Συνέντευξη στο συγγραφέα Λίαμ Χόαρ/Forward

Η λογοτεχνία έμπαινε για μία ακόμα φορά στο προσκήνιο του εθνικού διαλόγου στο Ισραήλ, όταν συνάντησα τον Άμος Οζ την πρώτη βδομάδα του Ιανουαρίου που μας πέρασε. Το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να αποσύρει από την κυκλοφορία το μυθιστόρημα της Ντορίτ Ραμπινιάν Borderlife, με τη δικαιολογία πως μια ιστορία αγάπης ανάμεσα σε μια Ισραηλινή και έναν Παλαιστίνιο μπορεί να προκαλέσει σύγχυση αναφορικά με το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας. Μέχρι τότε, το μυθιστόρημα φιγουράριζε στην κορυφή των ευπώλητων στο Ισραήλ και είχε γίνει πρωτοσέλιδο σε πολλές εφημερίδες και ιστότοπους.

«Είναι ιδιαιτέρως κολακευτικό που η λογοτεχνία προβληματίζει ακόμα τόσο πολύ», μου λέει ο Οζ πίνοντας μικρές γουλιές καφέ στο γραφείο του, στο βόρειο Τελ Αβίβ. «Το ότι η λογοτεχνία προκαλεί αντιπαραθέσεις, έστω και μ’ έναν σκανδαλιστικό τρόπο, είναι όμορφο πράγμα. Ακόμα περισσότερο δε, όταν οι διαφωνίες γίνονται για ένα μυθιστόρημα που οι περισσότεροι δεν έχουν διαβάσει, πέρα από τη σύνοψη του οπισθοφύλλου». Ο ίδιος ο Άμος Οζ  έχει γίνει αρκετές φορές πρωτοσέλιδο στον ισραηλινό Τύπο. Τον περασμένο Νοέμβριο η εφημερίδα Yediot Aharonot έγραψε πως ο Οζ δεν θα λαμβάνει πλέον μέρος στις δραστηριότητες του Υπουργείου Εξωτερικών. «Αυτό το δημοσίευμα δίνει βοήθεια σ’ εκείνους που θέλουν να μποϋκοτάρουν το Ισραήλ;» ρώτησα το συγγραφέα. «Δεν συμμετέχω σε κανένα μποϋκοτάζ εναντίον του Ισραήλ», μου απάντησε. «Αυτό θα ήταν ένα χοντροκομμένο λάθος, μια βλαβερή άποψη. H μεγάλη μου διαφωνία με τη σημερινή κυβέρνηση της χώρας είναι πολιτικού χαρακτήρα. Μιλάμε ξεκάθαρα για την πλέον στρατοκρατική και δεξιά κυβέρνηση που είχε ποτέ το Ισραήλ».

Πριν από δύο χρόνια περίπου ο εβδομηντάχρονος Άμοζ Οζ και η γυναίκα του Νίλι μετακόμισαν από την έρημο της Ιουδαίας στο Τελ Αβίβ για να είναι κοντά στα παιδιά και τα εγγόνια τους. Ο Ντέιβιντ Ρέμνικ του New Yorker γράφει σχετικά: «Με το πρώτο φως της μέρας φεύγει από το ταπεινό του διαμέρισμα και οδεύει προς την έρημο. Ο συγγραφέας, πριν από οποιαδήποτε εργασία, πεζοπορεί για να επικοινωνήσει με τη φύση και την Ιστορία. Στο νέο του περιβάλλον ο Οζ δεν έρχεται σε επαφή με τους γυμνούς λόφους και το περιστασιακό αλύχτισμα των λύκων, αλλά με τον πιτσιρικά που φέρνει την εφημερίδα. Νυχτόβια πουλιά, μερικές γάτες, ελάχιστα φώτα και μια βαθιά σιωπή συνθέτουν την ατμόσφαιρα του Άμοζ Οζ σήμερα».

Το ευρύχωρο δωμάτιο, που χρησιμεύει ως γραφείο και ως τόπος περισυλλογής, έχει θέα τον παράκτιο ορίζοντα προς τη Χερλίγια και τη θάλασσα της Μεσογείου. Στο εσωτερικό, υπάρχουν δύο χαμηλές πολυθρόνες, ένα τραπεζάκι του καφέ, ενώ οι βιβλιοθήκες ξεκινούν από το πάτωμα και καταλήγουν στο ταβάνι. Στο κέντρο του γραφείου βρίσκονται ένας παλιός φορητός υπολογιστής και αμέτρητες σελίδες χειρόγραφων σημειώσεων. Ο Άμοζ Οζ γράφει συνήθως από τις πέντε τα ξημερώματα έως τις εννιά το πρωί. Το απόγευμα επιστρέφει για να καταστρέψει, όπως λέει, τις πρωινές σκέψεις. Στην άκρη του γραφείου διακρίνονται δύο μεταφρασμένα αντίτυπα του τελευταίου του μυθιστορήματος με τίτλο Ιούδας. Τοποθετημένο στην Ιερουσαλήμ των τελών της δεκαετίας του ’50, το Ιούδας εξερευνά το τι σημαίνει να είσαι προδότης. Το μυθιστόρημα φέρνει ξανά τον Οζ στα μονοπάτια της παιδικής ηλικίας, πίσω στο σκηνικό του δημοφιλέστατου έργου του, Ιστορία αγάπης και σκότους (μετάφραση: Ιακώβ Σιμπή, θεώρηση μετάφρασης – επίμετρο: Μάγκυ Κοέν). Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Οζ γεννήθηκε ως Άμος Κλάουσνερ σε μια οικογένεια ρεβιζιονιστών σιωνιστών, η οποία έζησε στην Ιερουσαλήμ τις δεκαετίες του ’40 και του ’50. Ο ρεβιζιονιστικός σιωνισμός ήταν το πολιτικό κίνημα του οποίου ηγείτο ο Ζεβ Βλαντιμίρ Γιαμποτίνσκι. Σκοπός του ήταν η θεμελίωση του εβραϊκού κράτους και από τις δύο πλευρές του Ιορδάνη. Ένα πολιτικό ρεύμα που ένωσε το φιλελευθερισμό με τον εθνικισμό του 19ου αιώνα. Ένας συνδυασμός που δεν υφίσταται πλέον.

