Του Μιχά­λη Μοδινού

ΔΕΝ είναι πολ­λές οι ιδα­νι­κές στιγ­μές για έναν άνθρω­πο σαν κι εμέ­να. Κάθο­μαι αγου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος σ’ ένα φαρ­δύ ξύλι­νο μπαλ­κό­νι πάνω από το Ντιρ και παρα­κο­λου­θώ εδώ και ώρες τα αφρι­σμέ­να νερά που κατε­βαί­νουν από τα Ιμα­λάια. Τα πόδια μου είναι απλω­μέ­να σε μια καρέ­κλα και ο υπη­ρέ­της του lodge μού φέρ­νει κάθε τόσο ένα δίσκο με πολύ γλυ­κό πρά­σι­νο αχνι­στό τσάι και άγευ­στα γλυ­κί­σμα­τα. Το δεξί μου χέρι ψήνε­ται στον ήλιο, το αρι­στε­ρό βρί­σκε­ται στον ίσκιο, αλλά βαριέ­μαι ν’ αλλά­ξω θέση. Είμαι λοι­πόν ευτυ­χι­σμέ­να διαι­ρε­μέ­νος από μια οξεία δια­γώ­νια σκιά. Στην απέ­να­ντι όχθη του ποτα­μού, παρά­γκες, εργα­στή­ρια και η δημο­σιά. Στ’ αυτιά μου φθά­νoυν οι μεταλ­λι­κοί ήχοι από τα ξεχαρ­βα­λω­μέ­να καμιό­νια που δια­σχί­ζουν ως εκ θαύ­μα­τος τα περά­σμα­τα του Λογουά­ρι. Είμαι μόνος, είμαι ξεκού­ρα­στος. Είμαι ευτυχισμένος.

Δίπλα μου, πάνω στο ίδιο χαμη­λό τρα­πέ­ζι όπου βρί­σκε­ται η τσα­γιέ­ρα, στοι­βά­ζο­νται εκθέ­σεις και ανα­φο­ρές για την οικο­νο­μία του Πακι­στάν και τον πόλε­μο στο Αφγα­νι­στάν, ένα φύλ­λο της Monde Diplomα­tique –το τελευ­ταίο– και το World Deνelopment Report του 2007. Όμως απ’ το πρωί δεν τους έχω ρίξει ούτε μια ματιά. Στο βάθος της απέ­να­ντι χαρά­δρας δια­κρί­νω τη δεύ­τε­ρη υψη­λό­τε­ρη κορυ­φή του πλα­νή­τη να λάμπει στον εκτυ­φλω­τι­κό ήλιο, ενώ παρα­κο­λου­θώ την άνο­δο της θερ­μο­κρα­σί­ας στο δεξί μου μπρά­τσο. Εδώ πάνω δεν έχει αρκε­τό αέρα για ν’ απο­θη­κεύ­σει τη θερ­μό­τη­τα του ήλιου ούτε για να φιλ­τρά­ρει το εκτυ­φλω­τι­κό φως. Η αντί­φα­ση αυτή απα­σχο­λεί τα νευ­ρι­κά μου κύτ­τα­ρα επί ώρες. Κι ακό­μη, μ’ απα­σχο­λούν τα βου­νά, μπρο­στά μου και πίσω μου: βου­νο­κορ­φές, βου­νο­πλα­γιές, βου­νο­κοι­λά­δες, βου­νoπε­ρά­σμα­τα. Βρί­σκο­μαι στη βορειο­δυ­τι­κή επαρ­χία, όπου βασι­λεύ­ει το κοι­νο­τι­κό δίκαιο («φυλε­τι­κό» το λένε στα γρα­φεία του ΟΟΣΑ, στο Παρί­σι), και η κυβέρ­νη­ση θέλει να χρη­μα­το­δο­τή­σου­με ένα μεγά­λο για τα τοπι­κά δεδο­μέ­να ανα­πτυ­ξια­κό πρό­γραμ­μα. Είμαι εδώ για ν’ ανα­πτύ­ξω αυτές τις κοι­λά­δες, που σ’ ένα μήνα θα ’ναι σκε­πα­σμέ­νες με χιό­νι. Για να τις α-να-πτύ-ξω.

Προς το παρόν είμαι μόνος, ήρε­μος κι ευτυ­χι­σμέ­νος. Έφθα­σα στο Τσι­τράλ με τη βρα­δι­νή πτή­ση απ’ το Πεσά­βαρ –ανέλ­πι­στη τύχη, οι πτή­σεις αυτές γίνο­νται μάλ­λον σπά­νια– και απέ­φυ­γα την τρο­μα­κτι­κή, όπως λένε, ταλαι­πω­ρία του περά­σμα­τος των βου­νών με τζιπ, μέσ’ από δρό­μους που δεν είναι δρό­μοι. Το κέρ­δος αυτό των είκο­σι τεσ­σά­ρων ωρών το αξιο­ποιώ τώρα χαζεύ­ο­ντας στο βάθος τα απα­στρά­πτο­ντα χιό­νια των Ιμα­λα­ΐ­ων. Κανείς δεν ξέρει πως βρί­σκο­μαι εδώ. Οι επί­ση­μοι δεν έχουν ενη­με­ρω­θεί. Οι συνερ­γά­τες μου δεν έχουν φθά­σει ακό­μη στην κoρυ­φή αυτή του κόσμου.

Η κατά­στα­ση μου θυμί­ζει την Μπα­μέ­ντα του Kαμε­ρoύν, τριά­ντα χρό­νια πριν. Είχα φθά­σει εκεί στα είκο­σι τρία μου, μ’ ένα πτυ­χίο πολι­τι­κού μηχα­νι­κού στο χέρι από το Πανε­πι­στή­μιο του Γουί­νι­πεγκ, και είχα βαλ­θεί να φτιά­χνω δρό­μους μέσα στη ζού­γκλα, μ’ έναν ενθου­σια­σμό που τρο­φο­δο­τού­σαν η έντο­νη νυχτε­ρι­νή ζωή, η σόουλ του Τζέιμς Μπρά­ουν, ερμη­νευ­μέ­νη πιστά από τα τοπι­κά συγκρο­τή­μα­τα, τα ταμ-ταμ των κηδειών-εορ­τών και οι ψηλό­λι­γνες μαύ­ρες που λικνί­ζο­νταν στις πίστες και σε πλη­σί­α­ζαν για ένα ποτό. Έπει­τα από ένα χρό­νο, η εται­ρεία με έστει­λε στα δυτι­κά υψί­πε­δα, στα σύνο­ρα της Νιγη­ρί­ας –της Μπιά­φρα για την ακρί­βεια– μ’ ένα μαύ­ρο εργο­δη­γό κι ένα γκρέι­ντερ, για να προ­σφέ­ρω εκδoύ­λευ­ση σ’ ένα φύλαρ­χo ισιώ­νο­ντας τους αργι­λι­κούς δρό­μους της πόλης. Ωστό­σο, η έλλει­ψη ανταλ­λα­κτι­κών μού επέ­τρε­ψε να κάθο­μαι ολη­με­ρίς στη βερά­ντα της ξύλι­νης κατα­σκευ­ής –Auberge des Hautes Vallées– ψήνο­ντας το λευ­κό, άτρι­χο στή­θος μου στον εκεί αφιλ­τρά­ρι­στο ήλιο για έναν ολό­κλη­ρο μήνα, πίνο­ντας μπί­ρες από τις δέκα το πρωί στο μισο­σκό­τει­νο μπαρ του ξενο­δο­χεί­ου, τρώ­γο­ντας μεση­με­ρια­νό στο του­ρι­στι­κό περί­πτε­ρο με τη μου­χλια­σμέ­νη πισί­να που είχαν κατα­σκευά­σει οι Γάλ­λοι κατά το Μεσο­πό­λε­μο, απο­συ­ρό­με­νος στις καμπά­νες για σύντο­μες περι­πέ­τειες με κυρί­ες της καλής μαύ­ρης μετα-αποι­κια­κής κοι­νω­νί­ας, ευτυ­χι­σμέ­να αιω­ρού­με­νος ανά­με­σα στις πρά­σι­νες λοφο­κορ­φές με τους ευκα­λύ­πτους και τα κατα­κόκ­κι­να ανθι­σμέ­να christmas trees: αιω­ρού­με­νος για έναν ολό­κλη­ρο μήνα, μόνος και ανεύθυνος.

Εδώ είναι τα βου­νά. Δεν έχει μαύ­ρες – δεν έχει γυναί­κες γενι­κά. Δεν τις βλέ­πεις που­θε­νά, ούτε καν στα παζά­ρια. Εδώ είναι Ισλάμ. Για μια μακρά στιγ­μή είμαι ελεύ­θε­ρος να παρα­τη­ρώ τις κοι­λά­δες που θ’ ανα­πτύ­ξου­με, τα μογ­γο­λι­κά τεί­χη της επο­χής του Σαχ Τζα­χάν στο αρι­στε­ρό μου χέρι, ένα ροδα­λό τζα­μί στο δεξί. Επι­δέ­ξιοι καβα­λά­ρη­δες παί­ζουν πόλο σ’ ένα πρά­σι­νο πλά­τω­μα στη φιδοει­δή καμπή του ποτα­μού. Ο δου­λι­κός υπη­ρέ­της με ρωτά­ει αν θα πάω στους Καλάς – τους απο­γό­νους του Μεγά­λου Αλε­ξάν­δρου, αυτό κάνουν όλοι οι του­ρί­στες. Του απα­ντάω πως δεν είμαι του­ρί­στας και το βλέμ­μα του, όλο υπο­νο­ού­με­να, δεί­χνει πως «τώρα ξέρει»: είμαι Αμε­ρι­κα­νός πρά­κτο­ρας σε απο­στο­λή και θα περά­σω νύχτα τα σύνο­ρα για να βρε­θώ απ’ τη μεριά των μου­τζα­χε­ντίν. Βαριέ­μαι να του εξη­γή­σω ότι δεν μ’ ενδια­φέ­ρει ούτε ο Μεγα­λέ­ξα­ντρος, ούτε οι Καλάς, ούτε τα Τάξι­λα και ο ελλη­νο­βου­δι­στι­κός πολι­τι­σμός της Γκα­ντά­ρα. Ότι μου απα­γο­ρεύ­ε­ται ν’ ασχο­λού­μαι με μου­τζα­χε­ντίν. Ότι είμαι μακρο­πρό­θε­σμα κου­ρα­σμέ­νος. Ότι έχω δια­βά­σει στα νιά­τα μου λίγο Λεβί-Στρος –η μανία της Ωντίν, που τον κου­βα­λού­σε μαζί της σ’ όλα μας τα ταξί­δια– κι ότι θυμά­μαι τις σελί­δες για τα Τάξι­λα, τη δυτι­κό­στρoφη περι­ή­γη­ση του πολι­τι­σμού και πάει λέγο­ντας. Άλλω­στε δεν ξέρει, σίγου­ρα, τον Λεβί-Στρος αυτός ο ταλαί­πω­ρος μου­σουλ­μά­νος Πατάν με το μόνι­μο μελα­ψό υπο­μει­δί­α­μα. Ούτε κι εγώ θέλω να τον ξέρω σήμε­ρα που είμαι ευτυ­χι­σμέ­νος, αν και ίσως δεν θα με πεί­ρα­ζε να βρί­σκο­μαι λίγο νοτιό­τε­ρα –Λαχώ­ρη, Ισλα­μα­μπάντ– θαυ­μά­ζο­ντας τ’ αση­μέ­νια κοσμή­μα­τα και τις ελλη­νί­ζου­σες πτυ­χές στ’ αγάλ­μα­τα, που έχω δει σε φωτο­γρα­φί­ες: ο Βού­δας με πρό­σω­πο Απόλλωνα…

