Κωστής Παπα­γιώρ­γης, Ζώντες και τεθνε­ώ­τες

Πάντα μέσα από ένα διά­τρη­το παρόν, ο θάνα­τος πλήτ­τει το μέλ­λον, όχι το παρελ­θόν. Ο νεκρός έζη­σε, αλλά δεν μπο­ρεί να ξανα­ζή­σει, ούτε να αλλά­ξει κάτι από τα όσα ήδη έχουν παρέλ­θει. Η ορφά­νια του βίου του είναι ότι, ενώ άλλο­τε συμπο­ρευό­ταν με τη ζωή, ακο­λου­θού­σε τις καμπές του χρό­νου, είχε την ελευ­θε­ρία να ανα­μορ­φώ­νει κατά βού­λη­ση το νόη­μα του παρελ­θό­ντος, τώρα

 —νικη­μέ­νη σκιά καθώς είναι— μένει αμέ­το­χος. Σαν αδέ­σπο­τη μνή­μη, η ζωή του παρα­δί­δε­ται στους άλλους ενώ το μέλ­λον του ξερι­ζώ­νε­ται τελε­σί­δι­κα. Κάθε άνθρω­πος χωρίς μέλ­λον, ήτοι κάθε νεκρός, απο­κε­φα­λί­ζε­ται, κατα­ντά­ει ιστο­ρία στα χεί­λη των άλλων, αφορ­μή για ατε­λεύ­τη­τες δηώ­σεις και παρε­ξη­γή­σεις. Υπάρ­χει ένας άτα­φος βιω­μέ­νος χρό­νος που κλη­ρο­δο­τεί­ται εξ ολο­κλή­ρου

ή εξ αδιαι­ρέ­του στους επι­ζώ­ντες. Το απι­σχνα­σμέ­νο κορ­μί μπο­ρεί να σφα­λί­στη­κε στο μνή­μα, αλλά τα πεπραγ­μέ­να του βιω­μέ­νου χρό­νου δεν περι­χω­ρού­νται.

Είναι απε­ρι­χώ­ρη­τα. Σβή­νουν και ανά­βουν με το ρυθ­μό που σβή­νουν και ανά­βουν τα ίχνη κάθε αδέ­σπο­της ζωής.

Ο Κωστής Παπα­γιώρ­γης, ο σημα­ντι­κό­τα­τος δια­νο­ού­με­νος, δοκι­μιο­γρά­φος, κρι­τι­κός λογο­τε­χνί­ας και μετα­φρα­στής, ο επί σει­ρά ετών πολύ­τι­μος συνερ­γά­της των Εκδό­σε­ων Καστα­νιώ­τη, δεν βρί­σκε­ται πια ανά­με­σά μας. Κατέ­λη­ξε σήμε­ρα έπει­τα από αιφ­νί­δια και σοβα­ρή περι­πέ­τεια της υγεί­ας του, περ­νώ­ντας έτσι «ανε­πι­στρε­πτί στο χώρο του αορά­του».

Ο Κων­στα­ντί­νος Παπα­γε­ωρ­γί­ου, όπως ήταν το πραγ­μα­τι­κό του όνο­μα, γεν­νή­θη­κε το 1947 στο Νεο­χώ­ρι Υπά­της, όπου υπη­ρε­τού­σε ο πατέ­ρας του ως δημο­δι­δά­σκα­λος. Από το 1951 έως το 1960 έζη­σε στην Παρα­λία Κύμης.

