2. Εκλογική κοινωνιολογία της άκρας δεξιάς(1): Ποιοί την ψηφίζουν.

Ι) Ανα­φο­ρι­κά με τους παρά­γο­ντες της ηλι­κί­ας, του φύλου και της εκπαί­δευ­σης, τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς τα ψηφί­ζουν περισ­σό­τε­ρο νέοι και μεγά­λοι σε ηλι­κία άνδρες εκλο­γείς, που δια­θέ­τουν χαμη­λό μορ­φω­τι­κό και εκπαι­δευ­τι­κό επί­πε­δο.

Mιλώ­ντας γενι­κά, η ηλι­κια­κή σύν­θε­ση των εκλο­γέ­ων της άκρας δεξιάς βρί­σκε­ται πολύ κοντά στην ηλι­κια­κή σύν­θε­ση του εκλο­γι­κού σώμα­τος συνο­λι­κά. Aντί­θε­τα από ό,τι υπο­στη­ρι­ζό­ταν κατά το παρελ­θόν, η ακρο­δε­ξιά ψήφος δεν είναι νεα­νι­κό­τε­ρη από την ψήφο στα κόμ­μα­τα της επι­κρα­τού­σας τάσης (Veen, Lepszy και Mnich 1993: 32–34). Bέβαια, σε μεμο­νω­μέ­νες εκλο­γι­κές ανα­με­τρή­σεις και βοη­θού­σης της συγκυ­ρί­ας, όταν, λ.χ., είναι μεγα­λύ­τε­ρος από ό,τι συνή­θως ο αριθ­μός των εκλο­γέ­ων που πρω­το­ψη­φί­ζουν, ή όταν κάνουν την εμφά­νι­σή τους νέα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς, που κατά κανό­να ελκύ­ουν περισ­σό­τε­ρο τους ψηφο­φό­ρους τής ‘πρώ­της φοράς’, τότε τα κόμ­μα­τα αυτά μπο­ρεί να απο­κτή­σουν ένα πιο νεα­νι­κό εκλο­γι­κό ακρο­α­τή­ριο. Tέτοια ηλι­κια­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά είχαν οι εκλο­γές του 1989 για την τοπι­κή Βου­λή του Bερο­λί­νου, όταν το νεο­εμ­φα­νι­σθέν Kόμ­μα των Ρεπου­μπλι­κά­νων (REP) έλα­βε το 7,5% των ψήφων του εκλο­γι­κού σώμα­τος, αλλά το 19% των ανδρών εκλο­γέ­ων ηλι­κί­ας 18–24 ετών (Falter 1994: 30, 34–35). Tο ίδιο σκη­νι­κό επα­να­λή­φθη­κε στις εκλο­γές για τη Γαλ­λι­κή Eθνο­συ­νέ­λευ­ση το 1993, όταν η δύνα­μη του Front National (FN) στην ηλι­κια­κή ομά­δα 18–24 ετών ήταν 5 ποσο­στιαί­ες μονά­δες πάνω από το μέσο εκλο­γι­κό ποσο­στό του στην επι­κρά­τεια (Mayer 1998: 19). Tο παρά­δειγ­μα των προ­ε­δρι­κών εκλο­γών του 2002 στη Γαλ­λία κατα­δει­κνύ­ει, ωστό­σο, ότι το ηλι­κια­κό προ­φίλ του εκλο­γέα της άκρας δεξιάς δεν παρα­μέ­νει νεα­νι­κό (μόλις το 10% των εκλο­γέ­ων του ήταν νέοι 18–24 ετών), με το Eθνι­κό Mέτω­πο να εξα­σφα­λί­ζει τότε υψη­λά ποσο­στά υπο­στή­ρι­ξης στους εκλο­γείς άνω των 45 