Στην αρχή η Αγγε­λι­κού­λα ζήλευε. Έβλε­πε όλα τα άλλα παι­δά­κια, να έρχο­νται να τα παίρ­νουν οι μητέ­ρες τους από το σχο­λείο, να περ­πα­τά­νε χέρι-χέρι και μετά να φεύ­γουν με το αυτο­κί­νη­το, και ζήλευε. Αυτή έπρε­πε να περι­μέ­νει τον πατέ­ρα της, δέκα και είκο­σι λεπτά αφού είχαν φύγει όλα τα υπό­λοι­πα παι­διά, καθι­σμέ­νη σε ένα πάγκο έξω από την τάξη της, να χτυ­πά τα πόδια πάνω στον πάγο. «Μπαμ-μπουμ», μία φορά, δύο φορές. Μέτρα­γε τα χτυ­πή­μα­τα στον ξύλι­νο πάγκο και υπο­λό­γι­ζε αν είχε αργή­σει ο πατέ­ρας της από τη δου­λειά. Και αργού­σε κάθε μέρα, όλο και περισ­σό­τε­ρο, μέχρι που τελι­κά την έφερ­νε σπί­τι η κυρία Ζωή, η μητέ­ρα της φίλης της, της Χαράς.

«Μα για­τί δεν έρχε­ται η μητέ­ρα σου να πάρει τον έλεγ­χο;», τη ρώτα­γαν τα άλλα παι­διά, όταν είχαν συγκέ­ντρω­ση γονέ­ων στο σχο­λείο, και οι γονείς τους τα τρά­βα­γαν βια­στι­κά.

«Σσσς…, δεν είναι σωστό να ρωτάς τέτοια πρά­μα­τα», τους μάλω­ναν τάχα, ενώ η Αγγε­λι­κού­λα δεν πρό­φται­νε να απα­ντή­σει. Μετά από λίγα μέτρα τους έβλε­πε όλους να φεύ­γουν ευχα­ρι­στη­μέ­νοι.

«Έλα, πάμε να πάρου­με γλυ­κό, που έχεις τόσο καλό έλεγ­χο», άκου­γε να λένε στους συμ­μα­θη­τές της.

Έτσι ο έλεγ­χός της έμε­νε στην τάξη και τον είχε η κυρία, μέχρι να περά­σει μετά από λίγες μέρες ο πατέ­ρας της και να τον πάρει.

Για­τί ο μπα­μπάς της, εκτός από τη δου­λειά είχε να φρο­ντί­σει και τη μικρό­τε­ρή της αδερ­φή, που ήταν δυό­μι­σι χρο­νών. Η Αγγε­λι­κού­λα δεν τη συμπα­θού­σε τη μικρή της αδερ­φή. Δηλα­δή την αγα­πού­σε, για­τί ήταν αδερ­φή της, αλλά δεν τη συμπα­θού­σε. Δηλα­δή ούτε και η ίδια ήξε­ρε αν την αγα­πού­σε ή αν τη συμπα­θού­σε. Κι αυτό για­τί μόλις ήρθε η αδερ­φή της στο σπί­τι, την είχε φέρει η θεία της από το μαιευ­τή­ριο, δεν ξανάρ­θε η μαμά της.

«Πού είναι η μαμά;», ρώτα­γε επί­μο­να η Αγγε­λι­κή και ο μπα­μπάς της δάκρυ­ζε.

«Η μαμά…έχει πάει κάπου, ένα ταξί­δι, για να ξεκου­ρα­στεί από τη γέν­να», της έλε­γε στην αρχή, αλλά αυτή τον κρυ­φο­κοί­τα­ζε που έκλαι­γε στην κου­ζί­να μόνος του και έκλαι­γε όταν ερχό­ταν η θεία και όταν έρχο­νταν οι φίλοι του στο σπί­τι κι έκλαι­γε και το μωρό, και της ερχό­ταν να βάλει και η ίδια τα κλά­μα­τα, αλλά δεν έπρε­πε να κλαί­νε όλοι μαζί στο σπί­τι.

