Η επανάσταση της ανόρθωσης ή Γιατί οι άνθρωποι περπατούν όρθιοι 

Πριν από πάρα πολ­λά χρό­νια οι άνθρω­ποι περ­πά­τα­γαν με τα πόδια και τα μπρά­τσα τους, όπως ακρι­βώς και τα υπό­λοι­πα τετρά­πο­δα πλά­σμα­τα. Οι άνθρω­ποι ήταν ταχύ­τε­ροι από τον λαγό, την λεο­πάρ­δα­λη ή τον ρινό­κε­ρο. Τα πόδια και τα μπρά­τσα βρί­σκο­νταν κοντύ­τε­ρα μετα­ξύ τους απ’ ό,τι άλλα όργα­να∙ είχαν παρό­μοιες αντί­στοι­χες αρθρώ­σεις, τους ώμους και τους γοφούς, τους αγκώ­νες και τα γόνα­τα, τους αστρα­γά­λους και τους καρ­πούς, ενώ τα χέρια και τα πόδια κατέ­λη­γαν το καθέ­να σε πέντε δάκτυ­λα με νύχια στο κάθε δάχτυ­λο. Τα χέρια και τα πόδια είχαν παρό­μοια διά­τα­ξη των πέντε δακτύ­λων τους από το μεγά­λο δάχτυ­λο και τον αντί­χει­ρα των χεριών μέχρι τα μικρό­τε­ρα δάκτυ­λα των ποδιών. Εκεί­νο τον και­ρό ο αντί­χει­ρας βρι­σκό­ταν κοντά στα άλλα δάκτυ­λα, όπως ακρι­βώς και το μεγά­λο δάκτυ­λο του ποδιού. Τα πόδια και τα μπρά­τσα αλλη­λο­α­πο­κα­λού­νταν πρώ­τα ξαδέρ­φια.

Αλλη­λο­βοη­θού­νταν ώστε να μετα­φέ­ρουν το σώμα όπου ήθε­λε να πάει. Στην αγο­ρά, στα μαγα­ζιά, πάνω κάτω στα δέντρα και στα βου­νά, οπου­δή­πο­τε απαι­τού­νταν κίνη­ση. Ακό­μα και μέσα στο νερό, συνερ­γά­ζο­νταν μια χαρά για να βοη­θούν το σώμα να επι­πλέ­ει, να κολυ­μπά ή να κάνει βου­τιές. Ήταν δημο­κρα­τι­κά και ισό­τι­μα στη σχέ­ση τους. Μπο­ρού­σαν επί­σης να δανεί­ζο­νται τις χρή­σεις του έργου άλλων οργά­νων, τον ήχο, ας πού­με, από το στό­μα, την ακοή από το αυτί, την όσφρη­ση από τη μύτη, ακό­μα και την όρα­ση από τα μάτια.

Ο ρυθ­μός τους και ο απρό­σκο­πτος συντο­νι­σμός τους έκα­νε τα άλλα μέρη του σώμα­τος να πρα­σι­νί­ζουν από ζήλια. Δυσα­να­σχε­τού­σαν επει­δή έπρε­πε να δανεί­ζουν  τις δικές τους ιδιαί­τε­ρες ικα­νό­τη­τες στα ξαδέρ­φια. Τα τύφλω­νε η ζήλια από το γεγο­νός ότι τα πόδια και τα χέρια έπαιρ­ναν τις θέσεις τους. Άρχι­σαν να συνω­μο­τούν ενα­ντί­ον των δυο ζευ­γα­ριών.

