τοῦ Σωτή­ρη Τρι­βι­ζᾶ ✒

Πρό­κει­ται γιά μιά σχε­δόν λησμο­νη­μέ­νη τέχνη. Χιλιά­δες βιβλία γρά­φο­νται καί δια­βά­ζο­νται κάθε χρό­νο, ἐλά­χι­στοι εἶναι ὅμως οἱ ἄνθρω­ποι πού ἀνα­γι­γνώ­σκουν: ἐκε­ῖνοι δηλα­δή πού ἀνα­γνω­ρί­ζουν σ’ ἕνα βιβλίο μιά ἄγνω­στη πλευ­ρά τοῦ ἑαυ­τοῦ τους, μιά ξεχα­σμέ­νη αἴσθη­ση ἤ μιά συγκί­νη­ση πού ἔρχε­ται στήν ἐπι­φά­νεια μέ τή δια­κρι­τι­κή μεσο­λά­βη­ση τοῦ συγ­γρα­φέα. Αὐτοί, οἱ ἀλη­θι­νοί ἀνα­γνῶστες, καμ­μιά σχέ­ση δέν ἔχουν μέ ὅσους περι­δια­βά­ζουν στίς σελί­δες ἑνός βιβλί­ου. Εἶναι οἱ τελευ­τα­ῖοι μιᾶς φυλῆς ἡ ὁποία ἀνα­γνω­ρί­ζε­ται ἀκό­μα ἀπό τό τυπι­κό μιᾶς τελε­τῆς πού ἐπα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀπα­ράλ­λα­χτη ἐδῶ καί αἰῶνες.

A photo posted by louread_ (@louread_) on

Ὁ ἀνα­γνώ­στης δια­λέ­γει ὁ ἴδιος τά βιβλία του. Τό βιβλιο­πω­λε­ῖο εἶναι ὁ φυσι­κός του χῶρος, τό δεύ­τε­ρο σπί­τι του. Ἀφοῦ παρα­πλεύ­σει τούς φορ­τω­μέ­νους πάγκους, ὁ ἀνα­γνώ­στης κατευ­θύ­νε­ται στά σκο­νι­σμέ­να ράφια. Ξέρει καλά πώς κάτω ἀπ’ τή σκό­νη, μέσα στήν ἀδια­φο­ρία καί τήν ἐγκα­τά­λει­ψη, περι­μέ­νουν οἱ πραγ­μα­τι­κοί θησαυ­ροί, ὅπως τά ἐκλε­κτά κρα­σιά πού παλαιώ­νουν στήν κάβα. Ἐκεῖ ἀφή­νει τό μάτι του νά πλα­νη­θεῖ σέ τίτλους, ὀνό­μα­τα συγ­γρα­φέ­ων, λέξεις καί χρώ­μα­τα. Ὅταν κάποιο βιβλίο τρα­βή­ξει τήν προ­σο­χή του, τό κατε­βά­ζει ἀπ’ τό ράφι καί τό ξεφυλ­λί­ζει μέ ἀνυ­πό­μο­να χέρια. Δια­βά­ζει τό ὀπι­σθό­φυλ­λο, τό βιο­γρα­φι­κό σημεί­ω­μα τοῦ συγ­γρα­φέα, κάποιες τυχα­ῖες περι­κο­πές. Ὁ ἀνα­γνώ­στης προ­σέ­χει ἀκό­μα τά τυπο­γρα­φι­κά στοι­χε­ῖα, τήν εἰκό­να καί τό στή­σι­μο τοῦ ἐξω­φύλ­λου, τήν ποιό­τη­τα τοῦ χαρ­τιοῦ. Μερι­κοί ἀνα­γνῶστες συνη­θί­ζουν νά βυθί­ζουν τή μύτη τους μέσα στίς σελί­δες ἑνός βιβλί­ου καί ν’ ἀπο­λαμ­βά­νουν τό ἄρω­μα τῆς τυπω­μέ­νης μελά­νης. Μολο­νό­τι αὐτό γίνε­ται συνή­θως στά κρυ­φά, πρέ­πει νά σημειώ­σου­με ὅτι ἀπο­τε­λεῖ μία καθ’ ὅλα νόμι­μη πρά­ξη. Τό βιβλίο ἀπευ­θύ­νε­ται σέ ὅλες τίς αἰσθή­σεις μας, κι αὐτό εἶναι κάτι πού τό ξέρει καλά ὁ ἀνα­γνώ­στης.

