Με αφορ­μή την δίγλωσ­ση έκδο­ση Λένιν του Βλα­ντί­μιρ Μαγια­κόφ­σκι (μετά­φρ­ση Αλέ­ξης Πάρ­νης), παρα­θέ­του­με ένα χαρα­κτη­ρι­στι­κό από­σπα­σμα από την αυτο­βιο­γρα­φία του μεγά­λου ποι­η­τή Εγώ, αυτο­προ­σώ­πως που γρά­φτη­κε το 1922. Έξι χρό­νια αργό­τε­ρα ο ποι­η­τής συνέ­χι­σε φτά­νο­ντας μέχρι και το 1928. Το κεί­με­νο συμπε­ρι­λή­φθη­κε στον πρώ­το τόμο των Απά­ντων του. Στο από­σπα­σμα που ακο­λου­θεί ο Μαγια­κόφ­σκι ξετυ­λί­γει το κου­βά­ρι των παι­δι­κών του χρό­νων, μας λέει για τα πρώ­τα του διά­βα­σμα­τα, την μύη­ση του στο Κόμ­μα, τις φυλα­κί­σεις, έως και την γέν­νη­ση του φου­του­ρι­σμού. Το ύφος της γρα­φής είναι ειρω­νι­κό με αυτο­σαρ­κα­στι­κές όψεις. Δια­κρί­νε­ται δια γυμνού οφθαλ­μού το σφρί­γος και η ορμη­τι­κή του προσωπικότητας.

Πηγή: samizdat project

Εγώ, αυτο­προ­σώ­πως

Θέμα

Είμαι ποι­η­τής. Γι’ αυτό και είμαι ενδια­φέ­ρων. Γι’ αυτό και γρά­φω ποί­η­ση. Για όλα τα υπό­λοι­πα γρά­φω μόνο αν περισ­σέ­ψουν λέξεις.

Μνή­μη

Ο Μπουρ­λιούκ έλε­γε: ο Μαγια­κόφ­σκι έχει μνή­μη που μοιά­ζει με τον δρό­μο για την Πολ­τά­βα, ο καθέ­νας αφή­νει τα ίχνη της μπό­τας τους. Δεν θυμά­μαι όμως πρό­σω­πα και ημε­ρο­μη­νί­ες. Θυμά­μαι μόνο ότι το έτος 1100 κάπου μετα­κό­μι­σαν κάποιοι «ευγε­νείς». Λεπτο­μέ­ρειες αυτής της υπό­θε­σης δεν θυμά­μαι, αλλά, θα πρέ­πει να ήταν πολύ σοβα­ρή υπό­θε­ση. Θα πρέ­πει να σημειω­θεί όμως ότι «ήταν τότε 2 του Μάη. Πάβλοφσκ. Σιντρι­βά­νια». – υπό­θε­ση παντε­λώς ασή­μα­ντη. Γι’ αυτό και κολυ­μπάω ελεύ­θε­ρα στην χρο­νο­λο­γία μου.

Βασι­κό

Γεν­νή­θη­κα στις 7 Ιου­λί­ου 1894 (ή το ’93 – η άπο­ψη της μαμάς και του υπη­ρε­σια­κού δελ­τί­ου του πατέ­ρα δια­φω­νούν. Εν πάσει περι­πτώ­ση όμως όχι νωρί­τε­ρα). Πατρί­δα μου είναι το χωριό Μπαγκ­ντά­ντα, του Κυβερ­νεί­ου του Κου­ταί­σι, Γεωργία.

Η σύν­θε­ση της οικογένειας

Πατέ­ρας: Βλα­δί­μη­ρος Κων­στα­ντί­νο­βιτς (δασο­λό­γος του Μπαγκ­ντά­ντα), πέθα­νε το 1906.

Μαμά: Αλε­ξάν­δρα Αλεξέγιεβνα.

Αδελ­φές:

α) Όλγκα.

β) Λιού­ντα.

Άλλοι Μαγια­κόφ­σκι, απ’ ότι φαί­νε­ται, δεν υπάρχουν.

