Κάθε βιβλίο είχει την δική του υφή, υλι­κό­τη­τα και τοπο­γρα­φία. Κυριο­λε­κτι­κά και όχι μετα­φο­ρι­κά. Η δια­δι­κα­σία της κατα­σκευ­ής ενός μυθι­στο­ρή­μα­τος, παρά­γει ένα σορό από σκόρ­πιες σημειώ­σεις, σκί­τσα, έρευ­να, προ­σχέ­δια. Το στα­δια­κό ξεσκαρ­τά­ρι­σμα τους, μπο­ρεί να μας δώσει την αρχι­τε­κτο­νι­κή κάτο­ψη, της πρα­κτι­κής του γρα­ψί­μα­τος. Ζητή­σα­με από τον Γκαρθ Γκρίν­γου­ελ να συγκε­ντρώ­σει τις μνή­μες και τα προ­σχέ­δια του εκπλη­κτι­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος Αυτό που σου ανή­κει και να μας ταξι­δέ­ψει ξανά στις στιγ­μές που πέρα­σε στην Μαδρί­τη, κάνο­ντας την πρώ­τη διόρθωση.

Το βιβλίο εξι­στο­ρεί το πως ένας Αμε­ρι­κα­νός καθη­γη­τής στην Βουλ­γα­ρία βρέ­θη­κε παγι­δευ­μέ­νος μέσα σε μια παθια­σμέ­νη σχέ­ση, μ’έναν νεα­ρό πόρ­νο. Η σχέ­ση αυτή σπρώ­χνει τον καθη­γη­τή να αντι­με­τω­πί­σει την βαθύ­τε­ρη ντρο­πή που νιώ­θει, από τα παι­δι­κά του χρό­νια, όταν οι ομο­φυ­λο­φι­λι­κές του επι­θυ­μί­ες τον είχαν κατα­τά­ξει στο περι­θώ­ριο.  Ας δού­με τι λέει ο ίδιος ο Γκαρθ Γκρίν­γου­ελ για την δια­δι­κα­σία των διορ­θώ­σε­ων του βιβλί­ου και τις εικό­νες που έφε­ρε από την Μαδρίτη.

«Δού­λε­ψα πάνω στις διορ­θώ­σεις του Αυτό που σου ανή­κει στην Μαδρί­τη. Έμε­να σ’ένα νοι­κια­σμέ­νο δια­μέ­ρι­σμα πολυ­κα­τοι­κί­ας. Πήγα στην Ισπα­νία για να είμαι κοντά στο αγό­ρι μου, τον ποι­η­τή Λουίς Μου­νιόθ. Αλλά το δια­μέ­ρι­σμα ήταν πολύ μικρό για να χωρέ­σει και να αντέ­ξει την μιζέ­ρια μου, καθώς δού­λευα. Χρεια­ζό­μουν τον προ­σω­πι­κό μου χώρο.

view

Η θέα του Γκαρθ Γκρίν­γου­ελ από το δια­μέ­ρι­σμα του στην Μαδρί­τη (φωτό: του ιδίου)

Κοι­τώ­ντας πίσω, είναι πολύ δύσκο­λο για μένα να κατα­λά­βω το για­τί η δια­δι­κα­σία ήταν τόσο δρα­μα­τι­κή. Η επι­με­λή­τρια μου, η Μίτζι Έιν­τζελ, διέ­θε­σε άπλε­το χρό­νο και την ανά­λο­γη προ­σο­χή στα χει­ρό­γρα­φα μου. Δου­λεύ­ει με το χέρι και μου έστέλ­νε εκτυ­πω­μέ­νες σελί­δες με τις παρα­τη­ρή­σεις της. Καθη­με­ρι­νά σχε­δόν, με περί­με­νε ένα και­νούρ­γιο πακέ­το χαρ­τιών. Μόλις έπια­να τα χαρ­τιά στα χέρια μου, έβρι­σκα αμέ­σως την όρε­ξη να δου­λέ­ψω το κεί­με­νο. Πολ­λές φορές και δέκα ώρες την ημέρα.

