April is the cruellest month
S. Eliot

ὁ Ἀπρί­λης μέ τόν Ἔρω­τα χορεύ­ουν καί γελο­ῦνε
Διο­νύ­σιος Σολω­μός

 

ΠΕΡΑΣΕ  ΚΑΙΡΟΣ πού δέν γρά­φω πιά τίς ἱστο­ρί­ες μου σέ πρῶτο ἑνι­κό πρό­σω­πο κι αἰσθά­νο­μαι ὁμο­λο­γῶ περί­ερ­γα· σάν νά χει­ρί­ζο­μαι κάτι ἄγνω­στο, ἡμιά­γνω­στο, σάν νά γλι­στράω συνά­μα σέ κάτι γνω­στό καί ἀφη­ρη­μέ­νο. Ἐν πάσῃ περι­πτώ­σει, ὁ πρῶτος ἄγνω­στος μέ τόν ὁπο­ῖο ἔνοιω­σα νά μέ δένουν ἰσχυ­ροί δεσμοί ἦταν ὁ Βικέ­ντιος Βάν Γκό­γκ, ὅπως μοῦ ἐμφα­νί­στη­κε στίς σελί­δες μιᾶς βιο­γρα­φί­ας του ὅταν ἤμουν στήν μυθι­κή ἐκεί­νην ἡλι­κία τῶν δεκα­πέ­ντε-δεκά­ξι χρό­νων. Πέρα ἀπό τήν ἰδιό­τυ­πη μορ­φή του μέ τό μπα­ντα­ρι­σμέ­νο αὐτί, καί τήν ἀλλο­κο­τιά του γενι­κῶς ὡς ἀτό­μου –πράγ­μα­τα ἱκα­νά νά παγι­δεύ­σουν καί τσα­κά­λι, πόσῳ μᾶλ­λον μιάν ἀπαι­τη­τι­κή ἔφη­βη–, ὑπῆρ­ξε καί κάτι ἄλλο. Ἦταν, μάθαι­να, γεν­νη­μέ­νος στίς 30 Μαρ­τί­ου τοῦ 1853, ὅπως ἐγώ στίς 29 Μαρ­τί­ου τοῦ 1951. Ὁ παρ’ ὀλί­γον τέλειος αἰῶ­νας πού μᾶς χώρι­ζε μέ ὤθη­σε σέ μιά ἀξιο­μνη­μό­νευ­τη γιά τήν ἐπο­χή πρά­ξη καί δή «ὑπέρ­βα­ση»: μικραί­νο­ντας τόν ἑαυ­τό μου κατά μία μόνον ἡμέ­ρα καί μεγα­λώ­νο­ντας αὐτόν κατά δύο χρό­νια μπο­ρο­ῦσα νά λέω στό ἑξῆς –καί ἐν πολ­λο­ῖς νά καυ­χῶμαι– ὅτι γεν­νή­θη­κα ἑκα­τό χρό­νια ἀκρι­βῶς μετά τόν Βικέ­ντιο Βάν Γκό­γκ. Δέν νομί­ζω πώς ἦταν πολ­λοί τότε γύρω μου, στό ἀγρο­τι­κό περι­βάλ­λον ὅπου ζοῦσα, πού γνώ­ρι­ζαν ποιός εἶναι ὁ Βάν Γκό­γκ καί ποιά ἡ ἱστο­ρία τῆς σύντο­μης καί ταραγ­μέ­νης ζωῆς του, ἄρα πού ἐντυ­πω­σιά­ζο­νταν ἀπό μιά τέτοια σύμ­πτω­ση, μά δέν θυμᾶμαι νά μοῦ στά­θη­κε αὐτό ἐμπό­διο, δέν θυμᾶμαι νά εἶχε καί τόση σημα­σία γιά μένα, δεδο­μέ­νου ὅτι τά μεγα­λύ­τε­ρα συμ­βά­ντα λαμ­βά­νουν χώρα πρῶτα στό κεφά­λι μας καί μετά στήν ζωή μας τήν ἴδια, ἄν καί ἐφ’ ὅσον ἔχου­με τήν τύχη. Τέλος πάντων, κάπως τά φέρ­νει ἡ ζωή, κάπως τά φτιά­χνου­με κι ἐμε­ῖς μέ τό κεφά­λι μας…

Τόν ἴδιο και­ρό πάνω-κάτω ἄνοι­ξα αἰφ­νι­δί­ως δεσμούς καί μέ τόν διά­δο­χο μῆνα Ἀπρί­λιο. Συνέ­βη ὅταν χρειά­στη­κα ἕνα χαρ­τί ἀπό τό δημαρ­χε­ῖο –μιά ληξιαρ­χι­κή πρά­ξη γεννή­σεως– προ­κει­μέ­νου νά βγά­λω τήν πρώ­τη ἀστυ­νο­μι­κή ταυ­τό­τη­τα. Καί ξαφ­νιά­στη­κα ὅταν σ’ αὐτό τό χαρ­τί εὐλό­γως μέν δέν ἀνα­φε­ρό­ταν ὡς ἡμε­ρο­μη­νία γεν­νή­σε­ώς μου ἡ 30ή Μαρ­τί­ου τοῦ Βάν Γκό­γκ, μά περιέρ­γως οὔτε καί ἡ 29η – ἀλλ’ ἀντ’ αὐτῶν ἡ 4η Ἀπρι­λί­ου. Ἔστω, εἶπα, εἴτε μέ δήλω­σαν λίγες μέρες ἀργό­τε­ρα οἱ δικοί μου εἴτε ἔκα­νε καί ἡ Δημαρ­χία τίς ὑπερ­βά­σεις της. Ὅμως τό πρᾶγ­μα δέν στα­μά­τη­σε ἐκεῖ: στό χαρ­τί πού χρειά­στη­κα κάτι χρό­νια πιό ἔπει­τα προ­κει­μέ­νου νά βγά­λω τό πρῶτο μου δια­βα­τή­ριο ἀνα­φε­ρό­μουν τώρα ὡς γεν­νη­θε­ῖσα τήν 10η Ἀπρι­λί­ου· σ’ ἕνα ἄλλο χαρ­τί, ἀργό­τε­ρα, ἡ 2α Ἀπρι­λί­ου διεκ­δι­κο­ῦσε αἴφ­νης τήν τιμή (ἄχ, σκέ­φτη­κα, τήν ἴδια μέρα μέ τόν Κρί­στιαν Ἄντερ­σεν, τόν μεγά­λο παρα­μυ­θᾶ!), καί σ’ ἕνα ἄλλο πάλι ἡ 10η. Τί γινό­ταν; Χρό­νια δέν μοῦ ἔκο­βαν, οὔτε ἕνα, μά ἀπό μέρες ἄλλο τίπο­τα – περι­φε­ρό­μουν ἀπό ἡμε­ρο­μη­νία σέ ἡμε­ρο­μη­νία «σάν τήν ἄδι­κη κατά­ρα», σάν πρω­τα­πρι­λιά­τι­κο ἀστε­ῖο, στοι­χεῖο ἄν ὄχι καί στοι­χειό, κι ἀλλοί­μο­νο στόν ἀστρο­λό­γο πού θά δοκί­μα­ζε νά βρεῖ τό λεγό­με­νο ἀσα­ντάν μου, τήν σελή­νη μου καί τούς λοι­πούς πλα­νῆτες βασι­ζό­με­νος σέ ντοκουμέν­τα καί ἐκδο­χές ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθ­μός.

