Της Αγγε­λι­κής Σού­λη ✒ Στο τρί­το του μυθι­στό­ρη­μα Eπι­στρο­φή, ο Μιχά­λης Μοδι­νός πραγ­μα­τεύ­ε­ται φιλό­δο­ξα την έννοια της ανθρώ­πι­νης περι­πέ­τειας, -συλ­λο­γι­κής και ατο­μι­κής-, για να κατα­λή­ξει ότι παρ’ όλες τις τρα­γω­δί­ες του βίου,  τελι­κά η ζωή αγα­πά τη συνέ­χεια. Ο κεντρι­κός ήρω­ας του βιβλί­ου, ο 70χρο­νος αρχαιο­λό­γος Από­στο­λος Ζήρας, κάνει έναν απο­λο­γι­σμό της ζωής του. Η χρο­νι­κή από­στα­ση από τα βιω­μέ­να γεγο­νό­τα τον βοη­θά  να ξεδια­λύ­νει το παρελ­θόν και να αξιο­λο­γή­σει επα­γω­γι­κά την βιω­μέ­νη ιστο­ρία. Ανα­φέ­ρει  χαρα­κτη­ρι­στι­κά ότι την ανθρώ­πι­νη περι­πέ­τεια την εκτι­μάς καλύ­τε­ρα από από­στα­ση. Τότε ατο­νούν οι δυσά­ρε­στες λεπτο­μέ­ρειες και ανα­δει­κνύ­ε­ται  η ουσία της ζωής. Και είναι σημα­ντι­κό να ανα­σκά­πτει κάποιος συστη­μα­τι­κά το παρελ­θόν, συγκολ­λώ­ντας τα θραύ­σμα­τα της προ­σω­πι­κής του περι­πέ­τειας, όπως οι αρχαιο­λό­γοι ανα­σκά­πτουν το ιστο­ρι­κό παρελ­θόν   προ­κει­μέ­νου να του δώσουν  νόη­μα.

Η ανθρώ­πι­νη περι­πέ­τεια  γίνε­ται συναρ­πα­στι­κή, όταν ο άνθρω­πος κατα­φέρ­νει να υπερ­βεί την πλή­ξη (σ.356). Η ανθρώ­πι­νη περι­πέ­τεια δεν χωρά σ’ ένα βιβλίο (σ.367). Η ανθρώ­πι­νη περι­πέ­τεια είναι μια παράλ­λη­λη ιστο­ρία, μια φτω­χή κι απο­τυ­χη­μέ­νη μίμη­ση της μεγά­λης Ιστο­ρί­ας της Φύσης (σ.369). Εντέ­λει η ανθρώ­πι­νη περι­πέ­τεια αρχί­ζει εκεί όπου στα­μα­τά η φυσι­κή επι­λο­γή. Προ­γραμ­μα­τι­κά λοι­πόν ο συγ­γρα­φέ­ας μας εισά­γει σ’ ένα γνώ­ρι­μο κι αγα­πη­μέ­νο του μοτί­βο, (που συνα­ντά­ται και στα  προη­γού­με­να μυθι­στο­ρή­μα­τα του Χρυ­σή Ακτή, Ο Μεγά­λος Αμπάι) — το θέμα της φύσης υπό την αισθη­τι­κή και οικο­λο­γι­κή οπτι­κή. «Η αρχαιο­λο­γία της φύσης είναι πιο συναρ­πα­στι­κή από την αρχαιο­λο­γία του ανθρώ­πι­νου πολι­τι­σμού» ανα­φέ­ρει ο κεντρι­κός ήρω­ας όταν εξε­τά­ζει προ­σε­κτι­κά τα γεω­λο­γι­κά στρώ­μα­τα ή τη συλ­λο­γή από πετα­λού­δες του Αλε­ξαν­δρι­νού  θεί­ου του. Η τελειό­τη­τα της μορ­φής  των λεπι­δο­πτέ­ρων με την ποι­κι­λία τους, τα πλού­σια αναρ­χι­κά χρώ­μα­τα, τις δια­βαθ­μί­σεις των τόνων, την γεω­με­τρι­κό­τη­τα των σχη­μά­των, τη διά­φα­νη υφή τους, τα μικρο­σκο­πι­κά λέπια των φτε­ρών τους και τις ροπα­λό­σχη­μες κεραί­ες τους σε κάνουν να πιστεύ­εις «ότι εμπε­ριέ­χει το Θεό – δεν δημιουρ­γή­θη­κε απ’ αυτόν»(σ.64).