Ὁ ἀνα­γνώ­στης δια­βά­ζει πάντο­τε μόνος. Γνω­ρί­ζει πώς ἡ ἀνά­γνω­ση εἶναι μιά δια­δι­κα­σία πού, ὅπως μιά δύσκο­λη καί ἀπαι­τη­τι­κή ἐρω­μέ­νη, ἀξιώ­νει ὁλό­κλη­ρη τήν προ­σο­χή του. Φρο­ντί­ζει, λοι­πόν, νά ἐξα­σφα­λί­σει τήν ἀπό­στα­σή του ἀπό τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα προ­κει­μέ­νου νά βυθι­στεῖ ἀπε­ρί­σπα­στος σ’ ἕναν και­νούρ­γιο κόσμο. Ἡ ἀνά­γνω­ση σέ παρα­λί­ες, καφε­νε­ῖα, μέσα μαζι­κῆς μετα­φο­ρᾶς, παγκά­κια πάρ­κων καί, γενι­κά, σέ πολυ­σύ­χνα­στα μέρη, εἶναι μιά προ­βλη­μα­τι­κή μορ­φή ἀνά­γνω­σης. Πράγ­μα­τι, ἀρκεῖ ἕνας θόρυ­βος, μιά φωνή, ἡ ἄκαι­ρη παρέμ­βα­ση τοῦ σερ­βι­τό­ρου, γιά νά ραγί­σει ὁ κόσμος πού ὁ ἀνα­γνώ­στης οἰκο­δο­μο­ῦσε μέσα του. Γι’ αὐτό ὁ ἀνα­γνώ­στης δια­βά­ζει κατά μόνας στό ἥσυ­χο περι­βάλ­λον τοῦ σπι­τιοῦ του. Ἄλλες φορές μπο­ρεῖ κατά τήν κρί­ση του νά ἐπι­λέ­ξει μιά ὄχι ἰδιαί­τε­ρα ἀνα­παυ­τι­κή πολυ­θρό­να στό σαλό­νι ἤ μιά ἁπλή καρέ­κλα στό δρο­σε­ρό μισο­σκό­τα­δο τῆς κου­ζί­νας. Ἡ ἀνά­γνω­ση στό κρε­βά­τι ἤ στόν κανα­πέ, μολο­νό­τι χαί­ρει ἰδιαί­τε­ρης προ­τί­μη­σης ἀπό μιά ὁρι­σμέ­νη κατη­γο­ρία ἀνα­γνω­στῶν πού δια­κρί­νο­νται γιά τή σωμα­τι­κή νωθρό­τη­τά τους, δέν ἐνδεί­κνυ­ται, διό­τι οὐσια­στι­κά ὑπο­θάλ­πει καί τήν πνευ­μα­τι­κή νωθρό­τη­τα τοῦ ἀνα­γνώ­στη.