Η Γλώσ­σα δανεί­στη­κε ένα σχέ­διο από το Μυα­λό και το εφάρ­μο­σε αμέ­σως. Άρχι­σε να ανα­ρω­τιέ­ται μεγα­λο­φώ­νως για τις αντί­στοι­χες δυνά­μεις των μπρά­τσων και των ποδιών. Ποια ήταν δυνα­τό­τε­ρα; ανα­ρω­τιό­ταν. Τα δυο ξαδέρ­φια μέλη, τα οποία ποτέ δεν σκο­τί­ζο­νταν γι’ αυτό που το άλλο έπρε­πε και μπο­ρού­σε να κάνει, τώρα δανεί­στη­καν τον ήχο από το στό­μα και βάλ­θη­καν να δια­λα­λούν ότι το ένα ζευ­γά­ρι ήταν σημα­ντι­κό­τε­ρο για το σώμα από το άλλο. Σύντο­μα το ερώ­τη­μα αυτό  αντι­κα­τα­στά­θη­κε από το ερώ­τη­μα ποιο ήταν το πιο κομ­ψό. Τα μπρά­τσα καμά­ρω­ναν για τα μακριά και λεπτά δάκτυ­λα των χεριών τους, κάνο­ντας ταυ­το­χρό­νως σαρ­κα­στι­κά σχό­λια για τα δάκτυ­λα των ποδιών που ήταν κοντά και χοντρά. Μη θέλο­ντας να μεί­νουν έξω απ’ το παι­χνί­δι, τα δάκτυ­λα των ποδιών αντέ­δρα­σαν και πήραν στο ψιλό τα λεπτά δάκτυ­λα, τα λιμα­σμέ­να ξαδέρ­φια! Μέρες κρά­τη­σε αυτό, επη­ρε­ά­ζο­ντας την ικα­νό­τη­τά τους να συνερ­γα­στούν απο­τε­λε­σμα­τι­κά. Στο τέλος, το ζήτη­μα συμπυ­κνώ­θη­κε στο ερώ­τη­μα της ισχύ­ος, και αυτά απευ­θύν­θη­καν στα άλλα όργα­να επι­ζη­τώ­ντας τη διαι­τη­σία τους.

Αυτή που πρό­τει­νε ένα δια­γω­νι­σμό ήταν η Γλώσ­σα. Μια λαμπρή ιδέα, συμ­φώ­νη­σαν οι πάντες. Τι όμως; Κάποιος πρό­τει­νε έναν αγώ­να πάλης – να παλέ­ψουν τα μπρά­τσα με τα πόδια. Άλλοι πρό­τει­ναν ξιφα­σκία, ταχυ­δα­κτυ­λουρ­γί­ες, αγώ­να δρό­μου, ή ένα παι­χνί­δι παρό­μοιο με το σκά­κι ή τη ντά­μα, όλα αυτά όμως απο­κλεί­σθη­καν μια που θεω­ρή­θη­καν δύσκο­λα στην εκτέ­λε­σή τους ή άδι­κα ως προς το ένα ή το άλλο μέλος. Ακό­μα μια φορά, η Γλώσ­σα, αφού δανεί­στη­κε τη σκέ­ψη από το Μυα­λό, πρό­τει­νε μια απλή λύση. Κάθε ζεύ­γος οργά­νων θα συμ­με­τεί­χε, με τη σει­ρά του, με μια πρό­κλη­ση. Τα μπρά­τσα και τα πόδια συμ­φώ­νη­σαν.

Ο δια­γω­νι­σμός έγι­νε σε ένα ξέφω­το στο δάσος, κοντά σ’ ένα ποτά­μι. Όλα τα όργα­να βρί­σκο­νταν σε κατά­στα­ση έκτα­κτου συνα­γερ­μού λόγω κιν­δύ­νου ή για οτι­δή­πο­τε θα μπο­ρού­σε να αιφ­νι­διά­σει το σώμα, τώρα που όλα του τα όργα­να δεσμεύ­ο­νταν σε έναν εσω­τε­ρι­κό αγώ­να. Τα μάτια σάρω­ναν τα πάντα ολό­γυ­ρα ώστε να απο­φευ­χθεί και ο παρα­μι­κρός κίν­δυ­νος από οποια­δή­πο­τε από­στα­ση∙ τα αυτιά ανέ­λα­βαν να ακούν και τον παρα­μι­κρό θόρυ­βο που θα ερχό­ταν από οποια­δή­πο­τε από­στα­ση∙ η μύτη καθά­ρι­σε όσο γινό­ταν καλύ­τε­ρα τα ρου­θού­νια της για να ανι­χνεύ­σει τη μυρω­διά οποιου­δή­πο­τε κιν­δύ­νου θα ξέφευ­γε από τα άγρυ­πνα μάτια και τα αυτιά που αφου­γκρά­ζο­νταν. Και η γλώσ­σα ήταν έτοι­μη να ξεφω­νί­σει «κίν­δυ­νος».