Όταν δεν την έβλε­πε κανείς, η Αγγε­λι­κού­λα πήγαι­νε πάνω από το μωρό και του μίλα­γε άσχη­μα, του τρά­βα­γε τα πόδια και το έκα­νε να κλαί­ει περισ­σό­τε­ρο. Στην αρχή έλε­γε στον μπα­μπά της να διώ­ξουν το μωρό και να φέρουν πίσω τη μαμά, αν δε χωρού­σαν όλοι στο σπί­τι. Με τα πολ­λά κατά­λα­βε ότι δε θα έφευ­γε το μωρό, αλλά παρό­λα αυτά δεν κατα­λά­βαι­νε για­τί δε γυρ­νού­σε πίσω η μαμά. Μα τόσο πολύ πια είχε κου­ρα­στεί από τη γέν­να; Έβλε­πε τα άλλα παι­δά­κια στο νηπια­γω­γείο, που είχαν και­νού­ρια αδερ­φά­κια και ήταν οι μαμά­δες τους στο σπί­τι, ξεκού­ρα­στες και χαρού­με­νες και έρχο­νταν και στο σχο­λείο. Για­τί να έχει κου­ρα­στεί μόνο η δική της μαμά;

Με τον και­ρό άρχι­σε να κατα­λα­βαί­νει ότι η μαμά ίσως και να μην ξανα­γυρ­νού­σε, του­λά­χι­στον όχι τόσο γρή­γο­ρα. Ο μπα­μπάς της έλε­γε ότι θα τη συνα­ντού­σαν τη μαμά μια μέρα, όταν θα μεγά­λω­νε και η μικρή της αδερ­φή και θα τις έβλε­πε τότε η μαμά τους σαν μεγά­λες κοπέ­λες. Κι αυτό όμως δεν της άρε­σε της Αγγε­λι­κής. Την ήθε­λε τότε τη μαμά της, όχι όταν θα μεγά­λω­νε. Άρχι­σε να είναι νευ­ρια­σμέ­νη λοι­πόν με τη μαμά της.

Της Αγγε­λι­κής δεν της άρε­σαν από τότε τα Χρι­στού­γεν­να. Περί­ερ­γο δεν είναι αυτό; Όλα τα υπό­λοι­πα παι­δά­κια περί­με­ναν πώς και πώς τα Χρι­στού­γεν­να, να πάνε βόλ­τα με τους γονείς τους, στα μαγα­ζιά και να δουν τον Άγιο Βασί­λη και να πάρουν δώρα και να φτιά­ξουν γλυ­κά και φαγη­τά, πλά­θο­ντας τη ζύμη σε κου­λου­ρά­κια, όμως η Αγγε­λι­κού­λα δεν έκα­νε τίπο­τα από όλα αυτά και απλά περί­με­νε να περά­σουν οι γιορ­τές. Αλλά θυμά­ται πόσο μα πόσο της άρε­σαν όταν ήταν πιο μικρή και ήταν η μαμά στο σπί­τι και τη βοή­θα­γε να φτιά­ξουν γλυ­κά, κυρί­ως κου­ρα­μπιέ­δες. Αυτό της φαι­νό­ταν αστείο, για­τί πασα­λει­βό­ταν με τη ζάχα­ρη άχνη και την κόλ­λα­γε στη μύτη της και μετά φίλα­γε τη μητέ­ρα της και της άφη­νε στο μάγου­λο ένα φιλί γεμά­το από ζάχα­ρη άχνη. Και έκα­νε το ίδιο και η μαμά της γελώ­ντας, και στο τέλος γέλα­γαν και οι δυο τους. Το δε τρα­πέ­ζι να έχει γεμί­σει από ζάχα­ρη.

