Σύντομο πορτρέτο του Νικολό Αμανίτι

Νικολό ΑμανίτιΟ δημο­φι­λέ­στε­ρος Ιτα­λός συγ­γρα­φέ­ας της γενιάς του (γεν­νή­θη­κε το 1966). Εντός και εκτός Ιτα­λί­ας. Που έχει στο ενερ­γη­τι­κό του του­λά­χι­στον μία από τις μεγα­λύ­τε­ρες ευρω­παϊ­κές εμπο­ρι­κές επι­τυ­χί­ες των τελευ­ταί­ων χρό­νων (το εκπλη­κτι­κό Εγώ δεν φοβά­μαι, το οποίο μόνο στην Ιτα­λία πού­λη­σε γύρω στα 2 εκα­τομ­μύ­ρια αντί­τυ­πα, έγι­νε ται­νία, έκα­νε ακό­μα και τους πιο στρυφ­νούς κρι­τι­κούς να υπο­κλι­θούν και παρέ­μει­νε, παρ΄ όλα αυτά, μια ανα­τρε­πτι­κή ιστο­ρία, από αυτές που σημα­δεύ­ουν επο­χές και γενιές). Ο συγ­γρα­φέ­ας που έγρα­ψε για την εφη­βεία έτσι όπως δεν κατά­φε­ρε κανείς άλλος τα τελευ­ταία χρό­νια – τον έχουν συγκρί­νει, καθό­λου τυχαία, με τον Μαρκ Του­έιν, μόνο που ο Αμα­νί­τι ανα­κα­τεύ­ει διαρ­κώς την τρά­που­λα, δεν φιλο­λο­γί­ζει, λέει τα πράγ­μα­τα με το όνο­μά τους, κάνει την καθη­με­ρι­νό­τη­τα λογο­τε­χνία, και όχι το αντίθετο.

Ναι. Τα κεί­με­νά του είναι γεμά­τα βωμο­λο­χί­ες, μόνο που ο ίδιος είναι Συγ­γρα­φέ­ας με το Σ κεφα­λαίο, δεν πίστε­ψε ποτέ ότι, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το στυ­φό «καθη­με­ρι­νό» μας λεξι­λό­γιο, θα γινό­ταν αυτό­μα­τα λογο­τέ­χνης (όπως  πίστε­ψαν πολ­λοί από τη γενιά του κι έμει­ναν στα μισά του δρό­μου, ανέ­μπνευ­στοι και κου­ρα­σμέ­νοι). Η πλο­κή στα βιβλία του είναι πάντα δυνα­τή, και η ευαι­σθη­σία (που δεν γίνε­ται ποτέ μελό­δρα­μα ενώ θα μπο­ρού­σε) κρύ­βε­ται επι­με­λη­μέ­να πίσω από έναν κυνι­σμό ο οποί­ος σκο­πό έχει να μην ωραιο­ποιεί κατα­στά­σεις. Η ζωή είναι αυτή, είναι σκλη­ρή, είναι άδι­κη, είναι απρό­βλε­πτη. Η κοι­νω­νία είναι αυτή, είναι σκλη­ρή, είναι άδι­κη, αλλά προ­βλέ­ψι­μη στις αντι­δρά­σεις της. Ο Αμα­νί­τι δεν ηθι­κο­λο­γεί, ο Αμα­νί­τι θέλει απλώς να διη­γεί­ται ενδια­φέ­ρου­σες ιστο­ρί­ες, ιστο­ρί­ες που δεν ήθε­λαν να είναι τρα­γι­κές, αλλά τρα­γι­κές τις έκα­νε η ζωή. Διό­τι ο Αμα­νί­τι αγα­πά­ει τους αδύ­να­μους, τους παρα­πε­τα­μέ­νους, αυτούς που νομί­ζουν ότι είναι δυνα­τοί αλλά δεν είναι, αυτούς που είναι ικα­νοί να κάνουν κακό για­τί δεν ξέρουν πώς αλλιώς να υπάρ­ξουν, πού αλλού να διο­χε­τεύ­σουν την ευαι­σθη­σία τους.

Μετράω τα βιβλία του. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των με τίτλο Λάσπη, το πρώ­το μεγά­λο ξάφ­νια­σμα που σε αφή­νει άφω­νο με τη σκλη­ρά­δα του. Το Θα σε πάρω να φύγου­με, με εκεί­νη τη διπλή ερω­τι­κή ιστο­ρία που θα ήταν αδύ­να­το να έχει ευτυ­χή κατά­λη­ξη. Εκεί­νο το Εγώ δεν φοβά­μαι, μια βόμ­βα στον ιερό πυρή­να της οικο­γέ­νειας, μια βόμ­βα κρυμ­μέ­νη πίσω από μια ιστο­ρία μυστη­ρί­ου στον ηλιο­φώ­τι­στο ιτα­λι­κό Νότο. Το Με τις ευλο­γί­ες του Θεού, με κεντρι­κό θέμα έναν βια­σμό, μια εκπλη­κτι­κή πινα­κο­θή­κη από αξέ­χα­στους λογο­τε­χνι­κούς χαρα­κτή­ρες. Το Ας αρχί­σει η γιορ­τή, μια τρο­με­ρή σάτι­ρα της μπερ­λου­σκο­νι­κής επο­χής, με ήρω­ες μια παρέα σατα­νι­στών και τηλε­ο­πτι­κών σταρ, που περι­μέ­νει τη σει­ρά του για να εκδο­θεί και στην Ελλά­δα. Και τέλος αυτό το τελευ­ταίο, το Εγώ κι εσύ, μια ιστο­ρία που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται ολό­κλη­ρη σε ένα υπό­γειο και η οποία μάγε­ψε έναν σκη­νο­θέ­τη σαν τον Μπερ­νά­ντο Μπερ­το­λού­τσι και τον έπει­σε να επι­στρέ­ψει στον κινη­μα­το­γρά­φο – μια ιστο­ρία με ανέλ­πι­στο τέλος, γραμ­μέ­νη σε λίγες σελί­δες και πολ­λά επίπεδα.

Αυτή είναι η τρί­τη ή η τέταρ­τη φορά που ο συγ­γρα­φέ­ας έρχε­ται στη χώρα μας. Αγα­πά­ει την Ελλά­δα, την έχει έγνοια, κάθε τόσο σηκώ­νει το τηλέ­φω­νο και ρωτά­ει πώς πάνε τα πράγ­μα­τα, πώς ζει ο κόσμος με την κρί­ση, αν η κατά­στα­ση άρχι­σε να καλυ­τε­ρεύ­ει ή όχι. Είναι από τους λίγους ξένους συγ­γρα­φείς που πήραν την πρω­το­βου­λία να χαρί­σουν τα δικαιώ­μα­τά τους, που δεν θέλη­σαν χρή­μα­τα, τους αρκού­σε το βιβλίο τους να βγει στα ελλη­νι­κά, να είναι κι αυτοί παρό­ντες στην κρί­ση μας, δίπλα μας. Άλλω­στε οι ιστο­ρί­ες του Αμα­νί­τι θα μπο­ρού­σαν κάλ­λι­στα να είναι ελλη­νι­κές και οι ήρω­ές του Έλλη­νες. Και κάποιες από τις μου­σι­κές που ακού­ει είναι ελλη­νι­κές, ξέρει το έργο της Καρα­ΐν­δρου καλύ­τε­ρα από εσάς και από μένα.

 

Ανταί­ος Χρυσοστομίδης

[pl_alertbox type=“info”]Ο Ianos, το Ιτα­λι­κό Μορ­φω­τι­κό Ινστι­τού­το Αθη­νών και οι Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη σας προ­σκα­λούν στη σει­ρά εκδη­λώ­σε­ων «Συγ­γρα­φείς του κόσμου», με οικο­δε­σπό­τη τον Ανταίο Χρυ­σο­στο­μί­δη. Τη Δευ­τέ­ρα 29 Οκτω­βρί­ου 2012 και ώρα 7.00 μ.μ. ο Ανταί­ος Χρυ­σο­στο­μί­δης κου­βε­ντιά­ζει με τον διά­ση­μο Ιτα­λό συγ­γρα­φέα Νικο­λό Αμα­νί­τι.[/pl_alertbox]

[pl_label type=“info”]Διαβάστε επίσης[/pl_label]

Από­σπα­σμα από το βιβλίο του Ανταί­ου Χρυ­σο­στο­μί­δη Οι κεραί­ες της επο­χής μου

Η εφηβεία δεν αφορά μόνο τους εφήβους

ΑΠΟ τι πάστα άρα­γε είναι φτιαγ­μέ­νος ένας συγ­γρα­φέ­ας που πριν κλεί­σει τα σαρά­ντα του χρό­νια έχει ήδη που­λή­σει με ένα μυθι­στό­ρη­μά του 1.500.000 αντί­τυ­πα μόνο στη χώρα του; Τι μπο­ρεί να σκέ­φτε­ται ένας συγ­γρα­φέ­ας που δηλώ­νει ότι αν ζού­σε τη ζωή ενός Χέμιν­γου­εϊ δεν θα σκε­φτό­ταν ούτε στιγ­μή να γρά­ψει λογο­τε­χνία; Και πώς μπο­ρεί να κρα­τά­ει την ψυχραι­μία του ένας συγ­γρα­φέ­ας, όταν το σπου­δαιό­τε­ρο περιο­δι­κό για τη λογο­τε­χνία στον κόσμο –τοTimes Review Magazine– γρά­φει ότι στην Ιτα­λία η λέξη «ταλέ­ντο» φέρει το όνο­μα του Νικο­λό Αμανίτι;