Ο άνε­μος σκόρ­πι­σε τα νέα για τον δια­γω­νι­σμό στις τέσ­σε­ρις γωνιές του δάσους, στο νερό και στον αέρα. Ανά­με­σα στα πρώ­τα που συγκε­ντρώ­θη­καν, ήταν τα τετρά­πο­δα ζώα, πολ­λά από τα μεγα­λύ­τε­ρα μάλι­στα κρα­τού­σαν πρά­σι­να κλα­διά για να δεί­ξουν ότι έρχο­νταν με ειρη­νι­κές δια­θέ­σεις. Ήταν ένα πολύ­χρω­μο πλή­θος που το απο­τε­λού­σαν η Λεο­πάρ­δα­λη, το Τσι­τάχ, το Λιο­ντά­ρι, ο Ρινό­κε­ρος, η Ύαι­να, ο Ελέ­φα­ντας, η Καμη­λο­πάρ­δα­λη, η Καμή­λα, η Αγε­λά­δα με τα μακριά κέρα­τα και το Βου­βά­λι με τα κοντά κέρα­τα, η Αντι­λό­πη, η Γαζέ­λα, ο Λαγός, ο Ασπά­λα­κας και ο Αρου­ραί­ος. Τα υδρό­βια, ο Ιππο­πό­τα­μος, το Ψάρι, ο Κρο­κό­δει­λος, άπλω­σαν το πάνω μέρος του κορ­μιού τους στις όχθες, αφή­νο­ντας το υπό­λοι­πο μέσα στο ποτά­μι. Τα δίπο­δα, η Στρου­θο­κά­μη­λος, η Φρα­γκό­κο­τα και το Παγώ­νι χτυ­πού­σαν ενθου­σια­σμέ­να τα φτε­ρά τους. Ο Τζί­τζι­κας τερέ­τι­ζε όλη την ώρα. Η Αρά­χνη, το Σκου­λή­κι, η Σαρα­ντα­πο­δα­ρού­σα και το Χιλιό­πο­δο σέρ­νο­νταν στο χώμα ή πάνω στα δέντρα. Ο Χαμαι­λέ­ων περ­πα­τού­σε αθέ­α­τος, προ­σε­κτι­κά, με το πάσο του, ενώ η Σαύ­ρα έτρε­χε ολό­γυ­ρα, χωρίς να στέ­κε­ται ούτε μια στιγ­μή στο ίδιο μέρος. Η Μαϊ­μού, ο Χιμπαν­τζής, ο Γορί­λας πηδού­σαν από κλα­δί σε κλα­δί. Ακό­μα και τα δέντρα και οι θάμνοι λικνί­ζο­νταν απα­λά πέρα-δώθε, έγερ­ναν, μένο­ντας στο τέλος κι αυτά, με τη σει­ρά τους, ασά­λευ­τα.

Το Στό­μα σήμα­νε την έναρ­ξη του δια­γω­νι­σμού με ένα τρα­γού­δι:

Αυτό το κάνου­με για να είμα­στε ευτυ­χι­σμέ­να,

 Αυτό το κάνου­με για να είμα­στε ευτυ­χι­σμέ­να,

Αυτό το κάνου­με για να είμα­στε ευτυ­χι­σμέ­να,

Για­τί όλα μας από την ίδια φύση

Είμα­στε πλα­σμέ­να.

Τα μπρά­τσα και τα πόδια ορκί­στη­καν να απο­δε­χτούν το απο­τέ­λε­σμα χωρίς δια­μαρ­τυ­ρί­ες, χωρίς εκρή­ξεις οργής, απει­λές για μπο­ϋ­κο­τάζ, απερ­γί­ες ή κωλυ­σιερ­γί­ες.