ετών. Αλλά και το Κόμ­μα της Προ­ό­δου στη Νορ­βη­γία (FP) χάνει το νεα­νι­κό προ­φίλ του τη δεκα­ε­τία του 1990. Από τις εκλο­γές του 1997, μόλις το ένα τέταρ­το των εκλο­γέ­ων του είναι κάτω των 30 ετών, όταν οι αντί­στοι­χοι εκλο­γείς τη δεκα­ε­τία του 1980 απο­τε­λού­σαν σχε­δόν το ήμι­συ των ψηφο­φό­ρων του. Ανά­λο­γες παρα­τη­ρή­σεις μπο­ρού­με να κάνου­με για το Λαϊ­κό Κόμ­μα της Δανί­ας (DF), το Κόμ­μα της Ελευ­θε­ρί­ας της Αυστρί­ας (FPÖ) και τη Λίστα Pim Fortuyn της Ολλαν­δί­ας (LPF). Πρό­κει­ται για κόμ­μα­τα που η εκλο­γι­κή δύνα­μή τους στις ηλι­κια­κές ομά­δες κάτω των 30 ετών κυμαί­νε­ται κάτω από το μέσο εκλο­γι­κό ποσο­στό τους, ενώ ισχυ­ρο­ποιεί­ται στις μεσαί­ες και μεγα­λύ­τε­ρες ηλι­κια­κές ομά­δες εκλο­γέ­ων.1 Η περί­πτω­ση του NPD στη Γερ­μα­νία είναι ξεχω­ρι­στή. Εδώ, το ποσο­στό των νέων κάτω των 30 ετών που ψηφί­ζει το Εθνι­κό-δημο­κρα­τι­κό Κόμ­μα είναι περί­που τρι­πλά­σιο από το μέσο εκλο­γι­κό ποσο­στό του κόμ­μα­τος, ενώ το ποσο­στό του σε ηλι­κί­ες άνω των 60 ετών υπο­λεί­πε­ται της μέσης τιμής της δύνα­μής του (μάλι­στα, στην Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία κατά πολύ). Οι εμπει­ρί­ες του εθνι­κο­σο­σια­λι­σμού καθι­στούν κατα­νοη­τές τις επι­φυ­λά­ξεις των μεγα­λύ­τε­ρων ηλι­κια­κά ατό­μων για ένα ακρο­δε­ξιό-εξτρε­μι­στι­κό κόμ­μα, ενώ η ελλι­πής επε­ξερ­γα­σία του εθνι­κο­σο­σια­λι­στι­κού παρελ­θό­ντος στην πρώ­ην DDR ενδε­χο­μέ­νως να απο­τε­λεί το κλει­δί γι’ αυτήν την έλλει­ψη επι­φυ­λά­ξε­ων σε τμή­μα της ανα­το­λι­κο­γερ­μα­νι­κής νεο­λαί­ας. Ωστό­σο, για να απο­φαν­θού­με εάν όντως δεν υπάρ­χουν αυτές οι επι­φυ­λά­ξεις στους νέους ή/και εάν μια τέτοια ενδε­χό­με­νη έλλει­ψη καλύ­πτε­ται στο περι­βάλ­λον της ενιαί­ας Γερ­μα­νί­ας χρεια­ζό­μα­στε επι­πλέ­ον εκλο­γι­κό υλι­κό. Προς το παρόν, να επα­να­λά­βου­με κάτι που επι­ση­μά­να­με στο κεφά­λαιο (Excursus) για τη γερ­μα­νι­κή άκρα δεξιά, ότι, δηλα­δή, σε Landtagswahlen στην Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία, τα κόμ­μα­τα του ακρο­δε­ξιού χώρου ψηφί­στη­καν περισ­σό­τε­ρο από νέους σε ηλι­κία και με χαμη­λή μόρ­φω­ση άνδρες.