Γιος ενός γνω­στού στην πατρί­δα του ψυχα­να­λυ­τή, ο Αμα­νί­τι μοιά­ζει να τρο­φο­δο­τεί ένα μεγά­λο μέρος της έμπνευ­σής του από τη δύσκο­λη σχέ­ση που φαί­νε­ται να είχε με τον πατέ­ρα του – ή του­λά­χι­στον κάτι τέτοιο η προ­σω­πι­κή του μυθο­λο­γία και τα έργα του αφή­νουν να δια­φα­νεί. Από τους συγ­γρα­φείς εκεί­νους που ξέρουν να ανα­πλά­θουν το παρελ­θόν τους και να το μετου­σιώ­νουν σε λογο­τε­χνία, ο Αμα­νί­τι θεω­ρεί­ται σήμε­ρα ένας από τους καλύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς σε όλο τον κόσμο που πραγ­μα­τεύ­ο­νται ιστο­ρί­ες σχε­τι­κές με την εφη­βεία. Η μορ­φή ενός αυταρ­χι­κού πατέ­ρα ο οποί­ος –όπως στο Εγώ δεν φοβά­μαι– είναι ικα­νός να φτά­σει μέχρι και στην παι­δο­κτο­νία, είναι παντα­χού παρού­σα στα μυθι­στο­ρή­μα­τά του, μολο­νό­τι κάθε φορά εμφα­νί­ζε­ται με δια­φο­ρε­τι­κές μορ­φές και σε δια­φο­ρε­τι­κές παραλλαγές.

Από­δει­ξη του πόσο καλά ξέρει να μετου­σιώ­νει μια προ­σω­πι­κή ανά­μνη­ση, πιθα­νώς κι ένα προ­σω­πι­κό τραύ­μα, σε ιστο­ρί­ες που μπο­ρούν να καθη­λώ­νουν το ανα­γνω­στι­κό κοι­νό, είναι μια ιστο­ρία που διη­γή­θη­κε στο Μέγα­ρο Μου­σι­κής, τον Μάιο του 2009, σε μια κοι­νή εκδή­λω­ση με τους Ντά­νιελ Κέλ­μαν και Σαντιά­γο Ρον­κα­λιό­λο, κι εμέ­να να τους συντο­νί­ζω, προ­σπα­θώ­ντας (με το βάρος των δεκα­τεσ­σά­ρων χρό­νων που με χωρί­ζουν από τον μεγα­λύ­τε­ρο της παρέ­ας, δηλα­δή τον Αμα­νί­τι) να εντο­πί­σω σε αυτούς τους τόσο δια­φο­ρε­τι­κούς μετα­ξύ τους συγ­γρα­φείς, το «σύγ­χρο­νο πρό­σω­πο της ευρω­παϊ­κής λογο­τε­χνί­ας», όπως έλε­γε ο τίτλος της εκδήλωσης.

Ο απρο­σπέ­λα­στος λοι­πόν ψυχα­να­λυ­τής πατέ­ρας, ο οποί­ος ελά­χι­στα μιλού­σε με τον μικρό Νικο­λό και την ακό­μα μικρό­τε­ρη αδελ­φή του, δεχό­ταν καθη­με­ρι­νά παι­διά δια­φό­ρων ηλι­κιών που περ­νού­σαν το κατώ­φλι του σπι­τιού-γρα­φεί­ου με έναν ή και τους δυο γονείς τους. Ο πατέ­ρας Αμα­νί­τι άνοι­γε την πόρ­τα, τα χάι­δευε τρυ­φε­ρά στο κεφά­λι και τα άφη­νε να μπουν, μαζί με τους γονείς, στο γρα­φείο του. Πίσω του έκλει­νε την πόρ­τα. Η πόρ­τα έμε­νε κλει­στή ώρα πολ­λή, μεγα­λώ­νο­ντας την περιέρ­γεια των δύο μικρών παι­διών που ένιω­θαν προ­δο­μέ­να από αυτόν τον πατέ­ρα που χάι­δευε τα ξένα παι­διά αλλά ποτέ τα δικά του. Και μια μέρα ο Νικο­λό έπει­σε την αδελ­φή του να χωθεί, εκμε­ταλ­λευό­με­νη το μικρό κενό ανά­με­σα στη μια και την άλλη συνε­δρία, στο μυστη­ριώ­δες γρα­φείο, να κρυ­φτεί πίσω από μια πολυ­θρό­να και να ανα­κα­λύ­ψει επι­τέ­λους τι γινό­ταν εκεί μέσα με τα ξένα παιδιά.

Δεν θυμά­μαι το φινά­λε της ιστο­ρί­ας. Νομί­ζω ότι ο πατέ­ρας ανα­κά­λυ­ψε τη μικρή συνω­μο­σία και τιμώ­ρη­σε τους δύο μικρούς ζηλιά­ρη­δες, αλλά δεν έχει και τόση σημα­σία. Αυτό που θυμά­μαι, κοι­τά­ζο­ντας το κοι­νό από το τρα­πέ­ζι του προ­ε­δρεί­ου, ήταν πως όλοι κρέ­μο­νταν από τα χεί­λη του. Η δική μου αίσθη­ση ήταν πως εκεί­νη τη μέρα ο Κέλ­μαν έλε­γε τα πιο ενδια­φέ­ρο­ντα πράγ­μα­τα και πως ο Ρον­κα­λιό­λο χρη­σι­μο­ποιού­σε το μεγά­λο του όπλο, το χιού­μορ και τον αυτο­σαρ­κα­σμό, ήταν όμως ο Αμα­νί­τι αυτός που κέρ­δι­σε το κοι­νό. Όλοι μας αρε­σκό­μα­στε να αυτο­ψυ­χα­να­λυό­μα­στε ακού­γο­ντας τις εμπει­ρί­ες των άλλων.

Πρω­το­γνώ­ρι­σα τον συγ­γρα­φέα Νικο­λό το 1999, όταν ετοι­μά­ζα­με στον Καστα­νιώ­τη την έκδο­ση της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του με τίτλο Λάσπη. Όλα τα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής είχαν έναν νεο­λαι­ί­στι­κο αέρα, μια γρα­φή βίαιη και χωρίς κοσμη­τι­κές περι­κο­κλά­δες, θέμα­τα παρ­μέ­να από τον δρό­μο. Τότε, γρά­φο­ντας το οπι­σθό­φυλ­λο, έκα­να μια ανα­φο­ρά στις ται­νί­ες του Ταρα­ντί­νο που σήμε­ρα ίσως δεν θα επι­χει­ρού­σα. Προ­φα­νώς με είχε σπρώ­ξει σε εκεί­νη την ανα­φο­ρά ο κυνι­σμός που διέ­βλε­πα τόσο στον Ταρα­ντί­νο όσο και στον Αμα­νί­τι, μόνο που τώρα βλέ­πω μια τρυ­φε­ρό­τη­τα και μια ευαι­σθη­σία στον Αμα­νί­τι που εξα­κο­λου­θώ να μη βλέ­πω στον Ταραντίνο.

Λίγα χρό­νια αργό­τε­ρα, τον Απρί­λιο του 2004, έρχε­ται στην Αθή­να για να παρου­σιά­σει στο Ιτα­λι­κό Ινστι­τού­το το μυθι­στό­ρη­μά του Θα σε πάρω να φύγου­με. Το πρώ­το πράγ­μα που μου κάνει εντύ­πω­ση πάνω του, πέρα από μια ιδιό­τυ­πη ντρο­πα­λο­σύ­νη που μάλ­λον περί­με­να, είναι η βαριά ρομα­νι­κή προ­φο­ρά του, μια προ­φο­ρά που θα περί­με­νες από παι­δί μεγα­λω­μέ­νο στις φρι­κτές συνοι­κί­ες-γκέ­το των παρυ­φών της Ρώμης, και όχι από ένα αστό­παι­δο μεγα­λω­μέ­νο σε μια από τις καλύ­τε­ρες συνοι­κί­ες. Αντί­δρα­ση; Ίσως.

Το Θα σε πάρω να φύγου­με είναι ένα εξαι­ρε­τι­κό μυθι­στό­ρη­μα που παρα­κο­λου­θεί τις ερω­τι­κές ιστο­ρί­ες δύο δια­φο­ρε­τι­κών σε ηλι­κία και σε μορ­φω­τι­κό επί­πε­δο ζευ­γα­ριών, ένα μυθι­στό­ρη­μα που μέχρι κάποιο σημείο έχει μια «κανο­νι­κή» εξέ­λι­ξη, κι ύστε­ρα, ξαφ­νι­κά, όλα ανα­τρέ­πο­νται, ο κόσμος ο ίδιος ανα­τρέ­πε­ται, και φτά­νου­με σε ένα ανα­πά­ντε­χα τρα­γι­κό φινά­λε. Στο Θα σε πάρω να φύγου­με υπάρ­χει ήδη ο συγ­γρα­φέ­ας των επό­με­νων μυθι­στο­ρη­μά­των, ο συγ­γρα­φέ­ας με τη μεγά­λη αφη­γη­μα­τι­κή δύνα­μη, ο συγ­γρα­φέ­ας που ξέρει να στή­νει αξέ­χα­στους χαρα­κτή­ρες, ο συγ­γρα­φέ­ας που ξέρει να αιφ­νι­διά­ζει τον αναγνώστη.

Κι όμως, μικρός, ο Αμα­νί­τι δεν αγα­πού­σε το γράψιμο.