1η ανάμνηση

Πολύ­χρω­μες έννοιες. Τοπο­θε­σία άγνω­στη. Χει­μώ­νας. Ο πατέ­ρας ήταν συν­δρο­μη­τής στο περιο­δι­κό «Η πατρί­δα». Στην «Πατρί­δα» υπάρ­χει ένα «χιου­μο­ρι­στι­κό» ένθε­το. Για τους αστεί­ους μιλά­νε και περι­μέ­νουν. Ο πατέ­ρας βημα­τί­ζει και τρα­γου­δά­ει το παντο­τι­νό του «αλο ζαν­φάν δε λα κατά τετρά­δες». «Η πατρί­δα» έφτα­σε. Ανοί­γω κι αμέ­σως (πίνα­κας» φωνά­ζω: «τι αστείο! Ένας θεί­ος φιλά­ει μια θεί­τσα». Γέλα­σαν. Αργό­τε­ρα, όταν πήρα στα χέρια μου το ένθε­το και έπρε­πε όντως να γελά­σω, απο­δεί­χτη­κε πως προη­γου­μέ­νως γελού­σαν με μένα. Έτσι, χώρι­σαν οι από­ψεις μας για τους πίνα­κες και το χιούμορ.

2η ανάμνηση

Έννοια ποι­η­τι­κή. Καλο­καί­ρι. Φτά­νει το πλή­θος. Ένας ψηλός όμορ­φος φοι­τη­τής – ο Μπ. Π. Γκλου­σόφ­σκι. Ζωγρα­φί­ζει. Δερ­μά­τι­νο τετρά­διο. Λαμπε­ρό χαρ­τί. Πάνω στο χαρ­τί ένας ψηλός άνθρω­πος δίχως παντε­λό­νι (ίσως όμως εφαρ­μο­στό) μπρο­στά στον καθρέ­φτη. Το όνο­μα αυτού του ανθρώ­που «Ευγέ­νιος Ονέ­γκιν». Και ο Μπό­ρια ήταν ψηλός και ο ζωγρα­φι­σμέ­νος άνθρω­πος ήταν ψηλός. Ξεκά­θα­ρα πράγ­μα­τα. Πίστευα ότι ο Μπό­ρια ήταν ο ίδιος ο «Ευγέ­νιος Ονέ­γκιν». Είχα την άπο­ψη αυτή για τρία ολό­κλη­ρα χρόνια.

3η ανάμνηση

Πρα­κτι­κές έννοια. Νύχτα. Πίσω από τον τοί­χο ακού­γε­ται το ατε­λεύ­τη­το ψιθύ­ρι­σμα του μπα­μπά και της μαμάς. Για το πιά­νο. Όλη τη νύχτα δεν κοι­μή­θη­κα. Μέσα στο μυα­λό μου τρι­γυρ­νού­σε μία και μονα­δι­κή φρά­ση. Το πρωί άρχι­σα να τρέ­χω: «Μπα­μπά τι είναι η πλη­ρω­μή με δόσεις;». Η εξή­γη­ση μου άρε­σε πολύ.

Κακές συνή­θειες

Καλο­καί­ρι. Τρο­μα­κτι­κό πλή­θος μου­σα­φι­ρέ­ων. Έρχε­ται η ονο­μα­στι­κή εορ­τή. Ο πατέ­ρας εγκω­μιά­ζει την μνή­μη μου. Σε κάθε ονο­μα­στι­κή εορ­τή με υπο­χρε­ώ­νουν να απο­μνη­μο­νεύ­σω στί­χους. Θυμά­μαι εκεί­νους που έμα­θα για την γιορ­τή του πατέρα:

Μια φορά μέσα στο πλήθος

Των ομο­ε­θνών βουνών…

«Τα ομο­ε­θνή» και τα «Βου­νά» με εντυ­πω­σί­α­ζαν. Ποια είναι δεν γνώ­ρι­ζα, αλλά ούτε κι έτυ­χε να τα συνα­ντή­σω στην ζωή. Αργό­τε­ρα, έμα­θα ότι αυτά τα πράγ­μα­τα απο­κα­λού­νται ποι­η­τι­κό­τη­τα και άρχι­σα ήρε­μα να τα μισώ.

