Στη Γερ­μα­νία, η ενιαία τιμή του βιβλί­ου περιο­ρί­ζει την ισχύ των αλυ­σί­δων λια­νι­κής, συμ­βάλ­λο­ντας απο­φα­σι­στι­κά στην ευη­με­ρία του λογο­τε­χνι­κού πολιτισμού.

Του Michael Naumann*

Μετά­φρα­ση από τα αγγλι­κά από το The Nation.

Πριν από 15 χρό­νια, ένας μάλ­λον στομ­φώ­δης κύριος (υπεύ­θυ­νος παραγ­γε­λιών του Barnes and Noble), ζήτη­σε με περι­σπού­δα­στη φωνή από τον διευ­θύ­νο­ντα σύμ­βου­λο των εκδό­σε­ων Henry Holt να συνει­σφέ­ρει σε μια εκστρα­τεία τηλε­ο­πτι­κών δια­φη­μι­στι­κών της αλυ­σί­δας, με ένα ποσό της τάξε­ως των 50.000 δολα­ρί­ων. Ο διευ­θύ­νων σύμ­βου­λος από την πλευ­ρά του, ήλπι­ζε να που­λή­σει όσο το δυνα­τόν περισ­σό­τε­ρα αντί­τυ­πα του Mason and Dixon, τελευ­ταί­ου πονή­μα­τος του Thomas Pynchon. Είχε μόλις ενη­με­ρω­θεί από τους ευτυ­χείς πωλη­τές του ότι η αλυ­σί­δα βιβλιο­πω­λεί­ων επρό­κει­το να εκθέ­σει του­λά­χι­στον 20.000 αντί­τυ­πα του αξιο­θαύ­μα­στου εκεί­νου βιβλί­ου στις προ­θή­κες των κατα­στη­μά­των της σε ολό­κλη­ρη τη χώρα (πράγ­μα που γνω­ρί­ζω, μιας και ήμουν ο τότε διευ­θύ­νων σύμ­βου­λος της Holt). Έτσι λοι­πόν, ρώτη­σε τη Barnes and Noble αν η δια­φή­μι­ση επρό­κει­το να ανα­φέ­ρει το νέο βιβλίο του Pynchon. Η απά­ντη­ση ήταν ένα κατη­γο­ρη­μα­τι­κό «όχι». Σε αυτή την περί­πτω­ση, ανα­ρω­τή­θη­κε ο διευ­θύ­νων σύμ­βου­λος, «ποιο το νόη­μα της συνει­σφο­ράς της Holt;» Η απά­ντη­ση της Barnes and Noble ήταν σαφής: «Λυπού­με­θα, αλλά αν δεν συνει­σφέ­ρε­τε το ποσό τότε θα παραγ­γεί­λου­με τους μισούς Pynchon». Όπως και έπραξαν.

Είναι βεβαί­ως πιθα­νό να συνει­δη­το­ποί­η­σαν ότι ο Pynchon δεν ήταν εν τέλει ο συγ­γρα­φέ­ας μαζι­κού ανα­γνω­στι­κού κοι­νού που είχαν ελπί­σει. Ο Leonard Riggio, αφε­ντι­κό της Barnes and Noble εκεί­νη την επο­χή, είχε ανα­κοι­νώ­σει ενώ­πιον ενός πάνελ ότι ο αδελ­φός του (και προ­ο­ρι­ζό­με­νος διά­δο­χός του) είχε μεν αρχί­σει το βιβλίο, στά­θη­κε όμως αδύ­να­το να δια­βά­σει πέρα από την πεντη­κο­στή σελί­δα. Ήταν η μονα­δι­κή φορά που η εται­ρεία προ­έ­βη σε οποιου­δή­πο­τε είδους αισθη­τι­κή κρι­τι­κή και το μόνο που πέτυ­χε ήταν να θολώ­σει τις επι­χει­ρη­μα­τι­κές πρα­κτι­κές της.

Όποια κι αν ήταν η λια­νι­κή τιμή του Mason and Dixon, η Barnes and Noble παρέ­μει­νε αμε­τα­κί­νη­τη στην από­φα­σή της και πιθα­νό­τα­τα ζημιώ­θη­κε. Βέβαια, εκεί­νη την επο­χή η επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τη­τα της ως κανο­νι­κού βιβλιο­πω­λεί­ου –από τού­βλα  και λάσπη θα μπο­ρού­σε να πει κανείς– δεν είχε ακό­μα υπο­νο­μευ­θεί σε τόσο μεγά­λο βαθ­μό από την Amazon. Ωστό­σο, οι δύο εται­ρεί­ες είχαν ήδη εμπλα­κεί σε έναν πόλε­μο χαρα­κω­μά­των γύρω από μια συγκε­κρι­μέ­νη εκπτω­τι­κή στρα­τη­γι­κή πωλή­σε­ων: με στό­χο την προ­σέλ­κυ­ση πελα­τών, τα ευπώ­λη­τα τιμο­λο­γού­νταν κάτω του κόστους.

Αυτή η πολι­τι­κή των εκπτώ­σε­ων επα­να­προσ­διό­ρι­σε τελι­κά το εκδο­τι­κό τοπίο στις Ηνω­μέ­νες Πολι­τεί­ες. Κατά κανό­να, οι ανε­ξάρ­τη­τοι βιβλιο­πώ­λες λει­τουρ­γού­σαν πάντο­τε με ελά­χι­στα κεφά­λαια, έτσι για αυτούς η πολι­τι­κή των αρνη­τι­κών περι­θω­ρί­ων κέρ­δους στα ευπώ­λη­τα ήταν εκ των πραγ­μά­των μη βιώ­σι­μη. Κατά τη διάρ­κεια της δεκα­ε­τί­ας του ’90, καθώς οι μεγά­λες αλυ­σί­δες επε­κτεί­νο­νταν και το εμπό­ριο βιβλί­ων –από βιβλιο­πώ­λες και μη– έκα­νε την εμφά­νι­σή του στο δια­δί­κτυο, πολ­λοί ανε­ξάρ­τη­τοι κατα­στρά­φη­καν από την πίε­ση για  περαι­τέ­ρω πτώ­ση στις τιμές των ευπώ­λη­των. Ρίχνο­ντας τις τιμές σε αυτή την κατη­γο­ρία βιβλί­ων, οι μεγά­λες αλυ­σί­δες και η Amazon επέ­φε­ραν στους ανε­ξάρ­τη­τους το ίδιο πλήγ­μα που η Walmart επέ­φε­ρε στις οικο­γε­νεια­κές επι­χει­ρή­σεις της γει­το­νιάς: διε­ξά­γο­ντας μία κούρ­σα προς όλο και χαμη­λό­τε­ρες τιμές πέτυ­χε τελι­κά την πλή­ρη συντρι­βή τους. Επι­προ­σθέ­τως, σημειώ­θη­καν και άλλες παρά­πλευ­ρες απώ­λειες. Εν και­ρώ, η πολι­τι­κή των εκπτώ­σε­ων στέ­ρη­σε από το Αμε­ρι­κα­νι­κό ανα­γνω­στι­κό κοι­νό τη δυνα­τό­τη­τα ανά­γνω­σης ξένων συγ­γρα­φέ­ων ευρεί­ας λογο­τε­χνι­κής ανα­γνώ­ρι­σης, μιας και σε ένα ολο­έ­να και  εμπο­ρι­κό­τε­ρο εκδο­τι­κό περι­βάλ­λον οι μετα­φρά­σεις συνι­στούν, αν μη τι άλλο, ακρι­βό ρίσκο. Όπως το έθε­σε ένας υψη­λά ιστά­με­νος διευ­θύ­νων στη Νέα Υόρ­κη: «ποτέ δεν εκδί­δω χει­ρό­γρα­φα που δεν μπο­ρώ να διαβάσω».