A photo posted by louread_ (@louread_) on

Ὁ ἀνα­γνώ­στης μπο­ρεῖ νά συνο­δεύ­σει τή δια­δι­κα­σία τῆς ἀνά­γνω­σης μέ ὁρι­σμέ­να ἄλλα μέσα: τσι­γά­ρο, πίπα, ποῦρο γιά τούς καπνι­στές, ἀφε­ψή­μα­τα ἱκα­νά νά σβή­σουν τή δίψα καί νά ἐνι­σχύ­σουν τήν ἀπό­λαυ­ση. Ἀνά­με­σα στά τελευ­τα­ῖα τά πλέ­ον ἐνδε­δειγ­μέ­να εἶναι τό τσάι καί ὁ καφές, πού κρα­το­ῦν τόν ἀνα­γνώ­στη σέ ἐγρή­γορ­ση χωρίς νά τοῦ στε­ρο­ῦν τίς πνευ­μα­τι­κές του δυνά­μεις. Ἀπε­να­ντί­ας, πρέ­πει νά ἀπο­φεύ­γε­ται τό ἀλκο­όλ, πού θολώ­νει τήν κρί­ση καί μειώ­νει τήν ἱκα­νό­τη­τα τῆς ἀντί­λη­ψης. Ὁρι­σμέ­νοι ἀνα­γνῶστες προ­τι­μο­ῦν νά δια­βά­ζουν τά βιβλία τους μέ τή δια­κρι­τι­κή συντρο­φιά τῆς μου­σι­κῆς. Σ’ αὐτή τήν περί­πτω­ση, ὅμως, ὁ ἀνα­γνώ­στης ὀφεί­λει νά εἶναι ἰδιαί­τε­ρα προ­σε­κτι­κός στίς μου­σι­κές ἐπι­λο­γές του. Ἡ μου­σι­κή πρέ­πει νά περιο­ρί­ζε­ται στόν συνο­δευ­τι­κό της ρόλο καί σέ καμ­μιά περί­πτω­ση δέν ἐπι­τρέ­πε­ται ν’ ἀπο­σπᾶ τήν προ­σο­χή τοῦ ἀνα­γνώ­στη.

Ὁρι­σμέ­νοι ἀνα­γνῶστες προ­τι­μο­ῦν τά ἄκο­πα βιβλία, για­τί τούς δίνουν τήν εὐκαι­ρία μιᾶς πρώ­της σωμα­τι­κῆς ἐπα­φῆς πού προη­γε­ῖται τῆς δια­δι­κα­σί­ας τῆς ἀνά­γνω­σης. Ὅπως αὐτοί πού προ­τι­μο­ῦν τό ἐκλε­κτό κρα­σί, θέλουν νά συμ­με­τέ­χουν οἱ ἴδιοι στό μυστι­κό τῆς ἀπο­σφρά­γι­σης ἑνός καλοῦ βιβλί­ου. Γι’ αὐτό ὁ ἀνα­γνώ­στης εἶναι πάντα ἐφο­δια­σμέ­νος μ’ ἕναν κοφτε­ρό χαρ­το­κό­πτη ἤ ἕνα κοι­νό μαχαί­ρι πού τό γλι­στρά­ει τρυ­φε­ρά ἀνά­με­σα στίς σελί­δες τοῦ βιβλί­ου προ­σέ­χο­ντας νά μήν τό πλη­γώ­σει. Ἐνῶ κόβει τίς σελί­δες, ὁ ἀνα­γνώ­στης ἐξε­τά­ζει μέ τήν ἄκρη τῶν δακτύ­λων τήν ὑφή τοῦ χαρ­τιοῦ, τό βάρος καί τήν πυκνό­τη­τά του, καί ἐπι­τρέ­πει στό βλέμ­μα του νά πλα­νη­θεῖ ἀνά­με­σα στίς τυπω­μέ­νες σει­ρές λαμ­βά­νο­ντας ἔτσι μιά πρώ­τη γεύ­ση ἀπ’ τό βιβλίο, ἀκρι­βῶς ὅπως ὁ γευ­σι­γνώ­στης στρι­φο­γυ­ρί­ζει στό στό­μα του μιά γου­λιά ἀπό τό ἐκλε­κτό ποτό μέχρι νά νιώ­σει ν’ ἀνα­δει­κνύ­ε­ται τό ἄρω­μά του.