Οι ρίζες του ρομαντισμού

Το πρώ­το μου σπί­τι το θυμά­μαι πολύ καθα­ρά. Δύο όρο­φοι. Ο πάνω όρο­φος είναι ο δικός μας. Ο κάτω όρο­φος ανή­κε σε κάποιον ιδιο­κτή­τη οινο­ποιεί­ου. Μια φορά τον χρό­νο ήταν ο τρύ­γος. Πατη­τή­ρι. Εγώ έτρω­γα στα­φύ­λια. Εκεί­νοι έπι­ναν. Όλα αυτά μέσα σε ένα παλιό γεωρ­για­νό φρού­ριο κάτω από το χωριό Μπαγκ­ντά­τα. Το φρού­ριο είχε τέσ­σε­ρεις γωνια­κούς πύρ­γους. Στην γωνιά του κάθε πύρ­γου είχε πολε­μί­στρες για τα πυρο­βό­λα. Στους πύρ­γους επά­νω είχε στρα­τιώ­τες. Πίσω από τα τεί­χη ήταν η τάφρος. Πίσω από την τάφρο το δάσος και τα τσα­κά­λια. Πάνω από τα δάση ήταν τα βου­νά. Μεγά­λω­σα. Ανέ­βαι­να στο πιο ψηλό. Τα βου­νά χαμη­λώ­νουν προς Βορ­ρά. Στον Βορ­ρά η ρήξη. Ονει­ρευό­μουν ότι είναι η Ρωσία. Με τρα­βού­σε από τότε απίστευτα.

Μαθη­τεία

Με δίδα­σκε η μητέ­ρα και οι αδελ­φές μου. Η αριθ­μη­τι­κή μου φαι­νό­ταν σαν κάτι το μη αλη­θι­νό. Έπρε­πε να μετράω μήλα και αχλά­δια που τα μοι­ρά­ζο­νταν παι­δά­κια. Εμέ­να πάντα μου έδι­ναν κι εγώ πάντα έδι­να δίχως να υπο­λο­γί­ζω τίπο­τα. Στον Καύ­κα­σο υπάρ­χει αφθο­νία φρού­των. Με ευχα­ρί­στη­ση όμως έμα­θα να διαβάζω.

Το πρώ­το βιβλίο

Ήταν κάποιο «Το πτη­νο­τρο­φία του Αγά­θιου». Εάν την επο­χή εκεί­νη τύχαι­νε να πέσουν στα χέρια μου μερι­κά ακό­μη τέτοια βιβλία θα είχα παρα­τή­σει εντε­λώς το διά­βα­σμα. Ευτυ­χώς, το δεύ­τε­ρο βιβλίο ήταν ο «Δον Κιχώ­της». Αυτό ήταν βιβλίο! Έφτια­ξα ένα ξύλι­νο σπα­θί και πανο­πλία και απει­λού­σα τους γύρω μου.

Εξε­τά­σεις

Μετα­κο­μί­σα­με. Από την Μπαγκ­ντά­τα στο Κου­ταί­σι. Εξε­τά­σεις στο Γυμνά­σιο. Πέρα­σα. Ρώτη­σαν για την άγκυ­ρα (στο μανί­κι μου) και τα ήξε­ρα καλά. Ο ιερέ­ας όμως με ρώτη­σε τι σημαί­νει «οφθαλ­μός». Απά­ντη­σα: «τρία φού­ντια» (έτσι είναι στα γεωρ­για­νά). Οι ευγε­νι­κοί εξε­τα­στές μου εξή­γη­σαν ότι «οφθαλ­μός» είναι το «μάτι» στα αρχαία, στην αρχαία σλα­βο­νι­κή εκκλη­σια­στι­κή γλώσ­σα. Παρα­λί­γο να απο­τύ­χω στις εξε­τά­σεις εξαι­τί­ας αυτού. Γι’ αυτό και μίση­σα αμέ­σως κάθε τι το αρχαίο, κάθε τι το εκκλη­σια­στι­κό, κάθε τι το σλα­βι­κό. Πιθα­νόν, σ’ αυτό να οφεί­λε­ται ο φου­του­ρι­σμός μου, ο αθεϊ­σμός μου και ο διε­θνι­σμός μου.

Παρα­νο­μία

Ήρθε η αδελ­φή μου από την Μόσχα. Εντυ­πω­σια­σμέ­νη. Μυστι­κά μου έδω­σε κάτι μεγά­λα χαρ­τιά. Μου άρε­σε: ήταν παρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νο. Θυμά­μαι σαν να ‘ταν τώρα. Το πρώ­το έγραφε:

Ξύπνα σύντρο­φε, ξύπνα αδελφέ,

γρή­γο­ρα πέτα­ξε τ’ όπλο σου κάτω.