Τα μπρά­τσα προ­χώ­ρη­σαν στην πρώ­τη πρό­κλη­ση: πέτα­ξαν ένα κομ­μά­τι ξύλο στο χώμα. Τα πόδια, είτε το αρι­στε­ρό είτε το δεξί ή και τα δυο μαζί σε συν­δυα­σμό, θα έπρε­πε να σηκώ­σουν από το χώμα το κομ­μά­τι του ξύλου και να το πετά­ξουν. Οποια­δή­πο­τε στιγ­μή του δια­γω­νι­σμού, τα πόδια μπο­ρού­σαν να συμ­βου­λευ­θούν το ένα το άλλο και να τοπο­θε­τή­σουν τα δάχτυ­λά τους, μεμο­νω­μέ­να ή συλ­λο­γι­κά, σε οποια­δή­πο­τε διά­τα­ξη, ώστε να εκτε­λέ­σουν την απο­στο­λή τους. Τα πόδια δοκί­μα­σαν να ανα­πο­δο­γυ­ρί­σουν το ξύλο, δοκί­μα­σαν κάθε δυνα­τό συν­δυα­σμό, δεν κατά­φε­ραν όμως να το σηκώ­σουν όπως έπρε­πε. Όσο για να το μετα­κι­νή­σουν, το καλύ­τε­ρο που μπο­ρού­σαν να κάνουν ήταν να κλω­τσή­σουν το ξύλο μερι­κές ίντσες πιο πέρα. Βλέ­πο­ντας κάτι τέτοιο, τα Δάκτυ­λα των χεριών δανεί­στη­καν ήχους από το στό­μα και γελού­σαν, γελού­σαν.

Τα μπρά­τσα, αυτά που απηύ­θυ­ναν την πρό­κλη­ση, παρέ­λα­σαν σαν να συμ­με­τεί­χαν σε  δια­γω­νι­σμό ομορ­φιάς, επι­δει­κνύ­ο­ντας τη λεπτό­τη­τά τους, κι έπει­τα έπια­σαν με δια­φο­ρε­τι­κούς συν­δυα­σμούς το κομ­μά­τι του ξύλου. Το πέτα­ξαν μακριά μέσα στο δάσος, κάνο­ντας δια­γω­νι­ζό­με­νους και θεα­τές να βγά­λουν όλοι μαζί έναν ανα­στε­ναγ­μό θαυ­μα­σμού. Επέ­δει­ξαν κι άλλες ικα­νό­τη­τες: μάζε­ψαν κόκ­κους άμμου μέσα από ένα κύπελ­λο με ρύζι, πέρα­σαν κλω­στές σε βελό­νες, έφτια­ξαν μικρές  τρο­χα­λί­ες για να μετα­κι­νή­σουν βαρύ­τε­ρα ξύλα, έφτια­ξαν μερι­κά ακό­ντια και τα έρι­ξαν πολύ μακριά∙ όλα αυτά ήταν κινή­σεις και έργα που τα δάχτυ­λα των ποδιών μονά­χα να ονει­ρευ­τούν μπο­ρού­σαν. Το μόνο που μπο­ρού­σαν να κάνουν τα πόδια, ήταν να κάθο­νται εκεί και να θαυ­μά­ζουν την επί­δει­ξη δεξιο­τε­χνί­ας και ευλυ­γι­σί­ας των λεπτών ξαδέρ­φων τους. Τα μπρά­τσα των θεα­τών ξέσπα­σαν σε μια θύελ­λα χει­ρο­κρο­τη­μά­των, εκφρά­ζο­ντας τον θαυ­μα­σμό και την αλλη­λεγ­γύη τους στους συνα­δέλ­φους τους, πράγ­μα που έκα­νε τα πόδια να σκά­σουν από το κακό τους. Δεν σκό­πευαν όμως να το βάλουν κάτω∙ έστω κι αν κάθο­νταν εκεί με ύφος θλιμ­μέ­νο, ενώ τα μεγά­λα τους δάκτυ­λα διέ­γρα­φαν μικρούς κύκλους στην άμμο, αυτά προ­σπα­θού­σαν να σκε­φτούν μια νικη­φό­ρα πρό­κλη­ση.