Αν εξαι­ρέ­σου­με τις απο­κλί­νου­σες εκλο­γι­κές ανα­με­τρή­σεις, η ηλι­κια­κή σύν­θε­ση των εκλο­γέ­ων της άκρας δεξιάς βρί­σκε­ται εν γένει πολύ κοντά στην ηλι­κια­κή σύν­θε­ση του εκλο­γι­κού σώμα­τος. Η ηλι­κια­κή σύν­θε­ση των εκλο­γέ­ων τής άκρας δεξιάς από τα μέσα/τέλη της δεκα­ε­τί­ας του 1990 εξο­μοιώ­νε­ται με την ηλι­κια­κή σύν­θε­ση του εκλο­γι­κού σώμα­τος συνο­λι­κά. Η εξο­μοί­ω­ση αυτή συντε­λεί­ται σε μια επο­χή που τα κοι­νω­νι­κο-σοβι­νι­στι­κού περιε­χο­μέ­νου ακρο­δε­ξιά δια­κυ­βεύ­μα­τα προ­σαρ­μό­ζο­νται στην υπάρ­χου­σα πολι­τι­κή ζήτη­ση, δηλα­δή στα αιτή­μα­τα των ψηφο­φό­ρων για περισ­σό­τε­ρες δημό­σιες δαπά­νες και μεγα­λύ­τε­ρο κρά­τος πρό­νοιας. Ωστό­σο, ένας συν­δυα­σμός ηλι­κια­κών, φυλε­τι­κών και μορ­φω­τι­κών γνω­ρι­σμά­των των ψηφο­φό­ρων μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει εκλο­γι­κή κλί­ση υπέρ της άκρας δεξιάς. Ψηφο­φό­ροι, ιδί­ως άνδρες, ηλι­κί­ας 18–29 ετών, οι οποί­οι δια­θέ­τουν βασι­κή εκπαί­δευ­ση, περιο­ρι­σμέ­νες εργα­σια­κές ευκαι­ρί­ες και ελλι­πές «πολι­τι­στι­κό και κοι­νω­νι­κό κεφά­λαιο», εμφα­νί­ζουν εκλο­γι­κή ‘προ­διά­θε­ση’2 για την άκρα δεξιά (Roth 1990: 34–35· Betz 1994: 163, 176). Aν απο­μο­νώ­σου­με τον παρά­γο­ντα «μόρφωση/εκπαίδευση» και διε­ρευ­νή­σου­με ξεχω­ρι­στά τη συμ­βο­λή του στη δια­μόρ­φω­ση εκλο­γι­κής κλί­σης προς την άκρα δεξιά, δια­πι­στώ­νου­με την ύπαρ­ξη μιας σαφούς εκλο­γι­κής συνάρ­τη­σης με τον παρά­γο­ντα αυτό: όσο χαμη­λό­τε­ρο το εκπαι­δευ­τι­κό επί­πε­δο των ψηφο­φό­ρων τόσο μεγα­λύ­τε­ρη η εκλο­γι­κή δια­θε­σι­μό­τη­τα προς την άκρα δεξιά. Επί­σης, αν εξε­τά­σου­με τον παρά­γο­ντα «μόρφωση/εκπαίδευση» συν­δυα­στι­κά με άλλους παρά­γο­ντες, λ.χ., με τον παρά­γο­ντα της ηλι­κί­ας, ή εάν τον προ­βά­λου­με σε άλλα κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κά μεγέ­θη, τον ανα­λύ­σου­με, λ.χ., συν­δυα­στι­κά με τον παρά­γο­ντα της γενιάς στην οποία ανή­κουν οι ψηφο­φό­ροι, δια­πι­στώ­νου­με τα εξής: α) Νεό­τε­ρες ηλι­κί­ες (18–39 ετών) και χαμη­λό εκπαι­δευ­τι­κό επί­πε­δο δημιουρ­γούν ένα μείγ­μα κοι­νω­νι­κο-δημο­γρα­φι­κών χαρα­κτη­ρι­στι­κών που ‘προ­δια­θέ­τει’ προς την άκρα δεξιά· β) ώρι­μες ηλι­κί­ες (40–59 ετών), που είναι τα πραγ­μα­τι­κά ή δυνη­τι­κά «θύμα­τα του εκσυγ­χρο­νι­σμού», με χαμη­λό και μεσαίο επί­πε­δο εκπαί­δευ­σης, δημιουρ­γούν, επί­σης, μια κλί­ση προς την άκρα δεξιά· τέλος γ) μεγά­λες ηλι­κί­ες (60 ετών και άνω) εμφα­νί­ζουν σημα­ντι­κή προ­διά­θε­ση προς την άκρα δεξιά, που κάθε άλλο παρά περιο­ρί­ζε­ται σε όσους δια­θέ­τουν χαμη­λό εκπαιδευτικό/μορφωτικό επί­πε­δο (Roth 1990: 34–35· Betz 1994: 163· Falter 1994: 99–100).