Ὁ ἀνα­γνώ­στης δια­βά­ζει ἀργά, προ­σπα­θώ­ντας νά ἐναρ­μο­νί­σει τόν ρυθ­μό τῆς ἀνά­γνω­σης μέ τούς ἐσω­τε­ρι­κούς ρυθ­μούς τῆς ἀφή­γη­σης. Πολ­λές φορές ἀπο­λαμ­βά­νει δύο καί τρε­ῖς φορές τήν ἀνά­γνω­ση κάποιας σελί­δας ἤ ἀφή­νε­ται σέ μιά μυστι­κή ὀνει­ρο­πό­λη­ση, ἡ ὁποία ἀπο­τε­λεῖ μέρος τῆς σχέ­σης πού ἀνα­πτύσ­σε­ται μετα­ξύ ἐκεί­νου καί τοῦ συγ­γρα­φέα. Ὁ ἀνα­γνώ­στης ἔχει τήν ἱκα­νό­τη­τα νά δια­βά­ζει ἀκό­μα καί ἀνά­με­σα στίς γραμ­μές, για­τί ξέρει ὅτι αὐτές οἱ μικρές σιω­πές πού δημιουρ­γο­ῦνται στά κενά τῆς ἀφή­γη­σης εἶναι ἀπο­κλει­στι­κά δικός του χῶρος: χῶρος γιά νά συλ­λο­γι­στεῖ, γιά νά δημιουρ­γή­σει, γιά νά ὀνει­ρευ­τεῖ. Ποτέ ὁ ἀνα­γνώ­στης δέν ἀφή­νει ἀδιά­βα­στες σελί­δες γιά νά φτά­σει πιό σύντο­μα στό τέλος τοῦ βιβλί­ου. Γιά τόν ἀνα­γνώ­στη σημα­σία ἔχει τό ταξί­δι, ὄχι ὁ προ­ο­ρι­σμός.

Ὁ ἀνα­γνώ­στης ξέρει πώς ἕνα καλό βιβλίο πρέ­πει νά δια­βά­ζε­ται ἀπνευ­στί, μέσα σέ μιά ἰδιαί­τε­ρη κατά­στα­ση πού λίγο ἀπέ­χει ἀπό τόν πυρε­τό ἤ τή μέθη. Ἐάν κάποιο βιβλίο, λόγω μεγέ­θους, δέν εἶναι δυνα­τόν νά ὁλο­κλη­ρω­θεῖ σέ μία καί μόνη ἀνά­γνω­ση, τότε ὁ ἀνα­γνώ­στης κατα­τρύ­χε­ται ἀπό μιά παρά­ξε­νη ἔξα­ψη, εἶναι ἀπρό­σε­χτος στίς καθη­με­ρι­νές ἀσχο­λί­ες του καί κατα­διώ­κε­ται ἀπό τήν ἔμμο­νη ἰδέα τοῦ βιβλί­ου. Μέ σπου­δή βιά­ζε­ται ν’ ἀπαλ­λα­γεῖ ἀπό τίς βιο­τι­κές του μέρι­μνες καί νά ἐξοι­κο­νο­μή­σει τόν ἀπα­ραί­τη­το χρό­νο γιά νά ὁλο­κλη­ρώ­σει τήν ἀνά­γνω­ση. Ἀρκε­τοί ἀνα­γνῶστες προ­τι­μο­ῦν νά θυσιά­σουν τόν ὕπνο τους προ­κει­μέ­νου νά τελειώ­σουν τήν ἀνά­γνω­ση ἑνός συγκε­κρι­μέ­νου βιβλί­ου. Ὡστό­σο, ὅταν ἡ νύστα βαραί­νει τά βλέ­φα­ρα, ὁ ἀνα­γνώ­στης δέν εἶναι σέ θέση νά συλ­λά­βει ὅλες τίς ἀπο­χρώ­σεις τῆς ἀφή­γη­σης, τή διαύ­γεια καί τή στιλ­πνό­τη­τα τοῦ ὕφους. Ὁ ἀνα­γνώ­στης θεω­ρεῖ τήν ἀνά­γνω­ση ὡς τήν ὑψη­λό­τε­ρη μορ­φή ἀπό­λαυ­σης καί ἀρνε­ῖται νά ὑπο­κύ­ψει σέ τέτοιες ψυχα­να­γκα­στι­κές δια­δι­κα­σί­ες. Ἐπί­σης, ὁ ἀνα­γνώ­στης νιώ­θει βαθιά περι­φρό­νη­ση γιά ὅσους ἀντι­με­τω­πί­ζουν τήν τέχνη τοῦ λόγου ὡς μιά μορ­φή δρα­στι­κοῦ ὑπνω­τι­κοῦ καί ἀρνε­ῖται νά δια­βά­σει «γιά νά νυστά­ξει».