Το 1966 μετέ­βη για έναν χρό­νο στη Θεσ­σα­λο­νί­κη για σπου­δές Νομι­κής, την οποία εγκα­τέ­λει­ψε λόγω Χού­ντας. Βρέ­θη­κε για μια επτα­ε­τία στο Παρί­σι, όπου παρα­κο­λού­θη­σε μαθή­μα­τα Φιλο­σο­φί­ας στο Βεν­σέν. Το 1975 επέ­στρε­ψε στην Αθή­να. Έκτο­τε ασχο­λή­θη­κε με τη μετά­φρα­ση σημα­ντι­κών φιλο­σο­φι­κών έργων (Πασκάλ, Κίρ­κε­γκωρ, Φου­κώ, Σιο­ράν, Ντε­ρι­ντά κ.ά.) αλλά και με τη συγ­γρα­φή δοκι­μί­ων που αγα­πή­θη­καν και δια­βά­στη­καν από χιλιά­δες ανα­γνώ­στες για την πρω­το­τυ­πία των θεμά­των τους (μέθη, ζηλο­τυ­πία, μισαν­θρω­πία, φιλία, φόβος, μνη­σι­κα­κία, θάνα­τος κ.ά.), για την περί­τε­χνη γλώσ­σα και για το ιδιαί­τε­ρο ύφος: όλα χαρί­σμα­τα ενός μεγά­λου σύγ­χρο­νου λογί­ου που διέ­θε­τε γνή­σια λαϊ­κή εκφρα­στι­κό­τη­τα, τόσο στην επα­φή του με τους ανθρώ­πους όσο και στα γρα­πτά του.

Στις Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη ήταν διευ­θυ­ντής των σει­ρών «Ελάσ­σο­να Φιλο­σο­φι­κά», «Μεί­ζο­να Φιλο­σο­φι­κά» και «Μέγι­στα Φιλο­σο­φι­κά». Συνερ­γά­στη­κε ακό­μα με πολ­λά περιο­δι­κά (Αθη­νό­ρα­μα, Αντί, Το Δέντρο, Ο Κόσμος του Βιβλί­ου κ.ά.), εφη­με­ρί­δες (Lifo, Επεν­δυ­τής και, παλαιό­τε­ρα, Απο­γευ­μα­τι­νή), καθώς και με πόρ­ταλ στο δια­δί­κτυο (Protagon κ.ά.).

Το 2002 τιμή­θη­κε με το Κρα­τι­κό Λογο­τε­χνι­κό Βρα­βείο Μαρ­τυ­ρί­ας-Χρο­νι­κού για το βιβλίο του Κανέλ­λος Δελη­γιάν­νης. Ήταν παντρε­μέ­νος με τη Ράνια Στα­θο­πού­λου.

Έργα του: Αλέ­ξαν­δρος Αδα­μα­ντί­ου Εμμα­νου­ήλ, Γεια σου, Αση­μά­κη, Εμμα­νου­ήλ Ξάν­θος (Ο Φιλι­κός), Ζώντες και τεθνε­ώ­τες, Η κόκ­κι­νη αλε­πού — Οι ξυλο­δαρ­μοί, Η ομη­ρι­κή μάχη, Ίμε­ρος και κλι­νο­πά­λη, Κανέλ­λος Δελη­γιάν­νης, Κέντρο Δηλη­τη­ριά­σε­ων, Λάδια ξίδια, Μυστι­κά της συμπά­θειας, Ντο­στο­γιέφ­κι, Ο Χέγκελ και η γερ­μα­νι­κή επα­νά­στα­ση, Περί μέθης, Περί μνή­μης, Σια­μαία και ετε­ρο­θα­λή, Σύν­δρο­μο αγο­ρα­φο­βί­ας, Σωκρά­της (Ο νομο­θέ­της που αυτο­κτο­νεί), Τα γελα­στά ζώα, Τα καπά­κια (Βαρ­να­κιώ­της, Καραϊ­σκά­κης, Ανδρού­τσος), Τρία μου­στά­κια (Ψιχία μηδε­νι­σμού).

Όλοι εμείς, οι άνθρω­ποι των Εκδό­σε­ων Καστα­νιώ­τη, απο­χαι­ρε­τού­με τον Κωστή Παπα­γιώρ­γη με βαθιά οδύ­νη, κρα­τώ­ντας ως παρα­κα­τα­θή­κη και δια­δί­δο­ντας ες αεί το σπου­δαίο έργο του· ενθυ­μού­με­νοι πάντα ότι «στον κόσμο της ισχύ­ος και της δυνά­με­ως, μόνον οι ανυ­πό­στα­τες σκιές προ­σφέ­ρουν κάποια παρα­μυ­θία».

Η κηδεία του θα τελε­στεί την Δευ­τέ­ρα 24 Μαρ­τί­ου στις 16:00 από το Κοι­μη­τή­ριο Χαλαν­δρί­ου.