Τέλος ήρθε η σει­ρά των ποδιών να απευ­θύ­νουν μια πρό­κλη­ση. Η δική τους, είπαν, θα ήταν απλή. Τα χέρια θα μετέ­φε­ραν όλο το σώμα από το ένα μέρος του κύκλου στο άλλο. Τι ηλί­θια πρό­κλη­ση, σκέ­φτη­καν τα αλα­ζο­νι­κά δάκτυ­λα. Το θέα­μα άξι­ζε ό,τι κι αν πεις. Οτι­δή­πο­τε σχε­τι­κά με το σώμα ήρθε τα πάνω-κάτω. Τα χέρια άγγι­ξαν το χώμα, τα μάτια βρέ­θη­καν κοντά στο έδα­φος, με τις οπτι­κές τους γωνί­ες να περιο­ρί­ζο­νται αυστη­ρά, καθώς πλη­σί­α­σαν πολύ στη γη. Σκό­νη μπή­κε στη μύτη, κάνο­ντάς τη να φτερ­νί­ζε­ται. Πόδια και δάχτυ­λα έπλε­αν στον αέρα, ενώ οι θεα­τές φώνα­ζαν και τρα­γου­δού­σαν παι­χνι­διά­ρι­κα nyayo juuπατη­μα­σιές στον αέρα.

Nyayo Nyayo juu       Πατη­μα­σιές, πατη­μα­σιές στον αέρα
Hakuna matata        Τέρ­μα οι στε­νο­χώ­ριες
Fuata Nyayo            Ακο­λού­θα τις πατη­μα­σιές 
Hakuna matata        Τέρ­μα οι στε­νο­χώ­ριες
Turukeni angani        Που τρα­βούν στον ουρα­νό

Η προ­σο­χή τους όμως ήταν προ­ση­λω­μέ­νη στα χέρια και στα μπρά­τσα. Όργα­να που μόλις πριν από λίγα λεπτά επι­δεί­κνυαν μια απί­στευ­τη σει­ρά ικα­νο­τή­των, με το ζόρι κατά­φερ­ναν να μετα­κι­νη­θούν έστω και μια γυάρ­δα. Μετά από λίγα βήμα­τα, τα χέρια ξεφώ­νι­σαν από πόνο, τα μπρά­τσα παρα­πά­τη­σαν, άρχι­σαν να κου­τσαί­νουν και άφη­σαν το σώμα να πέσει. Ξεκου­ρά­στη­καν κι έκα­ναν ακό­μα μια προ­σπά­θεια. Αυτή τη φορά προ­σπά­θη­σαν να τεντώ­σουν τα δάκτυ­λα ώστε να πατούν καλύ­τε­ρα στη γη, αλλά μονά­χα οι αντί­χει­ρες κατά­φε­ραν να τεντω­θούν. Δοκί­μα­σαν τον τρο­χό, [1]  αλλά η κίνη­ση αυτή απο­κλεί­σθη­κε, επει­δή για την εκτέ­λε­σή της απαι­τού­νταν και τα πόδια. Τώρα, είχαν σει­ρά τα δάκτυ­λα των ποδιών να γελά­σουν κι αυτά.

Δανεί­στη­καν βαθείς λαρυγ­γι­κούς τόνους από το στό­μα ώστε να  αντι­πα­ρα­θέ­σουν το γέλιο τους στους τσι­ρι­χτούς τόνους που χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τα δάκτυ­λα των χεριών. Ακού­γο­ντας αυτό τον σαρ­κα­σμό, τα μπρά­τσα έγι­ναν έξαλ­λα και έκα­ναν  μια απε­γνω­σμέ­νη από­πει­ρα να μετα­φέ­ρουν το σώμα. Δεν κατά­φε­ραν να κάνουν ούτε ένα βήμα. Εξα­ντλη­μέ­να τα χέρια και τα δάκτυ­λα παραι­τή­θη­καν από την προ­σπά­θεια.