Πως κτί­ζε­ται όμως το σπί­τι της ζωής μας; Για πού τρα­βά­με; Η απο­μά­κρυν­ση από το χώρο και το χρό­νο πώς επη­ρε­ά­ζουν τον τρό­πο που αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τη ζωή; Τα ερω­τή­μα­τα αυτά που εκφρά­ζουν και το νόη­μα των τριών μοτί­βων που προ­τάσ­σει ο συγ­γρα­φέ­ας, δίνουν και το στίγ­μα του θέμα­τος που θα τον απα­σχο­λή­σει παρα­κά­τω. Η ζωή του ανθρώ­που είναι ένα σύνο­λο καθη­με­ρι­νών συμ­βά­ντων και εμπει­ριών, που  τους δίνου­με αξία αν τους απο­δώ­σου­με νόη­μα, αν τα δού­με ως συνέ­χεια ενός πολι­τι­σμού που ξεκί­νη­σε από πολύ μακριά ή ως συνέ­πεια της φυσι­κής εξέ­λι­ξης . Δεν είναι όμως πάντα εύκο­λο να συγκολ­λή­σου­με και να νοη­μα­το­δο­τή­σου­με το σύνο­λο της ζωής μας. Γι αυτό χρειά­ζε­ται η κατά­δυ­ση στο παρελ­θόν — για να εξε­ρευ­νή­σου­με τις βαθύ­τε­ρες επι­θυ­μί­ες που μας οδή­γη­σαν να πρά­ξου­με, όπως πρά­ξα­με.

Η επι­στρο­φή στο παρελ­θόν  (η εξε­ρεύ­νη­σή του) απο­δει­κνύ­ε­ται λυτρω­τι­κή για τον κεντρι­κό ήρωα του μυθι­στο­ρή­μα­τος Από­στο­λο Ζήρα, καθώς, ανα­σκά­πτο­ντας τα ερεί­πια της προ­σω­πι­κής και συλ­λο­γι­κής μνή­μης  αισθά­νε­ται μια  «φυσι­κή αρμο­νία» που μόνο μέσα στην παι­δι­κό­τη­τα είχε κάπο­τε βιώ­σει. Επι­χει­ρεί να ερμη­νεύ­σει συμπε­ρι­φο­ρές   και κατα­στά­σεις μέσα από την αντι­πα­ρά­θε­ση δύο δια­φο­ρε­τι­κών οπτι­κών, του έφη­βου και  του ώρι­μου ενή­λι­κα. Η άμε­ση,  μαγι­κή εντύ­πω­ση της ζωής ως παι­διού-έφη­βου αντι­δια­στέλ­λε­ται προς τη λογι­κή- κρι­τι­κή ματιά του απο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νου ενή­λι­κα. Η παι­δι­κή ματιά, απαλ­λαγ­μέ­νη καθώς είναι από τις κοι­νω­νι­κές συμ­βά­σεις, προ­σφέ­ρει  ίσως την ουσί­ας της ζωής. Η καθα­ρό­τη­τα της οπτι­κής αυτής  βοη­θά τον ήρωα να ξανα­στή­σει μπρο­στά στα μάτια του μια εκδο­χή του παρελ­θό­ντος και της προ­σω­πι­κής του ιστο­ρί­ας, που ο χρό­νος έχει επε­ξερ­γα­στεί με μαγι­κό τρό­πο, κρα­τώ­ντας τα ουσιώ­δη (σ.256–7).

Πιο συγκε­κρι­μέ­να ο μύθος του έργου περι­στρέ­φε­ται γύρω από την επι­στρο­φή του Από­στο­λου Ζήρα στο σπί­τι του θεί­ου του,  σ’ ένα χωριό του Νοτί­ου Πηλί­ου, όπου στη δεκα­ε­τία του 1950 περ­νού­σε τις καλο­και­ρι­νές του δια­κο­πές. Η επι­στρο­φή αυτή του ξυπνά ανα­μνή­σεις για πρό­σω­πα και πράγ­μα­τα που τον σημά­δευ­σαν. Ο διχα­σμός του ανά­με­σα στον σαρ­κι­κό και τον ιδε­α­λι­στι­κό έρω­τα που του ξυπνούν δύο γυναί­κες (οι οποί­ες συμ­βαί­νει να είναι μάνα και κόρη) επα­να­φέ­ρει τον συγ­γρα­φέα σ’ ένα απ’ τα αγα­πη­μέ­να του θέμα­τα, τον έρω­τα και το σεξ, που συνα­ντώ­νται και στα προη­γού­με­να μυθι­στο­ρή­μα­τα του. Ο θαυ­μα­σμός του κεντρι­κού ήρωα για τον σοφό, πολυ­τα­ξι­δε­μέ­νο θείο του, τον απο­κα­λού­με­νο «Γέρο», που υπήρ­ξε το πρό­τυ­πο του και που αντι­κα­τέ­στη­σε ως ένα βαθ­μό τον αδι­κο­χα­μέ­νο πατέ­ρα του στον πόλε­μο, ακού­σμα­τα μου­σι­κά, δια­βά­σμα­τα, ο γάμος και η χηρεία του, η δια­πό­μπευ­ση που υπέ­στη απ’ τα Μ.Μ.Ε για ελάσ­σο­νες ατα­σθα­λί­ες που διέ­πρα­ξε ως υψη­λό­βαθ­μος κρα­τι­κός λει­τουρ­γός, ο αντί­κτυ­πος γεγο­νό­των της Κατο­χής και το μετεμ­φυ­λια­κό κλί­μα, όπως τα βίω­σε στη μικρή κοι­νω­νία του Βόλου έχουν επη­ρε­ά­σει και δια­μορ­φώ­σει όχι μόνο την προ­σω­πι­κό­τη­τα  αλλά και την ίδια τη ζωή του.