Κου­τα­μά­ρες. Προ­τι­μώ να σκέ­πτο­μαι την Μπα­μέ­ντα: κατά ένα τρί­το του αιώ­να νεό­τε­ρος τότε, με συγκε­κρι­μέ­νη απο­στο­λή, ένα γκρέι­ντερ και δύο εργά­τες. Τις νύχτες αφρο­ρέγ­γε. Τριά­ντα χρό­νια, πώς ακρι­βώς πέρα­σαν; Εκεί ήταν μαύ­ροι –Μπα­μι­λε­κέ, Μπα­μούν, Εγουό­ντο, Ντουά­λα– εδώ είναι λευ­κοί, κι αυτό με ενο­χλεί. Επί είκο­σι χρό­νια, τα Ηνω­μέ­να Έθνη, η Διε­θνής Τρά­πε­ζα, ο FAO, η UNEP, με συνή­θι­σαν να έχω ως ανα­πτυ­ξια­κό στό­χο μελα­ψούς, κιτρι­νο­μέ­λα­νους ή κατά­μαυ­ρους ανθρώ­πους. Εδώ τα παι­διά έχουν κατά­λευ­κο, βρό­μι­κο πρό­σω­πο και γαλα­νά μάτια. Συνή­θως έχουν και ξαν­θά μαλ­λιά. Κι ακό­μη, εδώ πάνω δεν έχει χουρ­μά­δες, μάν­γκο, αβο­κά­ντο, ανα­νά­δες, κασά­βα, ζαχα­ρο­κά­λα­μο, γκουα­ρα­νά. Εδώ έχει μηλιές, αχλα­διές, σιτά­ρι, αμπέ­λια, καλα­μπό­κι και λίγο ρύζι, καλ­λιέρ­γειες που καρ­φι­τσώ­νο­νται σε από­κρη­μνες πλα­γιές, σε προ­σε­κτι­κά συντη­ρού­με­νους ανα­βαθ­μούς. Νιώ­θω μπερ­δε­μέ­νος. Οι άνθρω­ποι εδώ μου μοιά­ζουν, αν και δεν είναι παρά φτω­χοί μου­σουλ­μά­νοι χωρι­κοί της φυλής των Πατάν, που αριθ­μεί μερι­κά εκα­τομ­μύ­ρια μέλη – έτσι μου λέει ο ξενο­δό­χος. Φορούν μακριές καφε­τιές φορε­σιές, πατι­κω­μέ­να καπέ­λα, κρε­μά­νε ένα όπλο στον ώμο και ορι­σμέ­νοι έχουν ροδα­λά μάγου­λα κι ωχρά χαρα­κτη­ρι­στι­κά. Κάθο­νται μπρο­στά στις αυλές τους και χαϊ­δεύ­ουν τα σκυ­λιά τους. Δαγκώ­νουν μήλα κι απο­φεύ­γουν να με κοι­τά­ξουν. Είναι διακριτικοί.

Υπο­ψιά­ζο­μαι πως ένα εκλε­πτυ­σμέ­νο αστείο γίνε­ται εις βάρος μου. Η φωνή του Ταϊ­λαν­δού στο τηλέ­φω­νο με είχε δια­βε­βαιώ­σει ότι δεν είναι παρά μία από τις συνη­θι­σμέ­νες μου απο­στο­λές. «Δεν θα πάρεις τη Ναμί­μπια. Ούτε την Ινδία. Δεν υπάρ­χει τίπο­τα πια για χρη­μα­το­δό­τη­ση εκεί. Θα πάρεις το Πακι­στάν. Ωραίο. Βου­νά, κοι­λά­δες. Δεν έχει ζέστη ούτε μολυ­σμέ­νο νερό. Ηρε­μία. ’Ο,τι πρέ­πει για σένα. Για τους Δυτι­κούς, διά­ση­μο μέρος. Ιστο­ρι­κό. Περά­σμα­τα στρα­τιών, κοι­λά­δες για ανά­πτυ­ξη. Φεύ­γεις αμέ­σως, πριν αρχί­σουν τα χιό­νια. Έχει και χοντρό κυνή­γι». Έχει και πόλε­μο, ακρι­βώς δίπλα μας. Αλλά αυτός είναι υπό­θε­ση αλλωνών.

Δεν θέλω να ξέρω για τον πόλε­μο, ούτε για τους Έλλη­νες της Βακτρια­νής, ούτε για κατα­σκό­πoυς και μου­τζα­χε­ντίν. Ο ήλιος έχει δύσει νωρίς ρίχνoντας μαβιές σκιές στην κοι­λά­δα μου. Το λαθρε­μπό­ριο του οπί­ου δεν με αφο­ρά και οι άνθρω­ποι της Γενεύ­ης δεν θέλουν να με αφο­ρά. Ούτε ο πόλε­μος με αφο­ρά, ούτε οι βιο­τε­χνί­ες όπλων – οικια­κή παρα­γω­γή τριών χιλιά­δων χρό­νων, απ’ όπου σήμε­ρα παρά­γο­νται ακρι­βείς απο­μι­μή­σεις καλάσ­νι­κοφ και Μ16. Δεν με ενδια­φέ­ρει η οικο­νο­μία τους, ούτε τα κλαν τους, ούτε τα οχυ­ρω­μέ­να σπί­τια τους στις πλα­γιές των βου­νών και στα πετρώ­δη ορο­πέ­δια του περά­σμα­τος Χάι­μπερ. Μ’ ενδια­φέ­ρει η επί­ση­μη οικονομία.

Είμαι επι­κε­φα­λής μιας επτα­με­λούς απο­στο­λής. Ένας Κανα­δός, μια Δανέ­ζα, ένας Για­πω­νέ­ζος, ένας Ινδός, ένας Ινδο­νή­σιος, ένας Νιγη­ρια­νός, εγώ. Είμαι Αμε­ρι­κα­νός, WASP, με Πολω­νέ­ζα μητέ­ρα. ’Eχω για ένα διά­στη­μα ζήσει στον Κανα­δά, στο Κεμπέκ, στην άλλη άκρη της ηπεί­ρου απ’ τον Κανα­δό. Και στο Μπα­γκλα­ντές, στη Σρι Λάν­κα, στο Καμε­ρούν, στην Ουγκά­ντα, στη Βολι­βία. Από λίγο. Παντού από λίγο. Δεν έχου­με ξανα­συ­να­ντη­θεί ως ομά­δα ή ανά δύο, αλλά είναι σαν να γνω­ρι­ζό­μα­στε χρό­νια. Ανή­κου­με σ’ αυτό το νέο κοσμο­πο­λί­τι­κο είδος που τρι­γυρ­νά από αερο­δρό­μιο σε αερο­δρό­μιο, κι από «lntercontinental» σε «lntercontinental». Το γκρουπ συντέ­θη­κε από ένα Νορ­βη­γό της Διε­θνούς Τρα­πέ­ζης, που είχε δου­λέ­ψει μαζί μου σ’ ένα δεκα­πεν­θή­με­ρο πρό­γραμ­μα εμβο­λια­σμού βοοει­δών στην Μπο­τσουά­να. Βρή­κε το τηλέ­φω­νο του σπι­τιού μου στη Ρώμη από ένα συνερ­γά­τη τού ΟΟΣΑ στο Παρίσι.

Η δου­λειά είναι γνω­στή. Ρου­τί­να. Θα εγκρί­νου­με ένα χαμη­λό­το­κο, μακρο­πρό­θε­σμο δάνειο για την ανά­πτυ­ξη των βορειο­δυ­τι­κών επαρ­χιών ή μέρους τους. Οφεί­λω να βρω κοι­λά­δες και να χρη­μα­το­δο­τή­σω έργα που θα ζητή­σει η κυβέρ­νη­ση του Πακι­στάν. Το πακέ­το είναι γνω­στό: αρδευ­τι­κά, οδο­ποι­ία, ανα­δα­σμός, δασι­κή ανά­πτυ­ξη και απο­χε­τευ­τι­κά. Δεν έχει σημα­σία το πού θα εφαρ­μο­σθούν αυτά, αν είναι εφι­κτό το οδι­κό δίκτυο, αν χρειά­ζο­νται άρδευ­ση τα τοπι­κά προ­ϊ­ό­ντα, αν ο ανα­δα­σμός έχει νόη­μα σ’ αυτά τα βου­νά. Αυτό που έχει σημα­σία είναι να δικαιω­θεί οικο­νο­μο­τε­χνι­κά το πρό­γραμ­μα και να απoρ­ρoφη­θούν τα κον­δύ­λια. Θέλου­με να επεν­δύ­σου­με. Θέλουν να επενδύσουμε.

Είμαι αυτός που παίρ­νει τις απο­φά­σεις. Οφεί­λω να δια­τη­ρή­σω την ομά­δα σε καλή φόρ­μα, να αμβλύ­νω τα προ­βλή­μα­τα και τις τρι­βές, να κάνω «δωρά­κια» στους επι­σή­μους, αν αυτό χρεια­στεί – και θα χρεια­στεί. Έξι βδο­μά­δες θα είμα­στε εδώ κι ελπί­ζω ότι όλα θα πάνε καλά. Πώς συντέ­θη­κε αυτό το γκρουπ; Καλά, ο Ινδο­νή­σιος επει­δή είναι φθη­νός και μελα­χρι­νός. Ο Για­πω­νέ­ζος επει­δή εκεί είναι τα χοντρά λεφτά. Ο Κανα­δός για να βάζει τα στοι­χεία στο κομπιού­τερ. Ο Νιγη­ρια­νός για να θυμί­ζει την υπα­νά­πτυ­ξη. Ο Ινδός για­τί είναι εχθρός και οι επί­ση­μοι θα τον φοβού­νται. Και η Δανέ­ζα «κοι­νω­νιο­λό­γος»; Φαντά­ζο­μαι για να παρά­σχει το ευαί­σθη­το, θερ­μό μέρος του προ­γράμ­μα­τος. Έτσι πρέ­πει να ’ναι μια μει­κτή ομά­δα των διε­θνών οργα­νι­σμών που θα δια­χει­ρι­σθεί δια­κό­σια εκα­τομ­μύ­ρια δολά­ρια. Εγώ είμαι ο Αμερικανός.

Ρου­τί­να. Η δου­λειά αυτή αφο­ρά στον περιο­ρι­σμό των κιν­δύ­νων και των ζημιών. Προ­σω­πι­κών ζημιών εννοώ. Ζεις με ανθρώ­πους που δεν ξέρεις και που υπό φυσιο­λoγι­κές συν­θή­κες δεν θα ’θελες να γνω­ρί­σεις. Ζεις σε μέρη που δεν έχεις επι­λέ­ξει. Θεω­ρεί­σαι τυχε­ρός που ταξι­δεύ­εις και που δεν ζεις στη ρου­τί­να, σαν τους άλλους εκεί πίσω στην πατρί­δα. Κανείς από τους άλλους εκεί πίσω δεν φαντά­ζε­ται την πλή­ξη και τη μονα­ξιά σου, συνή­θως τα δύο μαζί. Τρως φαγη­τά που δεν σου αρέ­σουν, πίνεις νερό που δια­λύ­ει τα έντε­ρά σου, μιλάς μια γλώσ­σα που δεν είναι αγγλι­κά – αν και περιέ­χει αγγλι­κές λέξεις.