«Διά­βα­ζα πολύ, αλλά έγρα­φα χάλια. Στο σχο­λείο οι εκθέ­σεις μου ήταν σκέ­τη κατα­στρο­φή. Είχα μια προ­βλη­μα­τι­κή σχέ­ση με το γρά­ψι­μο, κι αυτό μάλ­λον οφεί­λε­ται στο γεγο­νός ότι, όταν ήμουν μικρός, ο πατέ­ρας μου με ανά­γκα­ζε, κάθε φορά που επι­στρέ­φα­με από μια εκδρο­μή, να περι­γρά­φω γρα­πτώς ό,τι είχα ζήσει κατά τη διάρ­κεια της μέρας. Έτσι άρχι­σα να μισώ το γρά­ψι­μο. Αγα­πού­σα το διά­βα­σμα, μισού­σα το γρά­ψι­μο. Άρχι­σα να γρά­φω όταν πήγα στο πανε­πι­στή­μιο, σε μια περί­ο­δο όπου δεν ήμουν ιδιαί­τε­ρα ευτυ­χής. Είχα ανά­γκη να επι­κοι­νω­νή­σω με κάποιον, αλλά αυτός δεν υπήρ­χε, επο­μέ­νως σκέ­φτη­κα να επι­κοι­νω­νή­σω με τους άλλους μέσα από το γράψιμο.

»Τότε κατά­λα­βα ότι η γρα­φή είναι καλή για να αφη­γού­μα­στε πράγ­μα­τα που δεν υπάρ­χουν, πράγ­μα­τα που φαντα­ζό­μα­στε. Εγώ φαντα­ζό­μου­να ιστο­ρί­ες, αλλά η ιδέα να τις γρά­ψω άρχι­σε να λει­τουρ­γεί μέσα μου μόνο όταν άρχι­σα να γρά­φω για τους άλλους κι όχι για τον εαυ­τό μου. Ακρι­βώς επει­δή διά­βα­ζα πολύ, ακρι­βώς επει­δή αγα­πού­σα τις ιστο­ρί­ες που έγρα­φαν άλλοι, άρχι­σα να σκέ­φτο­μαι ότι θα μπο­ρού­σα να γρά­ψω κι εγώ κάποιες δικές μου ιστο­ρί­ες. Άρχι­σα με άλλα λόγια να γρά­φω αντα­γω­νι­ζό­με­νος τους άλλους, κι όχι για να εκφρά­σω τον εαυ­τό μου».

Και επι­βε­βαιώ­νο­ντας το ρητό ότι συγ­γρα­φέ­ας δεν γίνε­σαι ποτέ με το πρώ­το βιβλίο, ο ήρω­άς μας άρχι­σε να γίνε­ται συγ­γρα­φέ­ας με το δεύ­τε­ρο βιβλίο του.

«Η αλή­θεια είναι πως απο­φά­σι­σα να γίνω συγ­γρα­φέ­ας μόνο αφού δημο­σί­ευ­σα το δεύ­τε­ρο βιβλίο μου. Μέχρι τότε δεν το είχα σκε­φτεί. Σπού­δα­ζα βιο­λο­γία, μελε­τού­σα τα ζώα. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ήθε­λα να γίνω ζωο­λό­γος. Ύστε­ρα, δεν ξέρω από ποιες παρά­ξε­νες πόρ­τες της ζωής, βρέ­θη­κα να ασχο­λού­μαι με τη νευ­ρο­φυ­σιο­λο­γία, δηλα­δή με πράγ­μα­τα πολύ μικρά, όπως με πρω­τε­ΐ­νες που βρί­σκο­νται σε έναν τύπο νευ­ρώ­νων. Έτσι έχα­σα τον συμπα­ντι­κό κόσμο. Υπάρ­χουν ευφυ­ΐ­ες που κατορ­θώ­νουν μέσα από τα πολύ μικρά πράγ­μα­τα να βλέ­πουν όλο τον κόσμο. Εγώ δεν ανή­κω σε αυτούς. Είχα λοι­πόν ανά­γκη από κάτι άλλο. Έτσι, ξαφ­νι­κά, έγρα­ψα ένα βιβλίο, και το βιβλίο αυτό εκδό­θη­κε. Ακό­μα όμως δεν θεω­ρού­σα τον εαυ­τό μου συγ­γρα­φέα, είχα απλώς γρά­ψει ένα βιβλίο. Όταν έγρα­ψα το δεύ­τε­ρο και άρχι­σε να πηγαί­νει καλά, τότε σκέ­φτη­κα ότι ίσως ο δρό­μος της γρα­φής να ήταν ο δρό­μος μου.

»Εκεί­να τα πρώ­τα μου βιβλία μου άρε­σαν πολύ. Με δια­σκέ­δα­ζαν. Όπως σου είπα, ήμουν στο πανε­πι­στή­μιο και δεν περ­νού­σα καθό­λου καλά. Δεν κατόρ­θω­να να τελειώ­σω τις σπου­δές μου, δεν ήξε­ρα τι ήθε­λα, ήμουν σε ένα άκρως αντα­γω­νι­στι­κό περι­βάλ­λον, κι εγώ δεν είμαι ιδιαί­τε­ρα αντα­γω­νι­στι­κός. Έπρε­πε συνε­χώς να πρέ­πει να απο­δει­κνύ­εις κάτι στους καθη­γη­τές σου. Όλα αυτά δεν μου άρε­σαν. Επο­μέ­νως δεν περ­νού­σα καθό­λου καλά εκεί­νη την επο­χή: έπρε­πε να τελειώ­νω τις σπου­δές, έπρε­πε να ξεκι­νή­σω τη ζωή μου, να απε­λευ­θε­ρω­θώ από την οικο­γέ­νειά μου, να βρω μια κοπέ­λα για ν’ αρχί­σω μαζί της μια ας πού­με ενή­λι­κη ζωή. Η παι­δι­κό­τη­τά μου κατα­πιε­ζό­ταν, κι εγώ άρχι­σα να τη βάζω στα βιβλία μου. Όταν έγρα­φα, το δια­σκέ­δα­ζα, ήταν σαν να άνοι­γα μια πόρ­τα για να βγω και να πάω κάπου αλλού».

Επι­μέ­νει, ακό­μα και σήμε­ρα, ότι δεν είναι γρα­φο­μα­νής, ότι ακό­μα και το γρά­ψι­μο μιας επι­στο­λής απαι­τεί μεγά­λη προ­σπά­θεια από μέρους του. Κι ότι, κάθε φορά που του κατε­βαί­νει στο κεφά­λι μια ιδέα, δεν τη σημειώ­νει, την αφή­νει να υπάρ­χει στο μυα­λό του, κι αν η ιδέα επι­βιώ­σει, έχει καλώς. Αν την ξεχά­σει, λέει, δεν άξι­ζε τον κόπο.

 

Το Πιτι­λιά­νο είναι ένα μεσαιω­νι­κό χωριό της νοτιο­δυ­τι­κής Τοσκά­νης, κρε­μα­σμέ­νο πάνω σε έναν βρά­χο από τόφ­φο, από αυτά που νομί­ζεις ότι κτί­στη­καν μόνο για τις σκη­νο­γρα­φι­κές ανά­γκες ενός αόρα­του θιάσου.

Στα περί­χω­ρα του Πιτι­λιά­νο, ανά­με­σα σε αμπέ­λια και σε μικρές συστά­δες βελα­νι­διών, ο Αμα­νί­τι αγό­ρα­σε μια μεγά­λη έκτα­ση με ένα παλιό σπί­τι ακρι­βώς στη μέση. Το σπί­τι και η γύρω γη αγο­ρά­στη­καν με τα χρή­μα­τα που κέρ­δι­σε από τις πωλή­σεις του Εγώ δεν φοβά­μαι, μιας από τις μεγα­λύ­τε­ρες εμπο­ρι­κές επι­τυ­χί­ες της ιτα­λι­κής μετα­πο­λε­μι­κής λογο­τε­χνί­ας, που έχει δια­βα­στεί από εκα­τομ­μύ­ρια ανθρώ­πους σε όλο τον κόσμο.

Το ζεύ­γος Αμα­νί­τι έχει κι ένα δεύ­τε­ρο σπί­τι, στην «καλή» συνοι­κία της Ρώμης, το Παριό­λι, δίπλα στη Βίλα Άντα, θέα­τρο ενός άλλου μυθι­στο­ρή­μα­τος, ανέκ­δο­του ακό­μα στην Ελλά­δα, με τον τίτλο Ας αρχί­σει η γιορ­τή. Το σπί­τι όμως έξω από το Πιτι­λιά­νο λει­τουρ­γεί ως ησυ­χα­στή­ριο για τον συγ­γρα­φέα – γρά­φει σε ένα μικρό κτί­ριο δίπλα στο κυρί­ως οίκη­μα, που κάπο­τε ήταν στά­βλος. Μπρο­στά στο γρα­φείο ένα μικρό παρά­θυ­ρο. Έτσι κι αλλιώς, μου λέει ο Νικο­λό, όταν γρά­φει, δεν βλέ­πει τίπο­τα μπρο­στά του.