Και ένα άλλο που κατέ­λη­γε με τις λέξεις:

…δεν υπάρ­χει άλλος δρόμος

από το να πάει στους Γερ­μα­νούς μαζί με τον γιο του, την σύζυ­γό και την μανού­λα του

(για τον τσάρο).

Αυτή ήταν η επα­νά­στα­ση. Αυτό λέγο­νταν με στί­χους. Οι στί­χοι και η επα­νά­στα­ση έγι­ναν, κατά κάποιο τρό­πο, ένα μέσα στο κεφά­λι μου.

1905

Δεν είχα μυα­λό για το σχο­λείο. Άρχι­σα να παίρ­νω βαθ­μο­λο­γία κάτω από την βάση. Πέρα­σα στην τέταρ­τη τάξη μόνο και μόνο για­τί μου έσπα­σαν με μια πέτρα το κεφά­λι (είχα μαλώ­σει στη Ριό­να) και με λυπή­θη­καν όταν πήγα να δώσω εξε­τά­σεις για μετε­ξε­τα­στέ­ους. Για μένα είχε αρχί­σει η επα­νά­στα­ση ως εξής: ο σύντρο­φός μου, μάγει­ρας ιερέα, Ισί­δω­ρος, από την χαρά του κλώ­τση­σε ξυπό­λη­τος ένα τού­βλο λέγο­ντας πως δολο­φό­νη­σαν τον στρα­τη­γό Αλι­χά­νοφ. Εκεί­νον που υπέ­τα­ξε την Γεωρ­γία. Άρχι­σαν οι δια­δη­λώ­σεις και οι συγκε­ντρώ­σεις. Συμ­με­τεί­χα κι εγώ. Όμορ­φα. Θυμά­μαι χαρα­κτη­ρι­στι­κά: με μαύ­ρα ρού­χα οι αναρ­χι­κοί, με κόκ­κι­να οι Εσέ­ροι, με γαλά­ζια τα μέλη του κόμ­μα­τος των σοσιαλ­ση­μο­κρα­τών και με τα υπό­λοι­πα χρώ­μα­τα οι οπα­δοί του φεντεραλισμού.

Σοσια­λι­σμός

Ομι­λί­ες, εφη­με­ρί­δες. Από παντού ακού­γο­νται άγνω­στες έννοιες και λέξεις. Απαι­τώ από τον εαυ­τό μου εξη­γή­σεις. Στα παρά­θυ­ρα λευ­κά βιβλία. «Το που­λί της καται­γί­δας». Τα ίδια κι εδώ. Αγο­ρά­ζω τα πάντα. Σηκώ­νο­μαι στις έξι το πρωί. Διά­βα­ζα δυνα­τά. Πρώ­τον: «Κάτω οι σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες». Δεύ­τε­ρον: «Οικο­νο­μι­κές συζη­τή­σεις». Όλη μου την ζωή με εξέ­πλητ­τε η ικα­νό­τη­τα των σοσια­λι­στών να μπερ­δεύ­ουν τα γεγο­νό­τα, να συστη­μα­το­ποιούν τον κόσμο. «Τι να δια­βά­σω;» — νομί­ζω Ρου­μπά­κιν. Διά­βα­σα ότι με συμ­βού­λε­ψαν. Πολ­λά δεν τα κατα­λα­βαί­νω. Ρωτάω. Με οδή­γη­σαν σε ένα μαρ­ξι­στι­κό κύκλο. Έπε­σα στην «Ερφούρ­σκα­γιά». Στα μέσα. Για «το λού­μπεν προ­λε­τα­ριά­το». Άρχι­σα να θεω­ρώ τον εαυ­τό μου σοσιαλ­ση­μο­κρά­τη: πήγα τα όπλα του πατέ­ρα μου στην επι­τρο­πή του σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού κόμματος.

Ως φιγού­ρα μου άρε­σε ο Λασ­σάλ. Μάλ­λον για­τί ήταν χωρίς γένια. Νεό­τα­τος. Μπέρ­δευα τον Λασ­σάλ με τον Δημο­σθέ­νη. Πηγαί­νω στην Ριόν. Μιλάω έχο­ντας βάλει πέτρες στο στό­μα μου.