Ὡστό­σο κάθε ἄλλο παρά μέ ἐνο­χλο­ῦσε αὐτό τό χάος τῶν γενε­θλί­ων μου. Ἀπε­να­ντί­ας, τό νά ἔχω γεν­νη­θεῖ κάποια 29η Μαρ­τί­ου, τήν ὁποία ἀνεν­δοί­α­στα προ­βί­βα­σα σέ «30ή Μαρ­τί­ου» γιά χάρι ἑνός Βάν Γκό­γκ, καί τό ν’ ἀκο­λου­θεῖ ἀπό κεῖ κι ἔπει­τα μιά τρο­χιά ἀπό ποι­κί­λες ἡμε­ρο­μη­νί­ες λές καί δέν ἔφτα­ναν οἱ δυό πρῶτες, «οἱ δικές μου» οὕτως εἰπε­ῖν, αὐτό, μισο­α­στε­ῖα-μισο­σο­βα­ρά, τάρα­ζε καί ταρά­ζει κάθε ἄνοι­ξη τά νερά τῆς καθη­με­ρι­νό­τη­τας καί τήν ρου­τί­να λίγο-πολύ μιᾶς ἀπα­ρά­βα­της καί ἀδια­φι­λο­νί­κη­της ἡμε­ρο­μη­νί­ας. Εἶναι σάν τίς ἐκθέ­σεις ζωγρα­φι­κῆς πού διαρ­κο­ῦν ἀπό τότε μέχρι τότε: ἀπό τίς 29 Μαρ­τί­ου, λοι­πόν, ἕως καί τίς 10 Ἀπρι­λί­ου ἔχω γενέ­θλια καί δέχο­μαι εὐχές, στήν ἀνά­γκη κι ἐπι­σκέ­ψεις ἤ δῶρα. Ἕνας φίλος, συστη­μα­τι­κά κάθε ἔτος, μοῦ τηλε­φωνεῖ τό πρωί τῆς 29ης Μαρ­τί­ου καί μοῦ λέει μέ ἐπί­ση­μη φωνή, σέ ἀπέ­ριτ­τους τόνους, σάν νά δια­βά­ζει Κομ­φού­κιο: «Παίρ­νω νά σοῦ εὐχη­θῶ χρό­νια πολ­λά καί δημιουρ­γι­κά γιά τά γενέ­θλιά σου». Τήν ἄλλη μέρα ἐπα­να­λαμ­βά­νει τό τηλε­φώ­νη­μα, λέει τά ἴδια λόγια, στόν ἴδιο τόνο. Τήν μεθε­πο­μέ­νη τό ἴδιο, τήν παρα­με­θε­πο­μέ­νη τό ἴδιο, στα­θε­ρά, μέχρι καί τήν 10η Ἀπρι­λί­ου, ὁπό­τε λήγουν τά βάσα­να.

Παλιό­τε­ρα κανείς ἀπό τούς φίλους μου δέν γνώ­ρι­ζε γιά τίς 29 Μαρ­τί­ου, εἶχα σκε­φτεῖ νά μήν τό πῶ σέ κανέ­ναν· ἤξε­ραν μόνο τήν 30ή Μαρ­τί­ου ὡς «πραγ­μα­τι­κή» ἡμε­ρο­μη­νία καί τίς ἀπρι­λιά­τι­κες ὡς ληξιαρ­χι­κά τερ­τί­πια. Σέ ἄλλους πάλι, μετέ­πει­τα, ἔλε­γα κάποια ἀπρι­λιά­τι­κη ὡς πραγ­μα­τι­κή, σέ κάποιους ἄλλους ἄλλη ἀπρι­λιά­τι­κη, σέ ἄλλους ἄλλη, γενι­κῶς ὑπῆρ­χε μιά ἀφθο­νία ἐκεῖ πέρα, April is a generous month – γεν­ναιό­δω­ρος μήνας ὁ Ἀπρί­λης. Δικαί­ως λοι­πόν, ἐφ’ ὅσον κάπο­τε ὁμο­λό­γη­σα στούς πολύ στε­νούς φίλους γιά τήν ὕπαρ­ξη καί τῆς 29ης Μαρ­τί­ου, ὡς πραγ­μα­τι­κό­τε­ρης μάλι­στα καί τῆς –κατά Βάν Γκό­γκ– πραγ­μα­τι­κῆς, μέ κοί­τα­ξαν μέ στω­ι­κό­τη­τα, ἴσως καί μέ κάποια σπί­θα καχυ­πο­ψί­ας –τί ἄλλο, σοῦ λέει, νά περι­μέ­νου­με–, καί δικαί­ως ἀπο­φα­σί­σα­με ἀπό κοι­νοῦ πώς ναί μέν οἱ «ἐκδη­λώ­σεις» θά κρα­το­ῦν καθ’ ὅλο τό δεκα­τρι­ή­με­ρο τῶν γενε­θλί­ων ἀλλά ἡ «παρέ­λα­ση» –τό ταρα­τα­τάμ– θά λαμ­βάνει χώρα ἀπο­κλει­στι­κῶς τήν Πρω­τα­πρι­λιά. Ὅπερ καί τηρε­ῖται.