Τον έχω δει να δίνει συνε­ντεύ­ξεις και να απα­ντά­ει με μια σει­ρά από κλι­σέ, όταν οι ερω­τή­σεις τού φαί­νο­νται αδιά­φο­ρες. Ή να λέει πράγ­μα­τα που κοντα­ρο­χτυ­πιού­νται μετα­ξύ τους, και να αδια­φο­ρεί αν οι αντι­φά­σεις είναι εμφα­νείς. Από αυτή την άπο­ψη ο Αμα­νί­τι δεν είναι (ακό­μα;) επαγ­γελ­μα­τί­ας συγ­γρα­φέ­ας. Έτσι κι αλλιώς, ξεκί­νη­σε ως «κανί­βα­λος» (μέλος μιας ομά­δας νέων ανθρώ­πων που δημο­σί­ευ­σαν κεί­με­νά τους στην ανθο­λο­γία Gioventù cannibale και από τους οποί­ους μονά­χα ο Αμα­νί­τι κατά­φε­ρε τελι­κά να γίνει πραγ­μα­τι­κά γνω­στός) και στη συνέ­χεια έκτι­σε την εικό­να του κρα­τώ­ντας το δικαί­ω­μα τού να είναι και να φαί­νε­ται ανα­σφα­λής, το δικαί­ω­μα να κάνει λάθη, να περι­φέ­ρει τα άγχη του, τις αγω­νί­ες του αλλά κι εκεί­νο τον σαρ­κα­σμό που δεν εγκα­τα­λεί­πει ποτέ.

Καθό­μα­στε στη βερά­ντα του σπι­τιού του, όλα γύρω μας είναι άνω κάτω, το σπί­τι δεν είναι ακό­μα έτοι­μο να υπο­δε­χτεί επι­σκέ­πτες, αλλά αυτό δεν πει­ρά­ζει ούτε εμάς ούτε εκεί­νον. Τον αισθά­νο­μαι να έχει μια νευ­ρι­κό­τη­τα, ακού­ει με προ­σο­χή την αρχή κάθε ερώ­τη­σης, ύστε­ρα κάνει ένα ανε­παί­σθη­το νεύ­μα που δεί­χνει ότι κατά­λα­βε πού το πάω, και απα­ντά­ει. Κοι­τά­ζει τον φακό μονά­χα όταν θέλει να τον κατα­κτή­σει, τις περισ­σό­τε­ρες φορές, ιδιαί­τε­ρα όταν σκέ­φτε­ται την απά­ντη­σή του, κοι­τά­ζει αλλού. Τελι­κά, είναι αλή­θεια, αυτό που περισ­σό­τε­ρο αγα­πάς πάνω του είναι αυτή η παι­δι­κό­τη­τα που κρα­τά­ει ζωντα­νή, ανα­μειγ­μέ­νη με κάποιες νότες εφη­βι­κής μαγκιάς.

Υπάρ­χει πάντα, με τον ένα ή τον άλλο τρό­πο, του λέω, ένας πατέ­ρας στα μυθι­στο­ρή­μα­τά σου, μια οικο­γέ­νεια που είναι φορέ­ας προ­βλη­μά­των και όχι ηρεμίας.

«Πράγ­μα­τι νομί­ζω ότι η οικο­γέ­νεια παί­ζει σημα­ντι­κό ρόλο. Εγώ ανα­φέ­ρο­μαι κυρί­ως σε εφή­βους για­τί πιστεύω ότι η σχέ­ση με την οικο­γε­νεια­κή παρά­δο­ση και τις αντι­λή­ψεις των γονιών μας παί­ζει καθο­ρι­στι­κό ρόλο στη ζωή μας: μερι­κές φορές ο έφη­βος γίνε­ται ίδιος με τους γονείς, άλλες φορές κάνει ριζο­σπα­στι­κές επι­λο­γές, κλεί­νε­ται στον εαυ­τό του, καβγα­δί­ζει… Η εφη­βεία είναι μια περί­ο­δος όπου όλα τίθε­νται υπό συζή­τη­ση, κι εσύ αλλά­ζεις, αλλά­ζει καθη­με­ρι­νά η φυσιο­γνω­μία σου, έχεις νέες ροπές, ενώ ταυ­τό­χρο­να οι γονείς δεν βρί­σκο­νται πλέ­ον μπρο­στά στο παι­δί που ξέρουν αλλά σε έναν μικρό ενή­λι­κα που τους θέτει ερω­τή­μα­τα τα οποία συχνά τους φέρ­νουν σε δύσκο­λη θέση. Στο σημείο αυτό οι γονείς καλού­νται να ασκή­σουν εξου­σία αλλά ταυ­τό­χρο­να να δεί­ξουν κατα­νό­η­ση, να μοι­ρά­σουν τις ευθύ­νες τους ως πατέ­ρας και μητέ­ρα. Τελι­κά η εφη­βεία δεν αφο­ρά μόνο τον έφη­βο αλλά και τους γονείς του. Αυτή λοι­πόν η περί­ο­δος δια­μόρ­φω­σης με ενδια­φέ­ρει πολύ. Όσον αφο­ρά τη δική μου σχέ­ση με την οικο­γέ­νεια, ιδιαί­τε­ρα με τον πατέ­ρα μου ο οποί­ος έτσι κι αλλιώς είναι ένας άνθρω­πος τον οποίο εκτι­μού­σα πολύ… ξέρε­τε, εγώ γεν­νή­θη­κα το 1966 και μεγά­λω­σα σε μια επο­χή όπου το αυταρ­χι­κό σύστη­μα δια­παι­δα­γώ­γη­σης περ­νού­σε κρί­ση, και οι γονείς έπρε­πε να συζη­τά­νε με τα παι­διά τους. Ο πατέ­ρας μου δεν τα πίστευε όλα αυτά, ίσως επει­δή είχε κι εκεί­νος έναν αυταρ­χι­κό πατέρα…»

Παρα­τη­ρώ ότι η σύγκρου­ση γονέ­ων και εφή­βων είναι ένα από τα μεγά­λα προ­βλή­μα­τα της ζωής, δύσκο­λα όμως γίνε­ται καλή λογο­τε­χνία. Το πέτυ­χαν ελά­χι­στοι: ο Μαρκ Τουέιν…

«… το έκα­νε ο Σάλιν­τζερ με τον Φύλα­κα στη σίκα­λη, το έκα­νε ο Στί­βεν Κινγκ με τα διη­γή­μα­τα τρό­μου που έγρα­ψε, όπως το It, όπου σε αυτό τον φαι­νο­με­νι­κά ήσυ­χο επαρ­χιώ­τι­κο κόσμο υπάρ­χει ένα τέρας που τρώ­ει τα παι­διά και που μόνο τα παι­διά μπο­ρούν να το δουν. Αυτή ήταν μια εξαι­ρε­τι­κή ιδέα για να πει κανείς ότι η φαντα­σία, το παι­χνί­δι, είναι πράγ­μα­τα που στα­δια­κά χάνο­νται από τη ζωή ενός ενή­λι­κα, άρα μόνο τα παι­διά μπο­ρούν να βλέ­πουν πράγ­μα­τα που οι ενή­λι­κες δεν μπο­ρούν πια να δουν. Πολ­λοί έχουν ασχο­λη­θεί με το θέμα της εφη­βεί­ας. Εγώ ασχο­λή­θη­κα σοβα­ρά για πρώ­τη φορά με το Εγώ δεν φοβά­μαι, όπου έβα­λα στον εαυ­τό μου ένα δύσκο­λο ερώ­τη­μα: τι θα μπο­ρού­σε να συμ­βεί αν ένα παι­δί ανα­κα­λύ­ψει ένα άλλο παι­δί φυλα­κι­σμέ­νο σε μια τρύ­πα, κι ύστε­ρα ανα­κα­λύ­ψει με φρί­κη ότι ο απα­γω­γέ­ας είναι ο ίδιος ο πατέ­ρας του; Έβα­λα λοι­πόν τον εαυ­τό μου σε αυτή την οντο­λο­γι­κή ας πού­με κατά­στα­ση, έθε­σα τα ερω­τή­μα­τα στον εαυ­τό μου, και τελι­κά βγή­κε ένα μυθιστόρημα».

Νιώ­θει κι αυτός ότι η εφη­βι­κή του ηλι­κία παρα­μέ­νει ζωντα­νή μέσα του; Ή αυτό δεν έχει σχέ­ση με τις επι­λο­γές του;

«Ζω πολύ με τη μνή­μη. Θεω­ρώ ότι είναι πολύ ουσια­στι­κό να θυμό­μα­στε. Και η μνή­μη είναι αυτό που με βοη­θά­ει περισ­σό­τε­ρο στη συγ­γρα­φή. Ξανα­ζώ συχνά, μερι­κές φορές με μεγά­λη νοσταλ­γία, απο­φά­σεις που έπαι­ξαν ρόλο στη ζωή μου: όπως π.χ. όταν διά­λε­ξα εκεί­νη τη γυναί­κα αντί για μια άλλη, ή όταν απο­φά­σι­σα να ακο­λου­θή­σω τη μια και όχι την άλλη ζωή. Θυμά­μαι επί­σης λόγια της μητέ­ρας μου, την παι­δι­κή μου ηλι­κία. Κατά κάποιον τρό­πο ξανα­ζώ αυτά τα πράγ­μα­τα και νιώ­θω ότι στη νοσταλ­γία τους, στην απώ­λειά τους, εγώ φορ­τί­ζω τις μπα­τα­ρί­ες μου, και τότε είμαι έτοι­μος να γρά­ψω. Θεω­ρώ σημα­ντι­κές αυτές τις μαύ­ρες τρύ­πες στις οποί­ες δεν κάνεις τίπο­τα, απλώς θυμάσαι».