Αυτό που συνει­δη­το­ποί­η­σα στη Holt, ομο­λο­γου­μέ­νως με κάποια καθυ­στέ­ρη­ση, είναι ότι η έκδο­ση και πώλη­ση βιβλί­ων στις ΗΠΑ ήταν και παρα­μέ­νει μια πολύ δια­φο­ρε­τι­κή υπό­θε­ση απ’ ότι είναι την πατρί­δα μου τη Γερ­μα­νία. Εκεί, από τα τέλη του δέκα­του ένα­του αιώ­να, η συμ­φω­νία της ενιαία τιμής μετα­ξύ εκδο­τών και βιβλιο­πω­λών έχει οριο­θε­τή­σει μια λιγό­τε­ρο αντα­γω­νι­στι­κή και σαφώς πιο στα­θε­ρή εκδο­τι­κή αγο­ρά. Η ιστο­ρία έχει ως εξής. Τα συμ­βαλ­λό­με­να μέρη αυτού του εθε­λο­ντι­κού τιμο­λο­για­κού καρ­τέλ ήλθαν σε μια από κοι­νού συμ­φω­νία: οι εκδό­τες θα καθό­ρι­ζαν τις τιμές των βιβλί­ων και τα βιβλιο­πω­λεία θα τις τηρού­σαν. Ο δια­κα­νο­νι­σμός μετα­ξύ των δύο πλευ­ρών έμοια­ζε με προ­γα­μιαίο σύμ­φω­νο, βασι­σμέ­νο σε μια σχέ­ση εμπι­στο­σύ­νης, επι­κυ­ρω­μέ­νο από νομι­κή εται­ρεία και οπλι­σμέ­νο με δαπα­νη­ρές κυρώσεις.

Η εν λόγω συμ­φω­νία εδραιώ­θη­κε και εν τέλει το 2002 έγι­νε νόμος του Γερ­μα­νι­κού κρά­τους. Έκτο­τε, οι εκδό­τες κατα­χω­ρούν τα νέα βιβλία τους, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και των τιμών, σε μία βάση δεδο­μέ­νων η οποία επί του παρό­ντος περι­λαμ­βά­νει σχε­δόν 1.2 εκα­τομ­μύ­ρια τίτλους. Μία δικη­γο­ρι­κή εται­ρεία, ορι­σμέ­νη από την Ομο­σπον­δία Εκδο­τών και Βιβλιο­πω­λών, είναι υπεύ­θυ­νη για την τήρη­ση των όρων της συμ­φω­νί­ας από τα συμ­βαλ­λό­με­να μέρη. Κάθε παρα­βί­α­ση του συμ­φώ­νου  τιμω­ρεί­ται με πρό­στι­μο που δύνα­ται να ανέλ­θει μέχρι και στις 6.000 ευρώ. Φυσι­κά, όπως θα περί­με­νε κανείς, το σύν­δρο­μο του «μαύ­ρου προ­βά­του» κρα­τά τους δικη­γό­ρους απα­σχο­λη­μέ­νους. Ανώ­νυ­μοι δια­δι­κτυα­κοί βιβλιο­πώ­λες προ­σφέ­ρουν με έκπτω­ση «χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­να» βιβλία, πολ­λά εκ των οποί­ων έχουν κλα­πεί από τυπο­γρα­φεία και αποθήκες.

Από τη σκο­πιά του εκδό­τη, η προ­κα­θο­ρι­σμέ­νη τιμή παρου­σιά­ζει κάποια προ­φα­νή πλε­ο­νε­κτή­μα­τα. Αφε­νός, επι­τρέ­πει στους μεγά­λους και μεσαί­ου βελη­νε­κούς εκδο­τι­κούς οίκους να δώσουν στέ­γη σε μάλ­λον «δυσπώ­λη­τους» συγ­γρα­φείς  των οποί­ων τα βιβλία δεν ενδέ­χε­ται να έχουν μεγά­λη εμπο­ρι­κή επι­τυ­χία. Οι επι­κερ­δείς πωλή­σεις των ευπώ­λη­των συγ­γρα­φέ­ων παρέ­χουν με τη σει­ρά τους το ανα­γκαίο εισό­δη­μα για να ποντά­ρει κανείς σε «αου­τσάι­ντερ» όπως η Herta Muller ή ο Jose Saramago. Αν δε ένας τέτοιος συγ­γρα­φέ­ας τύχει να κερ­δί­σει ένα σημα­ντι­κό βρα­βείο –και ειδι­κά το Nobel– τότε οι πωλή­σεις ανε­βαί­νουν κατα­κό­ρυ­φα και όλοι μένουν ικα­νο­ποι­η­μέ­νοι. (Εκτός, φυσι­κά, από τους λογο­τε­χνι­κούς πρά­κτο­ρες που δια­μαρ­τύ­ρο­νται ότι οι εκδό­τες εξα­σφα­λί­ζουν τζά­μπα τους δημο­φι­λείς συγ­γρα­φείς, ξεχνώ­ντας ότι οι περισ­σό­τε­ροι από τους πελά­τες τους δεν θα που­λή­σουν ποτέ αρκε­τά αντί­τυ­πα ώστε να απο­σβέ­σουν ακό­μα και την εγγυ­η­μέ­νη προ­κα­τα­βο­λή τους). Αφε­τέ­ρου, λόγω των στα­θε­ρών περι­θω­ρί­ων κέρ­δους στα ευπώ­λη­τα, οι εκδό­τες έχουν επί­σης τη δυνα­τό­τη­τα να δημιουρ­γή­σουν αξιο­πρε­πείς κατα­λό­γους παλαιό­τε­ρων εκδό­σε­ων. Για παρά­δειγ­μα, όταν η Toni Morrison παρέ­λα­βε το βρα­βείο Nobel  το 1993, ο εκδό­της της στη Γερ­μα­νία είχε ήδη στον κατά­λο­γό του σκλη­ρό­δε­τες και χαρ­τό­δε­τες εκδό­σεις όλων των  μυθι­στο­ρη­μά­των της.