Κάποιος μιά φορά, σέ μιά συνέ­ντευ­ξη, μοῦ εἶπε ξαφ­νι­κά σπά­ζο­ντας τήν ἀμη­χα­νία μιᾶς παρα­τε­τα­μέ­νης σιω­πῆς: «Ἐ­μένα πάντως μοῦ δίνε­τε τήν αἴσθη­ση ψέμα­τος!» Γιά κοί­τα, εἶπα μέσα μου, αὐτό εἶναι ὡρα­ῖο. «Σάν ψέμα σᾶς βλέ­πω», συνέ­χι­σε, καί θά μπο­ρο­ῦσα νά πάρω ἐγώ τόν ρόλο τοῦ συνε­ντευ­ξια­στῆ καί ν’ ἀρχί­σω νά τόν ρωτάω τί ἐννο­εῖ καί για­τί τό λέει ἔτσι κ.λπ. κ.λπ., μά δέν θέλη­σα νά τό χαλά­σω: ἦταν μιά ἀπό τίς πιό εὔθραυ­στες φιλο­φρο­νή­σεις πού ἔχω δεχτεῖ καί θά ’ταν κρῖμα νά τήν ἀφή­σου­με νά περι­πέ­σει σέ ἀνώ­δυ­νη –ἤ ἀκρι­βῶς ἐπώ­δυ­νη– φιλο­λο­γία. Ἐξ ἄλλου κατά­λα­βα πολύ καλά τί ἐννο­ο­ῦσε. Κι ἕνας ἄλλος κάπο­τε, ἕνας ὥρι­μος φλεγ­μα­τι­κός κύριος στό γρα­φε­ῖο τοῦ ἐκδό­τη μου, ἐξε­πλά­γη –μέ κάποια θεα­τρι­κό­τη­τα βεβαί­ως– ὅταν αὐτός ὁ τελευ­τα­ῖος μέ σύστη­σε σ’ ἐκε­ῖνον καί ἀντί­στρο­φα. «Ἀπο­κλεί­ε­ται νά εἶστε ἐσε­ῖς!» μοῦ δήλω­σε. «Για­τί;» ἀπό­ρη­σα μέ ἀρκε­τή ψυχραι­μία. «Διό­τι μοῦ ἔχει δημιουρ­γη­θεῖ ἡ ἐντύ­πω­σις, δια­βά­ζο­ντας τά βιβλία σας, ὅτι δέν ὑπάρ­χε­τε, ὅτι ἔχε­τε ἐπι­νο­ή­σει τόν ἑαυ­τό σας», εἶπε, καί ἦταν κι αὐτό ἀπό κεῖνα τά συμπε­ρά­σμα­τα πού δέν σηκώ­νουν πολ­λά σχό­λια κι ἐπε­ξη­γή­σεις. Ἄν τά ἀνα­φέ­ρω ἄλλω­στε ἐδῶ –μέ κίν­δυ­νο νά ἐκθέ­σω τήν ὅποια ματαιο­δο­ξία μοῦ ἀνα­λο­γεῖ ὡς ἀτό­μου– εἶναι ἐπει­δή βρί­σκω νά ἔχουν κάποια συγ­γέ­νεια, κάποια μυστι­κή συνά­φεια, τόσο μέ τό πλῆθος τῶν γενε­θλί­ων μου πού τά γιορ­τά­ζω κάθε Πρω­τα­πρι­λιά (ἄρα πού ἀναι­ρο­ῦνται περί­που), ὅσο καί μέ ἕνα ἀσυ­νή­θι­στο παι­χνί­δι πού εἶχα ἐπι­νο­ή­σει ὡς παι­δί, ὅπου καλο­ῦσα ἀγό­ρια καί κορί­τσια τῆς ἡλι­κί­ας μου νά λέμε μέ χαρά τά ψέμα­τα τῆς ζωῆς μας – πού ἔτσι κι ἀλ­λιῶς τά λέγα­με κι ἀπό στε­νο­χώ­ρια ἤ πλή­ξη. «Ἐδῶ θά λέμε ψέμα­τα, θά κάνου­με ὅ,τι μᾶς ἀρέ­σει!», αὐτό ἦταν τό σύν­θη­μα, ἡ ἐκκί­νη­ση, κι ὅποιος φοβό­ταν τόν Θεό ἤ τήν δασκά­λα ἔμε­νε, ἐφ’ ὅσον ἐπέ­με­νε, ἔξω ἀπ’ τίς τάξεις τῆς φαντα­σί­ας καί τῆς ζωο­δό­χου αὐτῆς παρα­βά­σε­ως.

Στό ἴδιο περί­που κλῖμα ἄς ἀφή­σου­με νά κινη­θεῖ καί τό σύντο­μο πλήν ἰδιά­ζον περιε­χό­με­νο μιᾶς ἐπι­στο­λῆς πού ἔλα­βα, μαζί μ’ ἕνα μπου­κέτ­το λου­λού­δια, τήν παρελ­θο­ῦσα –τεσ­σα­ρα­κο­στή ὄγδοη ἤδη– Πρω­τα­πρι­λιά. Μοῦ τά παρέ­δω­σε ἕνα παι­δί ἀνθο­πω­λεί­ου, καί πρίν προ­λά­βω νά πῶ εὐχα­ρι­στῶ ἤ νά τοῦ δώσω κάποιο φιλο­δώ­ρη­μα, τό ἔβα­λε στά πόδια. Αὐτή ἡ σπου­δή του νά ἐξα­φα­νι­στεῖ, σέ συν­δυα­σμό μέ τό τί εἶδα ὅταν ἄνοι­ξα τόν φάκελ­λο καί ξεδί­πλω­σα τό ἐπι­στο­λό­χαρ­το, μέ ἔκα­νε νά ὑπο­θέ­σω πώς εἶχε αὐστη­ρή ἐντο­λή νά μή μοῦ γνω­στο­ποι­ή­σει –σέ περί­πτω­ση πού ρωτο­ῦσα– τήν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἀπο­στο­λέα. Θά μπο­ρο­ῦσε βέβαια νά δηλώ­σει ἁπλῶς ἄγνοια, δέν χρεια­ζό­ταν νά τσα­κι­στεῖ σάν κλέ­φτης ἀπ’ τίς σκά­λες, ἀλλά φαί­νε­ται ἔτσι ἔκρι­νε πώς ἔπρε­πε νά γίνει. Ξεδί­πλω­σα τό χαρ­τί καί πῆγα νά τρο­μά­ξω τίς πρῶτες στιγ­μές –καλοῦ-κακοῦ γέλα­σα–, καθώς τό κεί­με­νο, ὁ τρό­πος γρα­φῆς του, θύμι­ζε τεχνά­σμα­τα ἐκβια­στῶν ἤ φαρ­σα­δό­ρων: εἶχε κόψει –ὅποιος ἦταν– δεκά­δες τυπω­μέ­να στοι­χε­ῖα, κεφα­λα­ῖα καί μικρά, μαῦρα καί χρω­μα­τι­στά, ἀπό τίτλους ἐφη­με­ρί­δων ἤ περιο­δι­κῶν ἕως τά ψιλά-ψιλά γραμ­μα­τά­κια ἀγγε­λι­ῶν ἤ μνη­μο­σύ­νων, τά εἶχε κολ­λή­σει πάνω στό χαρ­τί καί εἶχε συν­θέ­σει μιά κατά­στα­ση ἐκεῖ πέρα, ἡ ὁποία μοῦ ἔβγα­λε τήν πίστη μέχρι νά τήν ἀπο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω (οἱ μισές λέξεις ἀνα­γραμ­μα­τι­σμέ­νες) καί ἡ ὁποία ἐν τέλει ἦταν ἕνα ἀρκού­ντως λυρι­κό πόνη­μα μέ ὑπο­γρα­φή ΑΓΝΩΣΤΟΥ:

Ἀλλό­φρο­νη ἀγλαή καί περί­κλει­στη
ὡσάν μηδέ­πο­τε νά παρα­δέ­χτη­κες
τήν γέν­νη­σή σου
σχε­δόν Μορ­γκά­να
.….….….….….….….….….….….…
.….….….….….….….….….….….…

Τό δίστι­χο πού ἀκο­λου­θεῖ παρα­μέ­νει μιά σπα­ζο­κε­φα­λιά μέχρι σήμε­ρα, στούς ἑπτά περί­που μῆνες πού πέρα­σαν, διό­τι εἶναι γραμ­μέ­νο, ἀπό τέλους μέχρι ἀρχῆς, σέ ἀδιά­λει­πτο καί δια­φό­ρων τύπων ἀνα­γραμ­μα­τι­σμό, πού κυριο­λε­κτι­κά δέν σοῦ ἐπι­τρέ­πει νά βγά­λεις ἄκρη – σύν ὅτι οἱ λέξεις δέν χωρί­ζο­νται μετα­ξύ τους. Ἄγνω­στος παρα­μέ­νει ἐξ ἄλλου καί ὁ ἐμπνευ­στής τῆς ὅλης ἰδέ­ας –δέν κατά­φε­ρα νά τόν ἐντο­πί­σω στόν στε­νό κύκλο τῶν φίλων, ἐκτός κι ἄν εἶναι ἀπό τούς παρα­έ­ξω–, καί προ­φα­νῶς πρό­κει­ται γιά ἕνα εἶδος τιμω­ρί­ας σέ μιά «σχε­δόν Μορ­γκά­να». (Ὡς ὁλο­κλη­ρω­τι­κή τοιαύ­τη, σέ κάποια ἐπερ­χό­με­νη Πρω­τα­πρι­λιά, θά τοῦ κλεί­σω τό μάτι.)

