Η φετι­νή χρο­νιά για το βρα­βείο The Athens Prize for Literature στην ξένη λογο­τε­χνία ήταν εξί­σου συναρ­πα­στι­κή όπως και οι προη­γού­με­νες, αλλά ειδι­κά φέτος είχα­με να επι­λέ­ξου­με ανά­με­σα σε πολ­λά και καλά βιβλία που είχαν προ­τεί­νει οι εκδό­τες που συμ­με­τέ­χουν στο θεσμό. Η επι­τρο­πή απο­τε­λεί­ται, εκτός από εμέ­να που λει­τουρ­γώ ως συντο­νι­στής, από τον Ανα­στά­ση Βιστω­νί­τη, τη Λίλυ Εξαρ­χο­πού­λου, τη Σοφία Νικο­λα­ΐ­δου και τον Κοσμά Χαρ­πα­ντί­δη, όλοι συγ­γρα­φείς και βιβλιο­κρι­τι­κοί.

Το βασι­κό μας κρι­τή­ριο είναι το «λογο­τε­χνι­κό μυθι­στό­ρη­μα» που συν­δυά­ζει γλώσ­σα, ύφος, πλο­κή, χαρα­κτή­ρες αλλά και περιε­χό­με­νο. Που συνο­μι­λεί με τον επο­χή μας και μετα­φέ­ρει τον κοι­νω­νι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό, χωρίς να στέ­κε­ται απα­θές απέ­να­ντι στα ερω­τή­μα­τα της πολι­τι­κής και της Ιστο­ρί­ας. Άλλω­στε οι επι­λο­γές των προη­γού­με­νων πέντε ετών αυτό απο­δει­κνύ­ουν. Φέτος, μετά την μεγά­λη λίστα των είκο­σι επι­κρα­τέ­στε­ρων μυθι­στο­ρη­μά­των, κατα­λή­ξα­με στην μικρή των επτά. Τα μυθι­στο­ρή­μα­τα αυτά προ­έρ­χο­νται από 5 δια­φο­ρε­τι­κές ξένες γλώσ­σες:  εβραϊ­κά, αγγλι­κά, σερ­βι­κά, γαλ­λι­κά, ισπα­νι­κά και είναι τα εξής:

  • Nτά­βιντ Γκρό­σμαν, Στο τέλος της γης, Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη, μτφ. από τα εβραϊ­κά Λουί­ζα Μιζάν
  • Στί­βεν Κέλ­μαν, Άγρια παι­διά, Εκδό­σεις Μεταίχ­μιο, μτφ. από τα αγγλι­κά Κατε­ρί­να Σχι­νά
  • Βλά­ντι­σλαβ Μπά­γιατς, Χαμάμ Βαλ­κά­νια, Εκδό­σεις Κέδρος, μτφ. από τα σερ­βι­κά Μαρία Κεσί­νη
  • Μισέλ Ουελ­μπέκ, Ο χάρ­της και η επι­κρά­τεια, Εκδό­σεις Εστία, μτφ. από τα γαλ­λι­κά Λίνα Σιπη­τά­νου
  • Λεο­νάρ­δο Παδού­ρα, Ο άνθρω­πος που αγα­πού­σε τα σκυ­λιά, Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη, μτφ. από τα ισπα­νι­κά Κώστας Αθα­να­σί­ου
  • Ντέ­νις Τζόν­σον, Δέντρο από καπνό, Εκδό­σεις Πατά­κη, μτφ. από τα αγγλι­κά Γιώρ­γος Ίκα­ρος Μπα­μπα­σά­κης
  • Ράουι Χαζ, Η κατσα­ρί­δα, Εκδό­σεις Πάπυ­ρος, μτφ. από τα αγγλι­κά Έλε­να Τσου­κα­λά

Το φετι­νό βρα­βείο The Athens Prize for Literature  του περιο­δι­κού (δε)κατα, για την Ξένη λογο­τε­χνία, απο­νέ­με­ται στο μυθι­στό­ρη­μα Ο άνθρω­πος που αγα­πού­σε τα σκυ­λιά, του Κου­βα­νού συγ­γρα­φέα Λεο­νάρ­δο Παδού­ρα, που κυκλο­φο­ρεί από τις Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη σε  μετά­φρα­ση του Κώστα Αθα­να­σί­ου.