Σε γενι­κές γραμ­μές, μπο­ρεί κανείς να δια­κρί­νει του­λά­χι­στον τρεις δια­φο­ρε­τι­κές συνο­μο­τα­ξί­ες εκδο­τών που έχουν ακμά­σει υπό το καθε­στώς της ενιαί­ας τιμής. Η πρώ­τη είναι αυτή των στρα­τευ­μέ­νων εκδο­τών, οι οποί­οι λει­τουρ­γούν με γνώ­μο­να συγκε­κρι­μέ­νες πολι­τι­κές ή λογο­τε­χνι­κές φιλο­δο­ξί­ες. Ορι­σμέ­νοι από αυτούς είναι επι­ζή­σα­ντες της δεκα­ε­τί­ας του ’60 που έχουν πλέ­ον εξει­δι­κευ­θεί σε κλασ­σι­κούς συγ­γρα­φείς. Αυτή η συνο­μο­τα­ξία εκδο­τών περι­λαμ­βά­νει οίκους όπως  ο Stroemfeld και επι­κε­ντρώ­νε­ται σε πλή­ρεις, ακα­δη­μαϊ­κές εκδό­σεις συγ­γρα­φέ­ων όπως ο Heinrich von Kleist, ο Friedrich Holderlin και ο Franz Kafka. Οι περισ­σό­τε­ροι λει­τουρ­γούν μέσω αυτο-εκμε­τάλ­λευ­σης: οι μισθοί  είναι χαμη­λοί και η απει­λή της πτώ­χευ­σης επι­κρέ­μα­ται σε σχε­δόν μόνι­μη βάση πάνω από τις μικρές επι­χει­ρή­σεις τους. Κάθε χρό­νο η κυβέρ­νη­ση απο­νέ­μει σε έναν εξ αυτών το βρα­βείο Kurt Wolff. Το βρα­βείο πήρε το όνο­μά του από τον αρχι­κό εκδό­τη του Kafka και ανέρ­χε­ται στις 26.000 ευρώ. Για την ιστο­ρία, ο Wolff, η σύζυ­γός του Helen και ο γιος τους Christian μόλις και μετά βίας διέ­φυ­γαν των Ναζί στις απαρ­χές του Β’ Παγκό­σμιου Πολέ­μου. Βρι­σκό­με­νος σε κίν­δυ­νο λόγω της Εβραϊ­κής του κατα­γω­γής από την πλευ­ρά της μητέ­ρας του, αλλά και λόγω της στε­νής του σχέ­σης με τους κυρί­ως Εβραί­ους και πάντως ‘εκφυ­λι­σμέ­νους’ συγ­γρα­φείς του, ο Wolff διέ­φυ­γε από την κατε­χό­με­νη Γαλ­λία το Φεβρουά­ριο του 1941, πρώ­τα για την Ισπα­νία και μετά για τη Νέα Υόρ­κη. Ένα χρό­νο αργό­τε­ρα, ίδρυ­σε εκεί τον οίκο Pantheon Books μαζί με τη σύζυ­γό του, προ­τού επι­στρέ­ψει εν τέλει στην Ευρώ­πη το 1960.

Η δεύ­τε­ρη συνο­μο­τα­ξία εκδο­τών απο­τε­λεί­ται από καθα­ρά εμπο­ρι­κούς οίκους που ποντά­ρουν σε ευπώ­λη­τα και βασί­ζο­νται στην οικο­νο­μι­κή υπο­στή­ρι­ξη πολυ­ε­θνι­κών, όπως ο Bertelsmann. Η τρί­τη συνο­μο­τα­ξία παρου­σιά­ζει μεγα­λύ­τε­ρο ενδια­φέ­ρον. Αυτοί οι εκδό­τες επι­βιώ­νουν συντη­ρώ­ντας  κατα­λό­γους που τεί­νουν να συνε­νώ­νουν τόσο εμπο­ρι­κές τάσεις όσο και κλασ­σι­κό­τε­ρες λογο­τε­χνι­κές φιλο­δο­ξί­ες. Τρεις τέτοιοι εκδό­τες ανή­κουν στον οίκο Holtzbrinck, ο οποί­ος είναι επί­σης ιδιο­κτή­της των αμε­ρι­κα­νι­κών εκδό­σε­ων Holt, St.Martin’s Press, Macmillan και Farrar, Strauss & Giroux. (Ο Random House, που κατέ­χει μετα­ξύ άλλων τον θρυ­λι­κό οίκο Alfred A. Knopff, αγο­ρά­στη­κε από τον Bertelsmann το 1998.) Ένας από αυτούς τους οίκους ιδιο­κτη­σί­ας Holtzbrinck, είναι και ο Rowohlt όπου δού­λε­ψα ως εκδό­της από το 1985 έως το 1995. Ο Rowohlt ειδι­κεύ­ε­ται σε Αμε­ρι­κα­νούς και Βρε­τα­νούς συγ­γρα­φείς και ο εμπο­ρι­κός θυγα­τρι­κός του οίκος Wunderlich έχει την τύχη να εκδί­δει τη Βρε­τα­νί­δα Rosamunde Pilcher, συγ­γρα­φέα του υπερ-επι­τυ­χη­μέ­νου Ψάχνο­ντας για Κοχύ­λια (The Shell Seekers 1987, ελλη­νι­κή έκδο­ση Ωκε­α­νί­δα 1989).  Οι μετα­φρά­σεις των ρομάν­τζων της Pilcher (όπου, κατά κανό­να, τυπι­κή Αγγλί­δα ερω­τεύ­ε­ται διστα­κτι­κό gentleman της αστι­κής τάξης) έχουν που­λή­σει περισ­σό­τε­ρα από 15 εκα­τομ­μύ­ρια αντί­τυ­πα στη Γερ­μα­νία. Με τη σει­ρά τους, τα κέρ­δη βοή­θη­σαν στη χρη­μα­το­δό­τη­ση ολο­κλη­ρω­μέ­νων εκδό­σε­ων των Vladimir Nabokov, Jean-Paul Sartre, Ernest Hemingway και, προ­σφά­τως, του Harold Brodkey. Για να το θέσω δια­φο­ρε­τι­κά, το καθε­στώς προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης τιμής επέ­τρε­ψε στον Rowohlt μία διά­χυ­ση του ρίσκου, σε ένα επι­χει­ρη­μα­τι­κό περι­βάλ­λον το οποίο παρα­δο­σια­κά χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από μακρο­πρό­θε­σμες στρα­τη­γι­κές και περιο­ρι­σμέ­να περι­θώ­ρια κέρ­δους. Σήμε­ρα, ο Rowohlt ευη­με­ρεί εκδί­δο­ντας επι­τυ­χη­μέ­νους συγ­γρα­φείς όπως ο Jonathan Franzen και, πιο πρό­σφα­τα, ο Ούγ­γρος Péter Nádas, του οποί­ου το 1.700 σελί­δων μυθι­στό­ρη­μα Παράλ­λη­λες Ιστο­ρί­ες, έξο­χα μετα­φρα­σμέ­νο στα γερ­μα­νι­κά από την Christina Viragh, θα μπο­ρού­σε κάλ­λι­στα να τον τοπο­θε­τή­σει στις μελ­λο­ντι­κές υπο­ψη­φιό­τη­τες των Nobel.