Τα πόδια είχαν την ευχα­ρί­στη­ση να επι­δεί­ξουν τα αθλη­τι­κά τους επι­τεύγ­μα­τα: σημεί­ω­ναν χρό­νους, έτρε­χαν, έκα­ναν μερι­κά άλμα­τα εις ύψος, άλμα­τα εις μήκος, χωρίς ν’ αφή­σουν ούτε μια φορά το σώμα να πέσει κάτω.  Τα πόδια όλων των θεα­τών χτυ­πού­σαν το έδα­φος σε ένδει­ξη επι­δο­κι­μα­σί­ας και αλλη­λεγ­γύ­ης. Τα μπρά­τσα σήκω­σαν τα χέρια τους για να δια­μαρ­τυ­ρη­θούν ενά­ντια στην αντια­θλη­τι­κή στά­ση των άλλων μελών, ξεχνώ­ντας, κατά πώς τα βόλευε, ότι αυτά ξεκί­νη­σαν το παι­χνί­δι.

Όλα τους όμως, των θεα­τών συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων, παρα­τή­ρη­σαν κάτι παρά­ξε­νο σε σχέ­ση με τα μπρά­τσα: οι αντί­χει­ρες, που τεντώ­θη­καν καθώς τα χέρια προ­σπα­θού­σαν να μετα­φέ­ρουν το σώμα, παρέ­μει­ναν χωρι­σμέ­νοι από τα υπό­λοι­πα δάκτυ­λα. Τα αντί­πα­λα όργα­να ήταν έτοι­μα να ξαναρ­χί­σουν τα γέλια, όταν παρα­τή­ρη­σαν κάτι άλλο. Αντί οι αντί­χει­ρες που χωρί­στη­καν από τα υπό­λοι­πα δάκτυ­λα να κάνουν τα χέρια λιγό­τε­ρο απο­τε­λε­σμα­τι­κά, αυξή­θη­κε η δυνα­τό­τη­τα των χεριών να σφίγ­γουν και να αδρά­χνουν. Τι σήμαι­νε αυτό; Η παρα­μόρ­φω­ση μετα­τρά­πη­κε σε δύνα­μη δια­μόρ­φω­σης!

Πέντε μέρες τα όργα­να λογο­μα­χού­σαν για να απο­φα­σί­σουν ποιος ήταν ο νικη­τής: τα δάκτυ­λα των χεριών ή τα δάκτυ­λα των ποδιών κάθε μέλους; Όσο σκλη­ρά κι αν προ­σπα­θού­σαν όμως, δεν κατά­φερ­ναν να υπο­δεί­ξουν ένα σαφή νικη­τή. Κάθε ζευ­γά­ρι μελών ήταν καλύ­τε­ρο σε ό,τι μπο­ρού­σε να κάνει καλύ­τε­ρα∙ κανέ­να δεν μπο­ρού­σε να κάνει χωρίς το άλλο. Και τότε άρχι­σε μια συνε­δρία φιλο­σο­φι­κής θεώ­ρη­σης: Τι ήταν επι­τέ­λους το σώμα; ρωτού­σαν όλα, και συνει­δη­το­ποί­η­σαν ότι το σώμα ήταν όλα τα όργα­να μαζί, ότι το ένα περιε­χό­ταν μέσα στο άλλο. Το κάθε όργα­νο όφει­λε να λει­τουρ­γεί καλά, προ­κει­μέ­νου να λει­τουρ­γούν όλα καλά.

Θέλο­ντας όμως να απο­φύ­γουν μια ανά­λο­γη αμφι­σβή­τη­ση στο μέλ­λον και για να μην παρε­μπο­δί­ζε­ται το ένα από το άλλο, όλα τα όργα­να απο­φά­σι­σαν από κοι­νού ότι, στο μέλ­λον, το σώμα θα περ­πα­τού­σε όρθιο, με τα πόδια να πατούν στα­θε­ρά στη γη και τα μπρά­τσα να βρί­σκο­νται στον αέρα. Το σώμα χάρη­κε με τού­τη την από­φα­ση, επέ­τρε­ψε όμως στα παι­διά να περ­πα­τούν στα τέσ­σε­ρα για να μη λησμο­νούν την κατα­γω­γή τους. Τα όργα­να δια­χώ­ρι­σαν τα καθή­κο­ντά τους∙ τα πόδια θα μετέ­φε­ραν το σώμα, μόλις όμως θα έφθα­ναν στον προ­ο­ρι­σμό τους, τα χέρια θα έκα­ναν όλη την απαι­τού­με­νη δου­λειά, κατα­σκευά­ζο­ντας ή κρα­τώ­ντας τα εργα­λεία.