Ο Αμα­νί­τι γρά­φει δύο ή τρεις ώρες το πρωί κι άλλες τόσες το από­γευ­μα. Χρειά­ζε­ται δύο περί­που χρό­νια για να ολο­κλη­ρώ­σει ένα βιβλίο του, παρό­τι βέβαια οι εξαι­ρέ­σεις δεν λεί­πουν: για να γρά­ψει το Με τις ευλο­γί­ες του Θεού, αυτό το συναρ­πα­στι­κό κατά­μαυ­ρο μυθι­στό­ρη­μα, χρειά­στη­κε πέντε ολό­κλη­ρα χρόνια.

Κάπο­τε, λέει ο ίδιος, έγρα­φε γρή­γο­ρα για­τί είχε «την κάψα» να γρά­ψει. Τώρα δεν νιώ­θει την ίδια ανά­γκη, γι’ αυτό προ­χω­ρά πιο αργά. Το Ας αρχί­σει η γιορ­τή θα μπο­ρού­σε, επι­μέ­νει ο Αμα­νί­τι, να γρα­φτεί σε τέσ­σε­ρις μόνο μήνες αν έγρα­φε όπως παλιά, τώρα όμως χρειά­στη­κε δύο χρό­νια. Το εγώ κι εσύ που ακο­λού­θη­σε, με τις 116 σελί­δες του και το εξαι­ρε­τι­κό, ανα­πά­ντε­χο φινά­λε, γρά­φτη­κε πράγ­μα­τι σε λίγους μόνο μήνες.

Ξέρει αν μια ιδέα είναι καλή ή όχι; Δεν το ξέρει. Αν όμως ξεκι­νή­σει μια ιδέα, δεν την εγκα­τα­λεί­πει ποτέ. Μπο­ρεί να στα­μα­τή­σει τη συγ­γρα­φή για λίγο και­ρό, μετά όμως θα επανέλθει.

Όταν τον συνα­ντώ στο Πιτι­λιά­νο, έχει μόλις τελειώ­σει το Ας αρχί­σει η γιορ­τή. Έχει ξυρί­σει το κεφά­λι του. Είχε απο­φα­σί­σει από και­ρό ότι μόλις θα τελεί­ω­νε το βιβλίο, θα το γιόρ­τα­ζε κάνο­ντας κάτι το δια­φο­ρε­τι­κό, κάτι που δεν συνή­θι­ζε. «Κι επει­δή δεν ήξε­ρα τι να κάνω, ξύρι­σα το κεφά­λι μου. Έτσι κι αλλιώς, σκέ­φτη­κα, δεν θα με δει κανείς, το αμέ­σως επό­με­νο πράγ­μα που έχω να κάνω είναι στα τέλη Αυγού­στου. Είχα ξεχά­σει ότι είχα­με να κάνου­με τη συνέ­ντευ­ξη. Ύστε­ρα, όταν με πήρες τηλέ­φω­νο, είπα “Θεέ μου, πώς θα δώσω συνέ­ντευ­ξη χωρίς μαλ­λιά;”». Του υπο­δει­κνύω, στο επό­με­νο βιβλίο, να κάνει κάτι καλύ­τε­ρο· να κάνει π.χ. ό,τι συνη­θί­ζει ο Τζον Λε Καρέ, που τελειώ­νο­ντας κάθε φορά ένα βιβλίο πηγαί­νει και αγο­ρά­ζει ένα γλυ­πτό, ένα γλυ­πτό που το τοπο­θε­τεί σε διά­φο­ρα (συνή­θως κρυ­φά) μέρη του κήπου του. Κι όταν τα δεί­χνει στους επι­σκέ­πτες του τούς λέει: «αυτό το αγό­ρα­σα με τα χρή­μα­τα από το ΟΚατά­σκο­πος που γύρι­σε από το κρύο, εκεί­νο από τη Ρώσι­κη Εστία, το παρα­δί­πλα από τον Επί­μο­νο κηπου­ρό».

Ο Αμα­νί­τι βρή­κε την ιδέα πολύ καλή. Θα μπο­ρού­σα να φυτεύω κάθε φορά ένα δέν­δρο, λέει. Συμ­φω­νώ μαζί του. Άσε που το ξυρι­σμέ­νο κεφά­λι δεν του πάει καθόλου.

 

Την τελευ­ταία φορά που είχε έρθει στην Ελλά­δα, τόσο στην ομι­λία του στο Μέγα­ρο Μου­σι­κής όσο και στις συνε­ντεύ­ξεις του, τόνι­ζε παντού ότι δεν είναι ένας δια­νο­ού­με­νος συγ­γρα­φέ­ας αλλά ένας απλός άνθρω­πος που δεν σκα­μπά­ζει πολ­λά από ανα­λύ­σεις και θεω­ρί­ες. Η στά­ση του αυτή με είχε ξενί­σει, την έβρι­σκα κάπως ψεύ­τι­κη, μέρος της εικό­νας που θέλει να δεί­ξει προς τα έξω, του συγ­γρα­φέα που είναι αυθόρ­μη­τος, άμε­σος, που βαριέ­ται με τις θεω­ρί­ες και τις ανα­λύ­σεις. Στο Πιτι­λιά­νο, στη βερά­ντα του σπι­τιού του, του ζητώ να μου την εξηγήσει.

«Θεω­ρώ ότι μπο­ρεί κανείς να δει τα πράγ­μα­τα στη βάση των συναι­σθη­μά­των όσο και στη βάση πολύ απλών εννοιών. Αν πάω σε ένα θέα­τρο και τύχει να δω κάτι πολύ δύσκο­λο, δεν προ­σπα­θώ να το κατα­λά­βω αλλά να ανα­λύ­σω τα δικά μου συναι­σθή­μα­τα σε σχέ­ση με το έργο αυτό. Κι ανα­λύ­ο­ντας τα συναι­σθή­μα­τά μου απο­φα­σί­ζω αν το έργο μού άρε­σε ή όχι. Γι’ αυτό, όταν ήμουν μονά­χα ανα­γνώ­στης, δεν ήθε­λα να πηγαί­νω σε παρου­σιά­σεις, δεν ήθε­λα να γνω­ρί­ζω τους συγ­γρα­φείς, διό­τι φοβό­μου­να ότι θα με απο­γο­ή­τευαν, διό­τι αυτό που γρά­φουν είναι πάντα καλύ­τε­ρο από αυτό που οι ίδιοι είναι. Το ίδιο και αυτή η συνέ­ντευ­ξη που κάνω τώρα μαζί σου, ναι, χαί­ρο­μαι που την κάνω, αλλά συνή­θως τις απο­φεύ­γω, μία συνέ­ντευ­ξη κάθε τόσο, εντάξει…»

Οι συγ­γρα­φείς είναι πάντα πιο μέτριοι από το έργο τους. Ναι, είναι αλή­θεια, του λέω, όπως είναι αλή­θεια και το αντί­θε­το: Άνθρω­ποι που πραγ­μα­τι­κά λάμπουν κι έχουν να επι­δεί­ξουν ένα μετριό­τα­το έργο. Μα πιστεύ­ει στ’ αλή­θεια ότι ένας μέτριος άνθρω­πος μπο­ρεί να γρά­ψει έξο­χα πράγ­μα­τα; Μήπως σημαί­νει ότι κατά βάθος δεν είναι μέτριος;

«Μπα, δεν νομί­ζω. Το σίγου­ρο είναι πως πρέ­πει να κρα­τάς μια από­στα­ση από τη μετριό­τη­τά σου. Για­τί η μετριό­τη­τα βαραί­νει, σε τυφλώ­νει, δεν σε αφή­νει να κάνεις πράγ­μα­τα. Αν ένας άνθρω­πος βρί­σκε­ται διαρ­κώς στο κέντρο του κόσμου, πολύ δύσκο­λα μπο­ρεί να δει τους άλλους, πολύ δύσκο­λα θα διη­γη­θεί κάτι που δεν θα αφο­ρά τον εαυ­τό του. Είμαι πάντα δύσπι­στος με εκεί­νους τους συγ­γρα­φείς που είναι πολυ­πράγ­μο­νες, που γυρί­ζουν όλο τον κόσμο, που κάνουν εξαι­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα… Δεν θέλω να πω ότι ο Χέμιν­γου­εϊ ήταν κακός συγ­γρα­φέ­ας, αλλά να… αν ζού­σα τη ζωή που έζη­σε εκεί­νος, δεν θα έχα­να τον και­ρό μου γρά­φο­ντας. Προ­τι­μώ έναν συγ­γρα­φέα σαν τον Πεσ­σόα, που δεν πήγαι­νε ποτέ που­θε­νά, που ήταν ένας ταξι­διώ­της κλει­σμέ­νος στο δωμά­τιό του, που άνοι­γε μια πόρ­τα η οποία δεν υπήρ­χε στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, και διη­γιό­ταν πράγ­μα­τα που δεν είχε ζήσει. Εγώ έχω γρά­ψει και για μέτρια, μίζε­ρα, άθλια ανθρω­πά­κια, άρα πρέ­πει να έχω κι εγώ μέσα μου ένα μίζε­ρο κομ­μά­τι. Για να ανα­γνω­ρί­σεις στους άλλους την αθλιό­τη­τα, πρέ­πει να την έχεις και λιγά­κι μέσα σου».

