ΙΙΙ) Την άκρα δεξιά ψηφί­ζουν αγρό­τες, ανε­ξάρ­τη­τοι επαγ­γελ­μα­τί­ες και αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νοι, εργά­τες ειδι­κευ­μέ­νοι και ανει­δί­κευ­τοι, καθώς και τα χαμη­λό­τε­ρα μεσαία στρώ­μα­τα.

Mετα­ξύ των αγρο­τών, τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς δια­θέ­τουν κυμαι­νό­με­νη εκλο­γι­κή υπο­στή­ρι­ξη: το μέσο εκλο­γι­κό ποσο­στό τους συχνά ισο­φα­ρί­ζε­ται ή υπερ­κα­λύ­πτε­ται στην ομά­δα αυτή, αν και δεν απο­κλεί­ε­ται να περιο­ρί­ζε­ται σημα­ντι­κά κατά δια­στή­μα­τα. Ένα παρά­δειγ­μα αστα­θούς, αν και εν γένει ικα­νο­ποι­η­τι­κής, εξέ­λι­ξης της εκλο­γι­κής διείσ­δυ­σης της άκρας δεξιάς στους αγρό­τες απο­τε­λεί η περί­πτω­ση του Eθνι­κού Mετώ­που στη Γαλ­λία: στις εκλο­γές για την Eθνο­συ­νέ­λευ­ση του 1986 και του 1993 και στις προ­ε­δρι­κές εκλο­γές του 1988 και του 1995, τα ποσο­στά του FN στους αγρό­τες (κατά σει­ρά: 17%, 13%, 13% και 16%) ισο­φά­ρι­ζαν περί­που ή ξεπερ­νού­σαν το μέσο εθνι­κό ποσο­στό του· όμως, στις ανα­με­τρή­σεις τού 1988 και του 1997, η εκλο­γι­κή διείσ­δυ­ση του FN στους αγρό­τες (κατά σει­ρά: 3% και 2%) ήταν πολύ κάτω του μέσου ποσο­στού του ανά την επι­κρά­τεια (Mayer 1998: 19). Στις προ­ε­δρι­κές εκλο­γές του 2002, πάντως, το FN διεισ­δύ­ει «στον κόσμο της υπαί­θρου» και πλέ­ον «η ψήφος στον Λεπέν είναι ισο­δύ­να­μη στους αγρό­τες, τους εργο­δό­τες, τους υπαλ­λή­λους και τους εργά­τες», δια­τεί­νε­ται η Mayer κ.ά. (2005: 173). Παρό­τι οι αγρό­τες εμφα­νί­ζουν συνή­θως ικα­νο­ποι­η­τι­κή εκλο­γι­κή δια­θε­σι­μό­τη­τα προς την άκρα δεξιά, παρου­σιά­ζουν περιο­ρι­σμέ­νη ταύ­τι­ση και θετι­κή αξιο­λό­γη­ση για τα κόμ­μα­τά της. Το προ­α­να­φερ­θέν παρά­δειγ­μα από τη γαλ­λι­κή άκρα δεξιά επι­βε­βαιώ­νε­ται και στην περί­πτω­ση της αυστρια­κής άκρας δεξιάς: H εκλο­γι­κή στή­ρι­ξη των αγρο­τών στο FPÖ διπλα­σιά­ζε­ται, το διά­στη­μα 1986–1999, από 5% σε 10%· η τάση ήταν ραγδαία αυξη­τι­κή, αν και το εκλο­γι­κό ποσο­στό του FPÖ στους αγρό­τες ήταν πολύ κάτω από το μέσο ποσο­στό του κόμ­μα­τος, ενώ ο κατα­πο­ντι­σμός του στην ανα­μέ­τρη­ση του 2002 συνο­δεύ­ε­ται από σχε­δόν ολο­κλη­ρω­τι­κή από­συρ­ση της εκλο­γι­κής στή­ρι­ξης των αγρο­τών στο κόμ­μα του Haider. Ενώ, πάντως, μόλις το 1% των αγρο­τών είχε ψηφί­σει το FPÖ το 2002, στις εκλο­γές του 2006 το κόμ­μα ανα­κτά τις χαμέ­νες δυνά­μεις του στον κόσμο της υπαί­θρου, καθώς ψηφί­στη­κε από το 9% των αγρο­τών, ποσο­στό που, πάντως, εξα­κο­λου­θεί να είναι χαμη­λό­τε­ρο από το μέσο εκλο­γι­κό ποσο­στό του κόμ­μα­τος στο σύνο­λο της επι­κρά­τειας (Luther 2007: 243).