* * *

Από τα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του 1840 ο διφο­ρού­με­νος χαρα­κτή­ρας του βιβλί­ου –συγ­χρό­νως υλι­κό αγα­θό  και πολι­τι­σμι­κό έργο– έχει ορί­σει την εσω­τε­ρι­κή συζή­τη­ση στον γερ­μα­νι­κό εκδο­τι­κό χώρο. Αφή­νο­ντας κατά μέρος την έμφυ­τη ύβρι του γερ­μα­νι­κού εθνι­κι­σμού και την αυτο­α­να­κή­ρυ­ξη της χώρας σε Kulturnation, το γεγο­νός είναι ότι στη Γερ­μα­νία ο πολι­τι­σμι­κός ορι­σμός του βιβλί­ου ως κύριου παρά­γο­ντα δια­νοη­τι­κής, επι­στη­μο­νι­κής, οικο­νο­μι­κής και αισθη­τι­κής αυτο­βελ­τί­ω­σης έχει υπε­ρι­σχύ­σει της αντί­λη­ψής του ως ενός ακό­μα εμπο­ρεύ­σι­μου υλι­κού αγα­θού. Το βιβλίο είναι αφ’ εαυ­τού κάτι το ιερό: δεν είναι απλώς ένα υλι­κό αντι­κεί­με­νο που κανείς χρη­σι­μο­ποιεί και μετά το πετάει.

Το συνε­πα­κό­λου­θο προ­στα­τευ­τι­κό πλαί­σιο ήρθε το 1888 με τη μορ­φή της συμ­φω­νί­ας για την ενιαία τιμή του βιβλί­ου που δημιουρ­γή­θη­κε από τη Γερ­μα­νι­κή Ομο­σπον­δία Εμπό­ρων Βιβλί­ου. Η συμ­φω­νία  έδω­σε ορι­στι­κό τέλος στις συνε­χι­ζό­με­νες δια­μά­χες μετα­ξύ των εκδο­τών, των μεγά­λων εται­ρειών ταχυ­δρο­μι­κών παραγ­γε­λιών και των παρα­δο­σια­κών, μικρού βελη­νε­κούς, βιβλιο­πω­λών. Όπως συμ­βαί­νει σήμε­ρα με την Amazon και τις μεγά­λες αλυ­σί­δες βιβλιο­πω­λεί­ων στις ΗΠΑ, οι εται­ρεί­ες ταχυ­δρο­μι­κών παραγ­γε­λιών είχαν τότε πλημ­μυ­ρί­σει την γερ­μα­νι­κή αγο­ρά με φτη­νά βιβλία, απει­λώ­ντας με κατα­στρο­φή τα τοπι­κά βιβλιο­πω­λεία των μικρών κοινοτήτων.

Όταν επε­τεύ­χθη η συμ­φω­νία της ενιαί­ας τιμή του βιβλί­ου, τα πολυά­ριθ­μα βασί­λεια και δου­κά­τα ανά τη γερ­μα­νι­κή επι­κρά­τεια είχαν ήδη συνυ­πάρ­ξει επί δεκα­έ­ξι χρό­νια ως ενω­μέ­νο έθνος υπό τον κάι­σερ, με κεντρι­κή κυβέρ­νη­ση και ένα μάλ­λον αδύ­να­μο κοι­νο­βού­λιο. Παρό­λα αυτά, η δια­φο­ρο­ποί­η­ση μετα­ξύ των τοπι­κών πολι­τι­σμι­κών και θρη­σκευ­τι­κών παρα­δό­σε­ων παρέ­μει­νε αναλ­λοί­ω­τη. Μέχρι και σήμε­ρα, η ποι­κι­λο­μορ­φία των τεχνών δια­σφα­λί­ζε­ται μέσα από ετή­σια κρα­τι­κά κον­δύ­λια ύψους σχε­δόν 12 δισε­κα­τομ­μυ­ρί­ων ευρώ. Επι­προ­σθέ­τως, παρέ­χο­νται δια­φό­ρων ειδών φορο­λο­γι­κές διευ­κο­λύν­σεις. Για παρά­δειγ­μα τα βιβλία, οι εφη­με­ρί­δες και τα εισι­τή­ρια θεά­τρου φορο­λο­γού­νται μόνο με το μισό  του ισχύ­ο­ντος ΦΠΑ. Σε κάθε περί­πτω­ση, τα βιβλία, τα περιο­δι­κά, η μου­σι­κή και οι υπό­λοι­ποι καλ­λι­τε­χνι­κοί θεσμοί (συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των εκα­το­ντά­δων λυρι­κών σκη­νών), συνέ­τει­ναν προς την ενο­ποί­η­ση μιας χώρας που εισή­χθη στη βιο­μη­χα­νι­κή επο­χή με του­λά­χι­στον πενή­ντα χρό­νια καθυ­στέ­ρη­ση ένα­ντι της Γαλ­λί­ας και της Αγγλί­ας. Συγ­χρό­νως, οι μαζι­κές κοι­νω­νι­κές αλλα­γές σε συν­δυα­σμό με τη γορ­γή βιο­μη­χα­νι­κή ανά­πτυ­ξη οδή­γη­σαν σε μια ρομα­ντι­κή ανα­πό­λη­ση του παρελ­θό­ντος: εξ ου και ο όρος angst (φόβος), ο οποί­ος συνο­δεύ­ει τις ανα­λύ­σεις του γερ­μα­νι­κού ψυχι­σμού έκτο­τε. Υπό αυτό το πρί­σμα, το συνο­λι­κό έργο συγ­γρα­φέ­ων όπως ο Goethe, ο Schiller και ο Heine, κατέ­στη εμβλη­μα­τι­κό των επι­τευγ­μά­των της νέας αστι­κής τάξης, κομ­μά­τι, θα έλε­γε κανείς, της δια­νοη­τι­κής οικο­σκευ­ής της. Αργό­τε­ρα, στα τέλη του δέκα­του ένα­του αιώ­να, η Παι­δεία (Bildung) βρέ­θη­κε στο επί­κε­ντρο των προ­γραμ­μα­τι­κών επι­διώ­ξε­ων των σοσια­λι­στι­κών κινη­μά­των και των εργα­τι­κών επι­μορ­φω­τι­κών λεσχών (Arbeiterbildungsvereine) που αυτά καθιέ­ρω­σαν. Κατά τη διάρ­κεια της καγκε­λα­ρί­ας του Bismarck, βιβλία και μπρο­σού­ρες χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ως ανα­ντι­κα­τά­στα­τα όπλα του ταξι­κού αγώ­να. Οι δε σοσια­λι­στι­κές λέσχες βιβλί­ου παρεί­χαν στα μέλη τους βιβλία σε χαμη­λές τιμές. Αξί­ζει να σημειω­θεί ότι η τελευ­ταία τέτοια λέσχη –η Büchergilde Gutenberg, που ιδρύ­θη­κε  από συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις το 1924– ιδιω­τι­κο­ποι­ή­θη­κε το 1998 και φυτο­ζω­εί μέχρι σήμε­ρα, κατά­λοι­πο πλέ­ον μιας πάλαι ποτέ ρωμα­λέ­ας λογο­τε­χνι­κής παρά­δο­σης. Άλλω­στε, οι λογο­τε­χνι­κές λέσχες ευθύ­νο­νται πλέ­ον μόλις για το 2% των πωλή­σε­ων βιβλί­ων σε εθνι­κό επίπεδο.