Δια­τρέ­χο­ντας τα γεγο­νό­τα, ιστο­ρι­κά και πολι­τι­κά, που σημά­δε­ψαν την ελλη­νι­κή κοι­νω­νία απ’ τον πόλε­μο του 1940 ως την πρώ­τη δεκα­ε­τία του 20ου αιώ­να, ο Μοδι­νός προ­σφέ­ρει με το έργο του αυτό μια εντυ­πω­σια­κή «τοι­χο­γρα­φία» της ελλη­νι­κής κοι­νω­νί­ας, όπως την ερμη­νεύ­ει ένας καλ­λιερ­γη­μέ­νος μεσο­α­στός. Χαρα­κτη­ρι­στι­κή είναι η άπο­ψη του ήρωα για  την κοι­νω­νία-πολ­τό, λόγω της ασά­φειας των ρόλων  που επι­κρα­τεί σήμε­ρα. Για παρά­δειγ­μα ο Από­στο­λος Ζήρας ανα­φέ­ρει ότι απ’ τη μια η Δ.Ε.Η ρυπαί­νει το περι­βάλ­λον στην Κοζά­νη κι απ’ την άλλη φέρε­ται ως προ­στά­της του περι­βάλ­λο­ντος, η Αρχιε­πι­σκο­πή επι­διώ­κει να κτί­σει ξενο­δο­χεια­κές μονά­δες, παλιά μέλη του Κ.Κ.Ε εξε­λί­χτη­καν σε αρι­στε­ρούς καπι­τα­λι­στές στέλ­νο­ντας τα παι­διά τους στο Αμε­ρι­κά­νι­κο Κολ­λέ­γιο. «Εντέ­λει ποιος είναι ο καλός και πιο ο κακός;», ανα­ρω­τιέ­ται ο Ζήρας (σ.223–226).

Η επι­στρο­φή στο Πήλιο, -στο χώρο των έντο­νων εφη­βι­κών  ανα­μνή­σε­ων- και η δια­πί­στω­ση των αλλα­γών που έχει επι­φέ­ρει το πέρα­σμα του χρό­νου στο χώρο αυτό, τον οδη­γούν στη συμ­φι­λί­ω­ση με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα  και με τις νέες περι­πέ­τειες της ανθρω­πό­τη­τας.  Το μετα­να­στευ­τι­κό ρεύ­μα από χώρες της Ανα­το­λι­κής Ευρώ­πης είναι μια νέα περι­πέ­τεια, συλ­λο­γι­κή και ατο­μι­κή, που δοκι­μά­ζει την αντο­χή  στε­ρε­ο­τύ­πων και  προ­κα­τα­λή­ψε­ων. Η απε­λευ­θέ­ρω­ση από αυτά  αλλά και από τους μηχα­νι­σμούς προ­πα­γάν­δας και τον λαϊ­κι­σμό των Μ.Μ.Ε καθι­στούν τον Ζήρα  άτο­μο ελεύ­θε­ρο που επι­λέ­γει στην ηλι­κία των εβδο­μή­ντα να παντρευ­τεί την μετα­νά­στρια από την Βουλ­γα­ρία κατα­φά­σκο­ντας έτσι στη ζωή! Η επι­στρο­φή στην Ιθά­κη απο­δει­κνύ­ε­ται προ­σω­ρι­νή — το εφαλ­τή­ριο για ένα ακό­μη ταξί­δι.

