Ο Λευ­τέ­ρης δεν ήταν κακό παι­δί, δηλα­δή δεν ήταν πολύ κακό παι­δί. Αλλά δεν έκα­νε και καλά πράγ­μα­τα. Όταν είχε έρθει στην τάξη του ο Γιάν­νης, ο και­νού­ριος συμ­μα­θη­τής, ο Λευ­τέ­ρης ήταν ο πρώ­τος που άρχι­σε να τον κοροϊ­δεύ­ει. Κι αυτό για­τί ο Γιάν­νης ήταν μαύ­ρος…

«Μην τον πλη­σιά­ζε­τε, θα ξεβά­ψει», έλε­γε στους άλλους συμ­μα­θη­τές του κι αυτοί στην αρχή χαμο­γε­λού­σαν με αυτό που ο Λευ­τέ­ρης νόμι­ζε αστείο. Όμως επει­δή τον ήξε­ραν από τη γει­το­νιά κι έπαι­ζαν κάθε μέρα ποδό­σφαι­ρο μαζί, τελι­κά πήγαν με το μέρος του και γέλα­γαν τελι­κά με τα πει­ράγ­μα­τα του.

Και ο Γιάν­νης έμει­νε μόνος. Μόνος στα δια­λείμ­μα­τα, μόνος στην τάξη στο θρα­νίο, μόνος και στην επι­στρο­φή για το σπί­τι. Ο Γιάν­νης ήταν ο ξένος, ήταν ο μαύ­ρος, δεν ήταν σαν και τους άλλους.

«Εσύ δεν είσαι σαν κι εμάς, είσαι μαύ­ρος», του είχε πετά­ξει μια μέρα στα καλά καθού­με­να ο Λευ­τέ­ρης και ο συμ­μα­θη­τής του δεν είπε τίπο­τα. Μόνο πήγε παρα­κεί στο προ­αύ­λιο, για να μη δουν οι υπό­λοι­ποι ότι είχε δακρύ­σει.

Η δασκά­λα έκα­νε παρα­τη­ρή­σεις στο Λευ­τέ­ρη, τον έπαιρ­νε στο γρα­φείο και του έλε­γε ότι δεν είναι σωστό να κοροϊ­δεύ­ει τον και­νού­ριο του συμ­μα­θη­τή.

«Μα είναι μαύ­ρος κυρία, δεν το βλέ­πε­τε;»

Η δασκά­λα είχε φωνά­ξει και τους γονείς του Λευ­τέ­ρη, όμως αυτοί υπε­ρα­σπί­στη­καν το γιο τους.

«Έχου­με γεμί­σει τα σχο­λεία μας όλο ξένους, τι θα γίνει με αυτό;», έλε­γαν φωνα­χτά και η κυρία Ειρή­νη, η δασκά­λα, για να τους ηρε­μή­σει τους έλε­γε ότι ο Γιάν­νης δεν είναι ξένος, απλά η μητέ­ρα του έχει άλλο χρώ­μα από τις Ελλη­νί­δες.

«Ε, τότε να πάει σε σχο­λείο, όπου έχουν άλλο χρώ­μα οι μαθη­τές και να μην αγριεύ­ει τα παι­διά μας», απα­ντού­σαν αυτοί κι έφευ­γαν εκνευ­ρι­σμέ­νοι.

Ο Γιάν­νης προ­σπά­θη­σε να κάνει κάποιους φίλους, δηλα­δή άρχι­σε να μιλά με το Σωτή­ρη, που κι αυτόν δεν τον έκα­νε κανείς παρέα για­τί ήταν χοντρός. Επι­πλέ­ον καμία ομά­δα δεν ήθε­λε να έχει το Σωτή­ρη, για­τί θα ερχό­ταν τελευ­ταία. Οι δυο τους όλη τη χρο­νιά μίλα­γαν μαζί στο προ­αύ­λιο, αλλά δεν έκα­ναν παρέα έξω από το σχο­λείο.

Όσο πέρ­να­γε η σχο­λι­κή χρο­νιά, ο Λευ­τέ­ρης άρχι­σε να γίνε­ται όλο και πιο προ­σβλη­τι­κός στο Γιάν­νη, έβρι­ζε τη χώρα της μητέ­ρας του, έλε­γε πως οι συμπα­τριώ­τες του είναι υπη­ρέ­τες, ότι δεν μιλά καλά ελλη­νι­κά.