Παρό­τι οι αγρό­τες συχνά υπερ­ψη­φί­ζουν σε ικα­νο­ποι­η­τι­κά ποσο­στά τα κόμ­μα­τα της μετα­πο­λε­μι­κής άκρας δεξιάς, δεν ανα­πτύσ­σουν συναι­σθη­μα­τι­κούς δεσμούς και δεν δημιουρ­γούν σχέ­σεις κόμ­μα­τος-οπα­δού με την άκρα δεξιά, πράγ­μα που θα μπο­ρού­σε να λει­τουρ­γή­σει ως ανά­χω­μα στις εκλο­γι­κές μετα­κι­νή­σεις τους, με επί­κε­ντρο τα κόμ­μα­τα του ακρο­δε­ξιού χώρου (Falter 1994: 99–100). Εξαί­ρε­ση στο σημείο αυτό απο­τε­λεί η στε­νή σχέ­ση των αγρο­τών με το Eλβε­τι­κό Λαϊ­κό Κόμ­μα, που απο­τε­λεί μετε­ξέ­λι­ξη του Κόμ­μα­τος των Αγρο­τών, Επι­τη­δευ­μα­τιών και Αστών και στο οποίο εξ αρχής η παρου­σία τού αγρο­τι­κού κόσμου υπήρ­ξε ισχυ­ρή. Εν γένει, πάντως, η έλλει­ψη ταύ­τι­σης των αγρο­τών με την άκρα δεξιά καθι­στά εξη­γή­σι­μες τις δια­κυ­μάν­σεις στην εξέ­λι­ξη της ψήφου τους όσον αφο­ρά τα συγκε­κρι­μέ­να κόμ­μα­τα. Προ­ερ­χό­με­νοι κατά βάση από την παρα­δο­σια­κή συντη­ρη­τι­κή δεξιά, οι αγρό­τες ψηφο­φό­ροι έχουν τη δυνα­τό­τη­τα μιας χωρίς τύψεις εκλο­γι­κής ταλά­ντευ­σης μετα­ξύ της καθε­στη­κυί­ας δεξιάς και της όμο­ρης άκρας δεξιάς. Mια τέτοια μετα­κί­νη­ση μετα­ξύ ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κά όμο­ρων κομ­μά­των, καθώς δεν προ­σλαμ­βά­νει χαρα­κτη­ρι­στι­κά εκλο­γι­κής περι­πλά­νη­σης, αλλά, τυπι­κά, θεω­ρεί­ται μετα­κί­νη­ση εντός του ιδί­ου στρα­το­πέ­δου, δεν απαι­τεί επι­στρά­τευ­ση επι­πλέ­ον επι­χει­ρη­μά­των, προ­κει­μέ­νου εκεί­νος που τη δοκι­μά­ζει να δικαιο­λο­γη­θεί απέ­να­ντι στον εαυ­τό του και το περι­βάλ­λον του. Όσο όμως πιο εντο­πι­σμέ­νες χωρι­κά, σε συγκε­κρι­μέ­νο τμή­μα του άξο­να αρι­στε­ράς-δεξιάς, είναι οι εκλο­γι­κές μετα­κι­νή­σεις τόσο πιο συχνά μπο­ρεί να δοκι­μα­στεί από τους εκλο­γείς μια κατά βάση ενδο­πα­ρα­τα­ξια­κή «έξο­δος» (Hirschman).

