ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ – «Ελπί­ζω αυτοί που ασκούν κρι­τι­κή στην απα­γό­ρευ­ση μετά­δο­σης ειδή­σε­ων να πεθά­νουν σε κάποια άλλη έκρη­ξη μήπως και κατα­λά­βουν για­τί είναι κρί­σι­μη η απα­γό­ρευ­ση».

Η παρου­σιά­στρια είχε μεί­νει άναυ­δη ακού­γο­ντας τον άνδρα που είχε μαζί της ζωντα­νά στον αέρα να ξεστο­μί­ζει αυτές τις λέξεις. Αυτός ο άνδρας, ο οποί­ος ευχό­ταν να πέσει το κακό πάνω στους επι­κρι­τές της κυβέρ­νη­σης, συνέ­χι­σε να μιλά­ει. Και, κου­νώ­ντας το δάχτυ­λο, της είπε: «Πεί­τε μου, θα κάνουν κάτι αν ακού­σουν κι άλλες ειδή­σεις; Ε; Πεί­τε μου!» Αυτό το έδει­χνε η τηλε­ό­ρα­ση περί­που 20 λεπτά μετά τις φρι­κτές βομ­βι­στι­κές επι­θέ­σεις στο αερο­δρό­μιο της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, και λίγα μόλις λεπτά μετά την από­φα­ση της κυβέρ­νη­σης να ενερ­γο­ποι­ή­σει και πάλι – συνη­θι­σμέ­νη πλέ­ον τού­τη η τακτι­κή ύστε­ρα από τέτοιου είδους γεγο­νό­τα – την απα­γό­ρευ­ση μετά­δο­σης πλη­ρο­φο­ριών και ειδή­σε­ων*.

Ο άνδρας επί της οθό­νης ήταν μέλος του Κοι­νο­βου­λί­ου, ανή­κει στο κυβερ­νών κόμ­μα και είναι γνω­στός για την πίστη του στον Πρό­ε­δρο. Διέ­τρε­ξα τα υπό­λοι­πα κανά­λια – και σ’ αυτά είχαν εισβά­λει οι επι­κοι­νω­νιο­λό­γοι και δημα­γω­γοί του κυβερ­νώ­ντος κόμ­μα­τος, λέγο­ντας στους τηλε­θε­α­τές να μην αμφι­σβη­τούν την εξου­σία. Η μονα­δι­κή πλη­ρο­φο­ρία που μπο­ρού­σα να βρω για τις επι­θέ­σεις εκεί­νη τη νύχτα ήταν μια εξω­τε­ρι­κή άπο­ψη του αερο­δρο­μί­ου Ατα­τούρκ, ένα μέρος που είναι πλέ­ον σαν δεύ­τε­ρο σπί­τι μου επει­δή ταξι­δεύω πολύ συχνά, και τον αυξα­νό­με­νο φόρο αίμα­τος: 26, 27, 28 νεκροί, αριθ­μός που μεγά­λω­σε το επό­με­νο από­γευ­μα. Μέχρι το τέλος της εβδο­μά­δας, ο αριθ­μός τους είχε ξεπε­ρά­σει τους 44.

Με την εκ νέου απα­γό­ρευ­ση κάθε είδους πλη­ρο­φο­ρί­ας, η κυβέρ­νη­ση δεν κατα­πνί­γει μόνο τον δημό­σιο διά­λο­γο και την ειδη­σε­ο­γρα­φία· κατα­πιέ­ζει επι­προ­σθέ­τως και τα συναι­σθή­μα­τα του έθνους. Ηρε­μή­στε, μας προ­τρέ­πουν. Μην πανι­κο­βά­λε­στε, μην απο­ρεί­τε για τίπο­τα.

Αλλά η συναι­σθη­μα­τι­κή κατα­πί­ε­ση δεν είναι κάτι και­νούρ­γιο για εμάς. Τον τελευ­ταίο χρό­νο, η χώρα έχει βιώ­σει 14 ανά­λο­γες επι­θέ­σεις. Και κάθε φορά η αντί­δρα­ση ξεδι­πλώ­νε­ται με τον ίδιο τρό­πο: χτύ­πη­μα, απα­γό­ρευ­ση, αντι­πρό­σω­ποι της κυβέρ­νη­σης να μας φωνά­ζουν από τα τηλε­πα­ρά­θυ­ρα πριν καν ενη­με­ρω­θού­με για το οτι­δή­πο­τε. Κατό­πιν, έρχε­ται και ο απο­κλει­σμός των χρη­στών από τα μέσα κοι­νω­νι­κής δικτύ­ω­σης, αφού πρώ­τα το Facebook μας στεί­λει ένα μήνυ­μα για να μας ρωτή­σει αν είμα­στε σώοι και αβλα­βείς. («Ναι, είμαι ζωντα­νή, αγα­πη­τό μου Facebook, αλλά δεν μπο­ρώ να σου απα­ντή­σω για­τί η κυβέρ­νη­σή μας έχει ρίξει μαύ­ρο στο δια­δί­κτυο»). Πλέ­ον μέχρι και οι για­γιά­δες έχουν μάθει πώς να παρα­κάμ­πτουν το πρό­βλη­μα και να επα­να­συν­δέ­ο­νται μέσω άλλης χώρας…