Εντά­ξει, ο Πεσ­σόα είναι ο Πεσ­σόα, μια μονα­δι­κή περί­πτω­ση στην παγκό­σμια λογο­τε­χνία. Κατά τα άλλα, ένας συγ­γρα­φέ­ας που μένει κλει­σμέ­νος στο δωμά­τιό του, αν δεν είναι το τερά­στιο διαι­σθη­τι­κό ταλέ­ντο, θα γρά­φει πάντα με άξο­να τον εαυ­τό του. Αντί­θε­τα, οι ήρω­ες του Αμα­νί­τι δεν είναι χάρ­τι­να πρό­σω­πα, το αίμα κυλά­ει στις φλέ­βες τους, μπο­ρείς να τα συνα­ντή­σεις οποια­δή­πο­τε στιγ­μή στον δρό­μο, στην Ιτα­λία όπως και στην Ελλάδα.

«Είναι αυτό που έλε­γα πριν. Δεν χρειά­ζε­ται να κάνεις εξαι­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα, δεν χρειά­ζε­ται να κατα­κτή­σεις την κορυ­φή Κ2 ή να συνα­ντή­σεις τον πρί­γκι­πα της Αγγλί­ας, για να γρά­ψεις ένα βιβλίο. Το αντί­θε­το, τότε κιν­δυ­νεύ­εις από τα πολ­λά κλι­σέ. Νομί­ζω ότι αρκεί να κάνεις μια κανο­νι­κή ζωή, να συνα­ντάς πρό­σω­πα που μπο­ρεί να είναι ο μανά­βης κάτω από το σπί­τι σου ή ένας αγρό­της, να ζεις μαζί τους, να προ­σπα­θείς να κατα­λά­βεις τον τρό­πο με τον οποίο σκέ­φτο­νται… Όταν κατα­λά­βεις την ουσία της ύπαρ­ξής τους, προ­σπα­θείς να τους φαντα­στείς σε μια άλλη κατά­στα­ση. Στο σημείο αυτό παρεμ­βαί­νει η φαντα­σία, η ικα­νό­τη­τα του συγ­γρα­φέα να πάρει κάτι που του είναι γνω­στό και να το βάλει σε μια νέα κατά­στα­ση. Παίρ­νω π.χ. έναν άνθρω­πο που ζει στη γει­το­νιά μου, που έχει μια κανο­νι­κό­τα­τη ζωή και δεν του συμ­βαί­νει τίπο­τα, φεύ­γει στις οκτώ το πρωί από το σπί­τι και γυρ­νά­ει στις πέντε και βοη­θά τα παι­διά του στο διά­βα­σμα και βλέ­πει τηλε­ό­ρα­ση και πάει για ύπνο, και λέω: “Ας φαντα­στώ τώρα πώς θα φερό­ταν αν του συνέ­βαι­νε κάτι, αν π.χ. κάποιοι μπουν στο σπί­τι του και απα­γά­γουν τα παι­διά του”. Και προ­σπα­θώ να δω πώς, σε μια τέτοια περί­πτω­ση, μπο­ρεί να αλλά­ξει η σκέ­ψη ενός ανθρώ­που, κι αυτό μου δίνει το έναυ­σμα για μια ιστο­ρία. Είναι αυτό το “Φαντά­σου αν” που έκα­να πάντα, που το κάνω ακό­μα κι όταν πηγαί­νω, ας πού­με, σινε­μά και σκέ­φτο­μαι “φαντά­σου αν έκλει­ναν οι πόρ­τες και μένα­με εγκλω­βι­σμέ­νοι εδώ μέσα για μια εβδο­μά­δα, τι θα συνέ­βαι­νε”. Έτσι από τη φαντα­σία και τη γνώ­ση –καλύ­τε­ρα να πω τη διαί­σθη­ση– του χαρα­κτή­ρα των ανθρώ­πων γεν­νιού­νται ιστο­ρί­ες, πλο­κές, βιβλία».

Η σει­ρά του κλα­σι­κού ερω­τή­μα­τος: για­τί μας αρέ­σει να αφη­γού­μα­στε ιστο­ρί­ες; Για­τί μας αρέ­σει να δια­βά­ζου­με ιστο­ρί­ες; Για­τί, με άλλα λόγια, μας αρέ­σει η λογοτεχνία;

«Νομί­ζω ότι η λογο­τε­χνία αρέ­σει σε όποιον αρχί­ζει να κάνει παρέα μαζί της. Για­τί η λογο­τε­χνία δεν διη­γεί­ται τα πάντα, απλώς ξυπνά­ει μνή­μες: είναι το αντί­θε­το του κινη­μα­το­γρά­φου. Στο σινε­μά αν απο­φα­σί­σεις να δεί­ξεις ένα τοπίο, το κινη­μα­το­γρα­φείς, είναι αυτό και δεν είναι άλλο. Το τοπίο αντί­θε­τα που περι­γρά­φε­ται σε ένα βιβλίο είναι ένα τοπίο φαντα­στι­κό, ένα τοπίο φτιαγ­μέ­νο από λέξεις. Άρα οι εικό­νες που ανα­πα­ρά­γο­νται είναι εικό­νες που βγαί­νουν από τη μνή­μη μας. Αν δηλα­δή γρά­ψω για ένα βου­νό, ο κάθε ανα­γνώ­στης θα δει σε αυτή την περι­γρα­φή ένα βου­νό που ο ίδιος γνω­ρί­ζει. Θα δει ένα βου­νό που ίσως είδε σε κάποια ται­νία, ή ένα βου­νό στο οποίο πήγαι­νε μικρός με την οικο­γέ­νειά του… Επο­μέ­νως το γεγο­νός ότι η λογο­τε­χνία διε­γεί­ρει και ανα­πτύσ­σει τη μνή­μη, ότι μας κάνει να θυμό­μα­στε πράγ­μα­τα, είναι το μονα­δι­κό χαρα­κτη­ρι­στι­κό της λογο­τε­χνί­ας, η οποία μπο­ρεί και να μοιά­ζει με τη μου­σι­κή. Για­τί η μου­σι­κή, με τους στί­χους και τις νότες της, διε­γεί­ρει τη μνή­μη και τη συγκί­νη­σή μας. Σκέ­ψου ένα ωραίο ερω­τι­κό τραγούδι…»

Ο Αμα­νί­τι ανή­κει σε εκεί­νους τους συγ­γρα­φείς που αφη­γού­νται απλώς μια ιστο­ρία χωρίς να τη συνο­δεύ­ουν με θέσεις, από­ψεις, τοπο­θε­τή­σεις. Είναι προ­φα­νές ότι πρό­κει­ται για συγκε­κρι­μέ­νη επι­λο­γή, κι όχι μόνο για γενε­α­λο­γι­κό χαρα­κτη­ρι­στι­κό. Έτσι δεν είναι;

«Απο­λύ­τως. Πιστεύω ότι σ’ ένα μυθι­στό­ρη­μα δεν πρέ­πει να υπάρ­χουν ηθι­κά συμπε­ρά­σμα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας δεν πρέ­πει ποτέ να γίνε­ται δικα­στής της ιστο­ρί­ας που αφη­γεί­ται. Το καλό, το κακό, την ίδια τη σημα­σία του έργου, πρέ­πει να τα κατα­λά­βει μόνος του ο ανα­γνώ­στης. Πάντα είναι ο ανα­γνώ­στης αυτός που κατα­λα­βαί­νει καλύ­τε­ρα τη σημα­σία της ιστο­ρί­ας που διη­γεί­σαι. Σ’ εμέ­να τον ίδιο, μερι­κές φορές, η σημα­σία αυτή δεν είναι σαφής».

Αν θελή­σει κάποιος να προσ­διο­ρί­σει τις θεμα­τι­κές των βιβλί­ων του, θα βρε­θεί μπρο­στά σε ορι­σμέ­νες στα­θε­ρές συνι­στώ­σες: τη βία, το χρή­μα, τα ναρ­κω­τι­κά, το σεξ, τον κομ­φορ­μι­σμό. Και, βεβαί­ως, την οικο­γέ­νεια. Τα θέμα­τα αυτά επι­στρέ­φουν συνε­χώς στα βιβλία του και μάλι­στα τρα­βηγ­μέ­να πολ­λές φορές στην πιο ακραία τους μορ­φή. Αυτός είναι άλλω­στε ο τρό­πος, για τον Αμα­νί­τι, να πει τη γνώ­μη του, να κάνει κρι­τι­κή σε μια κοι­νω­νία που δημιουρ­γεί συνε­χώς ανά­γκες χωρίς να μπο­ρεί πάντα να τις ικανοποιήσει.

«Το χρή­μα, το σεξ, η βία δεν απο­τε­λούν από μόνα τους σημα­ντι­κά θέμα­τα. Αν όμως το σεξ ή τα χρή­μα­τα είναι μια κατα­πιε­σμέ­νη εμμο­νή, αν πρό­κει­ται για απραγ­μα­το­ποί­η­τες επι­θυ­μί­ες…, αν ένας άνθρω­πος δυσκο­λεύ­ε­ται να τα βγά­λει πέρα, να δώσει στο παι­δί του χρή­μα­τα να αγο­ρά­σει μια πίτσα…, ή αν έχει την εμμο­νή να γίνει πλού­σιος, τότε μπο­ρεί να οδη­γη­θεί να κάνει μια ληστεία, όπως συμ­βαί­νει στο Με τις ευλο­γί­ες του Θεού. Αν πάλι ένας άντρας δεν γνώ­ρι­σε ποτέ γυναί­κα, ή μια γυναί­κα γνώ­ρι­σε απλώς άντρες που την έκα­ναν δυστυ­χι­σμέ­νη, τότε το πρό­βλη­μα δεν είναι το σεξ αλλά η απου­σία του σεξ, η έλλει­ψη. Και οι ελλεί­ψεις είναι πάντα σημα­ντι­κές, είναι το συστα­τι­κό που εντέ­λει φτιά­χνει λογο­τε­χνι­κούς ήρω­ες. Αν τώρα ένας πλού­σιος θέλει να γίνει πιο πλού­σιος επει­δή θεω­ρεί πολύ σημα­ντι­κό να έχει Φερ­ρά­ρι, και γι’ αυτόν τον λόγο σκο­τώ­νει τη γριά για­γιά του, θεω­ρώ ότι είναι κι αυτό σημα­ντι­κό: σου δίνει θέμα, αφού όπως είπα η έλλει­ψη δημιουρ­γεί χαρακτήρες.