Ενώ τα πόδια ανέ­λα­βαν το βαρύ καθή­κον της μετα­φο­ράς, τα χέρια απλώ­νο­νταν και χρη­σι­μο­ποιού­σαν τις δεξιό­τη­τές τους για να επε­ξερ­γα­στούν το περι­βάλ­λον, και να βεβαιω­θούν ότι η τρο­φή έφτα­νε στο στό­μα. Το Στό­μα, ή μάλ­λον τα δόντια του, τη μασού­σε και, μέσω του λάρυγ­γα, την έστελ­νε στο στο­μά­χι. Το Στο­μά­χι σύν­θλι­βε όλα αυτά τα αγα­θά και έπει­τα τα διο­χέ­τευε στο σύστη­μα των διαύ­λων του, μέσω των οποί­ων τα αγα­θά έφθα­ναν σε όλες τις γωνιές του σώμα­τος. Έπει­τα το στο­μά­χι έστελ­νε τα χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­να υλι­κά στο απο­χε­τευ­τι­κό του σύστη­μα, απ’ όπου το σώμα τα απέ­θε­τε στο ύπαι­θρο ή τα έθα­βε στο έδα­φος για να το εμπλου­τί­σει. Τα φυτά έβγα­ζαν καρ­πούς, τα χέρια  έκο­βαν και μάζευαν κάποιους απ’ αυτούς και τους έφερ­ναν στο στό­μα. Ω, ναι, ο κύκλος της ζωής.

Ακό­μα και τα αθλή­μα­τα και οι δια­σκε­δά­σεις διαι­ρέ­θη­καν ανα­λό­γως: το τρα­γού­δι, το γέλιο και η ομι­λία αφέ­θη­καν στο στό­μα. Το τρέ­ξι­μο και το ποδό­σφαι­ρο ανα­τέ­θη­καν, κατά μεγά­λο μέρος, στα πόδια, ενώ το μπέιζ­μπολ και το ποδό­σφαι­ρο ανα­τέ­θη­καν στα χέρια, και μόνο το τρέ­ξι­μο το ανέ­λα­βαν τα πόδια. Στα αθλή­μα­τα, τα πόδια είχαν, κατά το μεγα­λύ­τε­ρο ποσο­στό, όλο το πεδίο δικό τους. Η σαφής διαί­ρε­ση της εργα­σί­ας έκα­νε το ανθρώ­πι­νο σώμα μια φοβε­ρή βιο­λο­γι­κή μηχα­νή, που ξεπερ­νού­σε ακό­μα και την πλειο­ψη­φία των ζώων, ως προς ό,τι αυτή μπο­ρού­σε να κάνει σε ποσό­τη­τα και ποιό­τη­τα.

Ωστό­σο τα όργα­να του σώμα­τος αντι­λή­φθη­καν ότι ο μόνι­μος δια­κα­νο­νι­σμός στον οποίο κατέ­λη­ξαν μπο­ρού­σε και πάλι να προ­κα­λέ­σει συγκρού­σεις. Το γεγο­νός ότι το κεφά­λι βρι­σκό­ταν ψηλά, ίσως το έκα­νε να νιώ­σει ότι ήταν καλύ­τε­ρο από τα πόδια που άγγι­ζαν τη γη ή ότι αυτό ήταν ο αφέ­ντης και τα όργα­να από κάτω του, δεν ήταν παρά υπη­ρέ­τες του. Τόνι­σαν ότι, με όρους ισχύ­ος, το κεφά­λι και οτι­δή­πο­τε βρι­σκό­ταν κάτω απ’ αυτό, ήταν ίσα. Για να το υπο­γραμ­μί­σουν, τα όργα­να εξα­σφά­λι­σαν το ότι ο πόνος και η χαρά ενός οργά­νου θα γίνο­νταν αισθη­τά απ’ όλα τα όργα­να. Προει­δο­ποί­η­σαν το στό­μα πως όταν έλε­γε «το δικό μου αυτό», «το δικό μου εκεί­νο», μιλού­σε εξ ονό­μα­τος ολό­κλη­ρου του σώμα­τος και όχι ως ο μόνος ιδιο­κτή­της.