Το μυθι­στό­ρη­μα Ο άνθρω­πος που αγα­πού­σε τα σκυ­λιά του Λεο­νάρ­δο Παδού­ρα είναι ένα λογο­τε­χνι­κό έργο που κινεί­ται σε τρεις αφη­γη­μα­τι­κούς άξο­νες. Περι­γρά­φει την πορεία ανά τον κόσμο του κυνη­γη­μέ­νου  Τρό­τσκι μέχρι την οργα­νω­μέ­νη δολο­φο­νία του, τόσο από την πλευ­ρά του ίδιου, όσο και από την οπτι­κή του δολο­φό­νου του,  Ραμόν Μερ­κα­ντέρ, καθώς και ενός σύγ­χρο­νου Κου­βα­νού συγ­γρα­φέα, του Ιβάν, ο οποί­ος γίνε­ται απο­δέ­κτης της εκμυ­στή­ρευ­σης του φόνου, τη δεκα­ε­τία του 1970, και θεμα­το­φύ­λα­κας αυτής της μυστι­κής και επι­κίν­δυ­νης ιστο­ρί­ας.

Είναι ένα κεί­με­νο όπου συμπλέ­κο­νται η Ιστο­ρία, η μυθο­πλα­σία και το ντο­κου­μέ­ντο. Γραμ­μέ­νο με το βημα­τι­σμό ενός θρί­λερ, προ­σεγ­γί­ζει ανθρω­πι­στι­κά τους χαρα­κτή­ρες του, είτε θύμα­τα είτε θύτες, που συντρί­βο­νται από την εξου­σία. Είναι ταυ­τό­χρο­να και ένα ερω­τη­μα­τι­κό γεμά­το θλί­ψη για τη μεγά­λη ουτο­πία του 20ού αιώ­να – την ουτο­πία μιας πιο δίκαι­ης κοι­νω­νί­ας.

Ο άνθρω­πος που αγα­πού­σε τα σκυ­λιά τιμή­θη­κε με το Βρα­βείο Κρι­τι­κών Κού­βας, καθώς και με το Βρα­βείο Βιβλιο­θη­κών της Κού­βας και πρό­κει­ται να μετα­φερ­θεί στη μεγά­λη οθό­νη.

Ο Κώστας Αθα­να­σί­ου είναι ένας έμπει­ρος μετα­φρα­στής από τα ισπα­νι­κά, που γνω­ρί­ζει σε βάθος το έργο του Λεο­νάρ­δο Παδού­ρα. Η μετά­φρα­σή του απο­δί­δει από­λυ­τα το πνεύ­μα του συγ­γρα­φέα.

Για την κρι­τι­κή επι­τρο­πή

Θεό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης

Επιστολή αποδοχής του Λεονάρδο Παδούρα

Η σχέ­ση μου με την Ελλά­δα είναι βαθιά λογο­τε­χνι­κή. Πιστεύω πως το πάθος για τη λογο­τε­χνία,  που με συνο­δεύ­ει εδώ και σαρά­ντα χρό­νια, το οφεί­λω, κατά κύριο λόγο, στους Έλλη­νες πιο κλα­σι­κούς από τους κλα­σι­κούς, όταν, εκεί­νες τις ανά­λα­φρες μέρες που φοι­τού­σα σε κάποιο λύκειο της Αβά­νας, μετέ­τρε­ψα την οργή του Αχιλ­λέα, την επι­μο­νή του Οδυσ­σέα, τη μοί­ρα του Οιδί­πο­δα, της Αντι­γό­νης και της Μήδειας, καθώς και τα καπρί­τσια των κατοί­κων του Ολύ­μπου, σε κομ­μά­τι ανα­πό­σπα­στο της γνώ­σης μου για την ανθρώ­πι­νη συν­θή­κη του πολι­τι­σμέ­νου και Δυτι­κού ανθρώ­που. Είμαι, επο­μέ­νως, εξί­σου κλη­ρο­νό­μος του Ομή­ρου, του Ηρο­δό­του, του Σοφο­κλή και του Αρι­στο­τέ­λη όσο και οποιοσ­δή­πο­τε από τους Έλλη­νες ανα­γνώ­στες και κρι­τι­κούς στα χέρια των οποί­ων έφτα­σε το μυθι­στό­ρη­μά μου Ο άνθρω­πος που αγα­πού­σε τα σκυ­λιά και απο­φά­σι­σαν να το τιμή­σουν με ένα βρα­βείο που φέρει το όνο­μα της πόλης του Περι­κλή και του Παρ­θε­νώ­να, το όνο­μα εκεί­νου του τόπου του κόσμου όπου επι­νο­ή­θη­κε αυτή η θαυ­μα­στή –και σήμε­ρα τόσο ευτε­λι­ζό­με­νη– έννοια που ακό­μη απο­κα­λεί­ται δημο­κρα­τία…