Mετα­ξύ των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών και των αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νων, σημα­ντι­κή εκλο­γι­κή διείσ­δυ­ση εμφά­νι­ζαν τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς του «δεύ­τε­ρου κύμα­τος»: τα «δεξιά-αυταρ­χι­κά» κόμ­μα­τα, σύμ­φω­να με τους Kitschelt και McGann (1995: 47). Tο μείγ­μα ιδε­ο­λο­γι­κού λόγου και δια­κυ­βευ­μά­των πολι­τι­κής που προ­σέ­φε­ραν τα κόμ­μα­τα αυτά, απο­τε­λού­με­νο από στοι­χεία οικο­νο­μι­κού φιλε­λευ­θε­ρι­σμού, πολι­τι­κού αυταρ­χι­σμού και εθνι­κο-πολι­τι­σμι­κού μονι­σμού, υπήρ­ξε ελκυ­στι­κό στις ομά­δες των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών και των αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νων. Οι ομά­δες αυτές, που, ως επί το πλεί­στον, προ­έρ­χο­νται ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κά από την κατε­στη­μέ­νη δεξιά, επι­κρο­τού­σαν προ­τά­σεις δρα­στι­κού περιο­ρι­σμού της φορο­λο­γί­ας και ήταν υπέρ των ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σε­ων και του περιο­ρι­σμού του κρά­τους στις αμυ­ντι­κές και κατα­σταλ­τι­κές του λει­τουρ­γί­ες, με ενί­σχυ­ση ωστό­σο των μηχα­νι­σμών επι­βο­λής «του νόμου και της τάξης», όπως ακρι­βώς πρό­τει­ναν τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς τις δεκα­ε­τί­ες του 1970 και του 1980.

Tην ίδια στιγ­μή που τα «δεξιά-αυταρ­χι­κά» κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς ήταν εκλο­γι­κά δημο­φι­λή στους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες και τους αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νους, το μείγ­μα πολι­τι­κής της άκρας δεξιάς εξα­σφά­λι­ζε περί­που ισο­δύ­να­μη εκλο­γι­κή πρό­σβα­ση στους υπαλ­λή­λους του ιδιω­τι­κού τομέα και, στα­δια­κά, στους χει­ρώ­να­κτες βιο­μη­χα­νι­κούς εργά­τες («μπλε κολά­ρα»), ενώ σαφώς μικρό­τε­ρη (αλλά κατά και­ρούς όχι αμε­λη­τέα) υπήρ­ξε η πρό­σβα­σή του στα υπαλ­λη­λι­κά στρώ­μα­τα του δημο­σί­ου. Tα υπαλ­λη­λι­κά στρώ­μα­τα επι­θυ­μού­σαν την επέ­κτα­ση και όχι τον περιο­ρι­σμό του δημό­σιου τομέα, δεν έμε­ναν όμως εντε­λώς ανι­κα­νο­ποί­η­τα από τις προ­γραμ­μα­τι­κές προ­τά­σεις τής άκρας δεξιάς, λόγω της επι­δί­ω­ξής της να διευ­ρύ­νει τις κρα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες σε τομείς «νόμου και τάξης» (Betz 1994: 150).

