Υπάρ­χει ένα σχε­δόν μυθι­κό χωριό που κατοι­κεί­ται από εκκε­ντρι­κούς όσο και αρχέ­τυ­πους ανθρώ­πι­νους χαρα­κτή­ρες. Είναι ένας παρά­ξε­νος τόπος, ένας συμπυ­κνω­μέ­νος μικρό­κο­σμος της κεντρι­κής Ευρώ­πης και του κόσμου. Σ’αυτό το υπο­βλη­τι­κό περι­βάλ­λον εκτυ­λίσ­σε­ται το τρί­το κατά σει­ρά μυθι­στό­ρη­μα της Όλγκα Τοκάρ­τσουκ από την Πολω­νία. Μια από τις πλέ­ον αιρε­τι­κές φωνές της χώρας της. Το αρχέ­γο­νο και άλλοι και­ροί  (μτφρ: Αλε­ξάν­δρα Δ. Ιωαν­νί­δου) είναι μια παρα­βο­λή πάνω στα θεμε­λιώ­δη συναι­σθή­μα­τα του ανθρώ­που και στις μετα­φυ­σι­κές ανα­ζη­τή­σεις του. Το Κακό και το Καλό, η πίστη, η βία, η αγά­πη, ο πόλε­μος, ανα­μει­γνύ­ο­νται σ’ένα εκρη­κτι­κό κοκτέιλ που απαι­τεί την μέγι­στη συμ­με­το­χή από την μεριά του αναγνώστη.

Όμως η συγ­γρα­φέ­ας περ­νά δύσκο­λα στη χώρα της. Η Όλγκα Τοκάρ­τσουκ, βρί­σκε­ται εδώ και μερι­κά χρό­νια στο στό­χα­στρο οπα­δών της κυβέρ­νη­σης και εθνι­κι­στών. Έχει χωρί­σει τους Πολω­νούς στη μέση. Άλλοι την θαυ­μά­ζουν και άλλοι θέλουν να την σκο­τώ­σουν. Την έχουν απει­λή­σει με διά­φο­ρους τρό­πους και ατύ­πως την έχουν κατα­δι­κά­σει σε θάνα­το. Οι αρχές λένε ότι από τη στιγ­μή που δεν υπάρ­χουν χει­ρο­πια­στές πρά­ξεις βίας, δεν μπο­ρεί να παρέμ­βει. Από το 2015 η συγ­γρα­φέ­ας δέχε­ται απει­λη­τι­κά γράμ­μα­τα και τηλε­φω­νή­μα­τα. Το σπί­τι της έχει παρα­βια­στεί αρκε­τές φορές, με απο­τέ­λε­σμα η Τοκάρ­τσουκ να ζει σαν νομάς μέσα στην ίδια της τη χώρα. Και όλα αυτά επει­δή δήλω­σε πως «Η Πολω­νία είναι ανοι­χτά μια αυταρ­χι­κή χώρα, που διο­λι­σθαί­νει προς τον ολο­κλη­ρω­τι­σμό». Η απά­ντη­ση δεν άργη­σε να έρθει και έλε­γε τα εξής πάνω κάτω: «Η μονα­δι­κή δικαιο­σύ­νη για όλ’αυτά τα ψέμα­τα είναι ο θάνα­τος. Προδότρια!»

Στα κοι­νω­νι­κά δίκτυα πλη­θαί­νουν οι φωνές που θέλουν την «προ­δό­τρια» να φύγει από την Πολω­νία. Η βρα­βευ­μέ­νη με Νόμπελ Λογο­τε­χνί­ας Σβε­τλά­να Αλε­ξί­ε­βιτς, ήταν από τους πρώ­τους συγ­γρα­φείς που της συμπα­ρα­στά­θη­καν. Ουκ ολί­γες φορές έχει πλέ­ξει το εγκώ­μιο της Τοκάρ­τσουκ και έχει δηλώ­σει δημό­σια ότι: «Μην γελιέ­στε, οι ίδιοι άνθρω­ποι θέλουν να διώ­ξουν μια για πάντα την Τοκάρ­τσουκ από την Πολω­νία κι εμέ­να από την Λευ­κο­ρω­σία». Πως ξεκί­νη­σαν όλα; Η Όλγκα Τοκάρ­τσουκ ήταν μέχρι πρό­σφα­τα άγνω­στη στο ευρύ κοι­νό. Ή για να λέμε όλη την αλή­θεια, πολ­λοί την αντι­με­τώ­πι­ζαν ως μια εκκε­ντρι­κή φωνή και τίπο­τε παρα­πά­νω. Το πιο πρό­σφα­το μυθι­στό­ρη­μα της με τίτλο: The books of Jacob  είναι ένα οδοι­πο­ρι­κό που εισέρ­χε­ται στα μονο­πά­τια των ιδε­ών ενός αμφι­λε­γό­με­νου ιστο­ρι­κού προ­σώ­που, του Τζέι­κομπ Φρανκ. Ηγέ­της μιας μικρής κοι­νό­τη­τας αιρε­τι­κών Εβραί­ων όργω­νε τα σύνο­ρα της Αυστρο­ουγ­γρι­κής αυτο­κρα­το­ρί­ας με την Οθω­μα­νι­κή, για να φτά­σει μέχρι τα βάθη της Λιθουα­νί­ας, ψάχνο­ντας κατα­φύ­γιο. Όταν το βιβλίο άρχι­σε να ανε­βά­ζει τα νού­με­ρα των πωλή­σε­ων του, άρχι­σαν οι απειλές.