Την επο­μέ­νη, τα κυρί­αρ­χα μέσα ενη­μέ­ρω­σης που υπο­στη­ρί­ζο­νται από την κυβέρ­νη­ση εξα­κο­λου­θούν να κατα­δι­κά­ζουν τις επι­θέ­σεις χωρίς ωστό­σο να έχου­με την παρα­μι­κρή πλη­ρο­φό­ρη­ση μετά από 24 ολό­κλη­ρες ώρες. Έπει­τα, τις περισ­σό­τε­ρες φορές, παρα­κο­λου­θού­με τον πρό­ε­δρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντο­γάν να ανε­βαί­νει σε κάποιο βήμα για να μας υπεν­θυ­μί­σει πόσο καλά τα πάει η Τουρ­κία. Ανα­φέ­ρε­ται, τις περισ­σό­τε­ρες φορές, σε κάποιες γέφυ­ρες που κατα­σκευά­στη­καν πρό­σφα­τα ή σε κάποιους και­νούρ­γιους δρό­μους που φτιά­χτη­καν. Και ολο­κλη­ρώ­νει την ομι­λία του με μια βρο­ντε­ρή επω­δό του τύπου «Όλοι μαζί ενω­μέ­νοι». Κάθε δια­φο­ρε­τι­κό συναί­σθη­μα πλην της ομο­ψυ­χί­ας δεν θεω­ρεί­ται πατριω­τι­κό.

Στο κέντρο της πόλης, το πρωί μετά τις επι­θέ­σεις, επι­κρα­τού­σε μια περί­ερ­γη ησυ­χία. Μονά­χα οι πραγ­μα­τι­κά ενθου­σιώ­δεις του­ρί­στες κυκλο­φο­ρού­σαν έξω, ανα­ζη­τώ­ντας το καλύ­τε­ρο σημείο για την επό­με­νη φωτο­γρα­φι­κή τους ανάρ­τη­ση στο Instagram. Εγώ απο­τόλ­μη­σα να ξεπορ­τί­σω επει­δή έπρε­πε να πάω πλη­ρώ­σω τους φόρους μου. Και κατέ­λη­ξα να έχω έναν παρά­ξε­νο διά­λο­γο με τον υπάλ­λη­λο της εφο­ρί­ας. Ήταν λες και κάποιος μας μετα­γλώτ­τι­ζε: ενώ τα πρό­σω­πά μας εξέ­φρα­ζαν τον τρό­μο της προη­γού­με­νης νύχτας, οι φωνές μας μιλού­σαν για προ­θε­σμί­ες και χρέη.

Τρι­γυρ­νώ­ντας στους δρό­μους, έφτα­ναν απο­σπα­σμα­τι­κά στ’ αυτιά μου κάποιες κου­βέ­ντες αγνώ­στων –διαρ­ρη­γνύ­ο­ντας ό,τι συνι­στού­σε μια εκτε­τα­μέ­νη σιω­πή– που ακου­γό­ντου­σαν σαν ηχη­τι­κά θραύ­σμα­τα ενός σπα­σμέ­νου δίσκου από τα οποία δεν έβγα­ζες κανέ­να νόη­μα. «Δεν αντέ­χω άλλο». «Δεν έχει μιλή­σει ακό­μα», η ανα­φο­ρά στον πρό­ε­δρο. «Τίπο­τα δεν θα γίνει». «Ίσως το έχα­σα τελεί­ως». «Το Facebook λει­τουρ­γεί άρα­γε;» «Πρό­σε­ξες ότι το “Survivor” σάρω­σε σε τηλε­θέ­α­ση χθες το βρά­δυ;»

Εν τω μετα­ξύ, το αερο­δρό­μιο είχε ξεπλυ­θεί από το ανθρώ­πι­νο αίμα και την ανθρώ­πι­νη σάρ­κα. Νωρίς το πρωί της Τετάρ­της, τα κρα­τι­κά μέσα ενη­μέ­ρω­ναν ότι το αερο­δρό­μιο είχε ήδη επι­στρέ­ψει στους κανο­νι­κούς του ρυθ­μούς. Ορι­σμέ­νοι, υπο­στη­ρι­κτές της κυβέρ­νη­σης πιθα­νό­τα­τα, περη­φα­νευό­ντου­σαν στα μέσα κοι­νω­νι­κής δικτύ­ω­σης: «Στο Βέλ­γιο τους πήρε ολό­κλη­ρες μέρες, αλλά εμείς τα κατα­φέ­ρα­με μέσα σε ελά­χι­στες ώρες».