1906

Πέθα­νε ο πατέ­ρας. Τρύ­πη­σε το δάχτυ­λο του (δένο­ντας φύλ­λα χαρ­τιού). Μολύν­θη­κε το αίμα του. Από τότε δεν αντέ­χω τις βελό­νες. Η ευη­με­ρία τελεί­ω­σε. Μετά την κηδεία του πατέ­ρα είχα­με όλο κι όλο 3 ρού­βλια. Ενστι­κτω­δώς, που­λή­σα­με τρέ­μο­ντας τα τρα­πέ­ζια και τις καρέ­κλες. Μετα­κο­μί­σα­με στην Μόσχα. Για­τί; Αφού δεν είχα­με καν γνω­στούς εκεί.

Μοσχο­βί­τι­κο

Τα πράγ­μα­τα είναι δύσκο­λα με τα τρό­φι­μα. Η σύντα­ξη είναι 10 ρού­βλια το μήνα. Εγώ και οι δύο αδελ­φές μου σπου­δά­ζου­με. Η μαμά μου υπο­χρε­ώ­θη­κε να νοι­κιά­σει τα δωμά­τια και να μαγει­ρεύ­ει γεύ­μα­τα. Τα δωμά­τια είναι άθλια. Οι φοι­τη­τές που ζού­σαν είναι φτω­χοί. Σοσια­λι­στές. Θυμά­μαι τον πρώ­το μπολ­σε­βί­κο που είδα, τον Βάσια Καντελάκι.

Δου­λειά

Η οικο­γέ­νεια δεν έχει χρή­μα­τα. Υπο­χρε­ώ­θη­κα να ζωγρα­φί­ζω. Ιδιαί­τε­ρα θυμά­μαι τα πασχα­λι­νά αυγά. Στρογ­γυ­λά, αιω­ρού­νται και τρί­ζουν σαν πόρ­τες. Τα αυγά τα πού­λη­σα σε ένα μαγα­ζί στην οδό Νεγκλί­να­για. 10 – 15 καπί­κια το κομ­μά­τι. Μέχρι σήμε­ρα μισώ το ρωσι­κό στυλ και την χειροτεχνία.

Ανά­γνω­ση

Δεν παρα­δε­χό­μουν καθό­λου την επι­φυλ­λι­δο­γρα­φία. Φιλο­σο­φία. Χέγκελ. Φυσι­κές Επι­στή­μες. Κυρί­ως όμως μαρ­ξι­σμό. Δεν υπάρ­χει κανέ­να αντι­κεί­με­νο της τέχνης που να με γοή­τευ­σε περισ­σό­τε­ρο από την «Εισα­γω­γή» του Μαρξ. Από τα δωμά­τια των φοι­τη­τών ξεκι­νού­σε η παρα­νο­μία. «Η τακτι­κή της οδο­μα­χί­ας» και λοι­πά. Θυμά­μαι καθα­ρά το γαλά­ζιο λενι­νι­στι­κό «Δύο τακτι­κές». Μου άρε­σε που το βιβλίο ήταν κομ­μέ­νο μέχρι τα γράμ­μα­τα. Για παρά­νο­μη δια­κί­νη­ση. Η αισθη­τι­κή της μέγι­στης οικονομίας.

Το πρώ­το μισοποίημα

Το 3ο Γυμνά­σιο εξέ­δι­δε ένα παρά­νο­μο περιο­δι­κά­κι «Η έκρη­ξη». Παρε­ξη­γή­θη­κα. Οι άλλοι γρά­φουν, εγώ για­τί δεν μπο­ρώ; Άρχι­σα να τρί­ζω τα δόντια μου. Το απο­τέ­λε­σμα ήταν απί­στευ­τα επα­να­στα­τι­κό και στον ίδιο βαθ­μό απα­ρά­δε­κτο. Κάτι σαν αυτά που γρά­φει σήμε­ρα ο Κυρίλ­λοφ. Δεν θυμά­μαι ούτε ένα στί­χο. Έγρα­ψα ένα δεύ­τε­ρο ποί­η­μα. Ήταν πολύ λυρι­κό. Θεω­ρώ­ντας πως μια τέτοια συναι­σθη­μα­τι­κή κατά­στα­ση δεν αρμό­ζει στην «σοσια­λι­στι­κή μου αξιο­πρέ­πεια», τα παράτησα.