»Έχεις δίκιο, τρα­βώ­ντας στα άκρα ορι­σμέ­να θέμα­τα, παίρ­νω θέση, κάνω τη δική μου κρι­τι­κή… Στο Με τις ευλο­γί­ες του Θεού οι δύο βασι­κοί χαρα­κτή­ρες, ο πατέ­ρας και ο έφη­βος γιος, αισθά­νο­νται κυνη­γη­μέ­νοι από το κρά­τος, αφού το κρά­τος τους ζητά μόνο φόρους και δεν δίνει καμιά απά­ντη­ση στα θέμα­τά τους – το αντί­θε­το, θέλει να τους χωρί­σει… Βλέ­πεις, εγώ ο οποί­ος βρί­σκο­μαι σε προ­νο­μια­κή θέση, δεν ενο­χλού­μαι καθό­λου αν στην Ιτα­λία δεχό­μα­στε εξω­κοι­νο­τι­κούς μετα­νά­στες· για μερι­κούς άλλους, όμως, που αισθά­νο­νται μια συνε­χή απει­λή για τη δου­λειά τους, το γεγο­νός μπο­ρεί να τους οδη­γή­σει στο ρατσι­σμό. Γι’ αυτό και στην Ιτα­λία εμφα­νί­ζο­νται όλο και συχνό­τε­ρα άτο­μα που νιώ­θουν εκτός κρά­τους, που παλεύ­ουν ενα­ντί­ον του κρά­τους, που γίνο­νται μέχρι και ναζί, άτο­μα αμόρ­φω­τα, που καλά καλά δεν ξέρουν τι είναι ναζι­σμός. Δεν υπο­στη­ρί­ζω αυτά τα άτο­μα, νιώ­θω όμως οίκτο γι’ αυτά. Νιώ­θω οίκτο αλλά και γελώ μαζί τους. Και τους βάζω να είναι και ελα­φρώς κωμι­κοί. Η κωμι­κό­τη­τα παί­ζει ουσια­στι­κό ρόλο στα βιβλία μου. Τη θεω­ρώ ανα­γκαία. Αγα­πώ όμως τους χαρα­κτή­ρες αυτούς, τους λυπά­μαι. Σκέ­φτο­μαι ότι είναι άνθρω­ποι που, σε δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες, θα ήταν καλύτεροι».

 

Στο Εγώ δεν φοβά­μαι ο Αμα­νί­τι χρη­σι­μο­ποιεί ένα κλα­σι­κό κινη­μα­το­γρα­φι­κό κόλ­πο, ένα κόλ­πο που είχε χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ο Ρόμαν Πολάν­σκι στο Μωρό της Ρόζ­μα­ρι. Ο τρό­μος που απο­πνέ­ει η ται­νία του Πολάν­σκι δεν προ­έρ­χε­ται από το σκο­τά­δι, τα τρι­ξί­μα­τα στην πόρ­τα, την αιφ­νι­δια­στι­κή εμφά­νι­ση κάποιου δύσμορ­φου δια­βο­λι­κού πλά­σμα­τος. Όχι. Η ται­νία είναι γυρι­σμέ­νη σε ένα φωτει­νό δια­μέ­ρι­σμα, οι άνθρω­ποι είναι όλοι φυσιο­λο­γι­κοί, μερι­κοί, όπως ο Κασ­σα­βέ­της, είναι και ωραί­οι· ο θεα­τής όμως παγώ­νει από τον τρό­μο, ο κίν­δυ­νος ελλο­χεύ­ει στην κανο­νι­κό­τη­τα, το παρά­λο­γο επι­βιώ­νει στην καθημερινότητα.

Σε μια ηλιό­λου­στη εξο­χή, σ’ έναν χρυ­σό σιτο­βο­λώ­να της Νοτί­ου Ιτα­λί­ας, ένα εννιά­χρο­νο αγό­ρι ανα­κα­λύ­πτει, παί­ζο­ντας, ένα καλά κρυμ­μέ­νο μυστι­κό: έναν αλυ­σο­δε­μέ­νο συνο­μή­λι­κό του, φυλα­κι­σμέ­νο σε μια τρύ­πα μέσα στη γη. Το μυθι­στό­ρη­μα θα κινη­θεί αφε­νός στη σχέ­ση που θα δημιουρ­γη­θεί ανά­με­σα στα δυο παι­διά, και στην προ­σπά­θεια του ενός να ελευ­θε­ρώ­σει τον άλλο, αφε­τέ­ρου στο μυστή­ριο που θα συνε­χί­σει να παρα­μέ­νει μυστή­ριο μέχρι σχε­δόν τις τελευ­ταί­ες σελί­δες. Το κακό δεν βρί­σκε­ται κάπου έξω, το κακό βρί­σκε­ται στο σπί­τι μας, στην αγία οικο­γέ­νεια, στον πρω­το­γε­νή πυρή­να της κοι­νω­νί­ας μας.

Το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος του επό­με­νου μυθι­στο­ρή­μα­τος Με τις ευλο­γί­ες του Θεού δια­δρα­μα­τί­ζε­ται όλο σε ένα δάσος, μια βρο­χε­ρή νύχτα, με ήρω­ες έναν κακο­μοί­ρη σαλε­μέ­νο κι ένα πανέ­μορ­φο κορί­τσι. Γύρω τους ένας απρο­σάρ­μο­στος πατέ­ρας κι ένας έφη­βος γιος που μαθαί­νει καθη­με­ρι­νά πόσο σκλη­ρή και άδι­κη είναι η ζωή. Χωρι­σμέ­νο σε τρία μέρη, το μυθι­στό­ρη­μα, στο δεύ­τε­ρο μέρος, αλλά­ζει τους ρυθ­μούς του, εστιά­ζε­ται σε μία μόνο νύχτα, κι έναν τρο­με­ρό βια­σμό. Δεν υπάρ­χει μυστή­ριο, ο ανα­γνώ­στης ξέρει τους ήρω­ες, ξέρει τι πρό­κει­ται να συμ­βεί, κι όμως αγω­νιά, προ­χω­ρά προς το προ­σχε­δια­σμέ­νο τέλος, ελπί­ζο­ντας μέχρι την τελευ­ταία στιγ­μή ότι κάτι θα αλλά­ξει, ότι η φρί­κη δεν θα ηγε­μο­νεύ­σει στη μικρή άσκη­μη πόλη του ιτα­λι­κού βορρά.

Στα Εγκλή­μα­τα ο Αμα­νί­τι υπο­γρά­φει το πιο ωραίο διή­γη­μα της συλ­λο­γής. Εδώ υπε­ρέ­χουν τα κωμι­κά στοι­χεία. Η Ιτα­λία των πλα­στι­κών χει­ρουρ­γών, των πλού­σιων ποδο­σφαι­ρι­στών, των τηλε­ο­πτι­κών σταρ και της κοκα­ΐ­νης μπαί­νει στο μικρο­σκό­πιο, επι­δει­κνύ­ο­ντας όχι μόνο την κενό­τη­τά της αλλά και την ευκο­λία με την οποία μπο­ρεί να φτά­σει στο έγκλημα.

Στο ίδιο κλί­μα κινεί­ται και το Ας αρχί­σει η γιορ­τή, ένα μυθι­στό­ρη­μα το οποίο καλύ­πτει το χρο­νι­κό τόξο ενός εικο­σι­τε­τρα­ώ­ρου. Η ιστο­ρία ανα­φέ­ρε­ται σε μια μεγά­λη γιορ­τή που οργα­νώ­νει σε ένα δημό­σιο πάρ­κο ένας βαθύ­πλου­τος τύπος ο οποί­ος θυμί­ζει απελ­πι­στι­κά τον Μπερ­λου­σκό­νι. Κι εδώ υπάρ­χει άφθο­νο σασπένς, όπως υπάρ­χει και μια περί­ερ­γη μεί­ξη ρεα­λι­στι­κών και υπερ­ρε­α­λι­στι­κών στοι­χεί­ων, ένα αφη­γη­μα­τι­κό λού­να παρκ, μια χώρα που αυτο­κτο­νεί γελώ­ντας και δια­σκε­δά­ζο­ντας, ενώ κάτω από το χώμα κινού­νται απει­λη­τι­κά, ίσως και λίγο κωμι­κά, οι παλιές της αξίες.

Από τη Λάσπη και μετά, όλα τα βιβλία του Αμα­νί­τι φλερ­τά­ρουν με το αστυ­νο­μι­κό, χωρίς να γίνο­νται ποτέ αστυ­νο­μι­κά. Διό­τι, όπως λέει και η Π. Ντ. Τζέιμς, άλλο έγκλη­μα κι άλλο δολο­φο­νία. Την Τζέιμς ενδια­φέ­ρουν οι δολο­φο­νί­ες, τον Αμα­νί­τι τα εγκλήματα.