Αυτό το χαρω­πό σχό­λιο είναι ένα μόνο από τα πολ­λά παρα­δείγ­μα­τα για το πώς αυτοί που βρί­σκο­νται στην εξου­σία μας εξω­θούν στην αδια­φο­ρία. Η στρο­φή της κοι­νω­νί­ας προς αυτή την αδια­φο­ρία καλ­λιερ­γεί­ται συστη­μα­τι­κά εδώ και μερι­κά χρό­νια. Υπάρ­χουν όμως κάποια ανη­συ­χα­στι­κά περι­στα­τι­κά που ξεχω­ρί­ζουν.

Το 2013, ένα 14χρο­νο αγό­ρι που το λέγα­νε Μπερ­κίν Ελβάν χτυ­πή­θη­κε στο κεφά­λι από δακρυ­γό­νο που εκτό­ξευ­σε η αστυ­νο­μία την ώρα που πήγαι­νε να αγο­ρά­σει ψωμί, στη διάρ­κεια των αντι­κυ­βερ­νη­τι­κών δια­δη­λώ­σε­ων που πυρο­δό­τη­σε η επα­πει­λού­με­νη κατα­στρο­φή του Πάρ­κου Γκε­ζί στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Εξέ­πνευ­σε ύστε­ρα από έναν χρό­νο που βρι­σκό­ταν σε κωμα­τώ­δη κατά­στα­ση. Η συμπά­θεια προς αυτό το αθώο θύμα παρα­κί­νη­σε περισ­σό­τε­ρους να δια­μαρ­τυ­ρη­θούν ώσπου, μερι­κές ημέ­ρες μετά τον θάνα­τό του, ο κ. Ερντο­γάν, που τότε ήταν ο πρω­θυ­πουρ­γός, χαρα­κτή­ρι­σε επι­σή­μως το νεκρό αγό­ρι τρο­μο­κρά­τη. Ενθάρ­ρυ­νε μάλι­στα το πλή­θος να απο­δο­κι­μά­σει την οικο­γέ­νεια του παι­διού. Το πλή­θος πράγ­μα­τι γιού­χα­ρε τους δικούς του, με άκρα­το ενθου­σια­σμό.

Κάπως έτσι ξεφεύ­γουν τα πράγ­μα­τα. Και κάπως έτσι μαθαί­νεις να προ­σποιεί­σαι ότι η ζωή συνε­χί­ζε­ται όπως και πριν. Κάθε αντί­θε­τη πεποί­θη­ση απαι­τεί από εσέ­να να αντι­στα­θείς σε έναν όχλο που τον ορί­ζει η βαναυ­σό­τη­τα – έναν όχλο που ξέρει ότι μπο­ρεί να στη­ρι­χθεί στις πλά­τες της κυβέρ­νη­σης.

Τριά­ντα ώρες μετά τις επι­θέ­σεις, επρό­κει­το να ταξι­δέ­ψω από το αερο­δρό­μιο Ατα­τούρκ με προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη πτή­ση προς το Βερο­λί­νο. Ασφα­λώς, το ταξί­δι μου δεν ακυ­ρώ­θη­κε. Στον δρό­μο για το αερο­δρό­μιο, απο­φά­σι­σα ότι έπρε­πε να εκφρά­σω τα συλ­λη­πη­τή­ριά μου και στους εργα­ζό­με­νους εκεί πέρα. Από τη στιγ­μή όμως που πάτη­σα το πόδι μου στον αερο­σταθ­μό, κατά­λα­βα ότι το κλί­μα ήταν φυσιο­λο­γι­κό, αρκού­ντως φυσιο­λο­γι­κό, κι έτσι δεν μπή­κα στον κόπο.

Αντι­θέ­τως, ανα­ζή­τη­σα με το βλέμ­μα μου τον νεα­ρό σεκιου­ρι­τά, αυτόν που πάντο­τε μου χαμο­γε­λά­ει όταν συνα­ντιό­μα­στε, για να δω αν είναι ζωντα­νός. Είναι, ευτυ­χώς. Η νεα­ρή γυναί­κα που δου­λεύ­ει ως ταμί­ας στο κατά­στη­μα με τα αφο­ρο­λό­γη­τα είδη; Είναι ζωντα­νή, κι αυτή. Τέλος, το παλι­κά­ρι που πει­ρά­ζω κάθε τόσο λέγο­ντάς του ότι που­λά­ει τον πιο ακρι­βό καφέ στον πλα­νή­τη, είναι ακό­μα εκεί, επί­σης. Αλλά ποιός ξέρει αν υπάρ­χουν πλη­γές που δεν μπο­ρώ να δω. Είναι όλοι τους σιω­πη­λοί. Και ο πόνος μπο­ρεί να σε πνί­ξει, αν δεν τον μοι­ρα­στείς.

