«Κοί­τα μη γρά­ψεις σαν Εβραί­ος που μισεί τον εαυ­τό του», προ­τρέ­πει ο πατέ­ρας του Γκά­ρι Στάιν­γκαρτ το συγ­γρα­φέα. Ο τελευ­ταί­ος μόλις έχει ομο­λο­γή­σει την πρό­θε­σή του να συν­θέ­σει μια αυτο­βιο­γρα­φία. Όταν ο αμε­ρι­κα­νι­κός τύπος απο­κα­λεί τον Στάιν­γκαρτ «ιδιο­φυ­ΐα», εννο­εί τα εξής: αυτο­σαρ­κα­στι­κό ύφος, περί­τε­χνο και συνά­μα ευθύ αφη­γη­μα­τι­κό οικο­δό­μη­μα, δυνα­τό­τη­τα απο­κα­θή­λω­σης στε­ρε­ο­τύ­πων, χιού­μορ στις απα­γο­ρευ­μέ­νες ζώνες της πολυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τας. Ένας άνθρω­πος δηλα­δή που ρου­φά το μεδού­λι της ζωής.

O Στάιν­γκαρντ, αν και καυ­τη­ριά­ζει τις απύθ­με­νες δυσκο­λί­ες της καθη­με­ρι­νό­τη­τας στο Λένιν­γκραντ (σήμε­ρα ανα­φέ­ρε­ται ευρύ­τε­ρα ως Αγία Πετρού­πο­λη), δεν φαί­νε­ται πως έχει σκο­πό να ξεχά­σει την επο­χή εκεί­νη. Κάτι τον τρα­βά­ει στο γενέ­θλιο τόπο του, σαν τη βαρύ­τη­τα. Η μνή­μη για γεγο­νό­τα και εικό­νες που χάθη­καν. Η κατα­γω­γή των συμπλεγ­μά­των που τον κατα­τρύ­χουν. Έχει να κάνει με την ενσυ­ναί­σθη­ση κυρί­ως και όχι με τους ηθι­κούς ή πολι­τι­κούς κανό­νες. Από την εισα­γω­γή κιό­λας του βιβλί­ου Μικρή Απο­τυ­χία, βλέ­που­με το συγ­γρα­φέα να στέ­κε­ται στο διά­ση­μο μα ξεπε­σμέ­νο βιβλιο­πω­λείο «Strand» της Νέας Υόρ­κης. Κρα­τά σφι­χτά ένα λεύ­κω­μα που αφο­ρά στην αρχι­τε­κτο­νι­κή της Αγί­ας Πετρού­πο­λης, ενώ ο ίδιος βρί­σκε­ται σε κρί­ση πανικού.

Μετα­φε­ρό­μα­στε στην προϊ­στο­ρία της οικο­γέ­νειας. Μαθαί­νου­με για τις τρα­γω­δί­ες του γενε­α­λο­γι­κού δέντρου. Για τις αθε­τού­με­νες συμ­φω­νί­ες, τη σοβιε­τι­κή επα­νά­στα­ση, τα θαμ­μέ­να μυστι­κά του Δευ­τέ­ρου Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου, τη συνά­ντη­ση των γονιών, την εβραϊ­κή ταυ­τό­τη­τα. Εν συνε­χεία περ­νά­με στις παρα­μέ­τρους της μετα­νά­στευ­σης. Απο­τέ­λε­σμα των παρα­πά­νω είναι τα επί­και­ρα ερω­τή­μα­τα που θέτει ο Στάιν­γκαρτ καθ’ όλη τη διάρ­κεια του βιβλί­ου: Τι σημαί­νει «πολί­της»; Αυτό έχει μία και μονα­δι­κή υπό­στα­ση ή πολ­λές; Τι σημαί­νει «περ­νώ τα σύνο­ρα»; Τι σημαί­νει «ανή­κω σε μια άλλη χώρα και κατά συνέ­πεια ξανα­γεν­νιέ­μαι ως άλλος»; Υπάρ­χει ταξι­κή ή εθνι­κή κατα­γω­γή; Τελι­κά υφί­στα­ται πραγ­μα­τι­κή ελευ­θε­ρία ή είναι μέρος μιας μυθο­πλα­σί­ας; Κεφα­λαιώ­δη θέμα­τα των ημε­ρών μας, με την έξαρ­ση του μετα­να­στευ­τι­κού ζητή­μα­τος. Η συνέ­ντευ­ξη που ακο­λου­θεί δια­φω­τί­ζει περισ­σό­τε­ρο το πρό­σω­πο Γκά­ρι Στάινγκαρτ.

Για­τί κάποιος να αυτο­βιο­γρα­φη­θεί στις μέρες μας;

Γκά­ρι Στάιν­γκαρτ: Δεν έχω κανέ­να απο­λύ­τως σχέ­διο για το πώς γεν­νιέ­ται μια συγκε­κρι­μέ­νη ιδέα. Στα σαρά­ντα ένα μου, ένιω­σα συναι­σθη­μα­τι­κά απο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νος από τα παι­δι­κά μου χρό­νια και έτσι μπό­ρε­σα να γρά­ψω γι’ αυτά. Ανα­κά­λυ­ψα ότι υπάρ­χει αρκε­τό υλι­κό μνή­μης στην κού­τρα μου ώστε να ανα­κα­τα­σκευά­σω το παρελθόν.

