Στις Τασού­λα και Άννα Λαμπρι­νά­κου

Έβρε­χε μαζί μ’ έναν ξερό αέρα που η βρο­χή δεν μπο­ρού­σε να τον μαλα­κώ­σει. Τα φύλ­λα στέ­γνω­ναν αμέ­σως, έτρι­ζαν κάτω απ’ τα πόδια του, ενώ τα χαμη­λά κλα­ριά των θάμνων τού μπά­τσι­ζαν το πρό­σω­πο καθώς περ­πα­τού­σε σκυ­φτός. Αφέγ­γα­ρος ο ουρα­νός, τον στρί­μω­χνε σ’ ένα σκο­τά­δι υγρό και ξερό ταυ­τό­χρο­να. Ανα­ση­κώ­θη­κε από την τετρά­πο­δη στά­ση του. Κάπου κάπου τα πόδια του βυθί­ζο­νταν σε λακ­κού­βες γεμά­τες νερό και μετά πάγω­ναν και έτσου­ζαν.

Είδε ένα φωσά­κι από μακριά να θαμπο­φέγ­γει, σήκω­σε το κορ­μί του κι έτρε­ξε προς τα κει.

Χτύ­πη­σε διστα­χτι­κά αλλά η πόρ­τα άνοι­ξε αμέ­σως, θαρ­ρείς και κάποιος ήταν από πίσω της και τον περί­με­νε.

Ένας άντρας ξερα­κια­νός, με βαθου­λω­μέ­να αιχ­μη­ρά μάτια τον κοί­τα­ξε από πάνω ως κάτω κι ύστε­ρα τον τρά­βη­ξε απ’ τον ώμο μέσα στο σπί­τι.

Κωλό­και­ρος, είπε, πέρα­σες εύκο­λα; Σίγου­ρα δε σε πήρα­νε χαμπά­ρι;

Α μπα, είπε ο νεα­ρός στον άντρα, θαρ­ρείς και γνω­ρί­ζο­νταν χρό­νια.

Ξέρεις τι μπο­ρώ να σου δώσω, έτσι δεν είναι; Είσαι σύμ­φω­νος; Για­τί μετά δεν έχει πισω­γυ­ρί­σμα­τα. Δε θα με ξανα­δείς, κι αυτό που θα κάνεις δεν έχει πίσω πόρ­τα. Τα ξέρεις αυτά, έτσι;

Τα ξέρω, είπε ο νεα­ρός. Δε γίνε­ται αλλιώς, θέλω δε θέλω αυτά είναι κι αυτά θα κάνω.

Ωραία, πει­νάς; Χωρίς να περι­μέ­νει απά­ντη­ση, του ’βαλε πάνω στο τρα­πέ­ζι μια πια­τέ­λα με βοδι­νό και καυ­τε­ρές πιπε­ριές. Τον παρα­κο­λου­θού­σε αμί­λη­τος να τρώ­ει.

Κάπο­τε στα­μα­τού­σε το φαγη­τό με το πιρού­νι μετέ­ω­ρο, ενώ το σώμα του τρε­μού­λια­ζε με μικρούς σπα­σμούς και τα μάτια του κοί­τα­ζαν απλα­νή το κενό. Ύστε­ρα το τρε­μού­λια­σμα υπο­χω­ρού­σε και το πιρού­νι έμπαι­νε στο στό­μα του.

Τώρα πάνε να πλα­γιά­σεις στο πατά­ρι, σου ‘χω στρώ­σει, και τσι­μου­διά, κοι­μή­σου και το πρωί θα σε πάω και μετά θα στεί­λω τα χρή­μα­τα στους δικούς σου.

Ήταν γυμνός κάτω από μια κίτρι­νη πελώ­ρια λάμπα. Οι ακτι­νο­γρα­φί­ες, το καρ­διο­γρά­φη­μα, οι υπέ­ρη­χοι είχαν γίνει, τα απο­τε­λέ­σμα­τα από το αίμα είχαν βγει καθα­ρά. Όλα σωστά. Του έβα­λαν την ένε­ση με τη νάρ­κω­ση, ολι­κή, για σιγου­ριά.

Ήταν ωραίο παλι­κά­ρι, η ομορ­φιά του έλα­μπε, τα στή­θη ελα­φρώς φου­σκω­μέ­να, τα πόδια, γεμά­τα μυς, φαί­νο­νταν ευλύ­γι­στα, το φύλο του ξεπρό­βαλ­λε ρόδι­νο μέσα από την καστα­νή σγου­ρή φωλιά του.

Τον γύρι­σαν μπρού­μυ­τα, οι γλου­τοί του σφι­χτοί, λεί­οι, οι πλά­τες απλω­μέ­νες, αδύ­να­τες αλλά σκλη­ρές, τα μπρά­τσα χάλ­κι­να κάτω απ’ το κίτρι­νο φως.

Κρί­μα, είναι ωραίο παλι­κά­ρι, είπαν.

Του πήραν τα νεφρά, το συκώ­τι, τους κερα­τοει­δείς, το ήπαρ και τέλος την καρ­διά. Τα βάλα­νε στον πάγο. Η συμ­φω­νία ήταν μόνο για ένα νεφρό, όμως…

Το στό­μα του είχε στρα­βώ­σει ελα­φρώς κι ήταν γεμά­το σάλια. Κοί­τα, οι κόγ­χες του έχουν δάκρυα, είπε ο ένας. Δεν μπή­καν στον κόπο ούτε να τον κλεί­σουν. Το σφαγ­μέ­νο σώμα το πέτα­ξαν στο φαράγ­γι που χώρι­ζε την πατρί­δα του από την ξενι­τιά.

Έβρε­χε σιγα­νά, ο ξερός αέρας έφε­ρε τα βρεγ­μέ­να φύλ­λα και σκέ­πα­σε τ’ απο­μει­νά­ρια του κορ­μιού του, όμως τα πει­να­σμέ­να ζώα μύρι­σαν το φρέ­σκο αίμα, τη ζεστή ακό­μα σάρ­κα, και τον απο­τε­λεί­ω­σαν.

Τα ματω­μέ­να κόκα­λα τα έπλυ­νε σιγά σιγά η βρο­χή, όπως το κρα­σί της ανα­κο­μι­δής. Άδεια από μεδού­λι, ανα­στέ­να­ζαν σαν αυλοί καθώς τα δια­περ­νού­σε, μοι­ρο­λόι, ο αέρας. Κάπου, πάνω σ’ ένα πρό­σω­πο, τα μάτια του κοί­τα­ζαν με απο­στρο­φή τον κόσμο που δε χόρ­τα­σαν.

Και σ’ ένα άλλο σώμα η καρ­διά του χτυ­πού­σε τρο­μαγ­μέ­νη μόλις κάποιο χέρι το άγγι­ζε.


Το διή­γη­μα περι­λαμ­βά­νε­ται στo νέο βιβλίο της Μαρί­ας Κου­γιουμ­τζή Όλα μπο­ρούν να συμ­βούν μ’ ένα άγγιγ­μα.

Φωτο­γρα­φία: [AndreasS]

kougioymtzh_ola-mporoun-na-symboun-6078-3