Καθώς περί­με­να στην πύλη για να επι­βι­βα­στώ, έρι­ξα μια ματιά στο Twitter. Οι χρή­στες διέ­δι­δαν τα αφυ­πνι­στι­κά σχό­λια της δημο­σιο­γρά­φου Σερίφ Τουρ­γκούτ, της δια­κε­κρι­μέ­νης πολε­μι­κής αντα­πο­κρί­τριας που έχει βρε­θεί στη Βοσ­νία, το Κόσο­βο, την Τσε­τσε­νία και το Ιράκ. «Υπάρ­χει ένα κατώ­φλι πριν εισέλ­θει μια χώρα στον εμφύ­λιο πόλε­μο», είχε γρά­ψει τον Μάρ­τιο. «Το κατώ­φλι αυτό δια­κρί­νε­ται όταν οι μαζι­κοί σκο­τω­μοί αρχί­ζουν να θεω­ρού­νται φυσιο­λο­γι­κοί και να συστη­μα­το­ποιού­νται». Και προ­σέ­θε­τε, «Μην τους αφή­νε­τε να σας κάνουν να συνη­θί­σε­τε στους μαζι­κούς σκο­τω­μούς».

Οι αναρ­τή­σεις της στο Twitter με έκα­ναν να διε­ρω­τη­θώ: Σε μια κοι­νω­νία, όπου ο όχλος γιου­χά­ρει ένα νεκρό παι­δί, ή απλώς προ­σπερ­νά τον θάνα­το και συνε­χί­ζει σαν να μην συμ­βαί­νει τίπο­τα όταν έχει ήδη συντε­λε­στεί το αδια­νό­η­το, τι μπο­ρεί να ακο­λου­θή­σει;

Δεν θέλη­σα να το σκα­λί­σω περαι­τέ­ρω. Γύρι­σα προς το παρά­θυ­ρο και άρχι­σα να παρα­τη­ρώ τη βρο­χή που έπε­φτε, πράγ­μα ασυ­νή­θι­στο τού­τη την επο­χή του χρό­νου. Και τότε άρχι­σα να ακούω την λυπη­τε­ρή ανα­κοί­νω­ση: «Η επι­μνη­μό­συ­νη δέη­ση για αυτούς που χάσα­με στις βομ­βι­στι­κές επι­θέ­σεις θα γίνει σήμε­ρα στις…»

Το αερο­δρό­μιο προς στιγ­μήν ησύ­χα­σε. Όλοι κοι­τού­σαν χαμη­λά ή κάπως μακριά, έκα­ναν τα πάντα προ­κει­μέ­νου να μην ανταλ­λά­ξουν ματιές με τους συνε­πι­βά­τες τους. Τότε μια γυναί­κα άρχι­σε να μιλά­ει δυνα­τά, λες και εξα­πέ­λυε εκεί­νη την ώρα έναν πόλε­μο ενά­ντια στην πυκνή σιω­πή. «Η βρο­χή», είπε. «Πραγ­μα­τι­κά ρίχνει καρε­κλο­πό­δα­ρα εκεί έξω, ε;». Κανείς δεν απο­κρί­θη­κε. Κανείς δεν ήθε­λε να συζη­τή­σει για τον θάνα­το, αλλά ακό­μη και η ψιλο­κου­βέ­ντα για τον και­ρό φάντα­ζε ανυ­πό­φο­ρη. Στρα­φή­κα­με όλοι να δού­με τη βρο­χή.

* Η απα­γό­ρευ­ση επι­σή­μως επι­βάλ­λε­ται για να μην προ­κλη­θεί περαι­τέ­ρω πανι­κός και για να μη μετα­δί­δο­νται ανε­πι­βε­βαί­ω­τες πλη­ρο­φο­ρί­ες


Το κεί­με­νο αυτό της Ετζέ Τεμελ­κου­ράν δημο­σιεύ­θη­κε στους New York Times στις 2 Ιου­λί­ου 2016.

Από τις Eκδό­σεις Καστα­νιώ­τη κυκλο­φο­ρεί το μυθι­στό­ρη­μά της «Η μαγι­κή πνοή των γυναι­κών» σε μετά­φρα­ση της Στέλ­λας Χρη­στί­δου.