Όπως προ­α­να­φέρ­θη­κε, η  συμ­φω­νία της ενιαί­ας τιμή του βιβλί­ου έγι­νε ομο­σπον­δια­κός νόμος το 2002. Δίνο­ντας έμφα­ση στην πολι­τι­σμι­κή σημα­σία της εκδο­τι­κής βιο­μη­χα­νί­ας, ο νόμος παρέ­χει στους εκδό­τες το απο­κλει­στι­κό δικαί­ω­μα καθο­ρι­σμού της αρχι­κής τιμής πώλη­σης όλων των νέων εκδό­σε­ων, είτε πρό­κει­ται για σκλη­ρό­δε­τες είτε για χαρ­τό­δε­τες. Μετά την παρέ­λευ­ση δεκα­ο­κτώ μηνών, οι εκδό­τες δια­τη­ρούν το δικαί­ω­μα άρσης της προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης τιμής, ανα­κοι­νώ­νο­ντας την εν λόγω μετα­βο­λή μέσω εντύ­πων του χώρου. Ορι­σμέ­να νομι­κά ‘παρα­θυ­ρά­κια’ του αρχι­κού συμ­φώ­νου –όπως λ.χ. η δυνα­τό­τη­τα πώλη­σης «ελατ­τω­μα­τι­κών βιβλί­ων» (τα οποία στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα βρί­σκο­νται σε άψο­γη κατά­στα­ση) σε χαμη­λό­τε­ρες τιμές– έκλει­σαν ορι­στι­κά το 2002. Επι­πλέ­ον, ο νόμος ανα­θε­ω­ρή­θη­κε το 2006 ούτως ώστε να καλύ­ψει κάθε δυνα­τό σημείο πώλη­σης, συμπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας  τα δια­δι­κτυα­κά κατα­στή­μα­τα όπως την Amazon και τα ηλε­κτρο­νι­κά βιβλία (εξαι­ρώ­ντας βέβαια όσα είναι εμπλου­τι­σμέ­να με πρό­σθε­τα, εικό­νες, βίντεο και άλλα ομοει­δή τεχνά­σμα­τα). Μία επί­πτω­ση του νόμου προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης τιμής ήταν η ανά­πτυ­ξη μιας νέας δια­δι­κτυα­κής αγο­ράς χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νων βιβλί­ων, με απο­τέ­λε­σμα 100.000 τέτοιοι τίτλοι να είναι πλέ­ον δια­θέ­σι­μοι. Η άνθη­ση αυτής της αγο­ράς απο­τε­λεί αν μη τι άλλο σαφή ένδει­ξη ότι οι πωλή­σεις παλαιό­τε­ρων εκδό­σε­ων έχουν πέσει δρα­μα­τι­κά μετά την νομο­θε­τι­κή ρύθ­μι­ση προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης τιμής. Ενώ κατά τη δεκα­ε­τία του ’80 οι πωλή­σεις παλαιό­τε­ρων τίτλων αντι­στοι­χού­σαν στο 30% των συνο­λι­κών πωλή­σε­ων σκλη­ρό­δε­των, σήμε­ρα το μερί­διό τους έχει πέσει στο 5%. Εκτός όλων αυτών, είναι πλέ­ον παρά­νο­μη η εξα­γω­γή βιβλί­ων σε χώρες όπου δεν υφί­στα­ται αντί­στοι­χη νομο­θε­σία, με σκο­πό την επα­νει­σα­γω­γή και πώλη­σή τους σε χαμη­λό­τε­ρες τιμές. (Ας σημειω­θεί ότι ανά­λο­γοι νόμοι περί προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης τιμής βρί­σκο­νται εν ισχύ σε Γαλ­λία, Ελλά­δα, Ιτα­λία,  Ολλαν­δία, Αυστρία, Πορ­το­γα­λία και Ισπανία.)

Ωστό­σο, ο μετα­σχη­μα­τι­σμός του οικειο­θε­λούς συμ­φώ­νου σε ομο­σπον­δια­κό νόμο ήταν εν τέλει ακού­σιο απο­τέ­λε­σμα της πολι­τι­κής της Ευρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής. Το 1999 η Ε.Ε. προ­σπά­θη­σε να καταρ­γή­σει το σύμ­φω­νο προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης τιμής με την αιτιο­λο­γία ότι απο­τε­λού­σε δημιούρ­γη­μα ενός τιμο­λο­για­κού καρ­τέλ και ως εκ τού­του παρα­βί­α­ζε την κεί­με­νη Ευρω­παϊ­κή νομο­θε­σία περί μονο­πω­λί­ων. Το πρό­βλη­μα ήταν ότι η συμ­φω­νία του Άμστερ­νταμ το 1997 είχε ήδη περιο­ρί­σει τη δυνα­τό­τη­τα της Ε.Ε. να επι­βάλ­λει οποια­δή­πο­τε σύγκλι­ση μετα­ξύ των δια­κρα­τι­κών εμπο­ρι­κών πρα­κτι­κών των κρα­τών-μελών της και της δικής της αντί­στοι­χης νομο­θε­σί­ας. Ως υπουρ­γός πολι­τι­σμού της Γερ­μα­νί­ας εκεί­νη την επο­χή, έλα­βα μέρος στο παζά­ρι των δια­πραγ­μα­τεύ­σε­ων. Μετα­ξύ άλλων, στην προ­σπά­θειά της να ανα­κό­ψει την επί­θε­ση της Επι­τρο­πής στο σύμ­φω­νο προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης τιμής, η Γερ­μα­νία απεί­λη­σε ακό­μη και με άσκη­ση βέτο στο κατά τα άλλα μηδα­μι­νό μπά­τζετ της Ευρω­παϊ­κής Ένω­σης για τον πολι­τι­σμό.  Βέβαια, το γεγο­νός ότι η γερ­μα­νι­κή εκδο­τι­κή βιο­μη­χα­νία διέ­θε­τε έναν μικρό στρα­τό δικη­γό­ρων, οι οποί­οι ασκού­σαν αδιά­κο­πα παρα­σκη­νια­κή πολι­τι­κή πίε­ση στις Βρυ­ξέλ­λες, αν μη τι άλλο βοή­θη­σε την υπό­θε­ση.  Εν τέλει, τα μέλη εκεί­νης της σύν­θε­σης της Ευρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής παραι­τή­θη­καν εν χορώ υπό μάλ­λον νεφε­λώ­δεις συν­θή­κες. Για παρά­δειγ­μα η Edith Cresson, πρώ­ην πρω­θυ­πουρ­γός υπό τον Mitterrand και τότε επί­τρο­πος της Γαλ­λί­ας, κατη­γο­ρή­θη­κε για νεπο­τι­σμό, έχο­ντας διο­ρί­σει ως προ­σω­πι­κό της σύμ­βου­λο έναν στε­νό της φίλο οδο­ντί­α­τρο. Όμως αυτή είναι μια δια­φο­ρε­τι­κή ιστο­ρία, στην οποία θα άξι­ζε ίσως να βυθί­σει τα ‘δόντια’ του ένας μυθι­στο­ριο­γρά­φος. (Ίσως κάποιος Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας να το έχει ήδη πράξει.)