Άρχι­σαν να τρα­γου­δούν:

Στο δικό μας το κορ­μί,

υπη­ρέ­της δεν υπάρ­χει,

στο δικό μας το κορ­μί

υπη­ρέ­της δεν υπάρ­χει,

εμείς υπη­ρε­τού­με το ένα το άλλο,

εμείς για εμάς,

υπη­ρε­τού­με το ένα το άλλο,

η γλώσ­σα υπη­ρε­τεί τη φωνή μας,

κρά­τα με να σε κρα­τώ,

χτί­ζου­με ένα κορ­μί γερό,

κρά­τα με να σε κρα­τώ,

χτί­ζου­με ένα κορ­μί γερό,

η ομορ­φιά σημαί­νει ενό­τη­τα.

Δου­λεύ­ου­με μαζί

Για ένα γερό κορ­μί,

δου­λεύ­ου­με μαζί

για ένα γερό κορ­μί,

η ενό­τη­τα είναι η δύνα­μή μας.

Αυτό έγι­νε ο Ύμνος Ολό­κλη­ρου του Σώμα­τος. Αυτό τρα­γου­δά από τότε το Σώμα κι αυτό δεί­χνει τη δια­φο­ρά μετα­ξύ ανθρώ­πων και ζώων, ή αυτών που απέρ­ρι­ψαν την επα­νά­στα­ση της ανόρ­θω­σης.

Παρά τα όσα είδαν, τα τετρά­πο­δα ζώα δεν έκα­ναν καμιά παρό­μοια επα­νά­στα­ση. Η επι­χεί­ρη­ση «Τρα­γού­δι» ήταν γελοία.  Το στό­μα φτιά­χτη­κε για να τρώ­ει κι όχι για να τρα­γου­δά. Τα ζώα σχη­μά­τι­σαν το συντη­ρη­τι­κό κόμ­μα της φύσης και δια­τή­ρη­σαν τα φερ­σί­μα­τά τους, χωρίς ποτέ ν’ αλλά­ξουν τις συνή­θειές τους.

Όταν οι άνθρω­ποι διδά­σκο­νται από το δίκτυο των οργά­νων, προ­ο­δεύ­ουν. Όταν όμως αντι­με­τω­πί­ζουν το σώμα και το κεφά­λι ως παρα­τά­ξεις ενός πολέ­μου, με το ένα να βρί­σκε­ται στην κορυ­φή του άλλου, τότε προ­σεγ­γί­ζουν τα ξαδέρ­φια τους τα ζώα που απέρ­ρι­ψαν την επα­νά­στα­ση της ανόρ­θω­σης.


*Το κεί­με­νο αυτό, σε μετά­φρα­ση της Σταυ­ρού­λας Αργυ­ρο­πού­λου από τα αγγλι­κά, δημο­σιεύ­θη­κε στις 22 Μαρ­τί­ου 2016 στην ιστο­σε­λί­δα Jalada: A pan-African writers’ collective υπό τον τίτλο The Upright Revolution: Or Why Humans Walk Upright. Το μυθι­στό­ρη­μα Πέτα­λα από αίμα του Νγκού­γκι γουά Θιόν­γκο ανα­μέ­νε­ται από τις Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη εντός του 2017.

[1] Πρό­κει­ται για τη γνω­στή γυμνα­στι­κή άσκη­ση, κατά την οποία, στη­ριγ­μέ­νο στα χέρια, το σώμα εκτι­νάσ­σε­ται δια­γρά­φο­ντας κύκλο, για να προ­σγειω­θεί στα πόδια.