Λαμ­βά­νο­ντας υπό­ψη εκλο­γι­κά στοι­χεία που ανα­φέ­ρο­νται στις απαρ­χές του «τρί­του κύμα­τος» της νέας άκρας δεξιάς, δια­πι­στώ­νου­με ότι η ηλι­κια­κή ομά­δα των 60 ετών και άνω περι­λαμ­βά­νει εκεί­νους που γεν­νή­θη­καν πριν τον Β΄ παγκό­σμιο πόλε­μο και, ειδι­κά για τη Γερ­μα­νία, εκεί­νους που γεν­νή­θη­καν και μεγά­λω­σαν την επο­χή του Tρί­του Pάιχ. Σύμ­φω­να με έρευ­νες στά­σε­ων και συμπε­ρι­φο­ράς, η γενιά αυτή χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από «ακαμ­ψία στον τρό­πο σκέ­ψης», ενώ όσο υψη­λό­τε­ρο είναι το μορ­φω­τι­κό της επί­πε­δο τόσο μεγα­λύ­τε­ρη παρου­σιά­ζε­ται η ικα­νό­τη­τά της να αφο­μοιώ­νει τις αυταρ­χι­κές κοι­νω­νι­κές αξί­ες που ήταν κυρί­αρ­χες στην επο­χή της, αλλά και τόσο μικρό­τε­ρη η γνω­στι­κή ευε­λι­ξία της και, συνε­πώς, η ικα­νό­τη­τά της να προ­σαρ­μό­ζε­ται στα φιλε­λεύ­θε­ρα συστή­μα­τα αξιών που έχουν ανα­δει­χθεί. Όπως επι­ση­μαί­νουν οι Falter και Schumann (1992), υφί­στα­ται μια θετι­κή συνάρ­τη­ση μετα­ξύ εκεί­νων που απο­δέ­χο­νται ένα άκαμ­πτο σύστη­μα γνω­στι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού και εκεί­νων που αξιο­λο­γούν θετι­κά τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς. Εκλο­γείς με τα προ­α­να­φερ­θέ­ντα χαρα­κτη­ρι­στι­κά (60 ετών και άνω, κατά την εμφά­νι­ση του «τρί­του κύμα­τος»), ακό­μη και αν δια­θέ­τουν υψη­λό επί­πε­δο εκπαί­δευ­σης, είναι συχνό­τε­ρα φορείς ενός κλει­στού γνω­στι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού και εμφα­νί­ζουν θετι­κό­τε­ρη αξιο­λό­γη­ση ή/και εκλο­γι­κή δια­θε­σι­μό­τη­τα προς την άκρα δεξιά. Aντι­θέ­τως, άτο­μα νέων ηλι­κιών, με υψη­λό επί­πε­δο εκπαί­δευ­σης, δια­θέ­τουν λιγό­τε­ρο συχνά έναν άκαμ­πτο γνω­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό και αξιο­λο­γούν πιο αρνη­τι­κά την άκρα δεξιά από ό,τι η γενιά των παπ­πού­δων τους (στο ίδιο). Το γεγο­νός, ωστό­σο, ότι η εκλο­γι­κή δύνα­μη του NPD είναι πολύ περιο­ρι­σμέ­νη στην ηλι­κια­κή αυτή ομά­δα (60+) απο­τε­λεί άλλη μια ισχυ­ρή ένδει­ξη ότι κλει­στές κοσμοει­κό­νες και δια­θε­σι­μό­τη­τα προς την άκρα δεξιά δεν μετα­τρέ­πο­νται αυτο­μά­τως σε ακρο­δε­ξιά ψήφο.

ΙΙ) Τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς ψηφί­ζο­νται από εκλο­γείς που, είτε βρί­σκο­νται εντός είτε βρί­σκο­νται εκτός της αγο­ράς εργα­σί­ας, νιώ­θουν εργα­σια­κή ανα­σφά­λεια και δεν δια­θέ­τουν θετι­κές προσ­δο­κί­ες ζωής.

