Εμφα­νί­ζε­ται στο Βιβλιο­πω­λείο Foyles του κεντρι­κού Λον­δί­νου, με τζιν παντε­λό­νι και γκρι μακό μπλου­ζά­κι. Ο πρώ­τος Αμε­ρι­κα­νός νικη­τής του βρα­βεί­ου Booker, χαχα­νί­ζει ελα­φρώς. Φταί­ει η εξά­ντλη­ση από την από­το­μη δημο­σιό­τη­τα.  «Δεν είναι ότι είμαι φτιαγ­μέ­νος, να ξέρεις», λέει. Στο βρα­βευ­μέ­νο του μυθι­στό­ρη­μα Ο Που­λη­μέ­νος, ένας νεα­ρός άντρας απο­φα­σί­ζει να βάλει την ιδιαί­τε­ρη πατρί­δα του ξανά στον χάρ­τη με έναν αντι­συμ­βα­τι­κό τρό­πο: ανα­συ­στή­νο­ντας τον ρατσι­σμό και τον φυλε­τι­κό δια­χω­ρι­σμό. Το βιβλίο έχει χαρα­κτη­ρι­στεί ως καυ­στι­κή σάτι­ρα πάνω στις φυλε­τι­κές δια­κρί­σεις. Η αλή­θεια είναι πως Ο Που­λη­μέ­νος, είναι επί­σης μια μυθο­πλα­στι­κή πραγ­μα­τεία πάνω στα ζητή­μα­τα ταυ­τό­τη­τας, υπο­βάθ­μι­σης της ζωής, και της ιστο­ρί­ας των εσπε­ρι­δοει­δών. Γεν­νη­μέ­νος στο Λος Άντζε­λες ο 54άχρονος Πωλ Μπέι­τι, που τώρα ζει και εργά­ζε­ται στην Νέα Υόρ­κη, δεν είναι ο άνθρω­πος των τσι­τά­των. Όταν σου μιλά είναι ευγε­νής και παράλ­λη­λα το μυα­λό του ταξι­δεύ­ει σε απροσ­δό­κη­τα μέρη.

ΕΡ: «Ο που­λη­μέ­νος» εξε­λίσ­σε­ται σ’ένα βίαιο και παρα­με­λη­μέ­νο γκέ­το, όπου ο αφη­γη­τής γυρί­ζει πάνω σ’ένα άλο­γο καλ­λιερ­γώ­ντας μαντα­ρί­νια. Ποια είναι η δική σας σχέ­ση με τα γκέ­το του Λος Άντζε­λες;

ΑΠ: Ο κατα­στα­τι­κός χάρ­της του βιβλί­ου («Το Ντί­κενς θα παρα­μεί­νει ελεύ­θε­ρο από Κινέ­ζους, Ισπα­νό­φω­νους, περί­ερ­γες δια­λέ­κτους, κοκ­κι­νο­μάλ­λη­δες, αλη­τά­μπου­ρες και Εβραί­ους»), βασί­ζε­ται στον ανθρω­πο­λο­γι­κό χάρ­τη του μεγα­λύ­τε­ρου γκέ­το του Λος Άντζε­λες, το Κόμ­πτον. Εκεί ακό­μη και σήμε­ρα, η αγο­ρά ενός σπι­τιού υπό­κει­ται σε φυλε­τι­κούς περιο­ρι­σμούς. Υπάρ­χει μία ζώνη στο Κόμ­πτον η οποία ονο­μά­ζε­ται «Ρίτσλαντ Φαρμς» και προ­ο­ρί­ζε­ται για αγρο­τι­κή καλ­λιέρ­γεια. Όταν ήμουν πιτσι­ρι­κάς στις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του ’70, η μητέ­ρα μου πήγαι­νε εμέ­να και της αδερ­φές μου, στην παρέ­λα­ση του Γουάτς. Στην καρ­διά του Κόμ­πτον έβλε­πα μαύ­ρους πάνω σε άλο­γα να πηγαί­νουν πέρα δώθε. Ένα οπωσ­δή­πο­τε παρά­ξε­νο θέα­μα για μένα. Ανα­ρω­τιώ­μουν τι διά­βο­λο έκα­ναν τόσοι μαύ­ροι καβα­λά­ρη­δες κατα­με­σής του Λος Άντζε­λες; Η αδερ­φή μου διδά­σκει στο Κόμ­πτον και μου έλε­γε ιστο­ρί­ες που αγό­ρα­ζαν γάλα για τα παι­διά τους από την αγε­λά­δα της διπλα­νής πόρ­τας για 50 σεντ.

