Η κου­βέ­ντα που ακο­λου­θεί, είναι μια πρώ­τη γνω­ρι­μία με την συγ­γρα­φέα Ελέ­νη Τσε­κού­ρα. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της με τίτλο Πίσω πόρ­τα, που θα κυκλο­φο­ρί­σει τον Μάιο, συν­θέ­τει ένα αφη­γη­μα­τι­κό σώμα ιστο­ριών που κινού­νται μετα­ξύ ονεί­ρου και πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Πότε φευ­γά­τη, πότε σκλη­ρή, πότε ρομα­ντι­κή, πότε ρεα­λι­στι­κή, πότε σου­ρε­α­λι­στι­κή η γρα­φή της Ελέ­νης Τσε­κού­ρα, πρό­κει­ται να απο­τε­λέ­σει αντι­κεί­με­νο συζή­τη­σης την Άνοι­ξη.

Συνέ­ντευ­ξη στον Νίκο Κουρ­μου­λή.

Μπορείς να μας πεις πως έφτασες στο να γράψεις την πρώτη σου συλλογή διηγημάτων;

Ό,τι έχω γρά­ψει και γρά­φω προ­κύ­πτει από ανά­γκη. Έχω τις ιστο­ρί­ες και πρέ­πει να τις πω. Αλλού είδα, άκου­σα κάτι, σε ορι­σμέ­νες περι­πτώ­σεις μου ήρθαν στο κεφά­λι από το που­θε­νά. Κάποιες είναι πιο ρεα­λι­στι­κές και κάποιες ακρο­βα­τούν μετα­ξύ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και ονεί­ρου ή εφιάλ­τη. Αφορ­μή για να γρά­ψω και να ασχο­λη­θώ σοβα­ρά με όλη αυτή τη δια­δι­κα­σία ήταν και είναι η  σχέ­ση που έχω με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Με κάποιο τρό­πο το να γρά­φω με βοή­θα να ξορ­κί­ζω ότι δεν μου αρέ­σει, να ξανα­ζώ ότι μου αρέ­σει ή και να φτιά­χνω τα πράγ­μα­τα όπως θα ήθε­λα να είχαν συμ­βεί. Αλλά η σπα­στι­κή κλα­σι­κή απά­ντη­ση, που όμως είναι αλή­θεια, είναι ότι πάντα έγρα­φα, από το σχο­λείο. Είναι ένας τρό­πος να βάζω σε μπου­κα­λά­κια ευχά­ρι­στες και δυσά­ρε­στες στιγ­μές και να τις δια­τη­ρώ. Και μου δίνει μεγά­λη ευχα­ρί­στη­ση. Το χαί­ρο­μαι.

Πες μας δυο λόγια για τους πρωταγωνιστές. 

Οι ήρω­ες μου είναι οικεί­οι αλλά και ξένοι ταυ­τό­χρο­να. Μεί­να­με πολύ κοντά όσο τους έγρα­φα και τώρα έχουν φύγει μακριά. Δεν πρό­κει­ται για συναρ­πα­στι­κούς ανθρώ­πους, που έχουν σημα­ντι­κές ατά­κες και τσι­τά­τα να πουν, είναι πολύ συνη­θι­σμέ­νοι και τα κεί­με­να επι­κε­ντρώ­νο­νται κυρί­ως σε μια περί­ο­δο της ζωής τους όπου κάτι συμ­βαί­νει, φωτί­ζε­ται αυτή η στιγ­μή και γίνε­ται το κομ­βι­κό σημείο όπου θα πρέ­πει να δια­λέ­ξουν προς τα που θα πάνε και το κάνουν με θετι­κά ή αρνη­τι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα, όπως το πάρει κανείς. Καμιά φορά σκέ­φτο­μαι ότι δεν είναι πολ­λοί, αλλά ένας ήρω­ας και απλά είναι η ζωή του κατα­κερ­μα­τι­σμέ­νη σε μικρά επει­σό­δια.

Το βιβλίο είναι διαποτισμένο από έναν έρωτα θανάσιμο. Που από την μια οδηγεί χωρίς φρένα στο άγνωστο και παράλληλα στην καταστροφική μανία. Μίλησε μας περισσότερο γι αυτά.

Ο έρω­τας είναι από τη φύση του κατα­στρο­φι­κός και ανα­γεν­νη­τι­κός-ή του­λά­χι­στον έτσι θα έπρε­πε να είναι-μετα­μορ­φω­τι­κός. Όταν τα αισθή­μα­τα είναι έντο­να η λογι­κή συνή­θως πάει περί­πα­το κι αλλά­ζει η αντί­λη­ψη του κόσμου, ακό­μα και του χρό­νου. Τα πρό­σω­πα που περι­γρά­φο­νται άλλες φορές τρέ­χουν με τέρ­μα τα γκά­ζια κι αφή­νο­νται εντε­λώς στο αίσθη­μά τους κι άλλες φορές προ­τι­μά­νε την εύκο­λη λύση και τα παρα­τά­νε. Περ­νά­νε από διά­φο­ρα στά­δια, όπως πάθος, τρέ­λα, εκδί­κη­ση, αυτο­τι­μω­ρία, θυσία κι άλλα ευχά­ρι­στα- άλλοι σώζο­νται ‚άλλοι χάνο­νται, άλλοι μένουν μετέ­ω­ροι ή κολ­λη­μέ­νοι για πάντα και κάποιοι είναι ή γίνο­νται εντε­λώς πωρω­μέ­νοι. Και υπάρ­χουν και λίγες ιστο­ρί­ες στο βιβλίο που δεν έχουν να κάνουν με τον έρω­τα αλλά με τη φιλία και τη γονεϊ­κή αγά­πη.