Στό μετα­ξύ αὐτή ἡ ποι­κι­λία ἡμε­ρο­μη­νι­ῶν γεν­νή­σε­ως στά διά­φο­ρα –ἐπί­ση­μα ὅπως λέμε– χαρ­τιά μου δέν εἶχε ­μόνο τήν τερ­πνή ἤ ποι­η­τι­κή της συνα­κο­λου­θία, εἶχε καί τά παρα­τρά­γου­δά της, πού κατά και­ρούς μέ ταλαι­πώ­ρη­σαν ὄχι λίγο. Κάπο­τε στό Παρί­σι, ὅταν ζοῦσα ἐκεῖ μέ τόν Πορ­το­γά­λο Ἰωα­κείμ, οἱ ἀρχές ἑνός νοσοκο­μείου –ὅπου ἔπρε­πε νά εἰ­σαχθῶ γιά μιά ἐπεί­γου­σα χει­ρουρ­γι­κή ἐπέμ­βα­ση– μοῦ δημιούρ­γη­σαν ὁλό­κλη­ρη ἱστο­ρία ἐπει­δή τυχα­ῖα ἀνα­κά­λυ­ψαν ὅτι ἄλλη ἡμε­ρο­μη­νία γεν­νή­σε­ως εἶχα στήν κάρ­τα παρα­μο­νῆς μου, ἄλλη στό χαρ­τί τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀσφά­λι­σης καί ἄλλη στό δια­βα­τή­ριό μου. Λές κι εἶχε τόση σημα­σία γιά τά νυστέ­ρια τους ἄν ἤμουν μερι­κές ἡμέ­ρες μεγα­λύ­τε­ρη ἤ μικρό­τε­ρη ἀπ’ ὅ,τι ἤμουν. Τό ὅτι τούς ἔδει­ξα τήν ἑλλη­νι­κή ταυ­τό­τη­τα, στήν ὁποία συνέ­πε­σε νά φέρω τήν ἴδια ἡμε­ρο­μη­νία μ’ ἐκεί­νην τῆς γαλ­λι­κῆς κάρ­τας παρα­μο­νῆς, δέν τούς μαλά­κω­σε τήν ψυχή. Εἶχα βεβαί­ως καί τήν φαει­νή ἰδέα νά τούς πῶ, ὅταν μέ ρώτη­σαν ποιά εἶναι ἐπι­τέ­λους ἡ ἀλη­θι­νή ἡμε­ρο­μη­νία, νά τούς πῶ «ἡ 30ή Μαρ­τί­ου», πού δέν τήν ἔ­βλεπαν ὅμως που­θε­νά, κι αὐτό ἐπι­δεί­νω­σε τά πράγ­μα­τα. Τέλος πάντων μοῦ ἔκα­ναν τήν ἐγχεί­ρι­ση, καί πέτυ­χε, ἀλλά μέ πέθα­ναν κιὅλας προ­κει­μέ­νου νά μ’ ἀνα­γκά­σουν νά τακτο­ποι­ή­σω ἐξ ἅπα­ντος αὐτό τό «μωσαϊ­κό» (παρα­τρί­χα δέν τό εἶπαν «μπορ­ντέλ­λο»).

Καί στήν Ἑλλά­δα ὅμως, κάθε φορά πού χρεια­ζό­ταν νά ἀνα­νε­ώ­σω τό δια­βα­τή­ριό μου, ἤ γιά ἄλλα τυπι­κά ζητή­μα­τα, ἔβρι­σκα μπε­λά­δες καί ἐμπό­δια ἐξ αἰτί­ας αὐτῆς τῆς ἀπρι­λιανῆς «πολυ­μορ­φί­ας» μου, ὁπό­τε ἀπο­φά­σι­σα πρίν μερι­κά χρό­νια νά πάω στήν γενέ­τει­ρά μου, νά βρῶ τόν δήμαρ­χο
–πού τύχαι­νε νά εἶναι παι­δι­κός φίλος καί γεί­το­νας– καί νά τοῦ ζητή­σω νά ξεκα­θα­ρί­σου­με ὁρι­στι­κά αὐτό τό θέμα.

«Κοί­τα», τοῦ λέω, «δέν εἶναι κατά­στα­ση αὐτή. Κάθε φο­ρά πού ζητάω ἕνα χαρ­τί ἀπ’ τήν δημαρ­χία, μέ κάνε­τε νά πιστεύω ὅτι γεν­νή­θη­κα τοὐλά­χι­στον τρε­ῖς φορές! Σᾶς ἔφται­ξε σέ τίπο­τα αὐτός ὁ Ἀπρί­λης; Ἤ ἐγώ;»

«Μπο­ρεῖ», μοῦ λέει, «ἀπ’ τήν χαρά του ὁ μπα­μπᾶς σου πού ἔκα­νε τέτοια κόρη νά ἦρθε νά σέ δήλω­σε τρε­ῖς φορές! Ἐμε­ῖς φτα­ῖμε τώρα;»

Τοῦ εἶπα ν’ ἀφή­σου­με τήν πλά­κα, καί στό κάτω-κάτω μπο­ρεῖ ὁ πατέ­ρας μου –πού δέν ζοῦσε πιά γιά νά ’χου­με τήν μαρ­τυ­ρία του– νά μέ δήλω­σε τρε­ῖς φορές ἀπ’ τήν ἀφη­ρη­μά­δα πού τόν ἔδερ­νε, ἀλλά ἡ μάνα μου ζοῦσε ἀκό­μη, κι αὐτή, τοῦ λέω, μοῦ ἔχει πεῖ ὅτι γεν­νή­θη­κα εἴκο­σι ἐννιά Μαρ­τί­ου· νά βάλου­με λοι­πόν αὐτό στά χαρ­τιά νά τελειώ­νου­με.

«Ἀπο­κλεί­ε­ται», μοῦ λέει, «δέν ὑπάρ­χει που­θε­νά τό εἴκο­σι ἐννιά Μαρ­τί­ου – θές ν’ ἀνοί­ξου­με και­νούρ­γιες ἡμε­ρο­μη­νί­ες;»

«Τότε», τοῦ λέω, «νά βάλου­με τό τριά­ντα. Μιά γιά πάντα».

«Τριά­ντα τί; Μαρ­τί­ου; Ἀπρι­λί­ου;»

«Μαρ­τί­ου».

Μέ ρώτη­σε για­τί τριά­ντα Μαρ­τί­ου, ἀπό ποῦ κι ὥς ποῦ.