Στην άκρα δεξιά του «τρί­του κύμα­τος», οι άνερ­γοι και τα «μπλε κολά­ρα» ανή­κουν πλέ­ον στην εκλο­γι­κή πελα­τεία της. Aυτό προ­έ­κυ­ψε ως απο­τέ­λε­σμα του μετα­σχη­μα­τι­σμού των κομ­μά­των της άκρας δεξιάς από «δεξιά-αυταρ­χι­κά», όπως εμφα­νί­ζο­νταν κατά τη διάρ­κεια του «δεύ­τε­ρου κύμα­τος», σε κόμ­μα­τα του «προ­νοια­κού σοβι­νι­σμού», που στρέ­φο­νται κατά της παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης αγο­ράς και υπέρ των πολι­τι­κών κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας για τους γηγε­νείς πολί­τες του κρά­τους-έθνους. O ιδε­ο­λο­γι­κο-πολι­τι­κός αυτός μετα­σχη­μα­τι­σμός «λαϊ­κο­ποί­η­σε» τα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς, με απο­τέ­λε­σμα το δια­κύ­βευ­μα «εργασία»-«ανεργία» να κινη­το­ποιεί ολο­έ­να και περισ­σό­τε­ρο την εκλο­γι­κή βάση τους. H περί­πτω­ση του γαλ­λι­κού Eθνι­κού Mετώ­που στο σημείο αυτό είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κή. Tο 1984, το δια­κύ­βευ­μα «ανερ­γία» απο­τε­λού­σε κίνη­τρο ψήφου για το 17% των εκλο­γέ­ων του FN· το 1988, το ποσο­στό αυτό έφθα­σε το 41%, ενώ, το 1993, ανέ­βη­κε στο 64% και, το 1997, στο 75% (Schain 2000: 73). Η ανερ­γία, ωστό­σο, έχο­ντας πλέ­ον κατα­λά­βει τη θέση ενός δια­κυ­βεύ­μα­τος σημα­ντι­κού για όλους τους εκλο­γείς και απο­δε­κτού ως τέτοιου από όλα τα κόμ­μα­τα αδια­κρί­τως της θέσης τους στον άξο­να αρι­στε­ράς-δεξιάς απο­τε­λεί κίνη­τρο ψήφου για τους ψηφο­φό­ρους των γαλ­λι­κών πολι­τι­κών κομ­μά­των συνο­λι­κά: για το 83% των εκλο­γέ­ων των Σοσια­λι­στών, αλλά και για το 72% των εκλο­γέ­ων της κεντρο­δε­ξιάς κομ­μα­τι­κής οικο­γέ­νειας (στο ίδιο).

Eίναι γεγο­νός ότι συχνό­τε­ρα πλέ­ον οι άνερ­γοι στρέ­φο­νται σε κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς, αν και η πλειο­νό­τη­τά τους εξα­κο­λου­θεί να μην εμφα­νί­ζει ιδιαί­τε­ρη εκλο­γι­κή κλί­ση για τα κόμ­μα­τα αυτά. H «παρα­πλα­νη­τι­κή αυτα­πά­τη» που καλ­λιερ­γούν τα ακρο­δε­ξιά κόμ­μα­τα, ότι δήθεν «μόλις απο­χω­ρή­σουν όλοι οι μετα­νά­στες θα επα­νέλ­θουν οι προ­ο­πτι­κές για κοι­νω­νι­κή ευη­με­ρία» (Swyngedouw 2004: 273), βρί­σκει αντα­πό­κρι­ση σε απο­γοη­τευ­μέ­νους ψηφο­φό­ρους, δεν συγκι­νεί όμως ιδιαι­τέ­ρως όσους βιώ­νουν την ανερ­γία και συνει­δη­το­ποιούν τη συν­θε­τό­τη­τα του ζητή­μα­τος. Mπο­ρεί το συγκε­κρι­μέ­νο δια­κύ­βευ­μα να απο­τε­λεί σημα­ντι­κό κίνη­τρο ψήφου για τους εκλο­γείς του Front National, ωστό­σο δεν είναι η ανερ­γία ο κατε­ξο­χήν παρά­γο­ντας που δημιουρ­γεί εκλο­γι­κή