Δου­λεύω κι εγώ με το χέρι, πάνω σε λευ­κό χαρ­τί και δίπλα το πρό­χει­ρο. Οι παρα­τη­ρή­σεις της Μίτζι, βρι­σκό­του­σαν στο iPad μου. Όλες οι αλλα­γές έγι­ναν έτσι ώστε να μην επη­ρε­ά­σουν την πλο­κή ή την δομή του έργου, αλλα να βοη­θή­σουν μ’έναν τρό­πο στο πρώ­το μεγά­λο ξεκα­θά­ρι­σμα: για παρά­δειγ­μα θυμά­μαι έκο­ψα 17.000 λέξεις με την μία, από ένα σύνο­λο 83.000 λέξεις χει­ρό­γρα­φου. Ολό­κλη­ρες προ­τά­σεις έβγα­ζαν μάτι για το πόσο λάθος ήταν, καμιά φορά και ολό­κλη­ρες σελί­δες. Πολ­λές φορές η Μίτζι με πίε­ζε να συμπιέ­σω ένα μάτσο προ­τά­σεις σε μια παρά­γρα­φο. Οι παρα­τη­ρή­σεις ήταν εξαι­ρε­τι­κές, έχει μάτι αετού και γι αυτό δυσκο­λεύ­τη­κα πολύ.

Για μεγά­λο διά­στη­μα δεν ήμουν σίγου­ρος ή απο­φα­σι­σμέ­νος αν θέλε­τε, για το πως θα κάνω το βιβλίο μου καλύ­τε­ρο. Ποιο δρό­μο να τρα­βή­ξω. Καθώς προ­χω­ρού­σα βήμα-βήμα στη διόρ­θω­ση, αισθάν­θη­κα πως χάνω την δυνα­τό­τη­τα του να παίρ­νω τις δικές μου απο­φά­σεις. Δεν «έβλε­πα» καθα­ρά το χει­ρό­γρα­φο. Η όρα­ση μου είχε θολώ­σει. Καθώς δού­λευα την κάθε σελί­δα ξεχω­ρι­στά, έγρα­φα και ξανά­γρα­φα στα πετα­χτά σημειώ­σεις, υπο­λείμ­μα­τα σκέ­ψε­ων. Σύντο­μα, το ξανα­ει­δω­μέ­νο κεί­με­νο απέ­κτη­σε άλλη μορ­φή. Έγι­νε από θραύ­σμα­τα, σύν­θε­ση. Το χει­ρό­γρα­φο άρχι­σε να μοιά­ζει με τι πρώ­τες σημειώ­σεις που κρα­τού­σα σ’ένα σπι­ράλ τετρά­διο, όπου εκεί είχε γρα­φτεί για πρώ­τη φορά το βιβλίο. Τα κεφά­λαια του βιβλί­ου σχε­δόν από το που­θε­νά, βγή­καν στην επι­φά­νεια και παρέ­μει­ναν ζωντα­νά μέχρι τέλους.

scrap2

Σημειώ­σεις και διορ­θώ­σεις πάνω στο μυθι­στό­ρη­μα Αυτό που σου ανή­κει (φωτό: Γκαρθ Γκρίνγουελ)