«Για­τί εἶναι πολύ κοντά στό εἴκο­σι ἐννιά», τοῦ λέω, «τό πραγ­μα­τι­κό τέλος πάντων, καί για­τί τό “τριά­ντα τρί­του” εἶ­ναι βολι­κό, δέν μπερ­δεύ­ει κανέ­ναν· γενι­κῶς τό προ­τι­μῶ».

«Για­τί», μοῦ λέει, «καί τό “τέσ­σε­ρις τετάρ­του” δέν εἶναι βολι­κό; Μπερ­δεύ­ει κανέ­ναν; Για­τί δέν τό προ­τι­μᾶς;»

«Ἔστω», εἶπα· «ἀρκεῖ νά κατα­λή­ξου­με κάπου καί νά βά­λουμε βού­λα καί νά μήν ξανα­σχο­λη­θῶ μ’ αὐτό τό ζήτη­μα».

Κατα­λή­ξα­με λοι­πόν –μέ ἔπει­σε νά κατα­λή­ξου­με, δέν θυ­μᾶμαι τί λόγους ἐπι­κα­λέ­στη­κε– στό 10 Ἀπρι­λί­ου, πού ἦταν καί τό «ὁρια­κό» κατά τά φαι­νό­με­να. Καί ἔκτο­τε ἀγκυ­ρο­βο­λή­σα­με, τύποις τοὐλά­χι­στον, στό ἐν λόγῳ σχῆμα, καί ἄς ἐλπί­σου­με πώς κάποιος ἀφη­ρη­μέ­νος ἐπί­γο­νος δέν θά χρεια­στεῖ νά πάει νά δηλώ­σει πολ­λά­κις καί τήν ἄλλη, τήν ὑστά­τη τοῦ βίου μας ἡμε­ρο­μη­νία. Τό ἅπαξ καί διά παντός ἀρκεῖ.

 

Ὡστό­σο, δέν θά δεχό­μουν –μέ κάποια ἐπι­φύ­λα­ξη στήν ἀρχή, μέ κάποια ζέση ἐν συνε­χείᾳ– νά γρά­ψω κάτι γιά τόν μῆνα Ἀπρί­λιο, ἐάν δέν φύλα­γα γιά τό τέλος τό πιό μυστι­κό καί cruellest χαρ­τί πού ἀφο­ρᾶ στήν αὐτοῦ ἐξο­χό­τη­τά του καί φυσι­κά στήν ὑπο­φαι­νο­μέ­νη: μιά ἱστο­ρία τόσο ἀλη­θι­νή, ὅσο πιό ἀνα­λη­θής τολ­μά­ει νά φαί­νε­ται. Τήν ἐπι­νό­η­σε ἐξ ὁλο­κλή­ρου ἡ ζωή – αὐτές οἱ σταυ­ρο­βε­λο­νιές τῆς τύχης πού συν­θέ­τουν τίς λεγό­με­νες μοι­ρα­ῖες ἤ ἀπί­θα­νες συμ­πτώ­σεις.

Στήν περί­πτω­ση τού­τη πρό­κει­ται γιά τρε­ῖς ἀλλε­πάλ­λη­λες –ἐνδε­λε­χε­ῖς θά λέγα­με– συμ­πτώ­σεις τοῦ αὐτοῦ μοι­ραί­ου τύπου, ἐνῶ στό τσάκ ἀπο­φύ­γα­με τήν τέταρ­τη. Ἄς τό πάρει τό ποτά­μι:

Κατά τά τελευ­τα­ῖα δεκα­ο­κτώ χρό­νια τρε­ῖς εἶναι οἱ ἄντρες πού ἔπαι­ξαν ἕναν σημα­ντι­κό λίγο-πολύ ρόλο στήν ζωή μου, καί δή στό βασί­λειο τῆς καρ­δι­ᾶς, πού ὁ Γέη­τς τό λέει καί «παλια­τζή­δι­κο» – κάτι θά ξέρει. Ὁ Πορ­το­γά­λος πού ἀνα­φέ­ρα­με, ἕνας ἀπρό­βλε­πτος Ἕλλη­νας, καί μετά ἕνας Γάλ­λος. Συνέ­βη μάλι­στα ἀνά ἑπτα­ε­τία νά ἐμφα­νί­ζε­ται ἕκα­στος στόν καμ­βᾶ (ποῦ διά­βα­σα τώρα τελευ­τα­ῖα –καί μοῦ ἄρε­σε– πώς ἄν εἶναι νά ’χου­με Θεό ἄς δια­λέ­ξου­με κάποιον πού νά ξέρει γεω­με­τρία;), ἀνά ἑπτά σεπτά καί συνα­πτά ἔτη λοι­πόν, διώ­χνο­ντας ἔτσι τήν «σκό­νη» καί ἐγκα­θι­στώ­ντας νέα παρα­φο­ρά, πρᾶγ­μα πού, μετα­ξύ τῶν ἄλλων, σημαί­νει ὅτι ἡ τρί­τη ἑπτα­ε­τία δέν ἔλη­ξε ἀκό­μη, ἄρα οὔτε ἀπο­λύ­τως θερα­πευ­μέ­νη τυγ­χά­νω οὔτε ἐντε­λῶς ἀσκό­νι­στη. Ὅμως τό ζήτη­μα ἐν προ­κει­μέ­νῳ ἔγκει­ται σέ μιάν ἄλλη λεπτο­μέ­ρεια αὐ­τοῦ τοῦ καμ­βᾶ – στόν μῆνα Ἀπρί­λιο. Ὄχι πώς τούς γνώ­ρι­σα καί τούς τρε­ῖς μῆνα Ἀπρί­λιο (πού θά ἦταν κι αὐτό μιά ἀρκε­τά σκαν­δα­λώ­δης σύμ­πτω­ση), ἀλλά νά: ὁ πρῶτος εἶναι γεν­νη­μέ­νος 6 Ἀπρι­λί­ου, ὁ δεύ­τε­ρος 7 Ἀπρι­λί­ου, ὁ τρί­τος 8 Ἀπρι­λί­ου – λές καί γυρ­νᾶμε φύλ­λα σέ ἐπι­τρα­πέ­ζιο ἤ ἐπί τοί­χου καλα­ντά­ρι ψάχνο­ντας νά βρο­ῦμε κατά ποῦ πέφτει τό Πάσχα. Μιά τόσο ἀκρι­βής ἡμε­ρο­λο­για­κή ἀκο­λου­θία δέν θά συγκι­νο­ῦσε νομί­ζω μόνο τούς αἰσθη­μα­τί­ες ἤ τούς πάσης φύσε­ως προ­λη­πτι­κούς, μά ἴσως κι ἕναν ψυχρά σκε­πτό­με­νο νοῦ, πού δέν δίνει σημα­σία σέ τέτοια. Γιά νά ’μαι εἰλι­κρι­νής, οὔτε ἐγώ δίνω πλέ­ον ὑπερ­βο­λι­κή σημα­σία, ἐν τού­τοις δέν παύω νά γοη­τεύ­ο­μαι –ἐν μέρει νά δια­σκε­δά­ζω, ἐν μέρει νά προ­βλη­μα­τί­ζο­μαι– ἀπό μιά… δι-απρι­λί­ου κάλ­τσα σάν αὐ­τήν. Εὐτυ­χῶς οἱ χρο­νιές τῆς γέν­νη­σής τους δια­φέ­ρουν ἀρ­κετά, ὅπως ἄλλω­στε καί οἱ ἐθνι­κό­τη­τές τους, ὅπως –ἄν δέν πέφτω πολύ ἔξω– καί οἱ χαρα­κτῆρες τους. Νά σημειω­θεῖ, τέλος, ὅτι αὐτοί οἱ συγκε­κρι­μέ­νοι ἀριθ­μοί –6, 7, 8 Ἀπρι­λίου– ἔλει­παν ἀπό τά δικά μου ληξιαρ­χι­κά χαρ­τιά, καί ὡς ἐκ τού­του ἦρθαν κι ἔδε­σαν· ἡ συλ­λο­γή, μέ τήν διπλή της ἔννοια, πλού­τι­σε.