δια­θε­σι­μό­τη­τα προς το συγκε­κρι­μέ­νο κόμ­μα. Στην περί­πτω­ση των εκλο­γέ­ων του FN, εκλο­γι­κή δια­θε­σι­μό­τη­τα και πρό­θε­ση ψήφου για το κόμ­μα του Λεπέν δημιουρ­γούν τα δια­κυ­βεύ­μα­τα «μετα­νά­στευ­ση» και «ασφά­λεια». Aυτά ενέ­χουν θέση ζητη­μά­των που διαι­ρούν το εκλο­γι­κό σώμα σε ψηφο­φό­ρους του FN και ψηφο­φό­ρους των υπό­λοι­πων κομ­μά­των. Συγκε­κρι­μέ­να, το 72% των ψηφο­φό­ρων του FN δηλώ­νει ως κίνη­τρο ψήφου το δια­κύ­βευ­μα «μετα­νά­στευ­ση», ενώ, στο σύνο­λο των εκλο­γέ­ων, το αντί­στοι­χο ποσο­στό κυμαί­νε­ται στο 22%· επί­σης, το 66% των ψηφο­φό­ρων του FN δηλώ­νει ως κίνη­τρο ψήφου τα ζητή­μα­τα «νόμου και τάξης», ενώ, στο σύνο­λο των ψηφο­φό­ρων, το αντί­στοι­χο ποσο­στό ανέρ­χε­ται στο 22% (Schain 2000: 73). Μια σχε­τι­κώς συγκρί­σι­μη εικό­να προ­κύ­πτει από τα εμφα­νι­ζό­με­να κίνη­τρα ψήφου προς το FPÖ στις τελευ­ταί­ες γενι­κές εκλο­γές στην Αυστρία. Παρό­τι το FPÖ έχει διεισ­δύ­σει σε εκλο­γείς με χαρα­κτη­ρι­στι­κά ειδι­κευ­μέ­νου και ανει­δί­κευ­του εργά­τη, όπως εξη­γή­σα­με στο Τρί­το Μέρος τού ανά χεί­ρας βιβλί­ου, τα δια­κυ­βεύ­μα­τα «μετα­νά­στευ­ση» και «ασφά­λεια» απο­τε­λούν από τα ισχυ­ρό­τε­ρα κίνη­τρα ψήφου για το Κόμ­μα της Eλευ­θε­ρί­ας στην Αυστρία – το 51% και το 45% αντι­στοί­χως κατο­νο­μά­ζουν τα δια­κυ­βεύ­μα­τα αυτά ως κίνη­τρα της εκλο­γι­κής επι­λο­γής τους για το FPÖ. Οι εκλο­γείς που προ­τάσ­σουν ως κίνη­τρο ψήφου την ανη­συ­χία τους για τις θέσεις εργα­σί­ας και το σύστη­μα κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας, είτε είναι εργά­τες είτε είναι υπάλ­λη­λοι, ψήφι­σαν τους Σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες στις εκλο­γές για το Εθνι­κό Συμ­βού­λιο το 2006 (Plasser, Ulram και Seeber 2007: 183).

H άκρα δεξιά ανθεί προ­πά­ντων σε μετα­βα­τι­κές περιό­δους. Oι ραγδαί­ες αλλα­γές που συντε­λού­νται στις μετα­βα­τι­κές κοι­νω­νί­ες φέρουν τους «χαμέ­νους του εκσυγ­χρο­νι­σμού» στο περι­θώ­ριο των εξε­λί­ξε­ων, καθι­στώ­ντας τους δια­θέ­σι­μους στην ακρο­δε­ξιά (είτε άμε­σα εκλο­γι­κά, με την ψήφο τους, είτε έμμε­σα, με την έκφρα­ση θετι­κών αξιο­λο­γή­σε­ων γι’ αυτήν). Δια­θέ­σι­μοι προς την άκρα δεξιά καθί­στα­νται, με άλλα λόγια, όσοι εμφα­νί­ζουν περιο­ρι­σμέ­νη προ­σαρ­μο­στι­κή ικα­νό­τη­τα στις κοι­νω­νι­κές εξε­λί­ξεις και όσοι συστη­μα­τι­κά προ­βάλ­λουν επί τρί­των τις αιτί­ες της ελλειμ­μα­τι­κής κοι­νω­νι­κής τους προ­σαρ­μο­γής, όχι μόνο ανα­ζη­τώ­ντας «υπεύ­θυ­νους» για τη θέση του «χαμένου»/«θύματος» στην οποία έχουν