Οι άνθρω­ποι δεν γεν­νή­θη­καν για να ζουν μ’ αυτό τον τρό­πο. Ο Ινδο­νή­σιος κλα­ψου­ρί­ζει για­τί ο γάμος του πάει κατά δια­ό­λου. Η γυναί­κα του δεν ανέ­χε­ται τις συνε­χείς απου­σί­ες του. Ο Κανα­δός σιχαί­νε­ται τους ντό­πιους. Του φαί­νο­νται βρό­μι­κοι κι ανα­ρω­τιέ­ται για­τί δεν λειώ­νουν λίγο χιό­νι για να πλυ­θούν. Μόνο η Δανέ­ζα δεί­χνει ευτυ­χι­σμέ­νη. Περι­φέ­ρε­ται σε χωριά, μπαι­νο­βγαί­νει σε καλύ­βες και ψελ­λί­ζει κοι­νο­το­πί­ες για τη δομή της οικο­γέ­νειας και τις πανάρ­χαιες πολι­τι­σμι­κές συντε­ταγ­μέ­νες των Πατάν. Δεν θέλω να ξέρω πράγ­μα­τα που δεν με αφο­ρούν, ανθρώ­πους που δεν θα με διά­λε­γαν αν ήταν στο χέρι τους να δια­λέ­ξουν, μέρη που θα ’χω ξεχά­σει σε μια βδο­μά­δα και φαγη­τά που δεν θα ξανα­γευ­τώ. Δεν συμ­φω­νώ με το Για­πω­νέ­ζο ότι τα κρεμ­μύ­δια είναι γλυ­κύ­τα­τα εδώ πάνω, ούτε με το δου­λο­πρε­πή υπη­ρέ­τη μας ότι το κυνή­γι είναι πάντα νόστι­μο. Αδια­φο­ρώ αν τρώω κου­νέ­λι ή κατσί­κι, αρκεί να μην έχει κάρι. Βιά­ζο­μαι να τελειώ­νου­με για να εισπρά­ξω το τσεκ. Θέλω να επι­στρέ­ψω στη Ρώμη.

Οι άνθρω­ποι δεν προ­ο­ρί­ζο­νταν για να ζήσουν μ’ αυτό τον τρό­πο. Με τα χρό­νια έχω γίνει ειδι­κός της λησμο­νιάς. Δεν μπο­ρώ να μπλέ­κω το συναι­σθη­μα­τι­κό στοι­χείο με τη δου­λειά μου. Οι υπο­κει­με­νι­σμοί δεν έχουν θέση στο παι­χνί­δι της ανά­πτυ­ξης. Ξεχνάω ό,τι ήξε­ρα λίγες μέρες πριν. Ακό­μη κι αν ήθε­λα να θυμά­μαι μέρη, πρό­σω­πα, γεύ­σεις και μυρω­διές, το μυα­λό μου δια­μαρ­τύ­ρε­ται, συγ­χύ­ζε­ται και τα παρα­τά­ει. Παίρ­νει ανά­πο­δες στρο­φές. Οι άνθρω­ποι δεν γεν­νή­θη­καν για να βρί­σκο­νται σε δια­φο­ρε­τι­κή χώρα κάθε μήνα, να νιώ­θουν δια­φο­ρε­τι­κές ελλεί­ψεις κάθε βδο­μά­δα, να ζουν με ξένους, να κοι­μού­νται σε κλι­μα­τι­ζό­με­να δωμά­τια. Τα παρα­τάω. Μάλ­λον όχι, το χρειά­ζο­μαι αυτό το τσεκ. Η Αϊλίν περι­μέ­νει τη δια­τρο­φή της στη Νέα Υόρ­κη. Κάπο­τε είχα υπο­σχε­θεί γάμο σε δύο γυναί­κες ταυ­τό­χρο­να, στην Παρα­γουάη και την Γκα­μπόν. Μήνες αργό­τε­ρα, στο Νταρ ες Σαλά­αμ, ανα­κά­λυ­ψα ένα βρά­δυ με φρί­κη ότι είχα ξεχά­σει και τις δύο υπο­σχέ­σεις μου.

Αύριο θα πάμε σε μια άλλη κοι­λά­δα, μεθαύ­ριο σε μία ακό­μη. Οι επί­ση­μοι μας ανα­κά­λυ­ψαν. Εδώ οι άνθρω­ποι έχουν στε­νό­τη­τα πόρων, στε­νό­τη­τα επι­χει­ρη­μα­τι­κών ικα­νο­τή­των, στε­νό­τη­τα κεφα­λαί­ων, στε­νό­τη­τα δια­θέ­σι­μης τεχνο­λο­γί­ας. Κοντο­λο­γίς, είναι υπα­νά­πτυ­κτοι. Οι κοι­λά­δες θα ανα­πτυ­χθούν.

Ποιο αόρα­το χέρι πήρε ένα Νιγη­ρια­νό γιο φύλαρ­χου Γιο­ρού­μπα και τον έστει­λε για μετα­πτυ­χια­κά στο Έσεξ; Ποιο χέρι με άρπα­ξε από το βεν­ζι­νά­δι­κο του πατέ­ρα μου στη Μοντά­να και μ’ έστει­λε για σπου­δές στο Νορθ­γου­έ­στερν του Σικά­γο και για μάστερ στο Γουί­νι­πεγκ; Ποιος άνε­μος μας έφε­ρε όλους εμάς στα βορειο­δυ­τι­κά σύνο­ρα του Πακι­στάν, να μοι­ρα­ζό­μα­στε το πρω­ι­νό μας, τις εμπει­ρί­ες και τις νευ­ρώ­σεις μας; Ο Ινδός φλερ­τά­ρει δια­κρι­τι­κά τη Δανέ­ζα και ίσως τη ρίξει, μιας και αυτή επι­ζη­τά πάντα την εμπει­ρία, όπως έλε­γε χτες βρά­δυ. Δεν έχει ξανα­τα­ξι­δέ­ψει στην Ασία και τα θεω­ρεί όλα μονα­δι­κά και πρω­τό­γνω­ρα. Με κου­ρά­ζει. Στο μπρέκ­φαστ συζη­τά­με για τα σχε­τι­κά πλε­ο­νε­κτή­μα­τα των «Holiday Inn», για πρό­τζεκτ στην Γκά­να και στη Βενε­ζου­έ­λα, για τη δια­κύ­μαν­ση της τιμής του δολα­ρί­ου και του ευρώ. Στο δεί­πνο, όταν οι επί­ση­μοι έχουν φύγει και η Δανέ­ζα πίνει χυμό μήλου έξω στην αυλή, οι έξι άντρες συζη­τά­με για γυναί­κες γύρω από ένα μπου­κά­λι μπέρ­μπον. Έτσι γίνε­ται πάντα.

Ο Ινδός πίνει πολύ, το στο­μά­χι του πρέ­πει να είναι κατε­στραμ­μέ­νο. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι μισός Ινδός. Η μητέ­ρα του ήταν Ιρλαν­δή και ο ίδιος τελεί­ω­σε το σχο­λείο στο Μάν­τσε­στερ. Μετά γύρι­σε στο Αχμε­ντα­μπάντ, μετα­κό­μι­σε στο Μου­μπάι, έκα­νε ένα διά­στη­μα στο Χονγκ Κονγκ και τώρα αντι­προ­σω­πεύ­ει κι εγώ δεν ξέρω ποιον στη Σρι­να­γκάρ. Έχει αϋπνί­ες και κατα­φεύ­γει συχνά τα βρά­δια στο δωμά­τιο του Νιγη­ρια­νού για να του πει ιστο­ρί­ες. Αδειά­ζουν μαζί ένα μπου­κά­λι σκοτς και ο Νιγη­ρια­νός παρα­πο­νιέ­ται το πρωί πως δεν τον κατα­λα­βαί­νει. Οι Γιο­ρού­μπα πίνουν, χορεύ­ουν και ξενο­κοι­μού­νται όταν έχουν προ­βλή­μα­τα, μου εξη­γεί. «Απ’ ό,τι φαί­νε­ται, οι Ινδοί κατα­πί­νουν τα δικά τους – ή απλώς πίνουν». Θεω­ρώ τις γενι­κεύ­σεις επι­κίν­δυ­νες. Αυτός είναι ο πρώ­τος Ινδός πότης που γνωρίζω.

Ο Κανα­δός έχει τρε­λα­θεί. Κου­βα­λά­ει καθη­με­ρι­νά το PC του σε κοι­λά­δες και βου­νο­κορ­φές και σπρώ­χνει μέσα του ό,τι πλη­ρο­φο­ρία μπο­ρεί να βρει. Επί­ση­μη πλη­ρο­φο­ρία, εννο­εί­ται. Το βρά­δυ κατα­φθά­νει με ερε­θι­σμέ­να μάτια, κοι­τά­ζει το κοκ­κι­νι­στό κοτό­που­λο και τα φρέ­σκα κρεμ­μύ­δια σαν να μην τα βλέ­πει και ψελ­λί­ζει ότι οι προ­σθέ­σεις δεν του βγαί­νουν. Θέλει να εκτι­μή­σει τις κοι­νω­νι­κές επι­πτώ­σεις του προ­γράμ­μα­τος στην περιο­χή κι έπει­τα τις επι­πτώ­σεις στην ευρύ­τε­ρη περιο­χή, και ει δυνα­τόν σ’ όλο το Πακι­στάν και το Αφγα­νι­στάν, το Κασμίρ και το Τατζι­κι­στάν, αλλά «δεν του βγαί­νει». Τα στοι­χεία προ­κύ­πτουν αντι­φα­τι­κά. Δια­ψεύ­δουν τα μεν τα δε. Προ­σπα­θεί να φτιά­ξει ένα μοντέ­λο που θα περιέ­χει όλες τις πιθα­νές παρα­μέ­τρους: την υπο­κα­τά­στα­ση των εισα­γω­γών και την αύξη­ση των εξα­γω­γών, τη μεί­ω­ση των εισα­γω­γών ορυ­κτών καυ­σί­μων και την αύξη­ση του μετα­φο­ρι­κού έργου. Τα μάτια του είναι νεκρά και μουρ­μου­ρί­ζει βρι­σιές για τους χωριά­τες κοι­νο­τι­κούς υπαλ­λή­λους, που «μαγει­ρεύ­ουν» τα στοι­χεία. Υπο­λο­γί­ζει την κατα­νά­λω­ση ξυλεί­ας στα χωριά μιας κοι­λά­δας και προ­κύ­πτουν δέντρα που ισο­δυ­να­μούν με τον Αμα­ζό­νιο. Η γεωρ­γι­κή παρα­γω­γή δεί­χνει δέκα φορές μικρό­τε­ρη από την κατα­νά­λω­ση –εκφρα­σμέ­νη σε πρω­τε­ΐ­νες και θερ­μί­δες– κι αυτό σε μια αυτάρ­κη κοι­νω­νία. «Τι τρώ­νε τότε;» ρωτά­ει με μάτια τρελού.