Το κόμ­μα

  1. Έγι­να μέλος του Ρωσι­κού Σοσιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού Εργα­τι­κού Κόμ­μα­τος (Μπολ­σε­βί­κοι). Έδω­σα εξε­τά­σεις στην εμπο­ρι­κή – βιο­μη­χα­νι­κή αχτί­δα. Πέρα­σα. Προ­πα­γαν­δι­στής. Πήγα στους φουρ­να­ραί­ους, μετά στους τσα­γκά­ρη­δες και, τέλος, στους τυπο­γρά­φους. Στην συν­διά­σκε­ψη πόλης με εξέ­λε­ξαν μέλος της Επι­τρο­πής πόλης του κόμ­μα­τος. Μαζί με τους Λομόφ, Ποβόλ­ζετς, Σμι­ντό­βιτς κ. ά. Το ψευ­δώ­νυ­μό μου ήταν «σύντρο­φος Κων­στα­ντίν». Δεν μπό­ρε­σα να δου­λέ­ψω για πολύ, με συνέλαβαν.

Η σύλ­λη­ψη

29 Μαρ­τί­ου 1908 έπε­σα πάνω σε ενέ­δρα στην περιο­χή Γκρου­ζί­να­για. Το παρά­νο­μο τυπο­γρα­φείο μας . Κατά­πια το σημειω­μα­τά­ριό μου. Με τις διευ­θύν­σεις και το εξώ­φυλ­λο. Αστυ­νο­μι­κό τμή­μα Πρισ­νέ­τσκι. Οχρά­να. Αστυ­νο­μι­κό τμή­μα Σου­στσέφ­σκι. Ο ανα­κρι­τής Βολ­τα­νόφ­σκι (προ­φα­νώς θεω­ρού­σε πως ήταν πονη­ρός) με υπο­χρέ­ω­σε να γρά­ψω καθ’ υπα­γό­ρευ­ση: με κατη­γο­ρού­σαν για συγ­γρα­φή προ­κη­ρύ­ξε­ων. Προ­σπα­θού­σα μάταια να υπο­νο­μεύ­σω την υπα­γό­ρευ­ση. Έγρα­ψα: «σοσια­λο­δη­μο­κρα­τι­κή». Πιθα­νόν να την υπο­νό­μευ­σα. Με άφη­σαν με εγγύ­η­ση. Στο αστυ­νο­μι­κό τμή­μα διά­βα­σα έκπλη­κτός τον «Σάνιν». Για κάποιο λόγο που δεν κατα­λα­βαί­νω σε κάθε αστυ­νο­μι­κό τμή­μα υπήρ­χε ο «Σάνιν». Προ­φα­νώς για­τί ήταν ψυχω­φε­λής. Βγή­κα. Για ένα χρό­νο ολό­κλη­ρο ήμουν αφιε­ρω­μέ­νος στην κομ­μα­τι­κή δου­λειά. Και πάλι μια σύντο­μη σύλ­λη­ψη. Με έπια­σαν με ένα ρεβόλ­βερ. Ο Μαχ­μουντ­μπέ­κοφ, φίλος του πατέ­ρα μου, τότε βοη­θός του προϊ­στα­μέ­νου Κρε­στόφ, ο οποί­ος με είχε συλ­λά­βει τυχαία σε μία ενέ­δρα, δήλω­σε πως το ρεβόλ­βερ ήταν δικό του και έτσι με άφησαν.

Τρί­τη σύλληψη

Εκεί­νοι που ζού­σαν σπί­τι μας (ο Κορί­τζε (επα­να­στα­τι­κό ψευ­δώ­νυ­μο του Μορ­τσά­τζε), Γερου­λαί­τις κ.ά) κάνουν επι­δρο­μή στην Ταγκάν­κα. Να απε­λευ­θε­ρώ­σουν γυναί­κες κρα­τού­με­νες. Κατόρ­θω­σαν να οργα­νώ­σουν από­δρα­ση από την φυλα­κή Νοβίν­σκα­για. Εμέ­να με συνέλ­λα­βαν. Δεν ήθε­λα να μεί­νω στην φυλα­κή. Έκα­να διά­φο­ρα σκάν­δα­λα. Με μετέ­φε­ραν από το ένα αστυ­νο­μι­κό τμή­μα στο άλλο, — Μπα­σμάν­σκι, Μεσάν­σκι, Μιασ­νί­τσκι κλπ. και, τελι­κά, στο Μπου­τίρ­σκι. Απο­μό­νω­ση, κελί Νο 103. Αφού διά­βα­σα τους σύγ­χρο­νους, ρίχτη­κα με τα μού­τρα στους κλασ­σι­κούς. Μπάι­ρον, Σαίξ­πηρ, Τολ­στόι. Το τελευ­ταίο του βιβλίο «Άννα Καρέ­νι­να». Δεν το διά­βα­σα μέχρι το τέλος. Την νύχτα με φώνα­ξαν «να πάρω τα πράγ­μα­τά μου». Έτσι δεν ξέρω πως τελεί­ω­σε η ιστο­ρία των Καρέ­νιν. Με άφη­σαν. Έπρε­πε, όπως διέ­τα­ξε η Οχρά­να, να πάω για τρία χρό­νια στο Του­ρου­χάνσκ. Ο Μαχ­μουντ­μπέ­κοφ μεσο­λά­βη­σε στον Κουρ­λόφ. Κατά την διάρ­κεια της κρά­τη­σής μου με δίκα­σαν και με βρή­καν ένο­χο, αλλά ήμουν ακό­μη ανή­λι­κος. Απο­φά­σι­σαν να με θέσουν υπό την επί­βλε­ψη της αστυ­νο­μί­ας και των γονέ­ων μου.