περι­πέ­σει, αλλά, συγ­χρό­νως, απο­κρού­ο­ντας ως μάταιη κάθε προ­σω­πι­κή προ­σπά­θεια για τη βελ­τί­ω­ση της θέσης αυτή. Aπό εμπει­ρι­κές έρευ­νες ανά­λυ­σης της ακρο­δε­ξιάς ψήφου προ­κύ­πτει ότι οι ψηφο­φό­ροι όσο πιο ανα­σφα­λείς αισθά­νο­νται και όσο περισ­σό­τε­ρο δια­κα­τέ­χο­νται, οι ίδιοι προ­σω­πι­κά, από την αίσθη­ση του «χαμέ­νου» και του κοι­νω­νι­κού «θύμα­τος» τόσο περισ­σό­τε­ρο ανοί­γο­νται στα κόμ­μα­τα της άκρας δεξιάς. Mε άλλα λόγια: η πρό­θε­ση ψήφου για την άκρα δεξιά δια­μορ­φώ­νε­ται περισ­σό­τε­ρο ως συνάρ­τη­ση της αντί­λη­ψης των εκλο­γέ­ων για την προ­σω­πι­κή τους οικο­νο­μι­κή και εργα­σια­κή κατά­στα­ση όπως οι ίδιοι την εκτι­μούν (perception) και λιγό­τε­ρο ως απο­τέ­λε­σμα της πραγ­μα­τι­κής τους κατά­στα­σης, όπως αυτή συνά­γε­ται βάσει της θέσης τους στην αγο­ρά εργα­σί­ας, του εισο­δή­μα­τός τους και άλλων μετρή­σι­μων μεγε­θών (actual situation). Aνα­σφά­λεια, έλλει­ψη προσ­δο­κιών ζωής και φόβοι για το μέλ­λον, η αίσθη­ση ότι κανείς –και, πάνω απ’ όλα, τα κατε­στη­μέ­να κόμ­μα­τα– δεν νοιά­ζε­ται για τα προ­βλή­μα­τα των καθη­με­ρι­νών ανθρώ­πων, μαζί και μια περιρ­ρέ­ου­σα ατμό­σφαι­ρα κοι­νω­νι­κής αδι­κί­ας, δημιουρ­γούν μετα­ξύ εκεί­νων που ασπά­ζο­νται τέτοιες αντι­λή­ψεις σημα­ντι­κά αυξη­μέ­νη, σε σχέ­ση με το σύνο­λο του εκλο­γι­κού σώμα­τος, δια­θε­σι­μό­τη­τα προς την άκρα δεξιά (Betz 1994: 165). Οι αντι­λή­ψεις αυτές δια­μορ­φώ­νουν επι­πλέ­ον κίνη­τρα ψήφου για το FPÖ, το οποίο, το 2006, ψηφί­στη­κε από εκλο­γείς από τους οποί­ους το ήμι­συ κατο­νο­μά­ζει την απο­γο­ή­τευ­σή του από τα κατε­στη­μέ­να κόμ­μα­τα και το ένα τρί­το το γεγο­νός ότι το FPÖ «νοιά­ζε­ται για τα προ­βλή­μα­τα των απλών ανθρώ­πων» ως καθο­ρι­στι­κά κρι­τή­ρια για την επι­λο­γή τους αυτή (Plasser, Ulram και Seeber, ό.π.).


1. Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα στοι­χεία για τα παρα­πά­νω σε βάσεις δεδο­μέ­νων του Πανε­πι­στη­μί­ου Mainz της ΟΔΓ, http://www.politik.uni-mainz.de/ereps. Ειδι­κώς για την Αυστρία βλ. Plasser, Ulram και Seeber (2007: 160). Πρώ­τη γρα­φή αυτού και του επό­με­νου κεφά­λαιου στο Γεωρ­γιά­δου (2004).

2. Tοπο­θε­τού­με την έννοια της προ­διά­θε­σης εντός εισα­γω­γι­κών, επι­λέ­γο­ντας μια χαλα­ρή χρή­ση της. Για μας, η συγκε­κρι­μέ­νη έννοια περι­γρά­φει μια σχε­τι­κά στα­θε­ρή τάση, που όμως είναι ανα­τρε­πό­με­νη από τις συγκυ­ρί­ες, παρά μια κοι­νω­νι­κή κλί­ση που παρα­μέ­νει αδια­τά­ρα­κτη στον χρό­νο, ανα­τρε­πό­με­νη μόνο εάν συντρέ­ξουν εξαι­ρε­τι­κές περι­στά­σεις.