Τον καθη­συ­χά­ζω. Τα νού­με­ρα δεν έχουν και τόση σημα­σία. Θέλουν να δανει­σθούν, θέλου­με να δανεί­σου­με. Το πρό­γραμ­μα θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί. Οι υπο­λο­γι­σμοί ωφέ­λειας-κόστους είναι σάλ­τσα. Το ίδιο και οι περι­βαλ­λο­ντι­κές επι­πτώ­σεις – ο Για­πω­νέ­ζος γρά­φει το σχε­τι­κό κεφά­λαιο. Ο Κανα­δός δια­μαρ­τύ­ρε­ται ότι είναι ειδι­κός της ανά­πτυ­ξης και ότι θίγω την επαγ­γελ­μα­τι­κή του υπό­στα­ση. Είναι οργι­σμέ­νος και αλλά­ζω θέμα. Μιλάω για τη μεγα­λο­πρέ­πεια του τοπί­ου, περι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος από έξι συντρό­φους και πέντε Πακι­στα­νούς υπαλ­λή­λους που δεν έχω διαλέξει.

Η απέ­να­ντι κορυ­φή του ινδι­κού Καυ­κά­σου έχει υψό­με­τρο 7.762 μέτρα – 7.762 μέτρα, περί­που 20.000 πόδια πάνω από τη θάλασ­σα. Το βου­νό λειώ­νει στον πρω­ι­νό ήλιο ενώ προ­σποιού­μα­στε ότι δια­βά­ζου­με ραπόρ­τα κι επι­στο­λές. Το γαλά­ζιο του ουρα­νού είναι παρά­λο­γο, του ποτα­μού άχρω­μο, αβα­θές, με χαλα­ζια­κούς αφρούς. Κάτι λέω για τα λου­λού­δια και η Δανέ­ζα αντα­πο­κρί­νε­ται. Σπεύ­δω να τους δια­βε­βαιώ­σω ότι η ομορ­φιά του τοπί­ου με αφή­νει αδιά­φο­ρο και γελά­ει – «come οn, you don’t mean it».

Και η Δανέ­ζα έχει τρε­λα­θεί. Τι την έστει­λαν να κάνει ανά­με­σα σε μου­σουλ­μά­νους ιθα­γε­νείς και development experts; Μπαι­νο­βγαί­νει σε πρι­στή­ρια, σε κοι­νο­τι­κά γρα­φεία, σε μαγα­ζά­κια, μιλά­ει μ’ όλο τον κόσμο, ανε­βαί­νει σε τοπι­κά πολύ­χρω­μα ταξί με καμιά εικο­σα­ριά νομα­ταί­ους ακό­μη και προ­χω­ρεί το κοι­νω­νιο­λο­γι­κό της κομ­μά­τι. Λέει πως την ενδια­φέ­ρει η ανθρω­πο­λο­γι­κή πλευ­ρά του πράγ­μα­τος και της θυμί­ζω αυτό που θυμί­ζω και στον Κανα­δό: ενδια­φέ­ρουν τα στοι­χεία που θα δικαιώ­σουν τις επεν­δύ­σεις – και μάλι­στα τα κατάλ­λη­λα στοι­χεία. Δεν με νοιά­ζει αν είναι μαγει­ρε­μέ­να. Μου απα­ντά­ει σαν να μη μ’ έχει ακού­σει. Τα βρί­σκει όλα εκπλη­κτι­κά, ισχυ­ρί­ζε­ται ότι ο πολι­τι­σμός των Πατάν συν­δέ­ε­ται με τους Θιβε­τια­νούς και τους Πέρ­σες, ότι οι στρα­τιώ­τες του Μεγά­λου Αλε­ξάν­δρου έφτια­ξαν τη δική τους κοι­νω­νία στην κοι­λά­δα του Μπι­ρίρ και δεν θυμά­μαι σε ποιες άλλες, από­δει­ξη δε τού­του είναι ότι οι κάτοι­κοι είναι ανι­μι­στές σ’ αυτές τις κοι­λά­δες, οι γυναί­κες δεν φορούν τσα­ντόρ, ορι­σμέ­νες λέξεις έχουν προ­φα­νή σχέ­ση με τα ελλη­νι­κά. ’Οτι ο πολι­τι­σμός των Καλάς είναι στα τελευ­ταία του. Με ρωτά­ει αν μπο­ρού­με να περά­σου­με απ’ τη μεριά του Aφγα­νι­στάν, γνώ­ρι­σε, λέει, μου­τζα­χε­ντίν που μας περ­νά­νε νύχτα με τζιπ για 100 δολά­ρια το κεφά­λι, θα είναι συναρπαστικό.

Χαϊ­δεύω αφη­ρη­μέ­να το ποτή­ρι μου με το παρά­νο­μο ουί­σκι. Την επα­να­φέ­ρω στην τάξη θυμί­ζο­ντάς της ότι είμα­στε εδώ για συγκε­κρι­μέ­νο λόγο, ότι η τρο­μο­κρα­τία και ο πόλε­μος δεν μας αφο­ρούν, όπως δεν μας αφο­ρά η οικο­νο­μία τους, που βασί­ζε­ται στο όπιο. Συνε­χί­ζει να με βομ­βαρ­δί­ζει με κονω­νιο­λο­γί­ζου­σες μπούρ­δες για την κοι­νο­τι­κή εργα­σία, τα απί­στευ­τα υδραυ­λι­κά τους έργα, την ανέ­πα­φη κοι­νω­νι­κή τους δομή, την αυτάρ­κεια και την αυτο­νο­μία τους. Αυτοί οι άνθρω­ποι είναι ιδι­oφυ­είς, λέει, καλά οργα­νω­μέ­νοι, με αρθρω­μέ­νες κοι­νω­νι­κές λει­τουρ­γί­ες. Θα μπο­ρού­σαν να δώσουν μαθή­μα­τα στους τεχνι­κούς μας, η κοι­νο­κτη­μο­σύ­νη επί των φυσι­κών πόρων επι­βιώ­νει, πρέ­πει να βαδί­σου­με προ­σε­κτι­κά. Κατα­λή­γει ότι δεν συμ­φω­νεί μ’ ένα ανα­πτυ­ξια­κό πρό­γραμ­μα εδώ.

Ο Ινδο­νή­σιος την κοι­τά­ζει σαν να μην την ακού­ει. Απορ­ρί­πτω με μια πλα­τιά χει­ρο­νο­μία όσα λέει η Δανέ­ζα, της θυμί­ζω και πάλι την απο­στο­λή μας, τη δια­βε­βαιώ­νω πως μπο­ρεί να παρα­μεί­νει μετά την ανα­χώ­ρη­ση της ομά­δας, ακό­μη και να τελειώ­σει αν θέλει το διδα­κτο­ρι­κό της. Αυτό την καθη­συ­χά­ζει. Τελι­κά, κανέ­νας μας δεν έχει ιδέα για τα βορειο­δυ­τι­κά σύνο­ρα, αλλά υπο­τί­θε­ται ότι όλοι ξέρου­με τι είναι καλό για τους λαούς που ζουν εδώ: η ανάπτυξη.

Τώρα, αφή­στε με ήσυ­χο, νιώ­θω απί­στευ­τα κουρασμένος.

Αφή­στε με να κοι­μη­θώ. Ο Για­πω­νέ­ζος ροχα­λί­ζει στο διπλα­νό δωμά­τιο· στη βερά­ντα ο Ινδός, η Δανέ­ζα και ο Ινδο­νή­σιος μουρ­μου­ρί­ζουν τυλιγ­μέ­νοι σε κου­βέρ­τες κάτω απ΄τα αβέ­βαια αστέ­ρια. Είμαι μόνος. Μου λεί­πει η γυναί­κα, αυτή η μία και μονα­δι­κή που θα έδι­νε νόη­μα σ΄όλα τού­τα, που θα τα μοι­ρα­ζό­ταν μαζί μου. Είμαι ένας ναυ­τι­κός της ανά­πτυ­ξης. Αυτό κάνει την ύπαρ­ξη της γυναί­κας ανέ­φι­κτη. Α-νέ-φι-κτη. Σε κάθε ταξί­δι χιλιά­δες ερε­θί­σμα­τα ενερ­γο­ποιούν τον εγκέ­φα­λό μου και στο τέλος τον κάνουν χυλό. Ένα χαμό­γε­λο εδώ, μια βελού­δι­νη φωνή εκεί, ένα λικνι­στι­κό βάδι­σμα ή μια χορευ­τι­κή φιγού­ρα παρα­πέ­ρα. Κυρί­αρ­χη η απου­σία, οι φευ­γα­λέ­ες ευκαι­ρί­ες, οι μηδέ­πο­τε υλο­ποι­η­θεί­σες βαθύ­τε­ρες επι­θυ­μί­ες. Κάθε νέο οπτι­κό ερέ­θι­σμα ισο­δυ­να­μεί μ’ ένα νευ­ρι­κό οργα­σμό, ημι­πα­ρά­νο­μο, στα όρθια. Μετά σιά­ζω τα ρού­χα μου. Γίνο­μαι δια­νοη­τι­κά χυδαί­ος. Αύξου­σα εντρο­πία, επι­τα­χυ­νό­με­νη ατα­ξία, νευ­ρι­κά μόρια που συγκρού­ο­νται μετα­ξύ τους. Απο­τέ­λε­σμα: ο θερ­μι­κός θάνα­τος. Ανά­βω τη λάμπα στο κομο­δί­νο και σκο­τώ­νω μια καφε­τιά φτε­ρω­τή κατσα­ρί­δα. Μετά τη λυπά­μαι. Σ’ ένα τεύ­χος του Grα­ntα βρί­σκω υπο­γραμ­μι­σμέ­νο το παρα­λη­ρη­μα­τι­κό ξέσπα­σμα ενός Γάλ­λου ομοί­ου μου. Σκέ­φτο­μαι πως αν το μετα­φρά­σω στα αγγλι­κά θα νυστά­ξω αρκε­τά ώστε να κατα­φέ­ρω να κοι­μη­θώ. Επι­πλέ­ον θα το κατα­λά­βω καλύ­τε­ρα έτσι. Καλύ­τε­ρα να το αποδώσω:

Η αλή­θεια είναι πως το χρή­μα δεν είναι απλά το μέσον, είναι ο τρό­πος του κόσμου μας. Είμα­στε οι τίμιοι χρη­μα­τι­στές που στέ­κο­νται ανά­με­σα στους ισχυ­ρούς πλου­σί­ους και τους ανί­δε­ους φτω­χούς. Αν οι δεύ­τε­ροι δεν υπάρ­χουν, τους κατα­σκευά­ζου­με. Ελέγ­χου­με το κεφά­λαιο με λεπτε­πί­λε­πτους χει­ρι­σμούς. Εγγυώ­με­θα ότι οι κυβερ­νή­σεις δεν θα δια­σπα­θί­σουν την ανα­πτυ­ξια­κή βοή­θεια για πολι­τι­κούς ή προ­σω­πι­κούς λόγους. Βαδί­ζου­με στο μονο­πά­τι της Ιστο­ρί­ας κατευ­θυ­νό­με­νοι από ακα­τα­νί­κη­τες δυνά­μεις και θέλου­με να το μετα­τρέ­ψου­με σε λεω­φό­ρο. Είμα­στε οι ιερα­πό­στο­λοι που κηρύσ­σου­με την αμε­ρι­κα­νι­κή ενό­ρα­ση του κόσμου τούτου…

Τώρα δεν μπο­ρώ να κοι­μη­θώ. Φέρ­τε μου ουίσκι.