Στις Βρυ­ξέλ­λες, κύρια υπε­ρα­σπι­στι­κή μας γραμ­μή ήταν η σαφής πολι­τι­σμι­κή συνά­φεια των βιβλί­ων για τη Γερ­μα­νία. Για περισ­σό­τε­ρο από έναν αιώ­να, το απο­κα­λού­με­νο καρ­τέλ των εκδο­τών δεν στά­θη­κε πρα­κτι­κά εμπό­διο στον αντα­γω­νι­σμό. Περί­που 90.000 νέα βιβλία εκδί­δο­νται κάθε χρό­νο, νού­με­ρο το οποίο κατά κεφα­λή αντι­στοι­χεί στο τετρα­πλά­σιο του συνό­λου των εκδό­σε­ων στις Ηνω­μέ­νες Πολι­τεί­ες. Μετα­ξύ των νέων εκδό­σε­ων για το 2010, οι 11.349 ήταν μετα­φρά­σεις, εκ των οποί­ων οι  6.993 από τα αγγλι­κά. Επι­πλέ­ον, οι μέσοι όροι τιμών στη Γερ­μα­νία είναι οι χαμη­λό­τε­ροι της Ευρώ­πης, εξαι­ρου­μέ­νων πιθα­νώς της Ισλαν­δί­ας και της Φιν­λαν­δί­ας. Αυτό το ‘ατι­μω­τι­κό’ καρ­τέλ φαί­νε­ται τελι­κά να λει­τουρ­γεί προς όφε­λος του ανα­γνω­στι­κού κοι­νού, των εκδο­τών, των βιβλιο­πω­λεί­ων αλλά και των συγ­γρα­φέ­ων, ειδι­κό­τε­ρα αυτών που δεν μπο­ρούν να ελπί­ζουν σε ολι­κές πωλή­σεις άνω των 3.000 αντι­τύ­πων. Το πολι­τι­σμι­κό πλε­ο­νέ­κτη­μα αυτής της διευ­θέ­τη­σης είναι προ­φα­νές. Τα ευπώ­λη­τα, είτε αυτά έχουν γρα­φεί από τον Stephen King, είτε έχουν γρα­φεί από τον Günter Grass, πωλού­νται παντού στην ίδια τιμή, εξα­σφα­λί­ζο­ντας την επι­βί­ω­ση των ανε­ξάρ­τη­των βιβλιο­πω­λών. Με τη σει­ρά του, το περι­θώ­ριο κέρ­δους από τα ευπώ­λη­τα επι­τρέ­πει στους βιβλιο­πώ­λες να δια­τη­ρούν στο στοκ τους συγ­γρα­φείς υψη­λής ποιό­τη­τας αλλά περιο­ρι­σμέ­νων πωλή­σε­ων. Εκτός αυτού, το 90% των βιβλί­ων που παρα­μέ­νουν απού­λη­τα στα ράφια των βιβλιο­πω­λεί­ων (μέχρι και τρία χρό­νια), εκπί­πτουν από το φόρο εισο­δή­μα­τος των βιβλιο­πω­λών. Χωρίς αυτό το φορο­λο­γι­κό πλε­ο­νέ­κτη­μα, το οποίο παρε­μπι­πτό­ντως στοι­χί­ζει στη γερ­μα­νι­κή εφο­ρία δισε­κα­τομ­μύ­ρια ευρώ, τα ανε­ξάρ­τη­τα βιβλιο­πω­λεία θα εξα­φα­νί­ζο­νταν εντός δώδε­κα μηνών.

Μετα­τρέ­πο­ντας, λοι­πόν, το σύμ­φω­νο της ενιαί­ας τιμής σε νόμο του κρά­τους, η Γερ­μα­νία πέτυ­χε να στεί­λει ένα ισχυ­ρό μήνυ­μα στους Ευρo-γρα­φειο­κρά­τες των Βρυ­ξελ­λών: το κοι­νο­βού­λιο, ως σύνο­λο, υπο­στη­ρί­ζει τη συγκε­κρι­μέ­νη εθνι­κή πολι­τι­σμι­κή πρα­κτι­κή, οπό­τε εφό­σον απο­φα­σί­σε­τε να της επι­τε­θεί­τε το ρίσκο είναι δικό σας. Βέβαια, θα πρέ­πει να σημειω­θεί ότι ακό­μα κι έτσι η Ε.Ε. συνέ­χι­σε την επί­θε­ση στην ενιαία τιμή από το 2002 και έπει­τα, αναμ­φί­βο­λα υπο­κι­νού­με­νη παρα­σκη­νια­κά από την Amazon και τις μεγά­λες γερ­μα­νι­κές αλυ­σί­δες βιβλιοπωλείων.