עמוס עוז סופר עטיפת ספר ערבית אילן אסייג

Οι γονείς του, Γιεχούντα Άρια Κλάουσνερ και Φάνια Μούσμαν, ήρθαν από την Ευρώπη στο Ισραήλ χωρίς δεύτερη σκέψη. To Ολοκαύτωμα παρόν καθ’ όλη την έκταση του βιβλίου Ιστορία αγάπης και σκότους. Ο Οζ το αποκαλεί «Το πιο σημαντικό γενονός της ζωής μου. Πολύ πιο σημαντικό ακόμα και από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ». Ένα κομβικό σημείο στη λογοτεχνία του Οζ, που διατρέχει υποδόρια μέρος του έργου του. «Μέσα από το Ολοκαύτωμα προσπάθησα να αντιληφθώ τα όρια και το μέγεθος του φανατισμού, των προκαταλήψεων, του αντισημιτισμού, τα οποία δεν θα είχαν πάρει διαστάσεις εάν το Ολοκαύτωμα είχε αποφευχθεί». Όταν ήταν παιδί, ο Οζ είχε αναπτύξει έντονη επιθετικότητα. Έγραφε σοβινιστικά μικρά ποιήματα, με αναφορές στον ηρωισμό και τον ένδοξο θάνατο στα χαρακώματα. Για τα δοξασμένα βασίλεια του Δαβίδ και του Σολομώντα, τα οποία σύντομα θα... αποκαθιστούσε. Τίποτα δεν προμήνυε τη μετέπειτα πλήρη απομάκρυνσή του από τέτοια ζητήματα. Πολλοί τον κορόιδευαν τότε. Ο ίδιος πείσμωνε. Η παιδική ηλικία τον διαμόρφωσε ως συγγραφέα. Αναφέρει σχετικά: «Από πολύ μικρός αισθανόμουν κάτι σαν διπλός πράκτορας. Ένα μου κομμάτι πατούσε στην οικογενειακή καταγωγή, δηλαδή στη συντηρητική Δεξιά της νεαρής ισραηλινής ταυτότητας, και το άλλο στη σοσιαλιστική Αριστερά».

Η Ιερουσαλήμ είναι για τον Άμος Οζ η παντοτινή του αγαπημένη. «Παραμένει μια διχασμένη, επικίνδυνη  πόλη. Ο άμεσος, υπαρξιακός σχεδόν φόβος που κατείχε εμένα και την οικογένειά μου μετριάστηκε, βέβαια, με τα χρόνια. Ο φόβος μιας επερχόμενης καταστροφής, που σήμερα μάλλον δεν υπάρχει όπως τότε». Και όμως, ο λόγος που συνεχίζει να γράφει ο Οζ για την Ιερουσαλήμ εντοπίζεται σ’ αυτή την εξαφάνιση. «Οι συγγραφείς στην πραγματικότητα είναι ανάπηροι άνθρωποι. Γεννιούνται με το κεφάλι και το λαιμό γυρισμένα ανάποδα. Τα μυθιστορήματα πραγματώνονται από την αντιπαράθεση του ασυνειδήτου με τη λογική. Γι’ αυτό το λόγο συνδέονται άμεσα με το όνειρο. Τα μισά από τα όνειρά μου περιέχουν την Ιερουσαλήμ και τα άλλα μισά το κιμπούτς Χούλντα. Είναι αδύνατον να επιλέξω με ποιο όνειρο θα κοιμηθώ παρέα κάθε φορά». Το κιμπούτς Χούλντα ιδρύθηκε από τις περίπου αναρχικές ιδέες του Άαρον Νταβίντ Γκόρντον, oι οποίες προμήνυαν ότι το Ισραήλ θα εξελιχθεί σε μια χαλαρή ομοσπονδία αυτόνομων τοπικών κοινοτήτων. «Στο κιμπούτς Χούλντα απέκτησα την αμεσότητα της επαφής. Τεράστια εμπειρία. Αν ζούσα στη Νέα Υόρκη ή στο Τελ Αβίβ, ίσως να έγραφα με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η ζωή εκεί έμοιαζε με ατέλειωτο στριπτίζ. Εκτιθέμεθα καθημερινά ο ένας στον άλλον. Γνωρίζαμε το γείτονα περισσότερο και από τον εαυτό μας. Μια μεγάλη σχολή για λογοτέχνες».