Οι ιστο­σε­λί­δες της συγ­γρα­φέ­ως γέμι­σαν τόνους χυδαιό­τη­τας. Την απε­κά­λε­σαν μέχρι και «γενε­τι­κό από­βλη­το»! Ακρο­δε­ξιοί, αρνη­τές του ολο­καυ­τώ­μα­τος και λοι­ποί «συγ­γε­νείς» που την πολιορ­κού­σαν από το πρώ­το της βιβλίο, ξεσά­λω­σαν. Η ίδια ανα­γκά­ζε­ται να κατα­φύ­γει σε άγνω­στες διευ­θύν­σεις για να προ­στα­τευ­θεί. Έχει σκε­φθεί σοβα­ρά να φύγει από την χώρα. Το ουκρα­νι­κό επί­θε­το της είναι ένας επι­πλέ­ον λόγος για τα πάσης φύσε­ως φασι­στοει­δή στοι­χεία, που εδώ εκδη­λώ­νουν καθα­ρό φυλε­τι­σμό, για να της επι­τε­θούν. Ως Ουκρα­νή την θεωρούν…συνοδοιπόρο του Χίτλερ, δολο­φό­νο χιλιά­δων Εβραί­ων («που τους υπε­ρα­σπί­ζε­ται ψευ­δώς») και καλά θα κάνει ο Πού­τιν να εξα­ε­ρώ­σει το ψευ­δο­κρά­τος της Ουκρα­νί­ας. Ανά­με­σα σε δυο πυρά, η συγ­γρα­φέ­ας απα­ντά κοφτά και δεν κρύ­βει τα λόγια της. Πρό­σφα­τα στην Πολω­νία έχει ενι­σχυ­θεί το αντι-ουκρα­νι­κό αίσθη­μα λόγω των προ­σφύ­γων που έχουν κατα­κλύ­σει τα πολω­νι­κά σύνο­ρα. Παράλ­λη­λα, δίπλα στο παρα­δο­σια­κό αντι-ρωσι­κό έχει προ­στε­θεί και το αντι-μου­σουλ­μα­νι­κό αίσθη­μα. Η Τοκάρ­τσουκ προ­σπα­θώ­ντας να αντι­πα­ρέλ­θει το κλί­μα μίσους που κυριαρ­χεί στον δημό­σιο λόγο, υψώ­νει ανά­στη­μα και δεν κρύ­βε­ται πίσω από την όποια δια­ση­μό­τη­τα της. Η επί­μα­χη δήλω­ση της έχει ως εξής: «Είμα­στε ανοι­χτά μια χώρα που διο­λι­σθαί­νει προς τον ολο­κλη­ρω­τι­σμό, για να μην πω ότι τον αγα­πά κιό­λας. Μια χώρα, που απο­φεύ­γει την όποια συζή­τη­ση έχει να κάνει με τις μειο­νό­τη­τες. Μια χώρα που λατρεύ­ει την καθα­ρό­τη­τα του έθνους. Φτιά­ξα­με τερα­τουρ­γή­μα­τα ως αποι­κιο­κρά­τες, εξο­λο­θρεύ­σα­με μειο­νό­τη­τες, κάνα­με εκτε­τα­μέ­νης μορ­φής δουλεμπόριο».