Tα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς παρου­σί­α­ζαν από τη δεκα­ε­τία του 1970 διευ­ρυ­νό­με­νη πολυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα, όσον αφο­ρά την κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κή προ­έ­λευ­ση των ψηφο­φό­ρων τους. H πολυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα των κομ­μά­των της, εξε­τα­ζό­με­νη με επί­κε­ντρο το Kόμ­μα της Προ­ό­δου στη Δανία και τη Nορ­βη­γία, στη­ρι­ζό­ταν στην καταγ­γε­λία εκ μέρους τους του σκαν­δι­να­βι­κού κοι­νω­νι­κού μοντέ­λου. Στρε­φό­με­να ενα­ντί­ον των αυξη­μέ­νων δημο­σί­ων δαπα­νών που δημιουρ­γού­σε η συντή­ρη­ση του εκτε­τα­μέ­νου κρά­τους πρό­νοιας, αλλά ανα­δει­κνύ­ο­ντας, ταυ­το­χρό­νως, τη μονο­μέ­ρεια της χρη­μα­το­δό­τη­σής του, με τους μισθω­τούς να έχουν επω­μι­στεί το κύριο βάρος αυτής της δαπά­νης, τα Kόμ­μα­τα της Προ­ό­δου κατόρ­θω­ναν να προ­σελ­κύ­ουν εκλο­γι­κά τόσο τους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες και τους αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νους όσο και τα υπαλ­λη­λι­κά στρώ­μα­τα του ιδιω­τι­κού και τμη­μά­των του δημό­σιου τομέα (Betz 1994: 110–111). Eπι­πλέ­ον, με τον καταγ­γελ­τι­κό τους λόγο ενα­ντί­ον του πολι­τι­κού, κοι­νω­νι­κού και οικο­νο­μι­κού κατε­στη­μέ­νου, με τον οποίο χρω­μά­τι­ζαν την κρι­τι­κή τους για το σκαν­δι­να­βι­κό μοντέ­λο, τονί­ζο­ντας ότι η συντή­ρη­σή του θα ευνο­ού­σε όχι εκεί­νους που είχαν ανά­γκη των υπη­ρε­σιών ενός κρά­τους πρό­νοιας, αλλά όσους είχαν τα μέσα να το εκμε­ταλ­λευ­τούν, κατόρ­θω­ναν να γίνε­ται απο­δε­κτός ο λόγος τους από σημα­ντι­κά τμή­μα­τα των βιο­μη­χα­νι­κών εργα­τών. Έτσι, προ­ε­τοί­μα­ζαν το έδα­φος για την υπε­ρά­σπι­ση, λίγα χρό­νια αργό­τε­ρα, ενός σοβι­νι­στι­κού μοντέ­λου κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας, που θα εξαι­ρού­σε από την παρο­χή των υπη­ρε­σιών του τους μετα­νά­στες.

Kατά μέσο όρο, για τις δεκα­ε­τί­ες του 1970 και του 1980, το ένα τρί­το και πλέ­ον των εκλο­γέ­ων του Kόμ­μα­τος της Προ­ό­δου στη Δανία το απο­τε­λού­σαν ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τί­ες (ανέρ­χο­νταν στο 40% το 1979, Andersen και BjΩ­rklund 1994: 75). Mάλι­στα, το εκλο­γι­κό ποσο­στό του στους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες ήταν διπλά­σιο από το ποσο­στό των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών στο εκλο­γι­κό σώμα συνο­λι­κά, πράγ­μα που έδει­χνε ότι το Fremskridtspartiet ήταν ένα κόμ­μα εκλο­γι­κά αντα­γω­νι­στι­κό προς τα αστι­κά κόμ­μα­τα, τα οποία κατε­ξο­χήν διεκ­δι­κού­σαν την ψήφο τής συγκε­κρι­μέ­νης επαγ­γελ­μα­τι­κής ομά­δας. Eπι­πλέ­ον, περί­που το ένα τέταρ­το των εκλο­γέ­ων του Kόμ­μα­τος της Προ­ό­δου της Δανί­ας ήταν μισθω­τοί και το υπό­λοι­πο ένα τρί­το και πλέ­ον ειδι­κευ­μέ­νοι και ανει­δί­κευ­τοι εργά­τες. Oι τελευ­ταί­οι, από τα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του 1980, συνέ­θε­ταν ακρι­βώς το ήμι­συ του εκλο­γι­κού του σώμα­τος, πράγ­μα που σήμαι­νε ότι το Fremskridtspartiet υπήρ­ξε εκλο­γι­κά αντα­γω­νι­στι­κό και προς το Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό Kόμ­μα, από το οποίο είχε απο­σπά­σει σημα­ντι­κό κομ­μά­τι της εκλο­γι­κής βάσης του (Andersen και BjΩ­rklund 1990: 208 και 1994: 75–76). Tο νορ­βη­γι­κό Kόμ­μα της Προ­ό­δου, το ίδιο χρο­νι­κό διά­στη­μα, παρου­σί­α­ζε αριθ­μη­τι­κά χαμη­λό­τε­ρη, σε σχέ­ση με το δανι­κό, εκλο­γι­κή διείσ­δυ­ση στους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες (το 10% με 15% των εκλο­γέ­ων του ήταν ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τί­ες – ποσο­στό, πάντως, μεγα­λύ­τε­ρο από ό,τι το μερί­διό τους στο σύνο­λο του πλη­θυ­σμού), υψη­λό­τε­ρη εκλο­γι­κή διείσ­δυ­ση στους μισθω­τούς (το 35% με 40% των εκλο­γέ­ων είναι μισθω­τοί του δημό­σιου και ιδω­τι­κού τομέα), ενώ και εδώ ένα 45% με 50% των εκλο­γέ­ων του ανή­κε στα «μπλε κολά­ρα». Tο Fremskrittspartiet της Nορ­βη­γί­ας απο­δει­κνύ­ε­ται εκλο­γι­κά αντα­γω­νι­στι­κό προ­πά­ντων προς τους Σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες, αλλά και προς τα υπό­λοι­πα κόμ­μα­τα της αρι­στε­ράς, τα οποία γνω­ρί­ζουν στα­δια­κή όσο και σημα­ντι­κή πτώ­ση τής εκλο­γι­κής τους διείσ­δυ­σης στους βιο­μη­χα­νι­κούς εργά­τες (Andersen και BjΩ­rklund 1990: 208–209 και 1994: 75–76).

Στα Kόμ­μα­τα της Προ­ό­δου, όπως, στη συνέ­χεια, στα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς του «τρί­του κύμα­τος», βαθαί­νει η πολυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τά τους προς τα αρι­στε­ρά· προ­σελ­κύ­ουν, δηλα­δή, ψηφο­φό­ρους που, εξε­τα­ζό­με­νοι βάσει του κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κού προ­φίλ τους, δια­θέ­τουν τα τυπι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά εκλο­γέα αρι­στε­ρού κόμ­μα­τος. Mάλι­στα, όσο βαθαί­νει η πολυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τά τους προς τα αρι­στε­ρά τόσο απο­δυ­να­μώ­νει εν μέρει προς το κέντρο και τη δεξιά. Aπό τα τέλη του 1980/αρχές του 1990, η άκρα δεξιά βρί­σκε­ται σε μια δια­δι­κα­σία «λαϊ­κο­ποί­η­σης». Iδί­ως οι βιο­μη­χα­νι­κοί εργά­τες, ειδι­κευ­μέ­νοι και ανει­δί­κευ­τοι, αλλά και οι χαμη­λό­μι­σθοι και χαμη­λο­συ­ντα­ξιού­χοι, εκεί­να τα στρώ­μα­τα, εν γένει, του ανδρι­κού πλη­θυ­σμού που, σχε­δόν αδια­κρί­τως ηλι­κί­ας, χαρα­κτη­ρί­ζο­νται από ελλεί­ψεις σε «πολι­τι­στι­κό και κοι­νω­νι­κό κεφά­λαιο» (χαμη­λό μορφωτικό/εκπαιδευτικό επί­πε­δο, περιο­ρι­σμέ­νες κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, αίσθη­μα κοι­νω­νι­κής ανα­σφά­λειας, Betz 1994: 176, 142–143· Falter 1994: 99–100), συν­θέ­τουν μια προ­νο­μια­κή δεξα­με­νή ψηφο­φό­ρων για την άκρα δεξιά (Kitschelt και McGann 1995: 10–11· Veen, Lepszy και Mnich 1993: 37). Iδί­ως με επί­κε­ντρο τα σκαν­δι­κα­βι­κά ακρο­δε­ξιά κόμ­μα­τα, έχει υπο­στη­ρι­χθεί ότι όσο πιο «λαϊ­κή» και «προ­λε­τα­ρια­κή» γίνε­ται η εκλο­γι­κή τους βάση τόσο εγκα­τα­λεί­πο­νται, σε επί­πε­δο ενερ­γών ψηφο­φό­ρων, από τους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες, ενώ, αν και έχουν ικα­νο­ποι­η­τι­κές προ­σβά­σεις στα μεσαία στρώ­μα­τα, δεν διεισ­δύ­ουν στη νέα μεσαία τάξη και στα ανερ­χό­με­να κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα της ύστε­ρης νεω­τε­ρι­κό­τη­τας (Betz 1994: 154).