* * *

Με πλη­θυ­σμό γύρω στα 82 εκα­τομ­μύ­ρια κατοί­κους, η Γερ­μα­νία είναι μια οικο­νο­μι­κά εύρω­στη κοι­νω­νία βασι­ζό­με­νη στη γνώ­ση. Οι σχε­δόν 2.000 εκδο­τι­κές εται­ρεί­ες και τα περισ­σό­τε­ρα από 3.500 ανε­ξάρ­τη­τα βιβλιο­πω­λεία της στε­λε­χώ­νο­νται από εξου­σιο­δο­τη­μέ­νους βιβλιο­πώ­λες (οι περισ­σό­τε­ροι εκ των οποί­ων έχουν ολο­κλη­ρώ­σει τριε­τή εκπαί­δευ­ση που περι­λαμ­βά­νει, μετα­ξύ άλλων μαθή­μα­τα πολι­τι­σμι­κής ιστο­ρί­ας και οικο­νο­μι­κών). Στο Βερο­λί­νο, μια πόλη 3.4 εκα­τομ­μυ­ρί­ων κατοί­κων, περί­που 300 βιβλιο­πω­λεία πωλούν βιβλία από σχε­δόν 400 δια­φο­ρε­τι­κούς εκδό­τες. Το τυπι­κό βιβλιο­πω­λείο της γει­το­νιάς παρέ­χει εργα­σία σε δύο ή και τρεις υπαλ­λή­λους. Πολ­λοί από αυτούς δε, έχουν βαθιά γνώ­ση της ιδιαί­τε­ρης ιστο­ρί­ας του εμπο­ρί­ου βιβλί­ων. Για παρά­δειγ­μα, θα πρέ­πει να υπάρ­χουν του­λά­χι­στον δέκα δια­φο­ρε­τι­κά βιβλιο­πω­λεία ανά την επι­κρά­τεια με την επω­νυ­μία ‘Σαίξ­πηρ και Σια’, απο­τί­ο­ντας φόρο τιμής στο θρυ­λι­κό κατά­στη­μα που δημιούρ­γη­σε το 1919 στο Παρί­σι η Sylvia Beach, αρχι­κή εκδό­τρια του Οδυσ­σέα.

Αναμ­φί­βο­λα, το επάγ­γελ­μα του βιβλιο­πώ­λη στη Γερ­μα­νία δια­θέ­τει ένα συγκε­κρι­μέ­νο κοι­νω­νι­κό κύρος. Είναι μια δου­λειά που κυριαρ­χεί­ται από γυναί­κες, οι περισ­σό­τε­ρες εκ των οποί­ων είναι κάτο­χοι πανε­πι­στη­μια­κού πτυ­χί­ου. Τα ποιο­τι­κά βιβλιο­πω­λεία παρέ­χουν στους πελά­τες τους όχι μόνον καλές συμ­βου­λές αλλά ενί­ο­τε και βρα­διές ανά­γνω­σης από τους ίδιους τους συγ­γρα­φείς (η είσο­δος στις οποί­ες χρε­ώ­νε­ται τυπι­κά με 5 ευρώ κατ’ άτο­μο). Είναι επί­σης σε θέση να ολο­κλη­ρώ­νουν με ταχύ­τη­τα τις παραγ­γε­λί­ες τους: εδώ και περισ­σό­τε­ρες από τέσ­σε­ρις δεκα­ε­τί­ες τα βιβλιο­πω­λεία είναι ηλε­κτρο­νι­κά συν­δε­δε­μέ­να με τους χον­δρε­μπό­ρους, οι οποί­οι εγγυώ­νται ότι οποιο­δή­πο­τε βιβλίο είναι εκτός στοκ σε ένα δεδο­μέ­νο βιβλιο­πω­λείο, θα παρα­δο­θεί εντός μίας ημέ­ρας ή και λίγων ωρών. Βέβαια, αν κανείς ανα­λο­γι­στεί ότι η Γερ­μα­νία είναι κατά τι μικρό­τε­ρη από την πολι­τεία της Montana, το γεγο­νός αυτό δεν προ­κα­λεί μεγά­λη έκπληξη.

Ωστό­σο, παρά τις πολ­λές αρε­τές των παρα­δο­σια­κών βιβλιο­πω­λεί­ων, το μερί­διό τους στις συνο­λι­κές ετή­σιες πωλή­σεις βιβλί­ων (9.7 δισε­κα­τομ­μύ­ρια ευρώ το 2010) μειώ­νε­ται στα­θε­ρά και έχει πλέ­ον φτά­σει στο 50%. Πλέ­ον, οι άμε­σες δια­δι­κτυα­κές πωλή­σεις των εκδο­τών αντι­στοι­χούν στο 18%  του συνό­λου και τα δια­δι­κτυα­κά βιβλιο­πω­λεία προ­ε­λαύ­νουν: το ετή­σιο μερί­διό τους αυξή­θη­κε από 8.9% το 2007, σε 13.8% το 2010.

Οι αλυ­σί­δες βιβλιο­πω­λεί­ων από την πλευ­ρά τους, ξεκί­νη­σαν την εισβο­λή τους στην αγο­ρά μέσω των μεγά­λων πόλε­ων πριν από είκο­σι χρό­νια. Η μεγα­λύ­τε­ρη εξ αυτών, η Weltbild, δια­θέ­τει 350 κατα­στή­μα­τα. Ιδιο­κτή­της της είναι η Καθο­λι­κή Εκκλη­σία και επί του παρό­ντος βρί­σκε­ται σε δια­δι­κα­σία πώλη­σης. Φαί­νε­ται ότι οι καρ­δι­νά­λιοι και οι επί­σκο­ποι αγα­νά­κτη­σαν από τη διά­θε­ση «ερω­τι­κών βιβλί­ων» στα ράφια της Weltbild, προ­σφέ­ρο­ντας ένα ακό­μη παρά­δειγ­μα συντη­ρη­τι­κής υπο­χώ­ρη­σης, υπό έναν Γερ­μα­νό Πάπα, προς την κατεύ­θυν­ση της θρη­σκευ­τι­κής ταπει­νό­τη­τας και του πνευ­μα­τι­κού ανα­χω­ρη­τι­σμού. Η δεύ­τε­ρη μεγα­λύ­τε­ρη αλυ­σί­δα βιβλιο­πω­λεί­ων, η Thalia, ανή­κει στη Douglas, μια γερ­μα­νι­κή εται­ρεία λια­νι­κής πώλη­σης αρω­μά­των και κοσμη­μά­των. Η Thalia ακο­λου­θεί στρα­τη­γι­κή «πολ­λα­πλών κανα­λιών», που­λώ­ντας βιβλία μέσω δια­δι­κτύ­ου και, συγ­χρό­νως, αγο­ρά­ζο­ντας παλαιάς κοπής βιβλιο­πω­λεία, σύμ­φω­να με το παρά­δειγ­μα της Barnes & Noble. Απα­σχο­λεί περισ­σό­τε­ρους από 5.000 υπαλ­λή­λους και οι συνο­λι­κές πωλή­σεις της το 2010 ανήλ­θαν στα 934 εκα­τομ­μύ­ρια ευρώ. Το 2007 η Ομο­σπον­δία Εκδο­τών και Βιβλιο­πω­λών δημιούρ­γη­σε τον δικό της ιστό­το­πο ονό­μα­τι libreka!. Σχε­διά­στη­κε με γνώ­μο­να την απο­φυ­γή των λαθών της δισκο­γρα­φι­κής βιο­μη­χα­νί­ας, που επέ­τρε­ψαν στο iΤunes να κυριαρ­χή­σει στην ψηφια­κή αγο­ρά που­λώ­ντας τρα­γού­δια με 99 σεντ το κομ­μά­τι. Κάθε Γερ­μα­νός εκδό­της ή βιβλιο­πώ­λης δύνα­ται να που­λή­σει τα ηλε­κτρο­νι­κά βιβλία του μέσω του libreka!, ενώ η Ομο­σπον­δία ανα­λαμ­βά­νει όλη τη γραμ­μα­τεια­κή δου­λειά που αντι­στοι­χεί σε κάθε πώλη­ση, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης και της λογιστικής.