Στο μυθι­στό­ρη­μά μου, πιστεύω, είναι εύκο­λο να δια­κρί­νει κανείς τον από­η­χο της ελλη­νι­κής ρίζας μου. Η σημα­δε­μέ­νη μοί­ρα του Λιεφ Τρό­τσκι, η λύσ­σα του Ραμόν Μερ­κα­ντέρ και κατό­πιν οι αμφι­βο­λί­ες του, η ζωή του Κου­βα­νού Ιβάν Κάρ­δε­νας, που τη δια­μόρ­φω­σαν ανώ­τε­ρες δυνά­μεις, αλλά και η μοι­ραία του κατά­λη­ξη, έχουν πίσω τους τα συσ­σω­ρευ­μέ­να μαθή­μα­τα που πήρα δια­βά­ζο­ντας τους ποι­η­τές και τους τρα­γι­κούς της Αθή­νας, τους πρώ­τους συγ­γρα­φείς που ήξε­ραν πώς να δώσουν λογο­τε­χνι­κή διά­στα­ση στις μετα­στρο­φές της ζωής των ανθρώ­πων και στις τελε­σί­δι­κες επι­τα­γές της μοί­ρας.

Εκτός όμως από κλη­ρο­νό­μος μιας λογο­τε­χνί­ας, είμαι επί­σης κλη­ρο­νό­μος και μιας αντί­λη­ψης για την κοι­νω­νία που έγι­νε πρά­ξη πριν από 25 αιώ­νες στην πόλη της Αθή­νας. Είμαι, νιώ­θω, ένας δημο­κρά­της, με την ακρι­βή έννοια της λέξης. Και το μυθι­στό­ρη­μά μου, το οποίο σήμε­ρα βρα­βεύ­ε­τε, είναι μια κραυ­γή ενά­ντια στους ολο­κλη­ρω­τι­σμούς και τις τυραν­νί­ες, ένα κάλε­σμα για δημο­κρα­τία.

Λίγα βρα­βεία θα μπο­ρού­σαν να μου δώσουν τόση ικα­νο­ποί­η­ση όσο ένα που έρχε­ται από την αιώ­νια Αθή­να. Γι’ αυτό θέλω να ευχα­ρι­στή­σω με όλη μου την καρ­διά τον εκδο­τι­κό οίκο που εμπι­στεύ­θη­κε τη δου­λειά μου και την κρι­τι­κή επι­τρο­πή που τώρα τη βρα­βεύ­ει. Παίρ­νω αυτό το βρα­βείο σαν να βρί­σκο­μαι στην Αγο­ρά και από μια γωνιά να με παρα­τη­ρεί ο Σωκρά­της, που, για μια φορά στη ζωή του, δεν σκέ­φτε­ται να κάνει κάποια ερώ­τη­ση, για την οποία δεν θα είχα άλλη απά­ντη­ση να δώσω παρά να του πω: «Το μόνο που γνω­ρί­ζω είναι ότι ο κόσμος πηγαί­νει πολύ άσχη­μα. Αλλά εγώ είμαι ευτυ­χι­σμέ­νος».

Ευχα­ρι­στώ πολύ,

Λεο­νάρ­δο Παδού­ρα