Δυνα­τό σημείο του Μοδι­νού είναι οι εκφρα­στι­κές του δυνα­τό­τη­τες ως προς την ανα­πα­ρά­στα­ση των τόπων, επα­να­φέ­ρο­ντας έναν προ πολ­λού ξεχα­σμέ­νο κλα­σι­κι­σμό στην γεω­γρα­φία της μυθο­πλα­σί­ας. Οι περι­γρα­φές του τοπί­ου, ρεα­λι­στι­κές και λυρι­κές, είναι απλά έξο­χες, συχνά ανα­κα­λώ­ντας τον Τζων Μπάν­βιλλ ή και τον Κόν­ρα­ντ, μετα­φερ­μέ­νους στην φθί­νου­σα ελλη­νι­κή περι­φέ­ρεια. Οι τολ­μη­ρές μεγά­λες παρο­μοιώ­σεις που τις συνο­δεύ­ουν -συνή­θως από τον κόσμο της μου­σι­κής, του κινη­μα­το­γρά­φου  και γενι­κά των τεχνών- φορ­τί­ζουν συγκι­νη­σια­κά τον ανα­γνώ­στη και δίνουν αξία στις απλές, καθη­με­ρι­νές μας στιγ­μές. Για παρά­δειγ­μα φωτο­γρα­φί­ζει τη σκη­νή της ανα­γνώ­ρι­σης του Από­στο­λου Ζήρα από τη γριά Αση­μί­να τόσο με την σχε­τι­κή ραψω­δία της Οδύσ­σειας όσο και  με την παρά­θε­ση της περι­γρα­φής του πίνα­κα του Γκω­γκέν Καλη­μέ­ρα κύριε Γκω­γκέν, όπου μια παρό­μοια σκη­νή προ­βάλ­λε­ται από το χρω­στή­ρα του μεγά­λου ζωγρά­φου. Η πρω­τό­τυ­πη χρή­ση του πρώ­του πλη­θυ­ντι­κού προ­σώ­που στα μονά κεφά­λαια του βιβλί­ου ενι­σχύ­ει την αντι­κει­με­νι­κό­τη­τα  της ματιάς κατα­σκευά­ζο­ντας μια ευφυή εκδο­χή της κοι­νής γνώ­μης – ένα είδος σύγ­χρο­νου χορι­κού από τους γέρο­ντες του φθί­νο­ντος χωριού.

Άλλα βασι­κά γνω­ρί­σμα­τα  της γρα­φής του Μοδι­νού είναι η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. και η εξα­ντλη­τι­κή πραγ­μα­το­λο­γι­κή έρευ­νά του.  Εμπλου­τί­ζει τα κεί­με­να του με απο­σπά­σμα­τα από έργα συγ­γρα­φέ­ων ενδυ­να­μώ­νο­ντας έτσι την άπο­ψη του πάνω σ’ ένα θέμα. Γρά­φει λ.χ. (σ.64) ότι ο «Γέρος ήταν ένας πραγ­μα­τι­κός συλ­λέ­κτης :Δεν ανα­γνώ­ρι­ζε απλώς τα πράγ­μα­τα τους απέ­δι­δε νόη­μα κατα­τάσ­σο­ντας τα σε ομά­δες. Τα  ταξι­νο­μού­σε. Αν και δεν έγι­νε ποτέ υπο­χεί­ριο του συλ­λε­κτι­κού αντι­κει­μέ­νου – ήταν μάλ­λον η δια­δι­κα­σία που τον γοή­τευε. Αυτό, άλλω­στε, δια­κρί­νει τον πραγ­μα­τι­κό συλ­λέ­κτη, όπως μας θυμί­ζει η Σού­ζαν Σόντα­γκ στον Ερα­στή του Ηφαι­στεί­ου».

Συμπε­ρα­σμα­τι­κά, πιστεύω ότι τον Μιχά­λη Μοδι­νό τον συγκι­νεί η ανθρώ­πι­νη περι­πέ­τεια, όχι τόσο υπό την τρα­γι­κή μορ­φή της, όσο όπως μπο­ρεί να τη βιώ­σει ένα σύγ­χρο­νο, ανή­συ­χο πνεύ­μα που δεν βολεύ­ε­ται με τα παρα­δε­δεγ­μέ­να αλλά που επι­θυ­μεί να ρου­φή­ξει το μεδού­λι της ζωής με τις αισθή­σεις του κυρί­ως, χωρίς όμως να του λεί­πει  το κρι­τι­κό πνεύ­μα. Και στα τρία του ως τώρα μυθι­στο­ρή­μα­τα, οι κεντρι­κοί ήρω­ες , παρά τις αντι­ξο­ό­τη­τες του βίου, παρά την πτώ­ση και τον εξο­στρα­κι­σμό τους, είναι άτο­μα ανε­ξάρ­τη­τα, ερω­τι­κά, άτο­μα της θεω­ρί­ας και της πρά­ξης που τολ­μούν να ξεφύ­γουν από προ­δια­γε­γραμ­μέ­νους ρόλους και κανό­νες ανα­ζη­τώ­ντας την ουσία των πραγ­μά­των. Αυτή η ανα­ζή­τη­ση όμως είναι που κάνει τη ζωή μια συναρ­πα­στι­κή περι­πέ­τεια!