Η δημό­σια δια­πό­μπευ­ση της Τοκάρ­τσουκ, έφτα­σε μέχρι το Πανε­πι­στή­μιο του Κέι­μπριτζ. Συγκε­κρι­μέ­να ο καθη­γη­τής ιστο­ρί­ας Στάν­λεϊ Σάι­μον Μπιλ, ειδι­κός στα θέμα­τα Ανα­το­λι­κής Ευρώ­πης σημειώ­νει: «Ένα από τα προ­βλή­μα­τα εδώ, είναι η αντι­με­τώ­πι­ση της Ιστο­ρί­ας από μεγά­λο μέρος των Πολω­νών. Αν κάποιος μιλή­σει έξω από τα καθιε­ρω­μέ­να (όπως η Τοκάρ­τσουκ) οι περισ­σό­τε­ροι νομί­ζουν ότι κατα­δι­κά­ζε­ται η πατρί­δα τους, για άλλη μια φορά. Η Τοκάρ­τσουκ εντάσ­σε­ται σ’ένα ευρύ­τε­ρο κίνη­μα που έχει προ­κύ­ψει τελευ­ταία, όπου προ­σπα­θεί να φέρει μια ισσο­ρο­πία στην εθνι­κή αφή­γη­ση, μιλώ­ντας και για τις σκο­τει­νές σελί­δες της ιστο­ρί­ας της χώρας. Μην ξεχνά­με ότι οι Πολω­νοί έχο­ντας βρε­θεί συχνά πυκνά στο κέντρο σοβα­ρών ανα­τα­ρα­χών, εσω­τε­ρι­κών και εξω­τε­ρι­κών, πίστε­ψαν ότι μπο­ρούν να κρα­τή­σουν την ταυ­τό­τη­τα τους αλώ­βη­τη, βασι­ζό­με­νοι στο τρί­πτυ­χο: θρη­σκεία, ηθι­κή, πολι­τι­σμός. Δεν είναι καθό­λου εύκο­λο να δια­φύ­γουν απ’αυτόν τον «ενά­ρε­το» κύκλο, που λει­τουρ­γεί και ως αμυ­ντι­κός μηχανισμός.

Ήδη από τις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του ’80, νέοι πολω­νοί καλ­λι­τέ­χνες (συγ­γρα­φείς, σκη­νο­θέ­τες, εικα­στι­κοί, ηθο­ποιοί, περ­φόρ­μερς κ.α) εντά­χθη­καν στο κίνη­μα Κρι­τι­κή τέχνη  ανα­ζη­τώ­ντας την κρυμ­μέ­νη ταυ­τό­τη­τα της χώρας τους. Με το έργο τους ανέ­δει­ξαν πτυ­χές της ιστο­ρί­ας που χτυ­πού­σαν ευθέ­ως τον παρο­ξυ­σμό του ηθι­κού πανι­κού, σύμ­φω­να με τον καθη­γη­τή του Πρίν­στον Γιαν Γκρος. Η απο­κα­τά­στα­ση της μνή­μης όπως το «Μου­σείο POLIN» αφιε­ρω­μέ­νο στους Πολω­νο­ε­βραί­ους, στην άκρη του πρώ­ην γκέ­το της Βαρ­σο­βί­ας, ήταν απο­τέ­λε­σμα του αγώ­να τους. Πρό­σφα­τα η Όλγκα Τοκάρ­τσουκ δήλω­σε πως «η ρητο­ρι­κή του μίσους, κοντεύ­ει να σκε­πά­σει τη χώρα». Οι πρό­σφυ­γες από την Ουκρα­νία και από την Συρία, είναι σχε­δόν καθη­με­ρι­νό θέμα στις ειδή­σεις. Οι δια­νο­ού­με­νοι που τους υπε­ρα­σπί­ζο­νται, αντι­με­τω­πί­ζουν την δημό­σια χλεύη. Η ίδια όμως δεν το βάζει κάτω: «Παρά τις χυδαιό­τη­τες, αυτή λασπώ­δης βίαιη συμπε­ρι­φο­ρά που δέχο­μαι και όχι μόνο εγώ, ενερ­γο­ποιεί τα αντα­να­κλα­στι­κά της αλλη­λεγ­γύ­ης και δημιουρ­γεί τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την δημιουρ­γία ενός νέου κινή­μα­τος. Κάλ­λιο αργά, παρά ποτέ. Ας συνει­δη­το­ποι­ή­σου­με πως η ιστο­ρία της Πολω­νί­ας δεν είναι μόνο δοξα­σμέ­νες στιγ­μές, αλλά έχει στιγ­μα­τι­στεί και από περιό­δους ντρο­πής και εξευτελισμού».