Τι μπο­ρεί να αγγί­ξει τον ιδα­νι­κό ανα­γνώ­στη στη Μικρή Απο­τυ­χία;

Προ­σπα­θώ πει­σμα­τι­κά να μη σκέ­φτο­μαι τους ιδα­νι­κούς ανα­γνώ­στες. Υπάρ­χει μια παγκο­σμιό­τη­τα στα νιά­τα σήμε­ρα, που σημαί­νει ότι κάποιος δεν χρειά­ζε­ται να είναι μετα­νά­στης για να δια­κρί­νει πράγ­μα­τα που τον αφο­ρούν σ’ αυτό το βιβλίο. Όλοι είναι καλο­δε­χού­με­νοι να βάλουν και δικά τους βιώ­μα­τα στην αφή­γη­σή μου. Είμαι ανοι­χτός σε προσφορές.

Υπάρ­χει τρό­πος να συγκρί­νε­τε την τωρι­νή αυτο­βιο­γρα­φία με το πρώ­το σας μυθιστόρημα;

Κοι­τάξ­τε, στο πρώ­το μου μυθι­στό­ρη­μα δεν πίστευα ότι μπο­ρεί να υπάρ­ξει έστω και ένας ανα­γνώ­στης που θα μπει στον κόπο να το δια­βά­σει. Έτσι, το έγρα­ψα με τη μία. Χωρίς να το πολυ­σκε­φτώ ή να το διορ­θώ­σω. Μετά την έκδο­σή του μου είπαν ότι τώρα έγι­να συγ­γρα­φέ­ας και πρέ­πει να σοβα­ρευ­τώ. Να έχω ωρά­ριο, να γρά­φω σε γρα­φείο. Δεν ακο­λου­θώ καμιά από τις δύο συμ­βου­λές. Συνε­χί­ζω να γρά­φω στο κρε­βά­τι, δίχως ωρά­ριο. Αν μπω στον πει­ρα­σμό να συγκρί­νω, θα πω ότι έγι­να λίγο πιο μεθο­δι­κός. Το βασι­κό όμως είναι να μη χάσω το χιού­μορ και τη δια­σκέ­δα­ση που μου προ­κα­λεί το γρά­ψι­μο. Ευτυ­χώς, δεν έχω βαρε­θεί ακόμα.

Εμπνέ­ε­στε από πραγ­μα­τι­κά γεγο­νό­τα. Δεν φοβά­στε μην πέσε­τε σε επαναλήψεις;

Λοι­πόν, υπάρ­χει ένα ασθμα­τι­κό παι­δί στο πρώ­το μου μυθι­στό­ρη­μα και ένα, επί­σης, στην αυτο­βιο­γρα­φία. Θεμε­λια­κά στοι­χεία αμφό­τε­ρα. Βλέ­πο­ντάς τα με ψυχρό μάτι, ναι, αυτά παρα­μέ­νουν ίδια. Από την άλλη μεριά, αν είναι να μη μιλή­σεις ειλι­κρι­νά, τότε άσε καλύ­τε­ρα την αυτο­βιο­γρα­φία στην άκρη. Το ζήτη­μα είναι να υπη­ρε­τείς καλά την εκά­στο­τε αφή­γη­ση. Όταν κάνεις σάτι­ρα που να αξί­ζει, υπάρ­χει ένα προ­στα­τευ­τι­κό δίχτυ με τα εξής συστα­τι­κά: χιού­μορ, χιού­μορ, κάτι μελαγ­χο­λι­κό, χιού­μορ, χιού­μορ, κάτι μελαγ­χο­λι­κό. H ζωή όμως ανα­τρέ­πει συχνά τις ποσο­στώ­σεις. Και εδώ είναι το ενδια­φέ­ρον του πράγ­μα­τος. Στη σάτι­ρα μπο­ρείς να κρυ­φτείς πίσω από το καλό χιού­μορ. Στη ζωή… εξαρ­τά­ται. Καθώς γρά­φω, προ­σπα­θώ να υφά­νω το προ­στα­τευ­τι­κό δίχτυ από την αρχή. Αλλιώς υπάρ­χει κίν­δυ­νος να ξεχει­λώ­σει η σάτι­ρα. Ακό­μα χει­ρό­τε­ρα, το τελι­κό απο­τέ­λε­σμα να είναι μια αξιο­θρή­νη­τη προ­σπά­θεια που θα πιέ­ζει τον κόσμο να γελάσει.