«Ναι, μου αρέ­σει το αστυ­νο­μι­κό. Δεν μου αρέ­σουν όμως τα βιβλία-αινίγ­μα­τα στιλ Άγκα­θα Κρί­στι. Θέλω πάντα ο ανα­γνώ­στης να ξέρει τα πράγ­μα­τα που συχνά οι χαρα­κτή­ρες δεν ξέρουν. Ο ανα­γνώ­στης πρέ­πει να ξέρει τα πάντα, για να μπο­ρεί να δει πώς αντι­δρούν οι χαρα­κτή­ρες, να δει τη συναι­σθη­μα­τι­κή δια­δρο­μή του κάθε προ­σώ­που. Αν ο ανα­γνώ­στης πρέ­πει να παρα­κο­λου­θή­σει μονά­χα την πλο­κή, άρα στο τέλος απο­κα­λύ­πτε­ται ότι δολο­φό­νος είναι ο για­τρός που δεν είχε φανεί στο βιβλίο, ε, αυτό δεν μου αρέ­σει. Αν αντί­θε­τα ξέρου­με από την αρχή ότι ήταν ο για­τρός και παρα­κο­λου­θού­με πώς προ­σπα­θεί να κρύ­ψει την υπαι­τιό­τη­τά του, αυτό μου αρέ­σει. Επο­μέ­νως ίσως να είμαι πιο κοντά στο νουάρ, το αμε­ρι­κά­νι­κο νουάρ στιλ Τζέιμς Ελρόι παρά στο παρα­δο­σια­κό αγγλι­κό αστυνομικό».

Σήμε­ρα ο Αμα­νί­τι, ο παλιός «κανί­βα­λος», έχει πλέ­ον μπει στη διδα­κτέα ύλη των ιτα­λι­κών σχο­λεί­ων. Κατά­φε­ρε εύκο­λα να μη μεί­νει ο συγ­γρα­φέ­ας του ενός βιβλί­ου, αφού τη μεγά­λη επι­τυ­χία του Εγώ δεν φοβά­μαι ακο­λού­θη­σαν άλλες επι­τυ­χί­ες. Το πιο πρό­σφα­το βιβλίο του, το Εγώ κι εσύ βρέ­θη­κε πάλι στις πρώ­τες θέσεις των ευπώ­λη­των, και κίνη­σε από την αρχή το ενδια­φέ­ρον ενός σκη­νο­θέ­τη σαν τον Μπερ­νά­ντο Μπερ­το­λού­τσι. Η επι­τυ­χία, λέει ο ίδιος, τον έκα­νε να είναι λιγό­τε­ρο κρι­τι­κός, λιγό­τε­ρο επι­θε­τι­κός. Ξέρει ότι οι κρι­τι­κοί, ιδιαί­τε­ρα μετά το Εγώ δεν φοβά­μαι, του την είχαν στη­μέ­νη, αυτό όμως δεν τον απο­θάρ­ρυ­νε, τον ώθη­σε να δει την όλη δια­δι­κα­σία σαν μια σκά­λα που σε κάνει να πας «ένα βήμα παρα­πέ­ρα, να σηκώ­σεις λίγο τον πήχη…, τον οποίο, βεβαί­ως, κάποια στιγ­μή θα ανα­γκα­στείς να ξανα­χα­μη­λώ­σεις, για­τί θα ήταν ωραίο η ζωή να βρί­σκε­ται διαρ­κώς σε άνο­δο, αλλά αυτό δεν συμ­βαί­νει ποτέ». Το βασι­κό είναι να σκέ­φτε­σαι «τον ανα­γνώ­στη σαν ένα παι­δί που κάθε βρά­δυ πρέ­πει να το απο­κοι­μί­ζεις με ένα και­νούρ­γιο παρα­μύ­θι. Κι αν το παι­δί πρέ­πει να κοι­μά­ται κάθε βρά­δυ με ένα παρα­μύ­θι, δεν θα είναι όλα τα παρα­μύ­θια το ίδιο καλά. Το σημα­ντι­κό είναι να απο­κοι­μί­σεις το παιδί».

 

Ο Αμα­νί­τι μοι­ρά­ζει τα βιβλία σε δύο εκδο­τι­κούς οίκους, τον ιστο­ρι­κό και προ­ο­δευ­τι­κό Einaudi και τον μεγα­λύ­τε­ρο οίκο της Ιτα­λί­ας, τον Mondadori – αμφό­τε­ροι πλέ­ον ιδιο­κτη­σί­ας Μπερ­λου­σκό­νι. Το θέμα τον είχε απα­σχο­λή­σει στο παρελ­θόν, αλλά απο­φά­σι­σε να μην κάνει καμιά κίνη­ση εφό­σον δεν του ζήτη­σαν ποτέ να αλλά­ξει έστω μια λέξη στα κεί­με­νά του.

Ο ίδιος, πάντως, τα έχει βάλει πολ­λές φορές δημο­σί­ως με τον –ας πού­με– εκδό­τη του. Και ανη­συ­χεί με την κατά­ντια της Ιταλίας.

«Δεν είναι σαφές τι πιστεύ­ουν αυτή τη στιγ­μή οι Ιτα­λοί. Είναι τόσο δυσα­ρε­στη­μέ­νοι, ώστε αρκούν κάποιες δημα­γω­γι­κές απα­ντή­σεις που δίνουν οι πολι­τι­κοί για να τους πιστέ­ψουν. Έτσι ένας άνθρω­πος σαν τον Μπερ­λου­σκό­νι, σε αυτή την επο­χή της έκπτω­σης των αξιών και των ιδε­ο­λο­γιών εμφα­νί­ζε­ται ως πραγ­μα­τι­στής, λέει πράγ­μα­τα που μπο­ρούν να αρέ­σουν σε ένα μέρος του κόσμου που αισθά­νε­ται κου­ρα­σμέ­νος. Ένας άνθρω­πος που έχει στην ιδιο­κτη­σία του τόσες τηλε­ο­ρά­σεις και ελέγ­χει τα δελ­τία ειδή­σε­ων, που έχει μια ποδο­σφαι­ρι­κή ομά­δα και συμ­με­τέ­χει σε όλες σχε­δόν τις οικο­νο­μι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες της χώρας, και ταυ­τό­χρο­να κυβερ­νά…, κάτι δεν πάει καλά. Σε μια δημο­κρα­τία δεν έπρε­πε να συμ­βαί­νουν τέτοια πράγ­μα­τα. Οι Ιτα­λοί όμως έχουν ξεμω­ρα­θεί, μοιά­ζουν με ένα μωρό που κλαί­ει συνε­χώς και στο τέλος δεν το ακούς. Κι αυτοί που καλού­νται να κυβερ­νή­σουν σήμε­ρα, μοιά­ζουν με παι­διά γονέ­ων που κάπο­τε είχαν μια ιδε­ο­λο­γία και τώρα την έχα­σαν, κι έγι­ναν στρε­βλοί πραγ­μα­τι­στές. Και συχνά, στις προ­ε­κλο­γι­κές περιό­δους, τα προ­γράμ­μα­τα της δεξιάς και της αρι­στε­ράς μοιά­ζουν μετα­ξύ τους. Άρα όταν δεν υπάρ­χει η ιδέα της δια­φο­ρο­ποί­η­σης αρι­στε­ράς και δεξιάς, το θέμα επι­κε­ντρώ­νε­ται στα πρό­σω­πα. Και τότε επι­βάλ­λε­ται αυτός που μοιά­ζει περισ­σό­τε­ρο στον μέσο Ιτα­λό. Στις δημο­κρα­τί­ες ψηφί­ζε­ται εκεί­νος που μοιά­ζει περισ­σό­τε­ρο στον ψηφοφόρο…

»Το μεγά­λο πρό­βλη­μα είναι ότι όλα όσα έμα­θα από μικρός ως κακά πράγ­μα­τα, η έννοια της ανη­θι­κό­τη­τας, η έννοια της γελοιό­τη­τας, η έννοια της χυδαιό­τη­τας, τώρα πια θεω­ρού­νται συνη­θι­σμέ­να και νόμι­μα από ηθι­κή άπο­ψη, που δεν εκπλήσ­σουν πλέ­ον κανέ­να. Έτσι, όταν αγα­να­κτείς, νιώ­θεις ξένος προς τη χώρα σου, νιώ­θεις γέρος και αντι­δρα­στι­κός, μπρο­στά σε ανθρώ­πους που θεω­ρούν φυσιο­λο­γι­κό ένας πρω­θυ­πουρ­γός να οργα­νώ­νει γιορ­τές με κοπέ­λες που παίρ­νει απευ­θεί­ας είτε από τις τηλε­ο­ρά­σεις του είτε από τα καρ­νέ ντα­βα­τζή­δων και τις πηγαί­νει σπί­τι του. Υπάρ­χει λοι­πόν ένα τερά­στιο χάσμα ανά­με­σα σε αυτό που είμα­στε και σε αυτό που συμ­βαί­νει γύρω μας. Κάποιοι από μας νιώ­θου­με ένα ξάφ­νια­σμα που δεν οδη­γεί που­θε­νά, άρα νιώ­θου­με ταπει­νω­μέ­νοι, κατε­ψυγ­μέ­νοι, δεν κατορ­θώ­νου­με να σκε­φτού­με τίπο­τε άλλο…»

Στις όχθες της λίμνης Μπολ­ζέ­να, μετά από μια εξαι­ρε­τι­κή μακα­ρο­νά­δα με θαλασ­σι­νά
(φωτό Σταύ­ρος Μελέας)