Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας έκα­ναν να ξεκι­νή­σε­τε το ταξί­δι στην περι­πέ­τεια της γρα­φής.

Λόγοι ανα­πνο­ής. Από μικρό παι­δί είχα συχνά την αίσθη­ση ότι εμπο­δί­ζε­ται η ανα­πνοή μου. Πάθαι­να κάτι  σαν ασφυ­ξία. Η  γρα­φή ανέ­λα­βε να απο­τρέ­ψει, έστω στο μυα­λό μου, αυτή την αίσθη­ση.

Ποιες ήταν δυσκο­λί­ες που αντι­με­τω­πί­σα­τε ως συγ­γρα­φέ­ας στα πρώ­τα σας βήμα­τα.

Οι  δυσκο­λί­ες πηγά­ζουν πάντα από τον εαυ­τό σου. Ο εαυ­τός σου  που  άλλο­τε σε χαϊ­δεύ­ει και σε παρη­γο­ρεί μη φοβά­σαι, είναι θαυ­μά­σιο το έργο σου  κι άλλο­τε  ανε­λέ­η­τα σε κακο­ποιεί, αλλοί­μο­νο, δεν αξί­ζει τίπο­τα. Η αγω­νία μου,  οι δυσκο­λί­ες μου  ήταν και παρα­μέ­νουν  να βρω μια μέση οδό ανά­με­σα σε αυτές τις δύο παρα­πλα­νη­τι­κές  φωνές. Και πάνω απ όλα να βρω τον τρό­πο να βάλω σε λέξεις το ανεί­πω­το που βασα­νί­ζει κάθε συγ­γρα­φέα. Να εμπι­στευ­τώ  περισ­σό­τε­ρο τις δόλιες και  φτω­χές λέξεις. Να πει­στώ ότι  μέσα από το μόχθο και την προ­σπά­θεια, κάπου, κάπως,  που θα πάει; Θα τις κατα­φέ­ρω στο τέλος. Θα  κάνω τις λέξεις  να εκφρά­σουν, να απο­δώ­σουν  αυτό που έχω κατά νου. Αυτό είναι εν τέλει το στοί­χη­μα, εδώ βρί­σκε­ται η αγω­νία.

Τι θυσιά­ζει κανείς για να είναι συγ­γρα­φέ­ας ή καλ­λι­τέ­χνης γενι­κό­τε­ρα.

Πρώ­τα θυσιά­ζει  την αμε­ρι­μνη­σία του, όχι μόνο τη δική του αλλά και  όσων ζουν μαζί του,  έπει­τα τη δυνα­τό­τη­τα να κερ­δί­ζει τη ζωή του, να βιο­πο­ρί­ζε­ται δηλα­δή  από αυτό που αγα­πά.

Σε ποιο βαθ­μό έχει επη­ρε­ά­σει η συγ­γρα­φή την ζωή σας και η ζωή σας τα κεί­με­να σας.

Η συγ­γρα­φή με έχει κάνει να μην μπο­ρώ να φαντα­στώ τον εαυ­τό μου χωρίς αυτήν. Είναι μια βασα­νι­στι­κή αλλά και συνά­μα ιαμα­τι­κή εξάρ­τη­ση. Του τύπου μαζί δεν κάνου­με και χώρια δεν μπο­ρού­με. Το μαζί είναι βασα­νι­στι­κό, το χώρια ακό­μα  περισ­σό­τε­ρο…

Τι πιστεύ­ε­τε ότι έχει αλλά­ξει ή τι έχει δια­φο­ρο­ποι­η­θεί μέσα σας σε συγ­γρα­φι­κό επί­πε­δο από τότε που ξεκι­νή­σα­τε.

Θέλω να ελπί­ζω ότι έχω τιθα­σεύ­σει τη μελό πλευ­ρά του εαυ­τού μου και τον ανο­ριο­θέ­τη­το συναι­σθη­μα­τι­σμό. Ίσως δεν είναι τυχαίο που για πρώ­τη φορά στο τελευ­ταίο μου βιβλίο, «Ο Ελλη­νας ασθε­νής», αφή­νω τις γυναί­κες και ασχο­λού­μαι με άνδρες. Ονει­ρεύ­ο­μαι κάπο­τε να γρά­ψω ένα μυθι­στό­ρη­μα που θα φλερ­τά­ρει με το χιού­μορ και την ανυ­πό­κρι­τη χαρά. Χλω­μό όμως μου φαί­νε­ται. Ισως στην άλλη ζωή.