Έτσι άρχι­σα να εξε­ρευ­νώ την  γει­το­νιά και μια μέρα στρί­βο­ντας σ’ένα στε­νό, βλέ­πω κοντά στις 150 κότες στην μέση του δρό­μου. Όλα συμ­βαί­νουν στο Κόμ­πτον. Όπως και οι συμ­μο­ρί­ες. Οι «Crips» και οι «Bloods», κυριαρ­χούν στους δρό­μους. Ζόρι­κοι τυπά­δες. Φορά­νε χρώ­μα­τα όπως οι ομά­δες και έχουν τις δικές τους φαμί­λιες. Η βία είναι διά­χυ­τη στο Κόμ­πτον. Πάντως η περιο­χή ακό­μη και σήμε­ρα μυρίζει…μποστάνι

ΕΡ: Πως γεν­νή­θη­κε το μυθι­στό­ρη­μα σας;

ΑΠ: Υπήρ­χε ένα τηλε­ο­πτι­κό σήριαλ που οι περισ­σό­τε­ροι της γενιάς μου δεν έχα­ναν επει­σό­διο. Η σει­ρά αυτή είχε τίτλο: «The Little Rascals». Τα γυρί­σμα­τα γίνο­νταν κοντά στη γει­το­νιά μου. Στην σει­ρά υπήρ­χε ένας μαύ­ρος ήρω­ας όπου ήταν η πηγή του 90% των αστεί­ων. Παράλ­λη­λα ήταν και το πιο ιντρι­γκα­δό­ρι­κο πρό­σω­πο, ο εξυ­πνό­τε­ρος. Κάτι σαν αρχη­γός της συμ­μο­ρί­ας. Όταν πήγα στο Πανε­πι­στή­μιο της Βοστώ­νης, έγι­νε μια ρετρο­σπε­κτί­βα του «The Little Rascals». Παί­χτη­καν και οι αλο­γό­κρι­τες κόπιες. Τότε ήμουν ο μόνος μαύ­ρος φοι­τη­τής στην πτέ­ρυ­γα του κάμπους. Υπήρ­χε μια σκη­νή που δεν είχα ξανα­δεί: Ένας από τους χαρα­κτή­ρες του σήριαλ μαγει­ρεύ­ει ιδρω­μέ­νος ένα παπού­τσι μέσα στη κατσα­ρό­λα. Κάποια στιγ­μή σκου­πί­ζει τον ιδρώ­τα από τα φρύ­δια του, τινά­ζει τα δάχτυ­λα του και ξάφ­νου στον τοί­χο εμφα­νί­ζε­ται ένας παρά­ξε­νος μαύ­ρος λεκές. Ένιω­σα άβο­λα που έβλε­πα τους περισ­σό­τε­ρους γύρω μου να έχουν ξεκαρ­δι­στεί απ’τα γέλια. Μ’έπιασε ναυ­τία. Έπρε­πε να κάνω κάτι γι αυτό.

ΕΡ: Είστε ικα­νο­ποι­η­μέ­νος με τον χαρα­κτη­ρι­σμό του μυθι­στο­ρη­μα­τός σας ως σάτι­ρα;

ΑΠ: Για μένα αυτή η λέξη είναι άμε­σα συν­δε­δε­μέ­νη με την ψυχα­γω­γία. Πρό­σφα­τα είδα ένα ντο­κι­μα­ντέρ αφιε­ρω­μέ­νο στην καριέ­ρα του Μαρκ Του­έιν. Ξέρε­τε έβγα­ζε το ψωμί του ως σατι­ρι­κός συγ­γρα­φέ­ας, παί­ζο­ντας πιστά τον ρόλο. Επί­σης η βιο­γρα­φία του σενα­ριο­γρά­φου και σκη­νο­θέ­τη Πρέ­στον Στάρ­τζες, ανα­φέ­ρει τον κίν­δυ­νο του να σε εκλά­βει το κοι­νό ως σατι­ρι­κό καλ­λι­τέ­χνη. Δεν μισώ την λέξη. Προ­σπα­θώ όμως να της αντι­στα­θώ, διό­τι είναι τόσο περιο­ρι­στι­κή. Σε φυλα­κί­ζει σε μια συγκε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή περί­ο­δο. Προ­σπα­θώ συνέ­χεια να απο­φύ­γω τέτοιες παγί­δες. Αν τα κατα­φέρ­νω ή όχι, πραγ­μα­τι­κά δεν γνω­ρί­ζω.

ΕΡ: Το μυθι­στό­ρη­μα έχει την δομή «στρώ­σε­ων». Το τρα­γι­κό και το κωμι­κό στοι­χείο εναλ­λάσ­σο­νται το ένα πάνω στο άλλο. Αυτή η δομή επί­σης σας διευ­κο­λύ­νει, απ’ ότι φαί­νε­ται, στο να εξε­τά­ζε­ται αλλη­λο­συ­γκρουό­με­νες από­ψεις.