Ὅταν γνώ­ρι­σα τόν πρῶτο ἀπ’ αὐτούς –μεσο­ῦντος Ἀπρι­λί­ου ἔτυ­χε, τοῦ ’81– κι ἔμα­θα πώς εἶχε τά γενέ­θλιά του δέκα ἡμέ­ρες πρίν, στίς 6 Ἀπρι­λί­ου, τό χάρη­κα θυμᾶμαι, τό εὐχα­ρι­στή­θη­κα· ἀνα­φώ­νη­σα «Ἄ, τί σύμ­πτω­ση, κι ἐγώ τά εἶχα στίς τέσ­σε­ρις Ἀπρι­λί­ου!» (ἤ στίς δύο, ἤ στίς δέκα, δέν θυμᾶμαι τί ἀπ’ ὅλα διά­λε­ξα, νομί­ζω τό πιό κοντι­νό στό δικό του, καί πάντως ἀπο­σιώ­πη­σα τά μαρ­τιά­τι­κά μου). Γενι­κῶς τό θεώ­ρη­σα καλό σημά­δι, μαγι­κό περί­που, διό­τι δέν εἶχε τύχει νά γνω­ρί­σω ὥς τότε ἄλλον ἄντρα –ἐκτός ἀπό τήν περί­πτω­ση Βάν Γκό­γκ– μέ τόν ὁπο­ῖο νά ’χου­με «τό ἴδιο ἄ­στρο». Ὑπῆρ­χε βέβαια καί ὁ Μπω­ντλαίρ (9 Ἀπρι­λί­ου), ὑ­πῆρχε καί ὁ Μάρ­λον Μπρά­ντο (3 Ἀπρι­λί­ου), πού τούς σκε­φτό­μουν ἔντο­να κάτι στιγ­μές κι αὐτούς, μά τέλος πάντων εἶχε περά­σει και­ρός ἀπό τόν «δεσμό» μου μέ τόν Βάν Γκό­γκ καί οἱ σχε­τι­κές ἀνα­ζη­τή­σεις μου ἦταν πλέ­ον, δόξα τῷ Θεῷ, πιό γήι­νες καί ἐφι­κτές.

Ὅταν ὁ δεύ­τε­ρος τοῦ ἰδί­ου ἄστρου –Σεπτέμ­βρης τώρα τοῦ ’88– μοῦ ἀπο­κά­λυ­ψε τήν ἀκρι­βῆ του ἡμε­ρο­μη­νία, τοὐ­τέστιν 7 Ἀπρι­λί­ου, κάτι πολύ λεπτά ρίγη ὑπο­ψί­ας μέ δια­πέ­ρα­σαν: νά δεῖς, σκέ­φτη­κα, πού ἀπό κάπου ἔχει μάθει γιά τίς 6 Ἀπρι­λί­ου τοῦ Ἰωα­κείμ καί πάει νά τό παί­ξει, ὅλως διό­λου, διά­δο­χος… Δέν ἤξε­ρα, ὁμο­λο­γῶ, τίπο­τε ἀπ’ αὐτό πού τυραν­νο­ῦσε τόν λογι­σμό μου ἐκε­ῖνες τίς στιγ­μές: πίστευα στόν ἀριθ­μό πού ξεστό­μι­σε; τό πίστευα δηλα­δή ἔστω καί ὡς ἀπί­στευ­το; δέν τό πίστευα καθό­λου; ἔκα­να πώς τό πιστεύω; ἔκα­να πώς δέν τό πιστεύω;… Τίπο­τα. Ἡ ἴδια περί­που ἄγνοια πού μέ κατέ­χει καί γιά τό θέμα τῆς ὑπάρ­ξε­ως ἤ μή τοῦ Θεοῦ: ἰδέα δέν ἔχω ἄν πιστεύω ἤ δέν πιστεύω πώς ὑπάρ­χει. Τόν κοί­τα­ζα μονά­χα, στε­κό­μουν καί τόν κοί­τα­ζα – γιά τόν ἄνθρω­πο λέω, τόν βρο­τό, αὐτόν τῆς 7ης Ἀπρι­λί­ου. «Τί ἔπα­θες», μέ ρώτη­σε, «θυμή­θη­κες κάτι;» Ἀκρι­βῶς, θυμό­μουν κάτι. Ἀλλά πῶς νά τοῦ τό ’λεγα, τί νά ἔλε­γα; Ἄφη­σα νά περά­σει λίγη ὥρα, μέ τήν σκέ­ψη νά ζου­ζου­νί­ζει στό κεφά­λι μου σάν μυῖγα πού χτυ­πά­ει στό ἴδιο τζά­μι γυρεύ­ο­ντας νά βγεῖ, ὥσπου ἀπο­φά­σι­σα –ἔτσι, γιά κάθε ἀσφά­λεια– νά τοῦ ζητή­σω νά μοῦ δεί­ξει τήν ταυ­τό­τη­τά του: 7 Ἀπρι­λίου, ὄντως, καμ­μιά ἀλη­θο­φά­νεια στά ἱερά καί ὅσια.

Μετά ἀπό τέτοια, ἐκε­ῖνον τόν Ἰού­λιο τοῦ ’95, στίς γέφυ­ρες τοῦ Παρι­σιοῦ, στήν πρώ­τη συνά­ντη­ση πού εἶχα μέ τόν V., ἤμου­να πιά, νά τό ποῦμε ἔτσι, μπα­σμέ­νη στή δίνη, ξεφτέ­ρι. Γύρι­σα καί τοῦ εἶπα σέ μιά στιγ­μή, λιγά­κι σάν νά δια­σκέ­δα­ζα τήν θέση μου ἤ τήν δική του:

«Μήπως εἶσαι γεν­νη­μέ­νος στίς ὀκτώ Ἀπρι­λί­ου;» – ἔκα­να καί μέ τό χέρι, στόν ἀέρα, τό σχῆμα 8.

Μέ κοί­τα­ξε κατά­πλη­κτος, σχε­δόν μέ φόβο· ἄσε πού τό θέμα τῆς συζή­τη­σής μας –ἄν ἦταν τέλος πάντων συζή­τη­ση– δέν εἶχε σέ τίπο­τα νά κάνει μέ ζώδια καί τέτοια.