«Μα είμαι Έλλη­νας κι εγώ», τόλ­μη­σε να δια­μαρ­τυ­ρη­θεί κάποια φορά με δάκρυα στα μάτια ο Γιάν­νης.

«Δεν έχω δει μαύ­ρους Έλλη­νες», του είχε απα­ντή­σει ο Λευ­τέ­ρης, «εκτός από τους βρώ­μι­κους»

Έτσι ήταν μεγά­λη ανα­κού­φι­ση για το Γιάν­νη όταν τέλειω­σαν τα σχο­λεία, όταν ήρθε το καλο­καί­ρι και δε θα ξανά­βλε­πε το συμ­μα­θη­τή του. Το Λευ­τέ­ρη δεν τον πεί­ρα­ζε τίπο­τα, αυτός ήταν χαρού­με­νος για­τί οι γονείς του θα περ­νού­σαν δυο μήνες για δου­λειές στο εξω­τε­ρι­κό και θα τον έστελ­ναν κατα­σκή­νω­ση, δηλα­δή σε ένα μέρος που δε θα ήταν ακρι­βώς με σκη­νές, αλλά κανο­νι­κά σπι­τά­κια, που τα παι­διά θα έπαι­ζαν κάθε μέρα και θα έκα­ναν δρα­στη­ριό­τη­τες.

«Γιού­πι­ι­ι­ιι!!!!!», είχε φωνά­ξει ο Λευ­τέ­ρης μόλις το πρω­τά­κου­σε. Θα ήταν ο μόνος στο σχο­λείο που θα είχε κάνει αυτές τις φαντα­στι­κές δια­κο­πές το καλο­καί­ρι. Όλοι οι άλλοι θα πήγαι­ναν ξανά στα χωριά τους, όπως και κάθε χρό­νο και δε θα είχαν τίπο­τα να διη­γη­θούν όταν γύρ­να­γαν στο σχο­λείο το Σεπτέμ­βρη. Ενώ αυτός!!!

Η ανα­μο­νή μεγά­λω­νε την περιέρ­γειά του. Ήθε­λε να είναι κιό­λας εκεί, να γνω­ρί­σει τα παι­διά από τις άλλες χώρες, να μιλή­σει μαζί τους αγγλι­κά που του άρε­σαν. Το χωριό ήταν κάπου στην Κεντρι­κή Ευρώ­πη, δεν είχε ξανα­πά­ει σε αυτά τα μέρη και ήθε­λε πάρα πολύ να τα γνω­ρί­σει. Θα έβγα­ζε και ένα σωρό φωτο­γρα­φί­ες, που θα τις έδει­χνε μετά στους άλλους, να ζηλέ­ψουν.

Έτσι την πρώ­τη μέρα στο και­νού­ριο του σχο­λείο, αυτό που θα πέρ­να­γε όλο του το καλο­καί­ρι, ήταν τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νος. Πήγε να μιλή­σει στα άλλα παι­διά, από τις βόρειες χώρες, αλλά αυτά είχαν κάνει τις παρέ­ες τους. Στην αρχή δεν του έδω­σαν σημα­σία, όσο περ­νού­σε όμως η μέρα και οι υπό­λοι­πες μέρες και οι εβδο­μά­δες, τόσο αυτά απέ­φευ­γαν το Λευ­τέ­ρη. Αυτός δεν κατα­λά­βαι­νε τι συμ­βαί­νει.

«Μα καλά, για­τί δε μου μιλά­τε; Τι σας έχω κάνει;», είπε μια μέρα σε ένα αγό­ρι όταν η δασκά­λα τον έβα­λε υπο­χρε­ω­τι­κά σε μια ομά­δα.