Ωστόσο το μυθιστόρημα που αγαπά περισσότερο δεν έχει να κάνει ούτε με την Ιερουσαλήμ ούτε με τα κιμπούτς. Η ίδια θάλασσα (μετάφραση: Ιακώβ Σιμπή) είναι κάτι τελείως διαφορετικό απ’ ό,τι είχε γράψει πριν, αλλά και μετά, όπως εξομολογείται ο συγγραφέας. Μεταξύ μιας παράκτιας πεδιάδας και των λόφων του Νεπάλ, το έργο αυτό αναμειγνύει εξαιρετικά την ποίηση με την πρόζα. Ένα πεζογραφικό διαμάντι, επηρεασμένο υπαινικτικά από το Ταλμούδ. Ο Οζ είναι παρών μέσα στο βιβλίο ως ο Αφηγητής. Μια αξεπέραστη μετα-μυθιστορηματική αφήγηση. «Είναι το μοναδικό μου βιβλίο που ξεφυλλίζω ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Υπάρχουν στιγμές που δεν πιστεύω ότι το έχω γράψει. Κάθε φορά πιάνω τον εαυτό μου να αισθάνεται περίεργα. Όπως μια αγελάδα που μόλις έχει γεννήσει ένα γλάρο».

Στις πρόσφατες δουλειές του, όπως το Εικόνες από τη ζωή στο χωριό (μετάφραση: Λουίζα Μιζάν), το αφηγηματικό ύφος του Οζ έχει εξελιχθεί. «Νομίζω ότι έχω γίνει πιο λιτός, με μεγαλύτερη αντίληψη της αφαίρεσης», λέει. «Δουλεύω σκληρά κάθε μέρα. Μόνο που οι λέξεις δεν έρχονται με την ευκολία που έφταναν κάποτε στο νου. Είμαι πιο κουμπωμένος, δεν θέλω να γράφω τα ίδια και τα ίδια. Έχω γίνει αυστηρός με τον εαυτό μου. Προσωπικά, το γράψιμο ενός μυθιστορήματος είναι σαν να οδηγείς ταυτόχρονα με το ένα πόδι στο γκάζι και το άλλο στο φρένο. Πράγμα κακό για τη μηχανή. Με τα χρόνια, αφήνεις το γκάζι και πατάς με τα δύο πόδια το φρένο. Η διαδικασία γίνεται όλο και πιο δύσκολη».

Ο Άμος Οζ σήμερα είναι ο άνθρωπος που έχει προσφέρει τα μέγιστα στην εβραϊκή γλώσσα. Η ιστορία της οικογένειάς του και των μυθιστορημάτων του έχει σμιλέψει την παράδοση του τόπου και αποτελεί οδηγό για τους νεότερους συγγραφείς, και όχι μόνο. Αν και ο ίδιος πιστεύει ότι τα έργα του θα ξεχαστούν αργά ή γρήγορα...

 

Ο Ιούδας θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2016 σε μετάφραση της Μάγκυ Κοέν.

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

Ο έρωτας του ντροπαλού κι ευαίσθητου φοιτητή Σμούελ Ας για την όμορφη και μυστηριώδη Ατάλια Αμπραμπανέλ, και οι παθιασμένοι διάλογοί του περί πολιτικής και ιστορίας, αλλά και περί αγάπης και προδοσίας, με τον ανάπηρο διανοούμενο Γκέρσομ Βαλντ, συνθέτουν ένα από τα πιο δυνατά, ερεθιστικά και πολυεπίπεδα μυθιστορήματα του Άμος Οζ. Στο νέο του βιβλίο υπό τον τίτλο Ιούδας ο μεγάλος ισραηλινός συγγραφέας, μαζί με τους ήρωές του, εξετάζει με τόλμη την ίδια την απόφαση της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ και τους πολέμους που την ακολούθησαν. Επίσης αναρωτιέται μήπως υπήρχε τελικά κάποια άλλη ιστορική επιλογή, ένας άλλος, εντελώς διαφορετικός δρόμος – ο δρόμος όσων, άκριτα και αβασάνιστα, χαρακτηρίζονται ενίοτε «προδότες». Ένας συναρπαστικός συνδυασμός μυθιστορήματος ιδεών και συναισθημάτων, μια συγκινητική σονάτα για τρεις, με υποβλητικό σκηνικό τη χειμωνιάτικη διχοτομημένη Ιερουσαλήμ στα μέσα του 20ού αιώνα. Ο Άμος Οζ είναι ένας από τους κορυφαίους πεζογράφους της εποχής μας και το βιβλίο αυτό είναι μια συγκλονιστική επικύρωση της παγκόσμιας εμβέλειάς του.