Τι σημαί­νει για εσάς λογο­τε­χνία.

Είναι μια ουτο­πία, η  εξη­μέ­ρω­ση του θανά­του.  Να μετα­μορ­φώ­νεις σκο­τά­δια  σε ριπές φωτός. Η ίδια η λέξη προ­σφέ­ρει την ψευ­δαί­σθη­ση μιας  μαγι­κής, ίσως και ιερό­συ­λης, δυνα­τό­τη­τας: Ανα­σταί­νει απου­σί­ες.

Πως μπο­ρεί­τε να χαρα­κτη­ρί­σε­τε αυτή την περί­ο­δο την οποία δια­νύ­ου­με.

Με μια λέξη; Aνεί­πω­τη. Κατά το στί­χο του ποι­η­τή Τού­μας Τράν­στρε­μερ: Το μόνο που θέλω να πω αστρά­φτει απρό­σι­το σαν αση­μι­κά στο ενε­χυ­ρο­δα­νει­στή­ριο.

Ποια βιβλία ή συγ­γραφείς σας έχουν επη­ρεάσει δια­χρο­νι­κά και για­τί.

Το πρώ­το βιβλίο που με συγκλό­νι­σε ήταν στα δεκά­ξι μου χρό­νια «Η Μετα­μόρ­φω­ση» του Κάφ­κα. Θυμά­μαι το ρίγος στο σώμα μου.  Είμαι μονο­μα­νής με τις προ­τι­μή­σεις μου. Μέχρι σήμε­ρα παρα­μέ­νω υπό την επή­ρεια του πρώ­του βιβλί­ου. Μετα­μόρ­φω­σε εντός μου  τη θέα­ση του κόσμου. Παρα­μέ­νω συγκλο­νι­σμέ­νη από τον Γκρέ­γκορ Σάμ­σα που ξύπνη­σε ένα πρω­ι­νό από κακό όνει­ρο, και βρέ­θη­κε στο κρε­βά­τι του μετα­μορ­φω­μέ­νος σε γιγά­ντια κατσα­ρί­δα. Ενα πρωί δηλα­δή έπα­ψε να είναι άνθρω­πος, ενώ όλοι γύρω του συνέ­χι­σαν να είναι, με τον τρό­πο που συνε­χί­ζουν και σήμε­ρα οι άνθρω­ποι να είναι (δηλα­δή να μην είναι), άνθρω­ποι.

Όταν δεν γρά­φε­τε με τι σας αρέ­σει να ασχο­λεί­στε.

Με το να μην σκέ­φτο­μαι το επό­με­νο μυθι­στό­ρη­μα μου. Με το να επι­χει­ρώ να γεύ­ο­μαι τη ζωή εκτός γραφής….Φοβάμαι όμως ότι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα όταν δεν γρά­φω μου αρέ­σει να ασχο­λού­μαι με το να γρά­φω.

Τι σας παρα­κι­νεί ακό­μη και σήμε­ρα να γρά­φε­τε ιστο­ρί­ες.

Η αίσθη­ση ότι τελι­κά είναι ο δικός μου τρό­πος να υπάρχω…να γεύ­ο­μαι δηλα­δή τη ζωή. Να διώ­χνω μακριά τον εφιάλ­τη μιας άγευ­στης ζωής.

Πως νιώ­θε­τε με την επα­να­κυ­κλο­φο­ρία του «Μήπως;»

Δέκα χρό­νια μετά, η συνο­μι­λία μου με τη Μαρ­γα­ρί­τα Καρα­πά­νου, τη μονα­δι­κή μου φίλη, συνε­χί­ζε­ται χωρίς τίπο­τα να έχει αλλά­ξει. Βλέ­πο­ντας και πάλι νέους ανα­γνώ­στες να κρα­τά­νε στα χέρια τους το «Μήπως;» βεβαιώ­νο­μαι ότι  η γρα­φή αψη­φά το τελε­σί­δι­κο του θανά­του.

Φωτο­γρα­φία: Βάσω Μαρα­γκου­δά­κη