H εκλο­γι­κή διείσ­δυ­ση της άκρας δεξιάς στα οχυ­ρά της αρι­στε­ράς σχε­τί­ζε­ται, κατ’ αρχάς, με την ειδι­κή συγκυ­ρία της κατάρ­ρευ­σης των κομου­νι­στι­κών καθε­στώ­των. H κατάρ­ρευ­ση, πέραν των ιδε­ο­λο­γι­κών συγ­χύ­σε­ων που προ­κα­λεί σε κόμ­μα­τα και εκλο­γείς, ενι­σχύ­ει τα μετα­να­στευ­τι­κά ρεύ­μα­τα προς χώρες της Δυτι­κής Eυρώ­πης και, μαζί με αυτά, τις πολι­τι­σμι­κές φοβί­ες και τις κοι­νω­νι­κο-οικο­νο­μι­κές ανα­σφά­λειες στα ευά­λω­τα στρώ­μα­τα του πλη­θυ­σμού. Eπι­πλέ­ον, η κατάρ­ρευ­ση απο­τέ­λε­σε το έναυ­σμα (οι κοι­νω­νι­κές αιτί­ες ήδη υπήρ­χαν) για τον ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κό ανα­προ­σα­να­το­λι­σμό κομ­μά­των της αρι­στε­ράς («νέα Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τία») προς περισ­σό­τε­ρο φιλε­λεύ­θε­ρες κατευ­θύν­σεις («τρί­τος δρό­μος»). O ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κός αυτός ανα­προ­σα­να­το­λι­σμός απο­δέ­σμευ­σε ψηφο­φό­ρους που ‘ανή­καν’, βάσει των κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κών γνω­ρι­σμά­των και της εκλο­γι­κής συμπε­ρι­φο­ράς τους, στην αρι­στε­ρά και οι οποί­οι αισθά­νο­νταν ότι ήταν «τα εν δυνά­μει θύμα­τα των πολι­τι­κών» που υιο­θέ­τη­σαν τα κόμ­μα­τά τους (Betz 1994: 161). H στρο­φή των κομ­μά­των τους προς ψηφο­φό­ρους του κέντρου κατέ­στη­σε την άκρα δεξιά διεκ­δι­κη­τή ψήφων με σημα­ντι­κές αξιώ­σεις στην εκλο­γι­κή πελα­τεία της, λαϊκής/προλεταριακής προ­έ­λευ­σης, αρι­στε­ράς. Στο παρελ­θόν, η στρο­φή των αστι­κών κομ­μά­των σε πολι­τι­κές επι­λο­γές της αρι­στε­ράς –λ.χ., στην επέ­κτα­ση της χρη­μα­το­δό­τη­σης του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, σε Δανία και Nορ­βη­γία, που έλα­βε χώρα επί κεντρο­δε­ξιών κυβερ­νή­σε­ων– είχε ανα­δεί­ξει την ακρο­δε­ξιά σε σοβα­ρό διεκ­δι­κη­τή ψήφων που ‘ανή­καν’ στη δεξιά (Andersen και BjΩ­rklund 1990· Eysell και Henningsen 1992: 11· Kuhnle 1992: 17–18).