Εξαι­τί­ας της ενιαί­ας τιμής, η Amazon αντι­με­τώ­πι­σε ένα σαφώς εχθρι­κό εται­ρι­κό περι­βάλ­λον όταν άνοι­ξε στη Γερ­μα­νία πριν από δεκα­πέ­ντε χρό­νια. H σημε­ρι­νή της θέση δεν συνι­στά επα­κρι­βώς θρί­αμ­βο επί του αντα­γω­νι­σμού, αφού οι πωλή­σεις των δια­δι­κτυα­κών βιβλιο­πω­λεί­ων αντι­στοι­χούν μόλις στο 13.8% του συνό­λου. Επι­πλέ­ον, θα πρέ­πει να σημειω­θεί ότι αυτό το 13.8% συμπε­ρι­λαμ­βά­νει και τις πωλή­σεις των υπο­λοί­πων, μικρό­τε­ρου βελη­νε­κούς δια­δι­κτυα­κών βιβλιο­πω­λεί­ων όπως το Thalia. Όμως, για να μην παρε­ξη­γη­θώ, η Amazon δεν έχει σε καμία περί­πτω­ση κατα­θέ­σει τα όπλα. Επί του παρό­ντος δια­τη­ρεί έξι γιγα­ντιαί­ες απο­θή­κες σε γερ­μα­νι­κό έδα­φος και χτί­ζει άλλες δύο στο Pforzheim και το Koblenz, οι οποί­ες θα απα­σχο­λούν συνο­λι­κά 3.000 εργα­ζό­με­νους, τα δύο τρί­τα των οποί­ων θα εργά­ζο­νται ως επο­χια­κοί. Βέβαια, στη Γερ­μα­νία, η Amazon δεν ποντά­ρει στα βιβλία, αφού, εξαι­τί­ας της ενιαί­ας τιμής, τα περι­θώ­ρια κέρ­δους είναι περιο­ρι­σμέ­να. Ωστό­σο, τα βιβλία λει­τούρ­γη­σαν για την Amazon ως Δού­ρειος Ίππος, συστή­νο­ντας το δια­δι­κτυα­κό κολοσ­σό στο γερ­μα­νι­κό κατα­να­λω­τι­κό κοι­νό και παρέ­χο­ντάς της έτσι τη δυνα­τό­τη­τα να εδραιώ­σει την παρου­σία της στην τερά­στια αγο­ρά ταχυ­δρο­μι­κών παραγ­γε­λιών κάθε τύπου.

Όπως οι Ηνω­μέ­νες Πολι­τεί­ες, έτσι και η Γερ­μα­νία βιώ­νει μια περί­ο­δο συντα­ρα­κτι­κών πολι­τι­σμι­κών αλλα­γών στην επι­κοι­νω­νία. Συσκευ­ές σαν το Kindle και το iPad έχουν κάνει την είσο­δό τους στην αγο­ρά. Επι­πλέ­ον, οι ισχύ­ο­ντες νόμοι περί πνευ­μα­τι­κής ιδιο­κτη­σί­ας τίθε­νται υπό αμφι­σβή­τη­ση από ένα νεο­πα­γές πολι­τι­κό κόμ­μα ονό­μα­τι Piratenpartei (ή κόμ­μα των Πει­ρα­τών), το οποίο ενδέ­χε­ται να αλλά­ξει το πολι­τι­κό τοπίο. Για τους Πει­ρα­τές η πολι­τι­κή προ­κα­θο­ρι­σμέ­νων τιμών σε οποιο­δή­πο­τε αγα­θό σχε­τί­ζε­ται με την επι­κοι­νω­νία, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και των βιβλί­ων, είναι πέρα για πέρα άδι­κη: το αγα­θό της πλη­ρο­φό­ρη­σης, ισχυ­ρί­ζο­νται, οφεί­λει να διέ­πε­ται από ελευ­θε­ρία. Το κόμ­μα έχει την υπο­στή­ρι­ξη του 13% του εκλο­γι­κού σώμα­τος, ποσο­στό που το καθι­στά εκλέ­ξι­μο στο κοι­νο­βού­λιο στις επερ­χό­με­νες εκλο­γές του 2013. Παράλ­λη­λα, το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος των ψηφο­φό­ρων του ανή­κει στη γενιά του Facebook (άλλω­στε, ο εν λόγω ιστό­το­πος έχει σχε­δόν 22 εκα­τομ­μύ­ρια χρή­στες στη Γερμανία).

Καθώς το κοι­νό της νόμι­σμα δοκι­μά­ζε­ται από την ύφε­ση, η Ευρω­παϊ­κή Ένω­ση και οι γρα­φειο­κρά­τες της αντι­με­τω­πί­ζουν πολύ σημα­ντι­κό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα από τις όποιες εκκλή­σεις για ανα­θε­ώ­ρη­ση του τιμο­λο­για­κού καθε­στώ­τος των βιβλί­ων. Έτσι, του­λά­χι­στον για το εγγύς μέλ­λον, μαύ­ροι χαρα­κτή­ρες τυπω­μέ­νοι σε χαρ­τί θα συνε­χί­σουν να απο­τε­λούν την πρώ­τη ύλη του γερ­μα­νι­κού πολι­τι­σμού. Κι όπως σημεί­ω­σε ένας Γερ­μα­νός εκδό­της κοι­τά­ζο­ντας το τελευ­ταίο μοντέ­λο του Kindle: «τα περί­πλο­κα τεχνι­κά μέσα δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποιού­νται στο κρεβάτι».

*O Michael Naumann είναι ο αρχι­συ­ντά­κτης του γερ­μα­νι­κού περιο­δι­κού Cicero. Στο παρελ­θόν έχει υπάρ­ξει εκδό­της, δημο­σιο­γρά­φος και —για ένα μικρό διάστημα—πολιτικός. Το 1995 ίδρυ­σε τον εκδο­τι­κό οίκο Metropolitan Books και στη συνέ­χεια δια­τέ­λε­σε Διευ­θύ­νων Σύμ­βου­λος του οίκου Henry Holt Inc. Από 1998 έως το 2000 υπήρ­ξε ο πρώ­τος Ομο­σπον­δια­κός Υπουρ­γός Πολι­τι­σμού της Γερ­μα­νί­ας με την κυβέρ­νη­ση του Gerhard Schröder.