PARIS, FRANCE - JANUARY 20: US writer Gary Shteyngart poses during a portrait session held on January 20, 2012 in Paris, France. (Photo by Ulf Andersen/Getty Images)

PARIS, FRANCEJANUARY 20: US writer Gary Shteyngart poses during a portrait session held on January 20, 2012 in Paris, France. (Photo by Ulf Andersen/Getty Images)

Ποιος είναι ο τρό­πος της σάτιρας;

Δεν μπο­ρώ να πω με σιγου­ριά. Πάντως μεγά­λω­σα με τη σάτι­ρα. Διά­λε­ξε ένα βιβλίο από την επο­χή της Σοβιε­τι­κής Ένω­σης και θα βρεις πλη­θώ­ρα αστεί­ων. Μ’ έναν περί­ερ­γο τρό­πο βέβαια, που δεν παύ­ει να έχει την αστεία του όψη. Γύρω μου η σάτι­ρα έδι­νε κι έπαιρ­νε. Παρά­δειγ­μα τα ανέκ­δο­τα για τον Μπρέζ­νιεφ. Η σάτι­ρα είναι βαθιά ριζω­μέ­νη στη ρωσι­κή ψυχή. Τα μεγα­λύ­τε­ρα ρωσι­κά βιβλία είναι σατι­ρι­κά μέχρι εκεί που δεν φαντά­ζε­σαι. Οι Νεκρές ψυχές του Νικο­λάι Γκό­γκολ είναι μια κορυ­φαία μορ­φή σάτι­ρας για τη ζωή στην Ρωσία. Είναι κάτι που εμείς [οι Ρώσοι εννο­εί] κάνου­με καλύ­τε­ρα απ’ όλους.

Το βιβλίο έχει αρκε­τά δια­λο­γι­κά μέρη. Αυτά είναι κατα­σκευα­σμέ­να από εσάς ή απο­τέ­λε­σμα συνεντεύξεων;

Από συνε­ντεύ­ξεις ασφα­λώς. Πιτσι­ρί­κι, ακο­λου­θού­σα τους γονείς μου παντού με μια αρχαία βιντε­ο­κά­με­ρα. Αργό­τε­ρα μόντα­ρα τους δια­λό­γους, σε μια επί­πο­νη δια­δι­κα­σία. Όταν πήρα από­φα­ση πως θα γρά­ψω τη Μικρή Απο­τυ­χία, ξυπνού­σα κάθι­δρος κάθε πρωί και σκε­φτό­μουν: «Είμαι εννιά χρό­νων. Πώς είναι άρα­γε;» Ευτυ­χώς οι γονείς μου είχαν σώσει αρκε­τό υλι­κό από τότε. Από την άλλη μεριά ήταν δύσκο­λο να θυμη­θώ λεπτο­μέ­ρειες. Γι’ αυτό το λόγο μελέ­τη­σα πάμπολ­λες φωτο­γρα­φί­ες από εκεί­νη την περί­ο­δο. Επι­σκέ­φτη­κα αρκε­τές φορές την Αγία Πετρού­πο­λη –για μένα παρα­μέ­νει Λένιν­γκραντ– και συνά­ντη­σα ουκ ολί­γους γεί­το­νες και παλιούς φίλους. Έκα­να μεγά­λη έρευ­να πριν ξεκι­νή­σω την πρώ­τη φρά­ση του βιβλί­ου. Όπως και… ψυχανάλυση.

Νομί­ζε­τε ότι απέ­χε­τε πολύ από το να σας απο­δο­θεί ο τίτλος «σοβα­ρός συγγραφέας»;

Αχά, μάλι­στα. Ώστε εσείς πιστεύ­ε­τε πως υπάρ­χουν σοβα­ρά λογο­τε­χνι­κά ιδρύ­μα­τα τα οποία δεν με περι­λαμ­βά­νουν, σωστά; Ας είναι κι έτσι. Σκο­τί­στη­κα. Η αλή­θεια είναι ότι δεν έχω ιδέα πώς η σοβα­ρή λογο­τε­χνι­κή μυθο­πλα­σία μπο­ρεί να φαί­νε­ται, ή να μυρί­ζει. Εγώ κάνω τα δικά μου, όπως ξέρε­τε. Νομί­ζω πάντως ότι η φόρ­μα είναι το σημα­ντι­κό­τε­ρο πράγ­μα. Ο τρό­πος που γρά­φεις είναι το πρω­τεύ­ον και από κοντά ακο­λου­θεί το περιε­χό­με­νο. Τα βιβλία μου πιστεύω ότι έχουν πλο­κή, συναι­σθή­μα­τα και μπό­λι­κο παρα­λο­γι­σμό. Τα βιβλία έχουν πολ­λά να μας διδά­ξουν. Να δεί­χνουν κατα­νό­η­ση για ότι μας συμ­βαί­νει, αλλά θα πρέ­πει να έχουν και πλά­κα. Απα­γο­ρεύ­ε­ται να δια­βά­ζεις βιβλία που φωνά­ζουν: «Αν με δια­βά­σεις, θα γίνεις καλύ­τε­ρος άνθρω­πος». Και μην ξεχνά­τε εσείς οι συγ­γρα­φείς να γελά­τε και λίγο με τα σοβα­ρά θέμα­τα. Όχι μόνο βαρε­τές ανα­λύ­σεις στα εθνι­κά ραδιο­τη­λε­ο­πτι­κά δίκτυα.

πηγές: Guernica/ N. Y. Times

από­δο­ση: Νίκος Κουρμουλής