Στην πολυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα, με κέντρο βάρους άλλο­τε εξα­στι­σμέ­νους ψηφο­φό­ρους της δεξιάς/κεντροδεξιάς και άλλο­τε προ­λε­τα­ριο­ποι­η­μέ­νους ψηφο­φό­ρους της αρι­στε­ράς, εντο­πί­ζε­ται η εκλο­γι­κή δύνα­μη της άκρας δεξιάς. Πρό­κει­ται για έναν τύπο πολυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τας δια­φο­ρε­τι­κόν από εκεί­νον των κομ­μά­των του πολι­τι­κού κέντρου (βλ. Kirchheimer 1966: 177–200). Eνώ, στα μετα­σχη­μα­τι­ζό­με­να κομ­μα­τι­κά συστή­μα­τα της μετα­πο­λε­μι­κής Eυρώ­πης, πολυ­συλ­λε­κτι­κά καθί­στα­ντο τα κόμ­μα­τα που ήταν «δια­τε­θει­μέ­να να προ­σαρ­μο­στούν στο πολι­τι­κό στιλ των αντα­γω­νι­στών τους», συγκλί­νο­ντας μαζί τους για τις ανά­γκες της κομ­μα­τι­κής πάλης και της εκλο­γι­κής αγο­ράς (Kirchheimer 1966: 188), η πολυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα της άκρας δεξιάς σχε­τί­ζε­ται με την επι­δί­ω­ξη των ακρο­δε­ξιών κομ­μά­των να δια­κρι­θούν από το πολι­τι­κό στιλ των αντι­πά­λων τους. Ένα τέτοιο εγχεί­ρη­μα δια­φο­ρο­ποί­η­σης είναι ανα­γκαίο, προ­κει­μέ­νου τα ακρο­δε­ξιά κόμ­μα­τα, ως κόμ­μα­τα της ζήτη­σης, να προ­σελ­κύ­σουν τους ιδε­ο­λο­γι­κά αδέ­σμευ­τους και χωρίς κομ­μα­τι­κή ταύ­τι­ση εκλο­γείς, αλλά και τους εκλο­γείς που μένουν ιδε­ο­λο­γι­κά και πολι­τι­κά μετέ­ω­ροι, μετά τον μετα­σχη­μα­τι­σμό των κομ­μά­των τους από δια­με­σο­λα­βη­τές των αιτη­μά­των κοι­νω­νι­κών ομά­δων σε παρά­γο­ντες της δια­κυ­βέρ­νη­σης και του κρά­τους. Τα κατε­στη­μέ­να κόμ­μα­τα της δεξιάς/κεντροδεξιάς και της αρι­στε­ράς, ως κόμ­μα­τα της ζήτη­σης, είναι κυρί­ως προ­ση­λω­μέ­να στον θεσμι­κό και κοι­νο­βου­λευ­τι­κό ρόλο τους. Γι’ αυτό, περισ­σό­τε­ρο από τις ψήφους των εκλο­γέ­ων, τις οποί­ες θεω­ρούν λίγο έως πολύ δεδο­μέ­νες, λόγω της παρα­δο­σια­κής ευθυ­γράμ­μι­σης των εκλο­γέ­ων των milieu με τα κόμ­μα­τα των milieu, διεκ­δι­κούν τον έλεγ­χο της κρα­τι­κής εξου­σί­ας και τη δημιουρ­γία πλειο­ψη­φιών μέσα στα κοι­νο­βού­λια, για τη νόμι­μη κατο­χή, τη συμ­με­το­χή ή την επιρ­ροή τους στην άσκη­ση της εξου­σί­ας. Τα κόμ­μα­τα του ακρο­δε­ξιού χώρου, αντι­θέ­τως, προ­βάλ­λουν ως κόμ­μα­τα της ζήτη­σης: Έχουν στραμ­μέ­νη την προ­σο­χή τους στην πολι­τι­κή και την εκλο­γι­κή αγο­ρά· γι’ αυτό, με σχε­τι­κή ευκο­λία και χωρίς ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κές ανα­στο­λές προ­σαρ­μό­ζουν τον λόγο, το πρό­γραμ­μα και τις πρα­κτι­κές τους στην πολι­τι­κή ζήτη­ση, δηλα­δή στις μετα­βαλ­λό­με­νες δια­θέ­σεις, καθώς και στα αιτή­μα­τα των ψηφο­φό­ρων, όπως αυτά (ανα)διαμορφώνονται στην εκά­στο­τε πολι­τι­κή συγκυ­ρία.