… Είναι αρκε­τά απλό πώς έγι­νε έτσι ο κόσμος. Ας το θυμη­θού­με. Μετά το τέλος του Δευ­τέ­ρου Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου και τον περί­φη­μο λόγο του προ­έ­δρου Τρού­μαν στη Γενι­κή Συνέ­λευ­ση του ΟΗΕ, ο ανε­πτυγ­μέ­νος κόσμος γέν­νη­σε στο Μπρέ­τον Γουντς τη Διε­θνή Τρά­πε­ζα για την Ανα­συ­γκρό­τη­ση και την Ανά­πτυ­ξη και το Διε­θνές Νομι­σμα­τι­κό Ταμείο, προ­κει­μέ­νου να ανορ­θω­θεί η Ευρώ­πη και ν’ αντι­με­τω­πι­στεί η οικο­νο­μι­κή αστά­θεια. Με το σχέ­διο Μάρ­σαλ ν’ ανα­λαμ­βά­νει την Ευρώ­πη, η Διε­θνής Τρά­πε­ζα στρά­φη­κε στον άρτι κατα­κευα­σθέ­ντα «Τρί­το Κόσμο», τις μέχρι τότε «φτω­χές χώρες του πλα­νή­τη». ’Ετσι άρχι­σε να παρέ­χει την απα­ραί­τη­τη εμπει­ρία και τεχνο­λο­γία, μαζί με το ελλεί­πον στις χώρες αυτές κεφά­λαιο. Η επι­τυ­χία των πρώ­των σχε­τι­κών προ­σπα­θειών οδή­γη­σε στη δημιουρ­γία ενός δικτύ­ου διε­θνών ανα­πτυ­ξια­κών τρα­πε­ζών που δού­λευαν κάτω από το βλέμ­μα της Διε­θνούς Τρα­πέ­ζης. Σήμε­ρα, οι ανα­πτυσ­σό­με­νες χώρες –τα ¾ του κόσμου τού­του– μπο­ρούν ν’ απευ­θύ­νο­νται σε μια πλειά­δα οργα­νι­σμών, προ­κει­μέ­νου να υπο­στη­ρι­χθούν στις ανα­πτυ­ξια­κές τους προ­σπά­θειες. Διε­θνείς απο­στο­λές έμπει­ρων ανα­πτυ­ξια­κών ειδι­κών μπο­ρούν εύκο­λα να συστα­θούν κατά περί­πτω­ση, σύμ­φω­να με τις συγκε­κριμ­μέ­νες ανά­γκες ή, εν ανά­γκη, προ­κει­μέ­νου να τις κατασκευάσουν…

Αυτό είναι όλο. Αυτό είναι το μεγά­λο μετα­πο­λε­μι­κό σχέ­διο της ανά­πτυ­ξης. Τώρα μπο­ρώ, επι­τέ­λους, να κοι­μη­θώ. Μόνο που να –το άκου­σα κι αυτό συχνά να λέγε­ται– τα κίνη­τρα της Διε­θνούς Τρα­πέ­ζης και των συνα­φών οργα­νι­σμών δεν είναι ιδε­α­λι­στι­κά –κι ας λένε πάλι ότι η ανά­πτυ­ξη είναι πάνω απ’ όλα ιδε­ο­λο­γία– είναι οπορ­του­νι­στι­κά. Δανεί­ζει χρή­μα­τα για να κάνει τις φτω­χές χώρες να εισά­γουν από τις ανε­πτυγ­μέ­νες κεφα­λαιου­χι­κό εξο­πλι­σμό, τεχνο­λο­γία και, κυρί­ως, κατα­να­λω­τι­κά αγα­θά. Βοη­θά έτσι στη διαρ­κή και επαρ­κή επέ­κτα­ση της βιο­μη­χα­νί­ας. Ενώ­νει τον κόσμο όλο με τους εκλε­πτυ­σμέ­νους δεσμούς του χρε­ώ­στη και του πιστω­τή. Η χρη­μα­το­δό­τη­ση της ανά­πτυ­ξης είναι φθη­νό­τε­ρη από τη στυ­γνή, μπρού­τα αποι­κιο­κρα­τία και απο­δε­κτή από τις μάζες Ανα­το­λής και Δύσης, Βορ­ρά και Νότου. Ακό­μη και πρώ­ην κομου­νι­στι­κές χώρες, ακό­μη και το εργα­τι­κό κίνη­μα, ή ό,τι απέ­μει­νε απ’ αυτό, την ευλο­γούν, άσχε­τα αν τα χρη­μα­το­δο­τού­με­να προ­γράμ­μα­τα σπά­νια έχουν σχέ­ση με τις τοπι­κές ανά­γκες. Αυτή είναι η μεγά­λη μετα­πο­λε­μι­κή ανα­κά­λυ­ψη: η υπε­ρο­χή ενός θαυ­μα­τουρ­γού φαρ­μά­κου ένα­ντι της χωρίς αναι­σθη­τι­κό εγχεί­ρη­σης. Το ανή­συ­χο κεφά­λαιο ψάχνει για διε­ξό­δους κι εμείς, οι ιερα­πό­στο­λοί του, ανα­κα­λύ­πτου­με κοι­λά­δες και ποτά­μια στο Πακι­στάν και στο Μάλι, στο Μπου­τάν και στη Χιλή, στα Ιμα­λάια και τις Άνδεις. Γίνα­με όλοι ένα. Όμως είμα­στε κι όλοι ξένοι, περισ­σό­τε­ρο παρά ποτέ.

Τώρα είμαι σίγου­ρος πως δεν θα κοι­μη­θώ. Ας είμαι ειλι­κρι­νής. «Ανά­πτυ­ξη» σημαί­νει βέβαια υψη­λό­τε­ρα εισο­δή­μα­τα, αύξου­σες εισ­ρο­ές και εκρο­ές, καλύ­τε­ρη δια­τρο­φή, χαμη­λό­τε­ρη παι­δι­κή θνη­σι­μό­τη­τα, βελ­τιω­μέ­νη ιατρο­φαρ­μα­κευ­τι­κή περί­θαλ­ψη. Από την παρα­τε­τα­μέ­νη χρή­ση της η λέξη έχει φτά­σει να σημαί­νει το αυτό­χρη­μα καλό, κάθε τι το επι­θυ­μη­τό, επι­λεγ­μέ­νους στό­χους και προ­γραμ­μα­τι­σμούς. Η λέξη έχει απο­κτή­σει μια αυτό­νο­μη αξία λόγω της δια­μοι­ρα­ζό­με­νης κατα­νό­η­σής μας. Είναι, ως εκ τού­του, συνω­μο­τι­κή, κατα­ρα­μέ­νη. Η λέξη «ανά­πτυ­ξη» είναι μια πόρ­νη που που­λιέ­ται στον καθέ­να ως ψευ­δαί­σθη­ση, με αντί­τι­μο χαμη­λό­τε­ρα επι­τό­κια. Οι χρή­στες της δεν σε κοι­τά­ζουν ποτέ στα μάτια. Η επί­κλη­σή της θυμί­ζει τις πρω­ταρ­χι­κές της σημα­σί­ες – την υλο­ποί­η­ση μιας εσω­τε­ρι­κής δυνα­τό­τη­τας, τη βιο­λο­γι­κή πρό­ο­δο, το ξεδί­πλω­μα. Η λέξη είναι ένας λόγος να γιορ­τά­σου­με μια αναμ­φι­σβή­τη­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μας καλεί ν’ ανοί­ξου­με σαμπά­νιες, όταν στο βάθος ηχούν τα ταμ-ταμ του πολέμου.

Παρα­λη­ρώ; Κι όμως, στο στό­μα των πολι­τι­κών, των ειδι­κών, των μηχα­νι­κών, των αγρο­νό­μων σαν κι εμέ­να, η λέξη διεκ­δι­κεί τα πάντα αν και δεν σημαί­νει τίπο­τε: απο­λύ­τως τίπο­τε απ΄ όσα διεκ­δι­κεί. Δεν υπάρ­χουν γονί­δια που να κυβερ­νούν τη μορ­φή της ανθρώ­πι­νης κοι­νω­νί­ας, δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει διαρ­κής μεγέ­θυν­ση της ανθρώ­πι­νης οικο­νο­μί­ας καθώς ο κόσμος μας είναι πεπε­ρα­σμέ­νος. Δεν υπάρ­χει συσ­σώ­ρευ­ση, παρά μόνο σε μεμο­νω­μέ­να σημεία μέσα στην ιστο­ρι­κή εξέ­λι­ξη. Η εξέ­λι­ξη δεν είναι ωστό­σο ανά­πτυ­ξη. Κανείς δεν μπο­ρεί να δηλώ­σει ότι μια κοι­νω­νία έφθα­σε στο σημείο όπου έπρε­πε να φθά­σει, όπως ένας κτη­νο­τρό­φος ισχυ­ρί­ζε­ται για την αγε­λά­δα του ή ένας κηπου­ρός για ένα λου­λού­δι. Η λέξη είναι καλή, οι επι­πτώ­σεις της είναι κακές. Η ανά­πτυ­ξη είναι μία άδεια λέξη που καλύ­πτει τα πάντα, άρα τίπο­τα. Καλύ­πτει το κενό της παγκό­σμιας κοι­νω­νί­ας μας. Υπο­νο­εί ότι η μοί­ρα του κόσμου μας εσω­κλεί­ε­ται σ’ αυτή την ίδια, τη μία και μονα­δι­κή λέξη. Χρή­σι­μη λέξη, κενή λέξη, κατα­ρα­μέ­νη λέξη, πορ­νι­κή λέξη. Εν ονό­μα­τί της γίνο­νται όσα γίνο­νται εις βάρος…

Ποιων όμως; Αφού δεν θα κοι­μη­θώ που δεν θα κοι­μη­θώ, θα ’θελα να πάω στο δωμά­τιο της Δανέ­ζας, ν’ ακου­μπή­σω το κεφά­λι μου στη λευ­κή κοι­λιά της και να της πω να σωπά­σει: να εκπρο­σω­πή­σει τη σωτη­ρία μου μέχρι να ξημε­ρώ­σει. Έξω το φεγ­γά­ρι κάνει τις πλα­γιές εξω­πραγ­μα­τι­κές. Ακούω κου­δού­νια προ­βά­των και γιακ και μου ’ρχο­νται στο νου οι μεγά­λες πεδιά­δες του Μίντγουεστ.

Όλ’ αυτά δεν έχουν τίπο­τα να κάνουν μ’ εμένα.