Εκεί­νο το καλο­καί­ρι, δεν μπο­ρώ να πως ότι είδα την Μαδρί­τη. Συνα­ντού­σα τον Λού­ις κάθε από­γευ­μα για φαγη­τό. Αλλά οι μέρες μου ήταν γενι­κά μονα­χι­κές. Όταν είχα μπα­φιά­σει από τις διορ­θώ­σεις, πήγαι­να μια βόλ­τα από το δια­μέ­ρι­σμα μέχρι το Πρά­δο. Έχω μια πολύ δύσκο­λη σχέ­ση με τα μου­σεία. Η οποία με κυριεύ­ει. Γνω­ρί­ζω ελά­χι­στα για την ζωγρα­φι­κή. Η παι­δεία μου έχει να κάνει περισ­σό­τε­ρο με την λογο­τε­χνία και την μου­σι­κή. Εκεί­νο το καλο­καί­ρι όμως, το Πρά­δο είχε μια απί­θα­νη ρετρο­σπε­κτί­βα του Ελ Γκρέ­κο. Ξάφ­νου όλο το άγχος της επι­μέ­λειας, δια­λυό­ταν καθώς καθό­μουν μπρο­στά σ’αυτά τα υπέ­ρο­χα έργα.

Στην τέχνη έλκο­μαι από πράγ­μα­τα, πως να πω, λοξά. Ο ακραιφ­νής ρεα­λι­σμός, ποτέ δεν με συγκί­νη­σε. Με ενδια­φέ­ρει να δω την παρέμ­βα­ση της συναί­σθη­σης, στον τρό­πο που η αντί­λη­ψη γίνε­ται ακα­θό­ρι­στη, από μια μονα­δι­κή ερμη­νεία. Οι πίνα­κες του Ελ Γκρέ­κο, είναι εκκε­ντρι­κοί, παρά­ξε­νοι, γεμά­τες θέλη­ση. Καθό­μουν μπρο­στά στο πορ­τραί­το του Fray Horteνsio και δεν μπο­ρού­σα να στα­μα­τή­σω να σκέ­φτο­μαι, ποιος καλ­λι­τέ­χνης θα μπο­ρού­σε να πετύ­χει κάτι ανά­λο­γο: η περί­ερ­γη γωνία της καρέ­κλας του, η αλλό­κο­τη στά­ση των χεριών του. Μια οικεία και από­κο­σμη εικό­να ταυ­τό­χρο­να. Σήμε­ρα, ένας επι­με­λη­τής ή ένας εκδό­της θέλει τα πράγ­μα­τα να μην είναι τόσο παρά­ξε­να. Οι όποιες αιχ­μές να λειαν­θούν. Να υπάρ­χει μεγα­λύ­τε­ρη δόση κανο­νι­κό­τη­τας. Αυτές όμως οι νου­θε­σί­ες, δεν αφή­νουν ένα έργο να γίνει πραγ­μα­τι­κά μεγά­λο. Αυτές οι «παρα­δο­ξό­τη­τες» που βλέ­που­με στους πίνα­κες του Ελ Γκρέ­κο, είναι η ουσία της τέχνης.

scrap1

Τετρά­δια σημειώ­σε­ων Αυτό που σου ανή­κει (φωτό: Γκαρθ Γκρίνγουελ)

Μια από τις πιο δύσκο­λες στιγ­μές που πέρα­σα στην Μαδρί­τη, ήταν όταν ένιω­σα πως χάνω την κυριό­τη­τα του έργου μου. Πίστευα πως για να δίνει δικό μου το έργο, θα πρέ­πει να βάλω τα ιδιαί­τε­ρα χαρα­κτη­ρι­στι­κά μου  σε μια δια­δι­κα­σία χοντρού συμ­βι­βα­σμού. Βλέ­πο­ντας το τελι­κό απο­τέ­λε­σμα, σκε­φτό­μουν το πόσο ηλί­θιος ήμουν. Όταν διά­βα­σα για πρώ­τη φορά την τελι­κή κόπια, προ­σπα­θού­σα να θυμη­θώ πόσες προ­τά­σεις κόψα­με. Ήξε­ρα ότι δια­βά­ζω το απο­τέ­λε­σμα μιας συνερ­γα­σί­ας, που δεν θα είχε επι­τευ­χθεί χωρίς την επι­με­λή­τρια μου. Κάθε στιγ­μή όμως το αισθά­νο­μαι σαν το δικό μου βιβλίο. Όλα όσα θα ήθε­λα να γράψω»

Πηγή: Guardian