Μια φορά, πρό­περ­σι, είχε έρθει η θεία της να φτιά­ξουν κου­ρα­μπιέ­δες, αλλά δεν της άρε­σε καθό­λου.

«Αγγε­λι­κή, φέρε μου το βού­τυ­ρο», της έλε­γε η θεία της. «Φέρε μου τη βανί­λια». «Φέρε μου ένα μεγά­λο κου­τά­λι». «Πρό­σε­χε μη λερώ­σου­με με ζάχα­ρη το τρα­πέ­ζι». Όλο τέτοια της έλε­γε. Ε, πώς είναι δυνα­τόν δηλα­δή να της αρέ­σουν αυτά; Σε ποιο παι­δά­κι θα άρε­σαν;

Ούτε και της πολυά­ρε­σαν τα δώρα. Βέβαια τα άνοι­γε και χαι­ρό­ταν που την είχε θυμη­θεί κι αυτή ο Άγιος Βασί­λης, αλλά μετά από λίγο της έφευ­γε η χαρά και η όρε­ξη. Άλλω­στε αυτή είχε ζητή­σει μόνο τη μαμά της, όχι κου­κλό­σπι­το, ούτε σκυ­λά­κι, ούτε μεγά­λο αρκού­δο. Πώς της τα έφερ­νε όλα αυτά ο Άγιος Βασί­λης και δεν μπο­ρού­σε να φέρει τη μαμά της, πού στο κάτω-κάτω δεν θα του κόστι­ζε και τίπο­τα;

Έτσι κι εκεί­να τα Χρι­στού­γεν­να η Αγγε­λι­κού­λα δεν είχε ζητή­σει τίπο­τα από τον Άγιο, είχε νευ­ριά­σει και μαζί του. Είχε απο­φα­σί­σει να μην του ζήτα­γε τίπο­τα κι αυτός ας μην της έφερ­νε τίπο­τα, δεν την πεί­ρα­ζε. Αφού ποτέ δεν της είχε φέρει αυτό που πραγ­μα­τι­κά ήθε­λε!

«Άντε να δού­με τι θα σου φέρει ο Άγιος Βασί­λης!», της είπε ο πατέ­ρας της, βάζο­ντάς την στο κρε­βά­τι και δίνο­ντάς της ένα φιλί.

«Όμως να κοι­μη­θείς, έτσι;», της είπε φεύ­γο­ντας γέρ­νο­ντας λίγο την πόρ­τα.

Η Αγγε­λι­κού­λα όμως δεν μπο­ρού­σε να κοι­μη­θεί. Στρι­φο­γύρ­να­γε στο κρε­βά­τι της, θυμό­ταν και σκε­φτό­ταν διά­φο­ρα πρά­μα­τα. Έτσι θα πέρα­σαν αρκε­τές ώρες…

Κάποια στιγ­μή βλέ­πει ένα φως στο μέσα σπί­τι. Ακου­γό­ταν και μία μου­σι­κή, χρι­στου­γεν­νιά­τι­κη, αλλά δεν ήταν σίγου­ρη. Γεμά­τη περιέρ­γεια σηκώ­θη­κε από το κρε­βά­τι της και βγή­κε διστα­κτι­κά από το δωμά­τιό της. Το φως ερχό­ταν από την κου­ζί­να. Να το είχε αφή­σει ανοι­χτό ο μπα­μπάς της;

Έσπρω­ξε δει­λά-δει­λά την πόρ­τα της κου­ζί­νας, και το φως που ερχό­ταν από μέσα την έλου­σε. Η Αγγε­λι­κού­λα κοι­τού­σε στο μεγά­λο τρα­πέ­ζι, με ορθά­νοι­χτα από την έκπλη­ξη μάτια και δεν πίστευε αυτό που έβλε­πε. Στο μεγά­λο τρα­πέ­ζι, πάνω από μια λεκά­νη, στε­κό­ταν …η μητέ­ρα της και έφτια­χνε κου­ρα­μπιέ­δες.