«Πῶς τό ξέρεις;» μέ ρώτη­σε.

Σοβα­ρεύ­τη­κα τότε, σοβα­ρεύ­τη­κα ἀλλό­κο­τα. «Θές νά πεῖς», τοῦ λέω, «ὅτι εἶσαι στ’ ἀλή­θεια γεν­νη­μέ­νος στίς ὀκτώ Ἀπρι­λί­ου;»

«Ἀκρι­βῶς», ψιθύ­ρι­σε. Καί καθώς εἶχε σφό­δρα ἐντυ­πω­σια­στεῖ ἀπό τήν ἀνε­ξή­γη­τη αὐτή εὐστο­χία μου, ἔβγα­λε
–οὔτε πού σκέ­φτη­κα νά τοῦ ζητή­σω ἡ ἴδια κάτι τέτοιο– τήν ταυ­τό­τη­τά του καί μοῦ ἔδει­ξε μέ τό δάχτυ­λο τήν ἀνή­λεη ἡμε­ρο­μη­νία.

Παρε­μπι­πτό­ντως τό ὄνο­μα πού φέρει αὐτό τό πρό­σω­πο εἶναι Βίν­σε­ντ ἤ Βεν­σάν, κατά τό ἑλλη­νι­κό­τε­ρον Βικέ­ντιος.

 

Εἶναι δέν εἶναι δυό χρό­νια πού μοῦ ἦρθε –μέσῳ τοῦ ἐκδο­τικοῦ οἴκου– ἕνα γράμ­μα τρι­ῶν σελί­δων ἀπό κάποιο συμπα­θη­τι­κό, κατά τά φαι­νό­με­να καί γρα­φό­με­να, παι­δί. Εἶχε δια­βά­σει τούς Λύκους ὅταν ὑπη­ρε­το­ῦσε στόν παγω­μέ­νο Ἕβρο, πρίν δεκα­ο­κτώ μῆνες μοῦ ἔλε­γε, καί τώρα, ὡς πολί­της καί ἐργα­ζό­με­νος σέ μιά ἐπαρ­χια­κή πόλη, τούς ξανα­διά­βα­ζε –καθώς καί τά δύο πρῶτα βιβλία μου, Ἀρρα­βω­νια­στι­κιά καί Ἐρη­μιά– κι ἀπο­φά­σι­σε νά μοῦ γρά­ψει καί νά μοῦ ἐκθέ­σει τίς ἐντυ­πώ­σεις του, τήν γοη­τεία πού τοῦ ἀσκή­θη­κε καί ὅλα τά σχε­τι­κά. Ἤξε­ρε νά τά γρά­φει καλά, νομί­ζω εἶναι τό πιό φωτι­σμέ­νο γράμ­μα πού ἔχω λάβει ἀπό ἄγνω­στο, καί γιά κάποιες φρά­σεις του θά τόν ζήλευα. Ἰδί­ως γιά τού­τη: Μιά γυναί­κα πού τήν λένε καί Ζυράν­να καί Ζατέ­λη, τί ζωή νά κάνει ἄρα­γε; Δέν εἶναι μόνο ἐπει­δή ἀνα­φέ­ρε­ται σ’ ἐμέ­να καί στό ὄνο­μά μου, ἀπό σκέ­τη φιλα­ρέ­σκεια δηλα­δή, πού μέ τρά­βη­ξε ἔτσι αὐτή ἡ φρά­ση, ἡ ἔκφαν­ση· βρί­σκω πώς ἀπό μόνη της ἔχει μιά περί­ερ­γη ἐπι­βο­λή, κάτι τό ἔκτα­κτο στόν τρό­πο πού ἐκφρά­ζει τήν ἀγα­θή καί ζωη­ρή –ὄχι καί μυστη­ριώ­δη;– περιέρ­γεια ἑνός ἀτό­μου γιά ἕνα πρό­σω­πο πού, καλῶς ἤ κακῶς, θαυ­μά­ζει ἀπε­ριό­ρι­στα μά πού δέν δύνα­ται οὔτε νά δεῖ οὔτε ν’ ἀγγί­ξει. (Κάπως ἔτσι τάχα, τηρου­μέ­νων τῶν ἀνα­λο­γι­ῶν, δέν σκε­φτό­μουν κάπο­τε κι ἐγώ; Ἕναν ἄντρα πού τόν λένε καί Βικέ­ντιο καί Βάν Γκό­γκ, τί ζωή νά κάνει ἄρα­γε; – νά ἔκα­νε ἔστω. Ἄλλο ἄν δέν εἶχα κατα­φέ­ρει νά τό δια­τυ­πώ­σω μέ τέτοιον ἁπλό καί ἀφο­πλι­στι­κό τρό­πο.) Λοι­πόν, ἦταν ἕνα ὡρα­ῖο γράμ­μα, οὐσι­ῶδες, καί θά τοῦ ἄξι­ζε μιά ἀπά­ντη­ση. Κι ὅμως κάτι σ’ ἕνα σημε­ῖο –ἐν εἴδει ὑστε­ρο­γρά­φου– μέ στα­μά­τη­σε, μοῦ ἔδε­σε τά χέρια. Παρα­θέ­τω τό ἀπό­σπα­σμα:

«Στήν Περ­σι­νή ἀρρα­βω­νια­στι­κιά, στό “Στοι­χειω­μέ­νο ἀγρο­τό­σπι­το”, λέτε: Ἤμουν γεν­νη­μέ­νη ἄνοι­ξη, παρα­μο­νή Πρω­τα­πρι­λι­ᾶς, καί ἡ ἄνοι­ξη δέν μ’ ἄφη­νε ποτέ χωρίς σημά­δια. Μιλῶ γιά σημά­δια πού τά βλέ­πεις μέ γυμνό μάτι κι ὄχι μονά­χα μυστι­κά. (Αὐτά γραμ­μέ­να μέ κόκ­κι­νο μολύ­βι· καί συνέ­χι­ζε στό γράμ­μα του:) Παρα­μο­νή Πρω­τα­πρι­λι­ᾶς λοι­πόν, δηλα­δή 31 Μαρ­τί­ου. Ξέρε­τε, ἔχου­με τόν ἴδιο ἀστε­ρι­σμό, εἶμαι κι ἐγώ γεν­νη­μέ­νος ἄνοι­ξη, στίς – »