«Δεν είσαι σαν κι εμάς…»

«Μα τι εννο­είς; Αφού είμαι σαν κι εσάς, είμαι κι εγώ άσπρος, δε με βλέ­πε­τε;»

«Ναι, αλλά εμείς είμα­στε ακό­μα πιο άσπροι…»

Από τότε ο Λευ­τέ­ρης άρχι­σε να βλέ­πει κακά όνει­ρα στον ύπνο του, εφιάλ­τες. Ήταν λέει σε μία πόλη, όπου οι κάτοι­κοί της ήταν οι σού­περ-άσπροι κι αυτός ήταν ο υπη­ρέ­της τους. Όταν τον έβλε­παν στο δρό­μο τον έπαιρ­ναν με τις πέτρες. Ακό­μα και οι γονείς του δεν είχαν καλύ­τε­ρη τύχη. Η μαμά του δού­λευε σε μια σού­περ-άσπρη κυρία, έπλε­νε, σφουγ­γά­ρι­ζε, σιδέ­ρω­νε και η κυρία της φερό­ταν με το χει­ρό­τε­ρο τρό­πο, της πετού­σε στο πάτω­μα ένα κομ­μά­τι ψωμί, για να ταΐ­σει όλη της την οικο­γέ­νεια. Και ο μπα­μπάς του δού­λευε σε έναν σού­περ-άσπρο εργο­δό­τη, που το έβρι­ζε όλη τη μέρα και τον έβα­ζε να κου­βα­λά και να φορ­τώ­νει και να γυα­λί­ζει τις μηχα­νές, ενώ οι υπό­λοι­ποι σού­περ-άσπροι υπάλ­λη­λοι τον έβλε­παν και γέλα­γαν.

Και ο Λευ­τέ­ρης ξύπνα­γε γεμά­τος ιδρώ­τα και δεν ήθε­λε να ξανα­κοι­μη­θεί, για­τί φοβό­ταν πως θα ξανά­βλε­πε αυτά τα όνει­ρα. Και όταν ξημέ­ρω­νε το πρωί, δεν ήθε­λε να πάει σε αυτό το σχο­λείο πάλι, για­τί ήξε­ρε ότι κανείς δεν θα τον έκα­νε παρέα κι όλοι θα τον κορόι­δευαν.

Έβλε­πε από την άλλη ότι και οι γονείς του δεν είχαν καμία παρέα, έκα­ναν τις δου­λειές τους και γύρ­να­γαν στο σπί­τι και κάθο­νταν και οι τρεις να φάνε και να δού­νε τηλε­ό­ρα­ση, χωρίς να έχουν έναν άνθρω­πο να μιλή­σουν. Αχ, τι ωραία θα ήταν να βρί­σκε­ται στο χωριό του, με τον παπ­πού και τη για­γιά και τους άλλους φίλους του που θα τον περί­με­ναν για καλο­καί­ρι για να παί­ξουν και να πάνε για μπά­νιο. Ή πάλι τι ωραία θα ήταν να έμε­νε έστω στην πόλη, στην πολυ­κα­τοι­κία του και να πηγαί­νει κάθε από­γευ­μα στην πλα­τεία, να παί­ζει με τα άλλα παι­διά και να γυρ­νά το βρά­δυ, όταν έχει για τα καλά νυχτώ­σει;

Ο Λευ­τέ­ρης δεν έβγα­λε τελι­κά πολ­λές φωτο­γρα­φί­ες από το καλο­καί­ρι του, είχε κάποιες με τους γονείς του σε κάποια εκδρο­μή στα γύρω χωριά και μερι­κές από το σχο­λείο του την πρώ­τη μέρα. Αλλά κι αυτές δεν ήθε­λε να τις βλέ­πει, ούτε θα τις έδει­χνε στους συμ­μα­θη­τές του. Θα τους έλε­γε ότι είχε χάσει τη φωτο­γρα­φι­κή του μηχα­νή, φοβό­ταν μήπως τον κοροϊ­δέ­ψουν που τα πέρα­σε άσχη­μα.

Όταν λοι­πόν πήγε την πρώ­τη μέρα στο σχο­λείο για να κάνει αγια­σμό και μετά μπή­κε στην τάξη, η έκπλη­ξή του ήταν πάρα πολύ μεγά­λη. Σχε­δόν όλα τα παι­διά μίλα­γαν κι έκα­ναν παρέα με το Γιάν­νη και το Σωτή­ρη, τους είχαν δεχτεί σαν φίλους, έπαι­ζαν μαζί τους το καλο­καί­ρι, όταν αυτός βρι­σκό­ταν στην Ευρώ­πη, στο καλο­και­ρι­νό του σχο­λείο. Και μπο­ρεί στους συμ­μα­θη­τές του να έλε­γε το πόσο καλά αγγλι­κά είχε μάθει τους μήνες που πέρα­σαν, αλλά αυτό δεν ενδιέ­φε­ρε κανέ­να παι­δί, για­τί είχαν κάνει όλα τους μπά­νια, πολ­λά μπά­νια, και και­νού­ριους φίλους και είχαν παί­ξει, τρέ­ξει και χαρεί.