Οι δρό­μοι εδώ δεν αξί­ζουν να λέγο­νται δρό­μοι. Ώρες ώρες το τζιπ κρέ­με­ται κυριο­λε­κτι­κά πάνω απ’ τους γκρε­μούς. Αφρώ­δεις χεί­μαρ­ροι από κάτω, η ρόδα απέ­χει μια παλά­μη από το χάος. Όταν δια­σταυ­ρω­νό­μα­στε με κάποια γυναί­κα, στρι­μώ­χνε­ται με την πλά­τη στο βρά­χο και το φόρε­μά της τρί­βε­ται στη μεταλ­λι­κή μας πόρ­τα. Κοπά­δια, εδα­φι­κή διά­βρω­ση, άλο­γα στα χορ­τα­ρια­σμέ­να πλα­τώ­μα­τα των αφρι­σμέ­νων παρα­πο­τά­μων του Ινδού. Ξύλι­να σπί­τια με άνε­τες βερά­ντες και σκα­λί­σμα­τα στις πόρ­τες. Οι Καλάς έχουν υπο­στεί έντο­νη γενε­τι­κή διά­βρω­ση, το κατα­λα­βαί­νεις αυτό με την πρώ­τη ματιά. Η φυλε­τι­κή ενδο­γα­μία αιώ­νων κάνει το δέρ­μα τους χλο­μό και διά­φα­νο, τα μάτια τους ήπια, τις κινή­σεις τους τυχαί­ες, λες και τα μέλη του σώμα­τός τους έχουν το καθέ­να το δικό του προ­γραμ­μα­τι­σμό. Δεί­χνουν περισ­σό­τε­ρο αυτάρ­κεις ως φυλή και οι καλ­λιέρ­γειές τους είναι σαφώς πιο περι­πoι­η­μέ­νες από τν μου­σουλ­μα­νι­κό κύριο όγκο των Πατάν των βορειο­δυ­τι­κών συνόρων.

Τι να ανα­πτύ­ξεις εδώ; Η περιο­χή είναι κλει­στή το μισό χρό­νο απ’ τα χιό­νια, οι καλ­λιερ­γή­σι­μες εκτά­σεις περιο­ρι­σμέ­νες –αν και επαρ­κείς– τα δάση υπο­βαθ­μι­σμέ­να. Οι άνθρω­ποι είναι φτω­χοί – αν και αυτάρ­κεις. Η μόνη ιδε­ώ­δης καλ­λιέρ­γεια είναι το όπιο, που απαι­τεί ελά­χι­στη φρο­ντί­δα, αλλά οι επί­ση­μες στα­τι­στι­κές δεν ανα­φέ­ρο­νται σ’ αυτό. Το όπιο δεν υπάρ­χει, ούτε οι οικια­κές βιο­τε­χνί­ες όπλων, ούτε το λαθρεμπόριο.

«Κι όμως, όλ’ αυτά υπάρ­χουν εδώ και 3.000 χρό­νια», μου ψιθυ­ρί­ζει η Δανέ­ζα. Αυτή είναι η ζωή τους, ο τρό­πος παρα­γω­γής τους. Μοιά­ζουν μ’ εμάς αλλά είναι άλλoι: δια­φoρε­τι­κoί, υπα­νά­πτυ­κτοι, φτω­χοί. Ξύνουν την ανε­παρ­κή γη για να βγά­λουν το μερο­κά­μα­το. Οι άντρες μετα­να­στεύ­ουν, η οικο­λο­γία της περιο­χής φανε­ρώ­νει σημεία κατάρ­ρευ­σης. Το καλα­μπό­κι επι­δο­τεί­ται αλλά σπά­νια το σιτά­ρι της δια­τρο­φι­κής βοή­θειας φτά­νει στον προ­ο­ρι­σμό του, λέει ο Ινδο­νή­σιος. Ο ετή­σιος ρυθ­μός πλη­θυ­σμια­κής αύξη­σης αγγί­ζει το 4%, λέει ο Κανα­δός. Παγκό­σμιο ρεκόρ. Τι θα γίνει σε δεκα­πέ­ντε, είκο­σι χρό­νια, όταν όλ’ αυτά τα πιτσι­ρί­κια που σε κοι­τά­ζουν στα μάτια περι­μέ­νο­ντας καρα­μέ­λες τρο­φoδoτή­σoυν τη δεξα­με­νή του εργα­τι­κού δυνα­μι­κού ή, χει­ρό­τε­ρα, τις στρα­τιές του Μπιν Λάντεν;

Tα δέντρα έχουν κοπεί για να παρά­σχουν ξυλεία, αφή­νο­ντας φαλα­κρές μεγά­λες ορει­νές επι­φά­νειες. ’Ετσι έχεις μεγά­λες χιο­νο­στι­βά­δες και λασπο­στι­βά­δες που θάβουν σπί­τια και καλ­λιέρ­γειες. Έχεις και πλημ­μύ­ρες και τρία εκα­τομ­μύ­ρια Αφγα­νούς πρό­σφυ­γες που αυξά­νουν τη ζήτη­ση γης, αλλά αυτοί δεν εμπί­πτουν στον προ­γραμ­μα­τι­σμό μας – ανή­κουν στην Ύπα­τη Αρμο­στεία ή στον Ερυ­θρό Σταυ­ρό, ή δεν ξέρω κι εγώ πού. Ζουν συνή­θως σε προ­σφυ­γι­κούς καταυ­λι­σμούς. Οι επί­ση­μοι στρέ­φουν την προ­σο­χή μας αλλού όταν δια­σταυ­ρω­νό­μα­στε με τα καρα­βά­νια τους. Δεν υπάρ­χουν οι Ταλι­μπάν, δεν υπάρ­χουν βάσεις, δεν υπάρ­χουν τρο­μο­κρα­τι­κές ενέρ­γειες, ούτε όπιο. Υπάρ­χει η επί­ση­μη οικο­νο­μία, που δεν έχει πάντως σχέ­ση με την πραγ­μα­τι­κή ζωή. Γι’ αυτό ο Κανα­δός τρε­λαί­νε­ται, γι’ αυτό έχει αρχί­σει να κάνει τζό­γκινγκ πάνω στα μονο­πά­τια τρεις ώρες τη μέρα, προ­κα­λώ­ντας με τα τερά­στια ασπρου­λιά­ρι­κα πόδια του τα γέλια των παι­διών. Ο.Κ., θα αγνο­ή­σου­με το όπιο και τη βιο­μη­χα­νία όπλων και θα προ­χω­ρή­σου­με εξαρ­χής. Κλα­σι­κή ανά­πτυ­ξη. Καμία επι­δό­τη­ση υπο­κα­τά­στα­σης παρα­δο­σια­κών καλ­λιερ­γειών και δρα­στη­ριο­τή­των. Ξεχνά­με το χώρο και την Ιστο­ρία και ανα­δη­μιουρ­γού­με εκ του μηδε­νός. Είμα­στε θεοί.

Τώρα είμαι ευχαριστημένος.

Ο Ινδο­νή­σιος δεν είναι. Ξέρει λίγα πάστο –ένας θεός ξέρει που τα έμα­θε– συνεν­νο­εί­ται με τους ντό­πιους στα ουρ­ντού. Αυτό τον κάνει να έχει ηθι­κά διλήμ­μα­τα. Του αρέ­σουν οι αγρό­τες –ήταν κι ο ίδιος αγρό­της κάπο­τε– κι έχει πάρει μέρος στο περί­φη­μο πρό­γραμ­μα πλη­θυ­σμια­κής μετε­γκα­τά­στα­σης της Διε­θνούς Τρα­πέ­ζης, από την Ιάβα στο Καλι­μα­ντάν. Τρο­μά­ζει που κάτι παρό­μοιο μπο­ρεί να συμ­βεί εδώ, αν και ανα­γνω­ρί­ζει ότι οι συν­θή­κες δια­φέ­ρουν. Τον καθη­συ­χά­ζω λέγο­ντάς του ότι εκεί­νο ήταν ένα πρό­γραμ­μα εκα­τό φορές μεγα­λύ­τε­ρο, αλλά αυτό δεν τον παρη­γο­ρεί. Θυμά­ται διαρ­κώς τη μεγά­λη πυρ­κα­γιά της Βόρ­νεο – τη μεγα­λύ­τε­ρη στην Ιστο­ρία. Τα αερο­δρό­μια της περιο­χής ήταν κλει­στά από τον καπνό για μήνες. Η συμπά­θειά του για τους χωρι­κούς δημιουρ­γεί μια εσω­τε­ρι­κή αντί­φα­ση με τη μέθο­δο εργα­σί­ας του, αντί­φα­ση ανά­με­σα σ’ αυτό που ξέρει ότι επι­θυ­μούν οι χωρι­κοί, και άρα οφεί­λει να τους δώσει, και σ’ αυτό που εξ ορι­σμού το πρό­γραμ­μα θα τους δώσει. Έτσι κατα­λή­γει να εύχε­ται να μην τους δώσου­με τίπο­τα, δηλα­δή να τους πάρου­με. Δεν δέχε­ται ότι έχου­με το δικαί­ω­μα ν’ αλλά­ξου­με τη ζωή των ντό­πιων, ακό­μη κι αν προς στιγ­μήν οι ίδιοι πιστεύ­ουν ότι αυτό θα είναι προς όφε­λός τους. Κου­βα­λά­ει μαζί του καμιά δεκα­ριά τεύ­χη του Penthouse και του Plα­yboy, με επι­σκέ­πτε­ται σε απί­θα­νες ώρες, κάνει εμε­τούς, θέλει να γυρί­σει στο σπί­τι του και στα παι­διά του. Μισεί τον Κανα­δό κι ακό­μη περισ­σό­τε­ρο το Για­πω­νέ­ζο. Με τον τελευ­ταίο έχει φιλο­νι­κί­ες συχνά πυκνά για το ρόλο της Ιαπω­νί­ας στην απο­δά­σω­ση του Ειρη­νι­κού, αλλά ο Ιάπω­νας του φέρε­ται με συγκα­τά­βα­ση, αυτο­κρα­το­ρι­κά: εντέ­λει δεν δέχε­ται ότι η πυρ­κα­γιά της Βόρ­νεο οφεί­λε­ται στη Διε­θνή Τράπεζα.

