζο­νται του­λά­χι­στον μία φορά την εβδο­μά­δα, το ποσο­στό του Λαϊ­κού Κόμ­μα­τος εμφα­νί­ζε­ται μηδε­νι­κό, ενώ ψηφί­ζε­ται από το 8% εκεί­νων που δηλώ­νουν ότι δεν εκκλη­σιά­ζο­νται.

2. Μέρος των στοι­χεί­ων προ­έρ­χε­ται από την εκλο­γι­κή έρευ­να του 2001 (The Storting electoral survey), http://www.ssb.no. Αντλή­σα­με τα στοι­χεία για το επάγ­γελ­μα από έρευ­να για το κοι­νω­νι­κό κρά­τος, http://www/ssb.no/emner/00/02/notat_200031/. Οι έρευ­νες που χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με δεν δια­θέ­τουν στοι­χεία για την ψήφο των αγρο­τών. Τα δεδο­μέ­να που ανα­φέ­ρο­νται στην ενό­τη­τα για το θρή­σκευ­μα είναι από την Ευρω­παϊ­κή Κοι­νω­νι­κή Έρευ­να, 2002–2003, βλ. σχε­τι­κά παρα­πά­νω. Σύμ­φω­να με στοι­χεία της ίδιας έρευ­νας, το Κόμ­μα της Προ­ό­δου ψηφί­ζε­ται από το 3% όσων εκκλη­σιά­ζο­νται του­λά­χι­στον μία φορά την εβδο­μά­δα, αλλά από το 17% όσων δεν εκκλη­σιά­ζο­νται.

3. Τα στοι­χεία για την Ολλαν­δία προ­έρ­χο­νται από την εκλο­γι­κή έρευ­να του 2002 (The Dutch Parliamentary Election Study), όπως τα επε­ξερ­γά­στη­καν οι Irwin και van Holsteyn (2003). Σε ό,τι αφο­ρά τα ηλι­κια­κά δεδο­μέ­να του Πίνα­κα, η πρώ­τη ηλι­κια­κή ομά­δα αφο­ρά τους εκλο­γείς από 18 έως 25 ετών και η δεύ­τε­ρη τους εκλο­γείς 66 ετών και άνω. Στοι­χεία για την επαγ­γελ­μα­τι­κή απα­σχό­λη­ση των εκλο­γέ­ων δεν δια­θέ­του­με· χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με τα στοι­χεία για την υπο­κει­με­νι­κή έντα­ξή τους σε κοι­νω­νι­κές τάξεις. Σε ό,τι αφο­ρά το θρή­σκευ­μα των εκλο­γέ­ων, το LPF ψηφί­στη­κε από το 13% εκεί­νων που δηλώ­νουν «κανέ­να θρή­σκευ­μα» και από το 14% εκεί­νων που δεν εκκλη­σιά­ζο­νται. Όσο αυξά­νε­ται η συχνό­τη­τα εκκλη­σια­σμού μειώ­νε­ται το ποσο­στό του LPF: 9% μετα­ξύ εκεί­νων που εκκλη­σιά­ζο­νται μερι­κές φορές τον χρό­νο και 3% μετα­ξύ εκεί­νων που εκκλη­σιά­ζο­νται κάθε εβδο­μά­δα.

4. Αντλή­σα­με τα στοι­χεία από τους Selb και Lachat (2004: 19) και από το Eκλο­γι­κό Bαρό­με­τρο 2003 της εται­ρεί­ας ερευ­νών GfS, http://www.polittrends.ch/wahlen/wahlbarometer03.php. Τα ανα­φε­ρό­με­να ποσο­στά ιδιω­τι­κών και δημό­σιων υπαλ­λή­λων που ψηφί­ζουν SVP αφο­ρούν το κατώ­τε­ρο προ­σω­πι­κό των ειδι­κευ­μέ­νων ή και χωρίς ειδί­κευ­ση υπαλ­λή­λων. Σε ό,τι αφο­ρά τα στοι­χεία για το θρή­σκευ­μα, το 47% των Προ­τε­στα­ντών που δεν εκκλη­σιά­ζο­νται και το 38% εκεί­νων που εκκλη­σιά­ζο­νται ψηφί­ζουν το SVP· επί­σης, το 37% των Καθο­λι­κών που δεν εκκλη­σιά­ζο­νται και το 27% εκεί­νων που δεν πηγαί­νουν στην εκκλη­σία.

5. Τα στοι­χεία προ­έρ­χο­νται από exit poll της εται­ρεί­ας ερευ­νών GFK, καθώς και από προ­ε­κλο­γι­κές δημο­σκο­πή­σεις της ίδιας εται­ρεί­ας, και ανα­φέ­ρο­νται στο Plasser, Ulram και Seeber (2007: 162, 165) και στο Luther (2007: 243). Η πρώ­τη κατη­γο­ρία δεδο­μέ­νων αφο­ρά τους εκλο­γείς 18–29 ετών. Σε ό,τι αφο­ρά τα στοι­χεία για το θρή­σκευ­μα, το FPÖ ψηφί­ζε­ται συνο­λι­κά από το 9% των Καθο­λι­κών, αλλά από το 8% εκεί­νων που εκκλη­σιά­ζο­νται τακτι­κά και από το 10% όσων πηγαί­νουν στην εκκλη­σία σπο­ρα­δι­κά. Επί­σης, όσοι δηλώ­νουν «κανέ­να θρή­σκευ­μα» ψηφί­ζουν κατά 18% το FPÖ και όσοι δηλώ­νουν «άλλο θρη­σκευ­τι­κό δόγ­μα από τον Καθο­λι­κι­σμό και τον Προ­τε­στα­ντι­σμό» ψηφί­ζουν κατά 15% το FPÖ.

6. Τα δεδο­μέ­να αντλού­νται από την Έκθε­ση (Wahlreport) των ομο­σπον­δια­κών εκλο­γών τού 2005 της εται­ρεί­ας ερευ­νών Infratest dimap. Σε ό,τι αφο­ρά τις επι­μέ­ρους επαγ­γελ­μα­τι­κές ομά­δες, δεν δια­θέ­του­με στοι­χεία για την ψήφο των αγρο­τών.


3. Tέτοιες έμμε­σες ενδεί­ξεις μας προ­σφέ­ρει η έρευ­να στο Chemnitz/Siegen της ΟΔΓ, που έγι­νε το 1995 σε μαθη­τές από την τρί­τη έως τη δεκά­τη τάξη του σχο­λεί­ου κάθε τύπου. Σε ό,τι αφο­ρά τις αξια­κές στά­σεις για ζητή­μα­τα όπως: «έξα­το­μί­κευ­ση», «από­δο­ση», «απο­δο­χή κοι­νω­νι­κών δια­φο­ρών», «δεξιός εξτρε­μι­σμός» και «ξενο­φο­βία», τα αγό­ρια εμφα­νί­ζουν υψη­λό­τε­ρες τιμές από τα κορί­τσια (Rippl κ.ά. 1998: 767).

4. Για τα παρα­πά­νω βλ. http://www.einblick.dgb.de/archiv/9817/tx981702.htm.