Η Μαρία Φακί­νου εμφα­νί­στη­κε στα γράμ­μα­τα το 2007 με το μυθι­στό­ρη­μα Το καπρί­τσιο της κυρί­ας Ν. Έχει δημο­σιεύ­σει πολ­λά κεί­με­να σε εφη­με­ρί­δες και περιο­δι­κά, έχει συμ­με­τά­σχει σε συλ­λο­γι­κούς τόμους,  έχει γνω­ρί­σει και έχει μετα­φρά­σει σημα­ντι­κούς ξένους συγ­γρα­φείς, έχει δου­λέ­ψει επί μακρόν στον εκδο­τι­κό χώρο, και το σημα­ντι­κό­τε­ρο για μία νέα σε ηλι­κία συγ­γρα­φέα: έχει δια­βά­σει πολύ. Γι’ αυτό το κέντρο βάρους της σκέ­ψης της βρί­σκε­ται έξω από το σώμα της, γεγο­νός που της δίνει την «ευχέ­ρεια» να ανη­συ­χεί για το τσίρ­κου­λο που ανα­βο­σβή­νει γύρω μας και για την ξεφτί­λα των αξιών μας.

Μόλις διά­βα­σα το νέο βιβλίο της, τη νου­βέ­λα με τίτλο Η αρχή του κακού, που θα κυκλο­φο­ρή­σει σύντο­μα. Η υπό­θε­ση εκτυ­λίσ­σε­ται σε μια επαρ­χια­κή κωμό­πο­λη, όπου οι ήρω­ες δρουν σε ένα διαρ­κές κλί­μα μυστη­ρί­ου. Παρά­ξε­να συμ­βά­ντα, αλλό­κο­τα όντα, φαι­νό­με­να που σε άλλες επο­χές θα φαί­νο­νταν ανοί­κεια, στο βιβλίο της Φακί­νου φαντά­ζουν τρο­μα­κτι­κά οικεία, όπως η βία: μια εντει­νό­με­νη απει­λή που άλλο­τε σιγο­βρά­ζει υπό­γεια κι άλλο­τε έρχε­ται από μακριά σαν τερά­στιο κύμα για να κατα­πιεί μια κοι­νω­νία που τρώ­ει και μόνη της βου­λι­μι­κά τα σωθι­κά της.

Κάποιοι από τους ήρω­ες του βιβλί­ου ακού­νε ανά δια­στή­μα­τα έναν βόμ­βο. Εγώ άκου­σα τον κώδω­να του κιν­δύ­νου, που πολ­λές φορές ήταν τόσο εφιαλ­τι­κός όσο το κου­δού­νι των νεο­συλ­λέ­κτων στον στρα­τό. Ολο­κλη­ρώ­νο­ντας το χει­ρό­γρα­φο σκε­φτό­μουν τις ται­νί­ες του Μπέρ­γκ­μαν, του Χάνε­κε και του Ταρ­κόφ­σκι. Αλλά τελι­κά το από­λαυ­σα σαν ένα βρό­μι­κο γου­έ­στερν, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται σε ένα τοπίο εξό­χως άγριο, όπως αυτό όπου ζού­με – ή όπως αυτό όπου πρό­κει­ται να ζήσου­με.