Και όταν είδε ότι τα περισ­σό­τε­ρα παι­διά του γύρ­να­γαν την πλά­τη και δεν είχαν όρε­ξη να μιλή­σουν μαζί του, τότε κι αυτός δεν άντε­ξε και ρώτη­σε

«Σας έχω κάνει κάτι; Για­τί δε μου μιλά­τε;»

Τότε ένας συμ­μα­θη­τής του γύρι­σε και του είπε:

«Σε απο­φεύ­γου­με για­τί δεν είσαι σαν κι εμάς…είσαι κακό παι­δί…»

Ο Λευ­τέ­ρης άρχι­σε να κατα­λα­βαί­νει το λάθος του. Ήθε­λε να το διορ­θώ­σει, αλλά μάλ­λον ήταν αργά. Ό,τι είχε κάνει την προη­γού­με­νη χρο­νιά, το πλή­ρω­νε τώρα. Το είχε μετα­νιώ­σει σίγου­ρα, αλλά σε ποιον να το έλε­γε; Ποιος θα τον άκου­γε;

Έβλε­πε το Γιάν­νη και το Σωτή­ρη να τρέ­χουν και να γελά­νε με τους άλλους, έβλε­πε και­νού­ρια παι­διά στο σχο­λείο, από ξένες χώρες, να μιλά­νε και να κάνουν παρέα με παλιούς συμ­μα­θη­τές και ζήλευε. Αλλά δεν ήταν που ζήλευε τα άλλα παι­διά, όσο που κατη­γο­ρού­σε τον εαυ­τό του.

Απο­μα­κρύν­θη­κε από τη μέση του προ­αυ­λί­ου και πήγε να στα­θεί σε μια γωνιά, για να μην τον βλέ­πουν. Και τότε, μετά από λίγη ώρα, έγι­νε αυτό που δε θα φαντα­ζό­ταν ούτε στα όνει­ρά του. Ο Γιάν­νης τον πλη­σί­α­σε και τον ρώτη­σε πώς τα πέρα­σε το καλο­καί­ρι.

«Όχι και τόσο καλά», απά­ντη­σε με ειλι­κρί­νεια ο Λευ­τέ­ρης. «Πιστεύω όμως εσύ να τα πέρα­σες καλά».

Ο Γιάν­νης του χαμο­γέ­λα­σε.

«Λευ­τέ­ρη, δεν έχω βρει ακό­μα διπλα­νό. Θέλεις να κάτσου­με μαζί;»

Ο Λευ­τέ­ρης τον κοί­τα­ξε συγκι­νη­μέ­νος αλλά και γεμά­τος ευγνω­μο­σύ­νη.

«Θέλω», του είπε με σιγου­ριά.

Οι δυο συμ­μα­θη­τές άρχι­σαν να προ­χω­ρούν προς τις τάξεις κου­βε­ντιά­ζο­ντας.

Ο Λευ­τέ­ρης αισθάν­θη­κε ότι έπρε­πε να πει ένα μεγά­λο «συγ­γνώ­μη» στο Γιάν­νη. Κι ένα μεγά­λο «ευχα­ρι­στώ». Δε βιά­στη­κε όμως. Ήξε­ρε τελι­κά ότι όλη την επό­με­νη χρο­νιά θα είχε κάθε μέρα την ευκαι­ρία του για να τα πει. Κι όχι μόνο στο σχο­λείο, αλλά και στη γει­το­νιά. Για­τί ο Γιάν­νης ήταν πλέ­ον φίλος του. Και τους φίλους τους συνα­ντάς κάθε μέρα και δεν ντρέ­πε­σαι να τους μιλή­σεις. Για τους φίλους ποτέ δεν είναι αργά!