Είμαι υπο­χρε­ω­μέ­νος να θέσω στον Ινδο­νή­σιο ένα σφι­χτό χρο­νι­κό όριο για την παρά­δο­ση του κεφα­λαί­ου τoυ, αλλιώς είναι κατα­στραμ­μέ­νος: ποτέ δεν θα τον ξανα­προ­σλά­βουν. Έχω μάθει πολ­λά απ’ αυτόν και τον έχω συμπα­θή­σει, αλλά με κάνει να περ­πα­τάω στην άκρη της αβύσ­σου. Η Δανέ­ζα είναι υγι­ής για­τί δεν έχει μπει ακό­μη στο παι­χνί­δι. Ο Για­πω­νέ­ζος είναι υγι­ής για­τί παί­ζει καλά ένα παι­χνί­δι που είναι το δικό του. Εγώ είμαι υγι­ής για­τί είμαι Αμε­ρι­κα­νός και ξέρω τους κανό­νες. Εγώ τους έφτια­ξα. Κατα­λα­βαί­νω τους επι­σή­μους που δεν θέλουν μακρο­χρό­νιο προ­γραμ­μα­τι­σμό. Δεν θέλουν δεκα­ε­τή, θέλουν τριε­τή, το πολύ, προ­γράμ­μα­τα. Θέλουν άμε­σα απο­τε­λέ­σμα­τα – και ορα­τά. Η Μπε­να­ζίρ Μπού­το ξανα­βγαί­νει στην πολι­τι­κή και οι άνθρω­ποι εδώ πάνω μετά βίας ξέρουν ότι η κεντρι­κή κυβέρ­νη­ση υφί­στα­ται. Όμως θα κλη­θούν να ψηφί­σουν. Είναι προ­βλη­μα­τι­κή περιο­χή. Δεν μπο­ρεί να παίρ­νουν βοή­θεια οι πρό­σφυ­γες και ν’ αγνο­ού­νται οι ντό­πιοι. Θέλου­με απο­τε­λέ­σμα­τα. Θέλου­με γέφυ­ρες, τού­νελ, ασφαλ­το­στρω­μέ­νους δρό­μους, αρδευ­τι­κά, εξη­λε­κτρι­σμό, φράγ­μα­τα. Θέλου­με μετρη­τά, θέλου­με βιο­μη­χα­νία. Όχι άλλη έρευ­να, όχι άλλες μελέ­τες. Παρα­τή­στε τις λεπτο­μέ­ρειες και τις στα­τι­στι­κές. Αν όχι, δεν θα συνε­χί­σου­με να υπο­στη­ρί­ζου­με για πολύ τον Μου­σά­ραφ, το χαϊ­δε­μέ­νο παι­δί της Δύσης. Ήδη υφι­στά­με­θα τις επι­πτώ­σεις της πολι­τι­κής μας. Ορί­στε, μόλις χτες τινά­χθη­κε στον αέρα το καλύ­τε­ρο ξενο­δο­χείο στην Πεσά­ουαρ, την περα­σμέ­νη βδο­μά­δα ήταν το Κεντρι­κό Ταχυ­δρο­μείο στο Καρά­τσι. Δώστε μας χρή­μα­τα χωρίς να το σκέφτεστε.

Έχω πονο­κέ­φα­λο σε μόνι­μη βάση. Οι επί­ση­μοι συνε­χί­ζουν να μιλούν – και μιλούν πολύ. Ανα­γνω­ρί­ζω ότι είναι έξω καρ­διά. Κάθε πρωί ανα­κα­λύ­πτω με τρό­μο ότι έχω ξεχά­σει τα ονό­μα­τά τoυς – άλλω­στε εναλ­λάσ­σο­νται με ταχείς ρυθ­μούς. Είναι αδιά­κρι­τοι. Ρωτά­νε με μονα­δι­κή ευκο­λία για τη ζωή σου και σου εμπι­στεύ­ο­νται οι ίδιοι πολι­τι­κές πλε­κτά­νες, την άπο­ψή τους για το θάνα­το του Ζία, τα σενά­ριά τους για τις βόμ­βες («Μετα­ξύ μας, είναι κυβερ­νη­τι­κός δάκτυ­λος»). Δεν έχω άπο­ψη, δεν ξέρω αν έχουν δίκιο ή άδι­κο, και δεν θέλω να ξέρω. Είμαι εδώ για να κάνω ανά­πτυ­ξη. Η Δανέ­ζα τους δια­κό­πτει συχνά για να κάνει τις παρα­τη­ρή­σεις της: ότι τα λεφτά πηγαί­νουν σε λάθος τσέ­πες, ότι ο δασάρ­χης που­λά­ει ναρ­κω­τι­κά, ότι οι νερό­μυ­λοι δεν λει­τουρ­γούν, ότι τα επί­ση­μα στοι­χεία για τις μετα­φο­ρές είναι λάθος, αφού αγνο­ούν όπιο και όπλα, Αφγα­νούς και κοπά­δια. Οι επί­ση­μοι την αγνο­ούν. Τι θέλει μια Δανέ­ζα σε μου­σουλ­μα­νι­κή χώρα; Η διά­θε­σή της γίνε­ται μέρα με τη μέρα ντε­τε­κτι­βί­στι­κη. Ανα­κα­λύ­πτει έναν και­νούρ­γιο κόσμο, σαν ροδα­λό μωρό. Την ξεμο­να­χιά­ζω και της εξη­γώ ότι ο κόσμος είναι απεί­ρως πολύ­πλο­κος και επι­τα­χυ­νό­με­να μετα­βαλ­λό­με­νος κι ότι ακό­μη κι όσοι ζουν στο συγκε­κρι­μέ­νο χώρο τη συγκε­κρι­μέ­νη μέρα δεν τον κατα­λα­βαί­νουν. Με κοι­τά­ζει με θαυ­μα­σμό για την ψυχο­κοι­νω­νιο­λο­γί­ζου­σα προ­σέγ­γι­σή μου. Παρα­δέ­χε­ται ότι, όπως έχουν γίνει τα πράγ­μα­τα, είναι καλύ­τε­ρα να δεχό­μα­στε την επί­ση­μη ερμη­νεία – κάνου­με λιγό­τε­ρο κακό στον εαυ­τό μας και γλι­τώ­νου­με δουλειά.

Έχω σωθεί.

Θα υπο­γρά­ψου­με το δάνειο, μόνο που θέλου­με κι άλλες κοι­λά­δες. Το Σουάτ. Για­τί όχι το Σουάτ; Είναι όμορ­φο, έχει λιβά­δια και κέδρους και οι του­ρι­στι­κοί οδη­γοί το παρο­μοιά­ζουν με Ελβε­τία. Όλες οι ανα­πτυσ­σό­με­νες χώρες με βου­νά και κωνο­φό­ρα αυτο­πα­ρο­μοιά­ζο­νται με την Ελβε­τία. Μου έχει συμ­βεί στην Ελλά­δα, στο Μαρό­κο, στο Νεπάλ, ακό­μη κι αν οι ντό­πιοι δεν έχουν δει την Ελβε­τία παρά σε καρτ-ποστάλ. Όχι, δεν θέλω αντιρ­ρή­σεις, το θέλω το Σουάτ. Βρι­σκό­μα­στε εδώ ως φιλο­ξε­νού­με­νοι, αλλά μπο­ρού­με να δια­λέ­ξου­με τις κοι­λά­δες μας. Του­ρι­στι­κή ανά­πτυ­ξη, ιδού η επι­κε­φα­λί­δα. Πισί­νες, γήπε­δα γκολφ, ένα δυο μου­σεία, οδι­κό δίκτυο. Για­τί όχι; Ο συνο­μι­λη­τής μου, ένας πολι­τι­σμέ­νος Πακι­στα­νός, ευφυ­ής γενι­κο­λό­γος, συμ­φω­νεί. Όσο μιλά­ει, έχω ανοι­χτό το κασε­τό­φω­νό μου προ­σποιού­με­νος ότι δίνω τερά­στια σημα­σία στις από­ψεις του – συνη­θι­σμέ­νο κόλ­πο σε παρό­μοιες περι­στά­σεις. Μου δεί­χνει κοι­λά­δες, κάστρα, βού­δες, στού­πες. Μου ανα­φέ­ρει κάτι για τον Τσώρ­τσιλ και τη στρα­τιω­τι­κή του υπη­ρε­σία εδώ, ως δεκα­νέ­ας. Στην επό­με­νη στά­ση μας, ένα ελλη­νι­κό γκρουπ με καπε­λά­κια που φέρουν την επι­γρα­φή Hellas Travel Plan φωτο­γρα­φί­ζει αδιά­φο­ρες βακτρια­νές καμή­λες με χάχα­να και επι­φω­νή­μα­τα. Οι γυναί­κες φορά­νε σορ­τσά­κια και έχουν κυτ­τα­ρί­τι­δα, οι άντρες φορά­νε σορ­τσά­κια και έχουν κοι­λιά. Σαν Αμερικανοί.

Θέλω κοι­λά­δες. Να τις πάρουν από άλλους και να τις δώσουν σ΄εμάς. Θέλου­με να δανεί­σου­με, γι’ αυτό είμα­στε εδώ, αλλά απαι­τού­με υψη­λή απoρ­ρό­φη­ση. Αυτό μπο­ρεί να γίνει αν έχου­με τη δυνα­τό­τη­τα να μετα­φέ­ρου­με επεν­δύ­σεις από τη μια κοι­λά­δα στην άλλη, ανά­λο­γα με την πρό­ο­δο του προ­γράμ­μα­τος. Ευλυ­γι­σία, αυτό απαι­τεί­ται. Δεν μπο­ρού­με να προ­γραμ­μα­τί­ζου­με για μια φυλή 500.000 ανθρώ­πων. Θέλου­με να ’χου­με ως στό­χο δύο, τρία ή πέντε εκα­τομ­μύ­ρια. Αν οι μεν δεν συμ­φω­νούν σε κάτι, στρε­φό­μα­στε στους δε. Έτσι θα έχουν κίνη­τρο οι εργο­λη­πτι­κές εται­ρεί­ες να εγκα­τα­στα­θούν επί τόπου.

Οι συνο­μι­λη­τές μου με βεβαιώ­νουν ότι δεν υπάρ­χει θέμα αμφι­σβη­τή­σε­ων ή αντι­στά­σε­ων. Οι ντό­πιοι είναι ατί­θα­σοι πολε­μι­στές αλλά εντέ­λει θα δεχθούν τις επεν­δύ­σεις – όλοι αγα­πούν το χρή­μα. Συμ­φω­νούν για περισ­σό­τε­ρες κοι­λά­δες. «Αρκεί να συνι­στούν ανθρω­πο­γε­ω­γρα­φι­κή ενό­τη­τα», δηλώ­νει περι­σπού­δα­στα ο πολι­τι­σμέ­νος γενι­κο­λό­γος που διευ­κρι­νί­ζει, επί τη ευκαι­ρία, ότι είναι χωρο­τά­κτης με σπου­δές στο Ντα­ντί της Σκω­τί­ας. Και βέβαια, υπό τον όρο ότι το χρή­μα θα απο­δε­σμευ­θεί γρή­γο­ρα. Σπεύ­δω να συμ­φω­νή­σω. «Θα το μετα­φέ­ρω στην Ουάσιγκτον».

Τέλος τα Ιμα­λάια, οι βορειο­δυ­τι­κές επαρ­χί­ες, η Πεσά­βαρ. Τα τηλέ­φω­να δεν λει­τουρ­γούν. Περι­μέ­νω υπο­μο­νε­τι­κά στο δωμά­τιό μου, στο «Intercontinental» του Ραβαλ­πί­ντι, και μιας και η Ουά­σιγ­κτον δεν βγαί­νει, καλώ Ρώμη. Η Ρώμη βγαί­νει περιέρ­γως εύκο­λα, αλλά η Αντο­νέ­λα δεν απα­ντά. Είναι έξι η ώρα το πρωί εκεί –εδώ είναι μεση­μέ­ρι– και ή το έχει απο­συν­δέ­σει ή…

Προ­τι­μώ να μην το σκέ­φτο­μαι. Προ­τι­μώ να μην τηλε­φω­νώ από που­θε­νά. Μισώ την επι­μο­νή των γυναι­κών να τους στέλ­νεις e-mail για να συντη­ρή­σεις μια οιο­νεί επα­φή που καταρ­γεί­ται εξ ορι­σμού κάθε φορά που παίρ­νεις στο χέρι σου την κάρ­τα επι­βί­βα­σης. Η Αντο­νέ­λα σε μια βδο­μά­δα θα με δια­βε­βαιώ­σει ότι κοι­μό­ταν και ότι είχε απο­συν­δέ­σει το τηλέ­φω­νο, κι εγώ, συγκα­τα­βα­τι­κά, θα το δεχθώ. Έπει­τα, αργό­τε­ρα, θα δεχθώ να τρο­φο­δο­τή­σει το συμ­βάν αυτό τις αρρω­στη­μέ­νες φαντα­σιώ­σεις μου. Κάπο­τε, πολύ ερω­τευ­μέ­νος και πολύ πιω­μέ­νος, τηλε­φώ­νη­σα από την Αθή­να στις Βρυ­ξέλ­λες για να πω στην Eλέ­νη –μια Ελλη­νί­δα με υγρά πρά­σι­να μάτια που δού­λευε για χρό­νια στην τότε ΕΟΚ– πως την αγα­πώ. Ήμουν ερω­τευ­μέ­νος, και νομί­ζω πως κι αυτή ήταν επί­σης, αλλά ήταν στο κρε­βά­τι μ’ έναν άλλον. Ήταν τρεις το πρωί και δύο μέρες πριν με δια­βε­βαί­ω­νε για… Όχι, μη μου επι­τρέ­ψε­τε να ξανατηλεφωνήσω.