Τυχαί­νει κάπο­τε ὁρι­σμέ­να βιβλία ν’ ἀντι­στέ­κο­νται στήν πρά­ξη τῆς ἀνά­γνω­σης. Ὁ ἀνα­γνώ­στης πλήτ­τει, δυσα­να­σχε­τεῖ, χασμᾶται, συλ­λαμ­βά­νει τόν ἑαυ­τό του νά παρα­βλέ­πει παρα­γρά­φους ἤ ἀκό­μα καί ὁλό­κλη­ρες σελί­δες τοῦ βιβλί­ου. Δύο πράγ­μα­τα εἶναι πιθα­νόν νά συμ­βαί­νουν: ἤ τό βιβλίο εἶναι πράγ­μα­τι κακό, ὁπό­τε ὁ ἀνα­γνώ­στης δικαιο­ῦται νά τό ἐντα­φιά­σει στή βιβλιο­θή­κη του ἀνα­λο­γι­ζό­με­νος μέ πίκρα τήν ἀστο­χία τῆς ἐπι­λο­γῆς του, ἤ ὁ ἴδιος δέν εἶναι ἀκό­μα ἕτοι­μος γιά τήν ἀνά­γνω­ση τοῦ συγκε­κρι­μέ­νου βιβλί­ου. Σ’ αὐτή τή δεύ­τε­ρη περί­πτω­ση ὁ ἀνα­γνώ­στης ἐπα­νέρ­χε­ται μετά ἀπό μῆνες ἤ καί χρό­νια καί ἀνα­κα­λύ­πτει στό βιβλίο πού δέν κατόρ­θω­σε νά δια­βά­σει ἕνα αὐθε­ντι­κό ἀρι­στούρ­γη­μα. Τό δέχε­ται χωρίς ἔκπλη­ξη, για­τί ὁ ἀνα­γνώ­στης ξέρει ὅτι κι αὐτός ὡρι­μά­ζει, ὅπως ἀκρι­βῶς καί τά βιβλία.

A photo posted by louread_ (@louread_) on

Ὁ ἀνα­γνώ­στης ἀγα­πᾶ καί φρο­ντί­ζει τά βιβλία του. Δια­βά­ζει προ­σε­κτι­κά, ἀπο­φεύ­γο­ντας νά διπλώ­σει τή ράχη τους ἤ νά τσα­κί­σει τίς σελί­δες τους καί συχνά ἀντι­στέ­κε­ται στόν πει­ρα­σμό νά ὑπο­γραμ­μί­σει κάποια ἀπο­σπά­σμα­τα πού τοῦ προ­κα­λο­ῦν ἰδιαί­τε­ρο ἐνδια­φέ­ρον. Ὡστό­σο, ἡ βιβλιο­θή­κη του δέν ἀπο­τε­λεῖ μέρος τῆς τυπι­κῆς ἐπί­πλω­σης τοῦ σπι­τιοῦ. Εἶναι ἕνας ζωντα­νός χῶρος, ὅπου συχνά συμ­βαί­νει νά βασι­λεύ­ει τό χάος.

Ἡ ἀνά­γνω­ση εἶναι μιά τέχνη τῆς ἀπό­λαυ­σης καί ὡς τέχνη ἀσκε­ῖται ἀπό τούς μυη­μέ­νους. Αὐτοί, οἱ ἀλη­θι­νοί ἀνα­γνῶστες, εἶναι οἱ τελευ­τα­ῖοι μιᾶς φυλῆς πού σήμε­ρα ἀπει­λε­ῖται μέ ἐξα­φά­νι­ση. Για­τί ποιός εἶναι πρό­θυ­μος στίς μέρες μας νά ἐντρυ­φή­σει στά μυστι­κά μιᾶς σχε­δόν λησμο­νη­μέ­νης τέχνης;

Ἀπό τή συλ­λο­γή δοκι­μί­ων τοῦ Σωτή­ρη Τρι­βι­ζᾶ Τό Πνε­ῦμα τοῦ Λόγου, Εκδό­σεις Καστα­νιώ­τη, 2000