«Μαμά…!!!», έτρε­ξε η Αγγε­λι­κή και έπε­σε πάνω της γεμί­ζο­ντάς την με φιλιά. Κι αυτή της τα αντα­πέ­δι­δε.

«Το κορι­τσά­κι μου! Η Αγγε­λι­κού­λα μου! Πώς έχει μεγα­λώ­σει!»

Η Αγγε­λι­κή ήθε­λε να τη ρωτή­σει ένα σωρό πρά­μα­τα, ήθε­λε να της πει άλλα τόσα. Για το σχο­λείο, για τη μικρή της αδερ­φή, για τον πατέ­ρα της, για τους συμ­μα­θη­τές της. Πάνω απ’όλα όμως ήθε­λε να μάθει, για­τί έλει­πε τόσο και­ρό, πού ήταν, πώς τα πέρ­να­γε.

«Με αγα­πάς; Σου λεί­ψα­με;», ήταν τελι­κά το μόνο που κατά­φε­ρε να ρωτή­σει και είδε τη μητέ­ρα της να δακρύ­ζει.

Κατό­πιν όμως σκού­πι­σε το δάκρυ της, σκού­πι­σε και το δάκρυ της Αγγε­λι­κής και της είπε: «Έλα θα φτιά­ξου­με κου­ρα­μπιέ­δες, όπως παλιά, και θα τα συζη­τά­με!»

«Γιού­πι!», φώνα­ξε η Αγγε­λι­κή, σιγά όμως για να μην ξυπνή­σουν και οι άλλοι. Έβγα­λε το βού­τυ­ρο από το ψυγείο, έφε­ρε μεγά­λο κου­τά­λι, πήρε το τηγά­νι από το ντου­λά­πι, τοπο­θέ­τη­σε την πηρού­να στο τρα­πέ­ζι. Η μητέ­ρα της γελού­σε, η ίδια γελού­σε, ήταν τόσο μα τόσο ευτυ­χι­σμέ­νη.

«Να προ­σέ­χεις και να αγα­πάς και τη μικρή σου αδελ­φή», της είπε σε κάποια στιγ­μή η μαμά της και η Αγγε­λι­κή πήγε να αντι­δρά­σει.

«Τώρα είναι αυτή εδώ», τη διέ­κο­ψε η μαμά της. «Την αγά­πη που θα έδι­νες σε μένα, να τη δώσεις σε αυτήν».

Η Αγγε­λι­κή έμει­νε σκε­φτι­κή για λίγο. Κατό­πιν της ήρθε η επι­θυ­μία να πάει στο δωμά­τιο της αδε­φής της, να δει αν κοι­μά­ται καλά, να την σκε­πά­σει. Όμως αυτό θα το έκα­νε μετά τους κου­ρα­μπιέ­δες, τώρα θα χαι­ρό­ταν εκεί­νη τη στιγ­μή.

Και πράγ­μα­τι! Έπλα­σαν τη ζύμη, έβα­λαν το αμύ­γδα­λο. Τρύ­πη­σαν λίγο με το πηρού­νι, άνα­ψαν το φούρ­νο, τους έβα­λαν σε ταψά­κια, και μετά στη φωτιά, περί­με­ναν να βγουν για να τους ρίξουν ζάχα­ρη άχνη. Και όλο αυτό το διά­στη­μα μιλού­σαν και γελού­σαν και έπαι­ζαν μετα­ξύ τους. Και ήταν χαρού­με­νες οι δυο τους. Ήταν τα καλύ­τε­ρα Χρι­στού­γεν­να που πέρ­να­γε η Αγγε­λι­κή.

Άρχι­σαν να τρα­γου­δούν «το έλα­το» και να γελά­νε. Και μετά να λένε τα κάλα­ντα. Και κατό­πιν ήθε­λε η Αγγε­λι­κή να…

«Αγγε­λι­κού­λα! Τι κάνεις εδώ κορί­τσι μου; Τέτοια ώρα;».