Με σώζει ο Για­πω­νέ­ζος, που με παίρ­νει για μια βου­τιά στην πισί­να και επι­μέ­νει να με κερά­σει ντράι μαρ­τί­νι μέσα στην αφό­ρη­τη κάψα. Με ρωτά­ει για τις επα­φές μου, θέλει να ενι­σχύ­σει το ρόλο της Ιαπω­νί­ας στους διε­θνείς οργα­νι­σμούς, διεκ­δι­κεί για τη χώρα του το μερ­τι­κό της στο παι­χνί­δι της ανά­πτυ­ξης. Είναι ανα­πό­φευ­κτο, σκέ­φτο­μαι. «Το δικαιού­σθε», λέω. Ο Για­πω­νέ­ζος νιώ­θει πόνους σ’ όλο του το σώμα, ο Ινδός επί­σης. Ο Νιγη­ρια­νός τα κατα­φέρ­νει καλύ­τε­ρα. Είναι όλοι στην πισί­να με τις πετσέ­τες τους, προ­σπα­θώ­ντας να γίνουν Ευρω­παί­οι. Τον Ινδο­νή­σιο τον πήγα στο αερο­δρό­μιο χτες βρά­δυ. Η Δανέ­ζα έμει­νε με τους Καλάς για έναν ακό­μη μήνα. Έρευ­να προς χάριν της έρευνας.

Όλα έχουν συμ­φω­νη­θεί. Το πρό­γραμ­μα είναι πεντα­ε­τές –αυτό απαι­τεί η Τρά­πε­ζα– αλλά θα έχει ένα σύντο­μο, εύκο­λο, ταχεί­ας απορ­ρό­φη­σης διε­τές σκέ­λος. Δια­βά­ζω το ραπόρ­το μας και θαυ­μά­ζω την απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά μας. Ταχύ­τη­τα. Έπει­τα μου έρχε­ται στο νου η παρά­ξε­νη ιδέα ότι τα ίδια θα γρά­φα­με αν ήμα­σταν στη Σρι Λάν­κα ή τη Βρα­ζι­λία, στην Κόστα Ρίκα ή την Ιση­με­ρι­νή Γουι­νέα. Σκα­τά. Ο Κανα­δός μού φέρ­νει κομπιου­τε­ρα­ρι­σμέ­να τα τελευ­ταία στοι­χεία. Παρα­πο­νιέ­ται για τη ζέστη, το ανθυ­γιει­νό φαΐ, τις διάρ­ροιες, την έλλει­ψη γυναι­κών – έτσι, για να συντη­ρή­σει την αντρί­κια κου­βέ­ντα. Οι άνθρω­ποι δεν γεν­νή­θη­καν για να ζουν έτσι. Η αρρώ­στια είναι αντιε­παγ­γελ­μα­τι­κή, αλλά βαριέ­μαι να το επι­ση­μά­νω. Δεν θα γρά­ψω τίπο­τα δυσμε­νές στο ραπόρ­το μου, στο κάτω κάτω καλά τα κατά­φε­ραν όλοι τους. Αλλά η δυνα­τό­τη­τα προ­σαρ­μο­γής είναι το πρώ­το προ­σόν στη δου­λειά μας, κι αν αρχί­σουν τα ψυχο­σω­μα­τι­κά προ­βλή­μα­τα, ξέχνα το μάνα­τζμεντ. Είμαι κου­ρα­σμέ­νος απ’ αυτή την απο­στο­λή κι όμως ανα­κα­λύ­πτω ότι ανταλ­λάσ­σω ευχα­ρί­στως διευ­θύν­σεις με τους άλλους. Δεν θέλω ν’ ακούω για ταξί­δια αλλά με χαρά θα επι­σκε­φθώ το Γιο­ρού­μπα μου στο Λάγκος και το Για­πω­νέ­ζο μου στην Οκι­νά­ουα. Είμαι έτοι­μος να γίνω Γιο­ρού­μπα αν χρεια­στεί κι αν δεν τους πει­ρά­ζει το ιρλαν­δέ­ζι­κο δέρ­μα μου. Πεί­θω τον Κανα­δό να μην πάει στο νοσο­κο­μείο. Δεν θα είναι καλό για το βιο­γρα­φι­κό του, μπο­ρεί να μην τον ξανα­προ­σλά­βουν. Θα ανα­λά­βω εγώ να συμπλη­ρώ­σω το κεφά­λαιό του, όπως και του Ινδο­νή­σιου. Καλύ­τε­ρα έτσι, αυτό με απαλ­λάσ­σει από τoυς πονο­κε­φά­λους των διορ­θώ­σε­ων. Είμαι κου­ρα­σμέ­νος, αφά­ντα­στα κου­ρα­σμέ­νος, αλλά θα πάω να δω τον Ιάπω­να με την πρώ­τη ευκαιρία.

«Λοι­πόν, τελι­κή συμ­φω­νία. Ξεχνά­με τα προ­γράμ­μα­τα οικο­λο­γι­κής ανα­βάθ­μι­σης. Απα­λεί­φου­με μελέ­τες περι­βαλ­λο­ντι­κών επι­πτώ­σε­ων. Ρίχνου­με τα λεφτά σε έργα ταχεί­ας από­δο­σης. Τα εθνι­κά πάρ­κα και τις ανα­δα­σώ­σεις ας τα κάνουν άλλοι. Αρκε­τούς ανα­πτυ­ξια­κούς φορείς έχου­με που πρα­σι­νί­ζουν τώρα τελευ­ταία. Το Πακι­στάν άλλω­στε απο­πλη­ρώ­νει τα χρέη του και ο πόλε­μος φέρ­νει κατά δεκά­δες τους υπο­ψή­φιους στην πόρ­τα μας. Εντά­ξει, ας βάλου­με μέσα και μια ερευ­νη­τι­κή συνι­στώ­σα για να σωπά­σουν οι πολι­τι­κοί μας εχθροί. Μην ξεχνά­με και το Κασμίρ. Λοι­πόν εντά­ξει, οι μπίζ­νες αρχίζουν».

Μισώ τις μου­σουλ­μα­νι­κές χώρες. Δεν υπάρ­χει τίπο­τα να κάνει κανείς εδώ. Είμαι κλει­σμέ­νος στο δωμά­τιό μου, στο «Hilton» του Καρά­τσι, και λογα­ριά­ζω πόσα χρή­μα­τα κέρ­δι­σα. Κάνω αργό­τε­ρα μια βόλ­τα στο μπαρ αλλά δεν υπάρ­χει ούτε μια γυναί­κα. Δεν μπο­ρείς καν να πιεις δημο­σί­ως. Κάποιοι έχουν στρώ­σει τα χαλά­κια τους σε μια γωνιά του λόμπι και προ­σεύ­χο­νται. Το τοπι­κό εθνι­κό κανά­λι δεί­χνει σκη­νές από την τελευ­ταία τρο­μο­κρα­τι­κή επί­θε­ση – 47 νεκροί. Κορε­ά­τες και Ταϊ­βα­νέ­ζοι επι­χει­ρη­μα­τί­ες συζη­τούν ζωη­ρά μες στις βαθιές πολυ­θρό­νες της ρεσε­ψιόν, οι σάμ­σο­ναϊτ στα γόνα­τά τoυς. Κάνω μια βόλ­τα στη ζεστή τρο­πι­κή νύχτα, αλλά οι γνώ­ρι­μοι ήχοι της έχoυν πάψει προ πολ­λού να με γοη­τεύ­ουν. Κοντα­να­σαί­νω ασφυ­κτι­κά σαβα­νω­μέ­νος σε μυρω­διές από νυχτο­λού­λου­δα και σάπια μάν­γκο. Ο γάμος στον κήπο του «Hilton» τρα­βά­ει την προ­σο­χή μου. Μου­σι­κή από σιτάρ και τάμπλα συμπλέ­κε­ται με το μονό­το­νο κούρ­δι­σμα των γρύ­λων. Κάπο­τε το φολ­κλόρ με είλ­κυε. Τώρα με ανα­κου­φί­ζει η ιδέα ότι τα δωμά­τια εδώ έχουν βίντεο. Επι­στρέ­φω στο δωμά­τιό μου με την ευχά­ρι­στη προ­σμο­νή της ται­νί­ας, αφού τρώω στα γρή­γο­ρα στο μπαρ κάτι απλό και δυτι­κό – ραβιό­λι και μπί­ρα χωρίς αλκο­όλ. Στο δωμά­τιο παραγ­γέλ­νω κανο­νι­κή μπί­ρα και την εναλ­λάσ­σω με μικρές γου­λιές ουί­σκι. Γεμί­ζω την μπα­νιέ­ρα με χλια­ρό νερό που μυρί­ζει χλώ­ριο και δεν ξέρω τι άλλο και σκέ­φτoμαι την Αντο­νέ­λα. Σκου­πί­ζο­μαι σε ένα σωρό κάτα­σπρες αφρά­τες πετσέ­τες, κλεί­νω τις κουρ­τί­νες και ξαπλώ­νω στο κρε­βά­τι παρα­κο­λου­θώ­ντας τον Στηβ Μάρ­τιν στο «Roxanne». Το όνει­ρο του Συρα­νό ντε Μπερ­ζε­ράκ ενερ­γο­ποιεί τη διά­θε­σή μου. Δεν θέλω να σκέ­φτoμαι αερο­δρό­μια κι απο­στο­λές. Μετά από τριά­ντα εννέα μέρες η δου­λειά έχει φθά­σει στο τέλος της.

Είμαι μόνος κι ευτυ­χι­σμέ­νος. Αρκε­τή συντρο­φιά είχα στη ζωή μoυ. Σύντoμα με παίρ­νει ο ύπνος πάνω σ’ ένα σωρό μαξι­λά­ρια. Τον επό­με­νο μήνα θα είναι η Ακτή του Ελε­φα­ντο­στού. Εκεί οι Γαλ­λί­δες κάνουν γυμνό­στη­θες μπά­νιο στην πισί­να και οι μαύ­ρες στή­νο­νται στην ντί­σκο του ξενο­δο­χεί­ου κατά δεκάδες.

[pl_alertbox type=“info”]Απόσπασμα από το υπό έκδο­ση νέο μυθι­στό­ρη­μα του Μιχά­λη Μοδι­νού με τίτλο Άγρια Δύση – Μια ερω­τι­κή ιστο­ρία[/pl_alertbox]