Το επο­νο­μα­ζό­με­νο δίλημμα

Βγή­κα ανα­στα­τω­μέ­νος. Εκεί­νοι που είχα δια­βά­σει είναι οι επο­νο­μα­ζό­με­νοι μεγά­λοι. Ήταν όμως πανεύ­κο­λο να γρά­ψω όπως αυτοί. Έχω ήδη πλέ­ον δια­μορ­φώ­σει την σωστή μου σχέ­ση με τον κόσμο. Το μόνο που χρειά­ζο­μαι είναι η εμπει­ρία στην τέχνη. Που να την βρω; Είμαι ημι­μα­θής. Πρέ­πει να φοι­τή­σω σοβα­ρά. Με είχαν απο­βά­λει όμως από το γυμνά­σιο, ακό­μη και από εκεί­νο του Στρο­γκα­νόφ­σκι. Εάν παρα­μεί­νω στο κόμ­μα θα πρέ­πει να περά­σω στην παρα­νο­μία. Αν όμως γινό­μουν παρά­νο­μος, τότε πίστευα, ότι δεν θα μπο­ρού­σα να σπου­δά­σω. Η προ­ο­πτι­κή μου ήταν μια ζωή να γρά­φω προ­κη­ρύ­ξεις, να συσ­σω­ρεύω σκέ­ψεις, δανει­σμέ­νες από σωστά, αλλά όχι γραμ­μέ­να από μένα, βιβλία. Εάν όμως πετά­ξω όλα όσα έχω δια­βά­σει, τότε τι θα απο­μεί­νει; Η μαρ­ξι­στι­κή μέθο­δος. Μήπως όμως έπε­σε σε παι­δι­κά χέρια ένα όπλο; Είναι εύκο­λο να το χει­ρι­στείς, μόνο αν μπο­ρείς να διευ­θε­τή­σεις τις σκέ­ψεις σου. Και τι θα γίνει όταν συνα­ντή­σεις τον εχθρό; Βλέ­πεις, δεν μπο­ρώ να γρά­ψω καλύ­τε­ρα από τον Μπέ­λι. Μπο­ρεί χαρού­με­να να πει «πέτα­ξε στον ουρα­νό έναν ανα­νά», ενώ εγώ λέω «για εκα­το­ντά­δες θλι­βε­ρές ημέ­ρες». Τι καλά που είναι τα άλλα μέλη του κόμ­μα­τος. Έχουν το πανε­πι­στή­μιο. (Τότε ακό­μη δεν ήξε­ρα τι θα πει ανώ­τα­τη σχο­λή γι’ αυτό και την σεβόμουν!).

Τι θα μπο­ρού­σα να αντι­πα­ρα­βά­λω στην αισθη­τι­κή του παρελ­θό­ντος που με είχε κυριεύ­σει; Μήπως άρα­γε η επα­νά­στα­ση δεν απαι­τεί από μένα να σπου­δά­σω σοβα­ρά; Τότε πήγα και βρή­κα τον κομ­μα­τι­κό μου σύντρο­φο Μεντ­βέ­ντιεφ. Θέλω να κάνω σοσια­λι­στι­κή τέχνη. Ο Σιριόζ­κα χαμο­γε­λού­σε για ώρα πολ­λή:  λεπτό έντε­ρο. Νομί­ζω ότι παρό­λα αυτά δεν εκτί­μη­σε σωστά τα έντε­ρά μου. Στα­μά­τη­σα την κομ­μα­τι­κή δου­λειά. Κάθι­σα να σπουδάσω.