Η Αγγε­λι­κή γύρι­σε από­το­μα ακού­γο­ντας τη φωνή του πατέ­ρα της.

«Μόνη σου μιλάς και τρα­γου­δάς;»

«Μόνη μου;», είπε με έκπλη­ξη και χαρά η Αγγε­λι­κή και έτρε­ξε να τον αγκα­λιά­σει και να τον φέρει μέσα στην κου­ζί­να.

«Κοί­τα ποιος μας επι­σκέ­φτη­κε φέτος…η μαμά!», είπε με δάκρυα στα μάτια το μικρό κορί­τσι και κοί­τα­γε τον πατέ­ρα της.

Ο μπα­μπάς της κοί­τα­γε απο­ρη­μέ­νος.

«Μα τι λες; Δεν είναι κανείς εδώ.»

Η Αγγε­λι­κή γύρι­σε να δει προς το τρα­πέ­ζι και είχαν …εξα­φα­νι­στεί όλα. Ούτε η λεκά­νη, ούτε πηρού­να, ούτε βανί­λια, ο φούρ­νος ήταν σβη­στός. Αλλά πάνω απ’όλα η μαμά της είχε εξα­φα­νι­στεί.

«Ήταν εδώ. Ήταν εδώ σου λέω. Πίστε­ψέ με. Τρα­γου­δού­σα­με και παί­ζα­με.»

Ο μπα­μπάς της, την κοί­τα­γε χαμο­γε­λα­στός.

«Ήταν όνει­ρο Αγγε­λι­κού­λα. Έλα πάμε μέσα να δού­με μην τυχόν ξύπνη­σε η αδερ­φή σου».

Η Αγγε­λι­κή ήταν φοβε­ρά απο­γοη­τευ­μέ­νη, της ερχό­ταν να βάλει τα κλά­μα­τα. Γύρι­σε την πλά­τη στον πατέ­ρα της για να μην δει το δάκρυ που έτρε­χε.

«Έλα, πάμε στην αδερ­φή σου», της είπε εκεί­νος την έπια­σε από το χέρι να βγού­νε.

Η Αγγε­λι­κή ήταν πολύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νη. Όνει­ρο ήταν λοι­πόν; Πάει, εξα­φα­νί­στη­καν όλα;

Σκού­πι­σε με το χέρι της τα μάτια της και έκα­νε να φύγει. Και τότε, τη στιγ­μή που γύρ­να­γε για να φύγει από την κου­ζί­να, ενώ ο πατέ­ρας της έβγαι­νε, το είδε. Το είδε και πλη­σί­α­σε.

Πάνω στο τρα­πέ­ζι ήταν κάτι άσπρο, σαν σκό­νη. Ένας κόκ­κος, δύο, πέντε, δέκα, και λίγο πιο κάτω κι άλλοι.

Ήταν ζάχα­ρη άχνη. Από τους κου­ρα­μπιέ­δες. Από αυτούς που έφτια­χναν πριν από λίγη ώρα και τώρα είχαν εξα­φα­νι­στεί. Η Αγγε­λι­κή μάζε­ψε με το δάχτυ­λό της τους κόκ­κους και τους έβα­λε στο στό­μα της. Και μια απέ­ρα­ντη γλύ­κα της ήρθε στο στό­μα και στη σκέ­ψη της.

Σκού­πι­σε τα μάτια της και άρχι­σε να χαμο­γε­λά­ει. Μάζε­ψε κι άλλους κόκ­κους και τους έβα­λε στο στό­μα της. Και μετά έστει­λε ένα φιλί στον αέρα, προς τα πάνω.

«Έρχο­μαι», φώνα­ξε στον πατέ­ρα της και έτρε­ξε προς το δωμά­τιο της αδελ­φής της.