Τι βλέπουμε πίσω από την Πίσω πόρτα.

Δεν ξέρω αν μπο­ρώ να απα­ντή­σω με ακρί­βεια, δεν ξέρω αν είναι ένα πράγ­μα μόνο. Καταρ­χάς ο τίτλος του βιβλί­ου υπάρ­χει και μέσα σε μια ιστο­ρία όπου η ηρω­ί­δα την κάνει από την πίσω πόρ­τα του έρω­τά της, δηλα­δή φεύ­γει στα κρυ­φά. Σε πρώ­τη φάση, είναι μια έξο­δος κιν­δύ­νου. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Οι άνθρω­ποι που φεύ­γουν από την πίσω πόρ­τα δεν ξέρουν τι υπάρ­χει κρυμ­μέ­νο από την άλλη μεριά, τι θα βρουν τελι­κά όταν την ανοί­ξουν. Μπο­ρεί να θες να ξεφύ­γεις και να βρε­θείς εγκλω­βι­σμέ­νος ή να θες να μπεις στη σκο­τει­νή πλευ­ρά των πραγ­μά­των και προ­σπα­θώ­ντας να κατα­στρα­φείς, να απε­λευ­θε­ρω­θείς τελι­κά. Όταν γυρεύ­εις το άγνω­στο δεν ξέρεις που θα σε βγά­λει. Σε δεύ­τε­ρη φάση η πίσω πόρ­τα είναι και το πίσω μέρος του μυα­λού, το τι κρύ­βου­με μέσα μας, αυτά που μπο­ρεί να σκέ­φτο­νται και να νιώ­θουν οι ήρω­ες και τα κρα­τά­νε για τον εαυ­τό τους ή είναι η διέ­ξο­δός τους. Τι βλέ­πει κανείς μες στο μυα­λό του; Ο καθέ­νας έχει τους δικούς του κόσμους.

Είναι ένα βιβλίο που αγαπάει το ρίσκο. Έχει μια εσωτερική δύναμη που φωνάζει πως όλα είναι δυνατά. Εσύ πόσο έτοιμη είσαι να παίξεις αυτό τον γύρο του «θανάτου» μέχρι τέλους.

Τα βιβλία έχουν δική τους πορεία ανε­ξάρ­τη­τη από τον συγ­γρα­φέα θέλω να πιστεύω. Κι όμως δεν θεω­ρώ ρίσκο του­λά­χι­στον το περιε­χό­με­νο-πολ­λές ιστο­ρί­ες δεν μιλά­νε για απί­θα­να πράγ­μα­τα, λ.χ. σε μία ο ήρω­ας παντρεύ­ε­ται για­τί έχει έλθει στην κατάλ­λη­λη ηλι­κία και στρι­μώ­χνε­ται σε μια συμ­βα­τι­κή δυστυ­χία, σε άλλη η ηρω­ί­δα προ­σπα­θεί με κάθε τρό­πο να ευχα­ρι­στή­σει το γονιό της ακό­μα κι αν αυτό την κάνει αυτι­στι­κή σχε­δόν, ένας παντρε­μέ­νος λέει ένα σωρό ψέμα­τα για να ρίξει μια γκό­με­να, κάποιος άλλος συμ­βι­βά­ζε­ται για να βολευ­τεί σαν δια­νο­ού­με­νος παρά­γο­ντας. Όλα αυτά εμέ­να μου φαί­νο­νται πολύ συνη­θι­σμέ­νες πλη­γές και κατα­στά­σεις. Από την άλλη το ύφος, ναι είναι δύσκο­λο, για­τί σε πολ­λά σημεία ακρο­βα­τεί μετα­ξύ φαντα­σί­ας και πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, κυρί­ως στα πιο «φαντα­στι­κά» κεί­με­να, αλλά σε μεγά­λο βαθ­μό πιστεύω ότι έτσι κυλά­νε οι ζωές μας έτσι κι αλλιώς. Ζού­με μετα­ξύ αυτών που συμ­βαί­νουν κι αυτών που έχου­με στο μυα­λό μας. Τόσο στην διά­στα­ση που μπο­ρεί να υπάρ­ξει μετα­ξύ τους, όσο και στην ταύ­τι­ση. Υπο­θέ­τω ανα­λαμ­βά­νω το ρίσκο ναι για­τί σε τελι­κή ανά­λυ­ση είναι και ο δικός μου τρό­πος να αντι­λαμ­βά­νο­μαι τον κόσμο.

Ποιες είναι οι επιρροές σου;

Δεν θα είχα γρά­ψει αν δεν είχα δια­βά­σει Κέρουακ, Μπου­κόφ­σκι, Πόε, Καρυω­τά­κη, Γώγου, Καρα­πά­νου, Πλαθ κι αν δεν είχα ακού­σει New York Dolls, Stooges, Gun Club, Doors.