Αὐτό μοῦ τά χάλα­σε – χωρίς νά τό περι­μέ­νω γύρι­σα ἀνά­πο­δα τό γράμ­μα, δέν τό τσα­λά­κω­σα, ὄχι, δέν τό πέτα­ξα, τέτοια μόνο στό σινε­μά θαρ­ρῶ τά κάνουν οἱ γυνα­ῖκες, μά εἶπα κάτι σάν «Καλά τώρα κι ἐσύ!…», δέν θυμᾶμαι τί εἶπα, πάντως ἔνοιω­σα λίγο φοβι­σμέ­νη, ἐνο­χλη­μέ­νη. Διό­τι ἔπαιρ­νε δια­στά­σεις περί­ερ­γης φάρ­σας αὐτό τό πρᾶγ­μα, θηριω­δί­ας τρό­πον τινά: ἦταν γεν­νη­μέ­νος, μοῦ ἔγρα­φε, στίς 9 Ἀ­πριλίου. Ἄν ἀγα­πᾶτε· 9 Ἀπρι­λί­ου! Καί μέ κατέ­λα­βαν δαι­μό­νια: «Σιγά μήν ἦρθε κι ὁ Μπω­ντλαίρ στήν πόρ­τα μας! Κων­στα­ντῖνος Μπω­ντλαίρ, ἐννιά Ἀπρι­λί­ου! Ἤ ἔστω Καρυω­τά­κης ἀπ’ τήν Πρέ­βε­ζα!» ἄρχι­σα τώρα νά λέω καί κάτι τέτοια, νά σαρ­κά­ζω ζῶντες καί τεθνε­ῶτες, ὅ,τι μοῦ τύχαι­νε, φυσι­κά καί τό ἀνύ­πο­πτο παι­δί (Κώστα τόν ἔλε­γαν) πού σώπαι­νε λίγο ἔνο­χα, λίγο ἀδέ­ξια ἐπά­νω στό τρα­πέ­ζι, μές στό θαυ­μά­σιο ἐκε­ῖνο γράμ­μα… «Σιγά! Σιγά! Ἕνας-ἕνας!…»

Κρῖμα. Κρῖμα για­τί, τώρα πού πέρα­σε ὁ και­ρός καί ἀσφα­λῶς μοῦ ἔφυ­γε ἐκε­ῖνο τό ἀνε­κλά­λη­το καί μᾶλ­λον ἄδι­κο μένος (ὁ θυμω­μέ­νος, λέει, ξανα­θυ­μώ­νει μέ τόν ἑαυ­τό του ὅταν ἠρε­μεῖ), σκέ­φτο­μαι πώς ὄχι ἀπα­ραι­τή­τως φάρ­σα ἀλλά μιά στα­θε­ρή πρό­κλη­ση ἦταν ἀπό τά ἴδια τά πράγ­μα­τα, μία ἀκό­μη σύμ­πτω­ση –δια­βο­λι­κή, ἀγγε­λι­κή, ὅ,τι νομί­ζε­τε– πού δοκί­μα­ζε τίς ἀντο­χές μου στό παι­χνί­δι. Κρῖμα για­τί θά μπο­ροῦσα, ἄν μή τι ἄλλο, νά εὐχα­ρι­στή­σω ἐκε­ῖνο τό παι­δί γιά τό γράμ­μα του –δέν φέρ­νει ὁ ταχυ­δρό­μος κάθε μέρα τέτοιες ἐπι­στο­λές–, θά μπο­ρο­ῦσα ἴσως καί νά γνω­ρι­στῶ μαζί του, ἔστω καί νά παρα­συρ­θῶ σέ μιάν εἰσέ­τι περι­πέ­τεια… Ἀπρι­λί­ου ἕνε­κεν, ἐν πλέγ­μα­τι Ἀπρι­λί­ου καί ὅλα τά συνα­φῆ. Μά θόλω­σε τό κεφά­λι μου καί τό πῆρα στρα­βά. Ἤ μπο­ρεῖ, μές στήν τρέλ­λα μου, νά ἔπρα­ξα σωστά. Δέν ἤμουν καί λίγο κου­ρα­σμέ­νη ἀπό παι­χνί­δια ἀντο­χῆς γιά νά μήν ἔχω τό δικαί­ω­μα νά λέω καί κανέ­να «ἀπ’ ἐμοῦ ἀπελ­θέ­τω».

Ἔτσι δέν ἀπά­ντη­σα καθό­λου σ’ ἐκε­ῖνο τό γράμ­μα, καί τό ἄγνω­στο πρό­σω­πο, εὐγε­νι­κά, δέν ξανα­δο­κί­μα­σε.

Τοῦ ἀφιε­ρώ­νω πάντως τίς σχε­τι­κές παρα­γρά­φους ἀπό τό παρόν κεί­με­νο, καί μόνο τώρα μοῦ περ­νά­ει ἀπό τήν σκέ­ψη –τώρα μόνο, εἰλι­κρι­νά– μήπως αὐτός ἦταν καί ὁ ἐμπνευ­στής ἐκεί­νης τῆς σχε­δόν «μορ­γκα­νι­κῆς» ἐπι­στο­λῆς πού ἔφτα­σε στά χέρια μου –ὄχι πλέ­ον μέσῳ ἐκδο­τι­κοῦ οἴκου– τήν Πρω­τα­πρι­λιά πού μᾶς πέρα­σε· μήπως διά­λε­ξε αὐτό τό εἶδος τιμω­ρί­ας γιά τήν σιω­πή πού ἐπέ­λε­ξα… Κύριος οἶδεν.

 

Μοῦ ἔχουν πεῖ, φίλοι καί διά­φο­ροι, πώς «κυνη­γάω τίς συμ­πτώ­σεις», πώς «μέ κυνη­γο­ῦν», «τίς ἔχω στό αἷμα μου», καί ἄλλα παρό­μοια. Ἡ ἴδια ἔχω νά πῶ πώς ἐφ’ ὅσον ἡ σύμ­πτωση εἶναι ἕνα στοι­χε­ῖο πού ἄκρως μέ κεντρί­ζει, μέ σαγη­νεύ­ει ἀπό παλιά (ἐκεῖ πού οἱ ἄλλοι λέν «ἦταν σύμ­πτω­ση» καί λήγει τό ζήτη­μα, γιά μένα ἐκεῖ βρί­σκε­ται ἡ ἀρχή, ἡ ρίζα τοῦ ἐνδια­φέ­ρο­ντος – θά τολ­μο­ῦσα νά πῶ πώς ἡ σύμ­πτω­ση δέν εἶναι «ἡ λύση τοῦ αἰνίγ­μα­τος» ἀλλά «τό αἴνιγ­μα τῆς λύσης»), ἐφ’ ὅσον λοι­πόν ἡ σύμ­πτω­ση κατέ­χει τέτοια θέση στόν ψυχι­σμό καί στήν φαντα­σία μου, εἶναι φυσι­κό νά τήν ἐκμε­ταλ­λεύ­ο­μαι –μέχρις ἀδυ­νά­του πού λέει ὁ λόγος– καί στήν δου­λειά πού κάνω, στό γρά­ψι­μο, στήν συγ­γρα­φή, καί εἶναι φυσι­κό ἐπί­σης νά τήν καλ­λιερ­γῶ ἐπι­με­λῶς καί στά τοῦ βίου μου ἐδά­φη κι ὥς ἕνα σημε­ῖο νά τήν δημιουρ­γῶ –νά τήν ὑπο­βάλ­λω πρός ἐμφά­νι­σιν–, φέρου­σα ἀσφα­λῶς καί τήν εὐθύ­νη της. Αὐτό δηλα­δή πού εἴπα­με στήν πρώ­τη σελί­δα: κάπως τά φέρ­νει ἡ ζωή, κάπως τά φτιά­χνου­με κι ἐμε­ῖς μέ τό κεφά­λι μας. (Ἤ ἀντι­στρό­φως.)


Από τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της Ζυράν­νας Ζατέ­λη Ηδο­νή στον κρό­τα­φο.