Η αρχή της τέχνης

Σκε­φτό­μουν ότι δεν μπο­ρώ να γρά­ψω στί­χους. Οι από­πει­ρες ήταν για κλά­μα­τα. Άρχι­σα να ζωγρα­φί­ζω. Μαθή­τευ­σα στον Ζου­κόφ­σκι. Μαζί με κάτι κυριού­λες ζωγρά­φι­ζα αση­μέ­νια σερ­βί­τσια. Μετά από ένα χρό­νο κατά­λα­βα ότι μαθαί­νω χει­ρο­τε­χνία. Πήγα στον Κέλιν. Ρεα­λι­στής. Καλός ζωγρά­φος. Καλύ­τε­ρος δάσκα­λος. Σκλη­ρός. Με εναλλαγές.

Η απαί­τη­ση  — η τέχνη, Γκολ­μπέιν. Δεν μπο­ρού­σε να ανε­χτεί με τίπο­τα τα όμορ­φα πραγ­μα­τά­κια. Ο ποι­η­τής που εκτι­μού­σα ήταν ο Σάσα Τσόρ­νι. Με χαρο­ποιού­σε η αντι – αισθη­τι­κή του.

Έσχα­το

Καθό­μουν με το «κεφά­λι» προς τα κάτω για ένα χρό­νο. Πέρα­σα στο Σχο­λή ζωγρα­φι­κής, γλυ­πτι­κής και αρχι­τε­κτο­νι­κής: μονα­δι­κό μέρος όπου με δέχτη­καν δίχως πιστο­ποι­η­τι­κό κοι­νω­νι­κών φρο­νη­μά­των. Δού­λευα καλά. Με εξέ­πλη­ξε: ενθαρ­ρύ­νουν τους μιμη­τές και διώ­κουν τους αυτό­νο­μους. Ο Λαριό­νοφ, ο Μασκόφ. Ο Ρεβιν­στίνκτ πήρε το μέρος των διωκώμενων.

Ντα­βίντ

Στη Σχο­λή έκα­νε την εμφά­νι­σή του ο Μπουρ­λιούκ. Άθλια εμφά­νι­ση. Φασα­μέν. Σακά­κι. Περ­πα­τά­ει τρα­γου­δώ­ντας. Άρχι­σα να τον προ­κα­λώ. Σχε­δόν πλα­κω­θή­κα­με στο ξύλο.

Στο καπνι­στή­ριο

Φιλαν­θρω­πι­κή εκδή­λω­ση. Κον­σέρ­το. Ραχ­μά­νι­νοφ. Η νήσος των νεκρών. Έφυ­γα λόγω της αβά­στα­χτης μελω­δι­κής πλή­ξης. Ένα λεπτό αργό­τε­ρα έφυ­γε και ο Μπουρ­λιούκ. Γελά­σα­με κοι­τώ­ντας ο ένας τον άλλον. Βγή­κα­με να περι­πλα­νη­θού­με παρέα.

Η πιο έντο­νη νύχτα

Συζή­τη­ση. Από την πλή­ξη του Ραχ­μά­νι­νοφ περά­σα­με στην πλή­ξη του δρό­μου, από την πλή­ξη του δρό­μου στην κλασ­σι­κή πλή­ξη εν γένει. Ο Ντα­βίντ έχει την οργή του καλ­λι­τέ­χνη που έχει ξεπε­ρά­σει τους συγ­χρό­νους του, εγώ έχω το πάθος του σοσια­λι­στή που γνω­ρί­ζει την μοι­ραία κατάρ­ρευ­ση του παρελ­θό­ντος. Γεν­νή­θη­κε ο ρωσι­κός φουτουρισμός.

Κάτι αρχί­ζει να κινείται

Η έκθε­ση «Άσσος καρό». Συζη­τή­σεις. Φλο­γε­ρές ομι­λί­ες δικές μου και του Ντα­βίντ. Οι εφη­με­ρί­δες άρχι­σαν να γεμί­ζουν με φου­του­ρι­σμό. Το ύφος δεν ήταν και τόσο ευγε­νι­κό. Έτσι, για παρά­δειγ­μα, εμέ­να απλά με απο­κα­λού­σαν «σκύ­λας γιο».