ΑΠ: Γνω­ρί­ζε­τε μια σει­ρά βιβλί­ων κόμικς (με την υπό­θε­ση να εκτυ­λίσ­σε­ται κατά την διάρ­κεια του «Ολο­καυ­τώ­μα­τος») από τον Αρτ Σπί­γκελ­μαν, που ονο­μά­ζε­ται «Maus;» Την περιέ­λα­βα στην διδα­κτέα ύλη της περα­σμέ­νης χρο­νιάς. Κάπο­τε, ρώτη­σα τα παι­διά: «Πεί­τε μου τι βρί­σκε­ται αστείο εδώ πέρα και που;». Καθέ­νας και καθε­μιά έβρι­σκαν το δικό τους μονα­δι­κό αστείο. Αρκε­τές φορές δε, ένα αστείο γινό­ταν αφορ­μή σκλη­ρής αντι­πα­ρά­θε­σης ανά­με­σα στους φοι­τη­τές μου. Ή το αστείο ενός, προ­σέ­βαλ­λε τον διπλα­νό του. Στο «Maus» λοι­πόν, το ένα στριπ μπο­ρεί να είναι προ­σβλη­τι­κό, το άλλο αστείο, το πάρα­κα­τω να κάνει σοβα­ρή πολι­τι­κή ανά­λυ­ση, το πάρα­δι­πλα να είναι αυτο­σαρ­κα­ζό­με­νο. Αυτές είναι αντι­δρά­σεις και φαι­νό­με­να που ήθε­λα να περά­σω στον «Που­λη­μέ­νο». Ήταν σημα­ντι­κό για μένα  όταν άκου­σα την Ρεμπέ­κα Σόλ­νιτ (διά­ση­μη αρθρο­γρά­φος και αρχι­συ­ντά­κτρια του «Harper’s Magazine») να μιλά για το βιβλίο το οποίο πρό­κει­ται να γρά­ψει για το Σαν Φραν­σί­σκο, βασι­σμέ­νη στους χάρ­τες του δικού μου μυθι­στο­ρή­μα­τος. Αμέ­σως σκέ­φτη­κα πως «Ο που­λη­μέ­νος» είναι πράγ­μα­τι και ένα βιβλίο πλο­ή­γη­σης στους περί­ερ­γους δρό­μους του Λος Άντζε­λες.

ΕΡ: Ανα­φερ­θή­κα­τε στον Μαρκ Του­έιν. Στο μυθι­στό­ρη­μα σας «Ο που­λη­μέ­νος», εμφα­νί­ζε­τε έναν μαύ­ρο δια­νο­ού­με­νο να ξανα­γρά­φει σημα­ντι­κά βιβλία Αμε­ρι­κα­νών Κλασ­σι­κών συγ­γρα­φέ­ων. Μπο­ρού­με άρα­γε να ξανα­γρά­ψου­με την λογο­τε­χνι­κή ιστο­ρία και με ποιο τρό­πο;

ΑΠ: Ένας καλός φίλος δοκι­μιο­γρά­φος μου έλε­γε πόσο λάτρε­ψε το βιβλίο μου, αλλά δεν μπο­ρεί να προ­τρέ­ψει τα παδιά του να το αγο­ρά­σουν, διό­τι εκεί­να ισχυ­ρί­ζο­νται πως βρι­σκό­μα­στε σε μια μετά-ρατσι­στι­κή επο­χή και θα το απορ­ρί­ψουν σίγου­ρα. Και δώστου μπλα μπλα ο φίλος. Κάτι απ’όλες αυτές τις θεω­ρί­ες δεν μου κάθε­ται καλά. Το πιο σημα­ντι­κό για μένα (σημειω­τέ­ον δεν έχω παι­διά) είναι να γνω­ρί­ζω πως αισθά­νε­ται και αντι­δρά ο άνθρω­πος ανά πάσα στιγ­μή. Υπάρ­χει ένα κομ­μά­τι του εαυ­τού μου που αγα­πά την ται­νία: «Η γέν­νη­ση ενός έθνους» (σε σκη­νο­θε­σία Ντέι­βιντ Ουόρκ Γκρί­φιθ). Για­τί είναι απλά αναί­σχυ­ντη. Είναι σαν να σου λέει ο σκη­νο­θέ­της: «Οκέι, πάω να αρπά­ξω για πλά­κα την ταυ­τό­τη­τα αυτού του έθνους και να κατα­σκευά­σω το θεμε­λια­κό­τε­ρο ίσως έργο στην ιστο­ρία του κινη­μα­το­γρά­φου». Δύσκο­λα την παρα­κο­λου­θείς ως το τέλος. Μοιά­ζει με b-movie, όπου στο τέλος, το χέρι του τέρα­τος μπαί­νει πάντα πίσω στον τάφο. Και όλοι το παί­ζουν έκπλη­κτοι. Έναν αιώ­να και κάτι μετά, γνω­ρί­ζου­με πως το χέρι του τέρα­τος έχει βγει από τον τάφο και δεν λέει να ξανα­μπεί μέσα.      

ΕΡ: Στην απο­νο­μή του Βρα­βεί­ου Booker κάνα­τε ένα σχό­λιο για «πολι­τι­στι­κή εκμε­τάλ­λευ­ση». Μπο­ρεί­τε να μας εξη­γή­σε­τε τι εννο­εί­τε;

ΑΠ: Στο βιβλίο της Χάριετ Μπί­τσερ Στό­ου «Η καλύ­βα του μπα­ρα­μπά-Θωμά», υπάρ­χει ένας χαρα­κτή­ρας που ονο­μά­ζε­ται Τόπ­σι. Είναι ένα παρα­νοϊ­κά γελοίο πορ­τραί­το ενός νεα­ρού μαύ­ρου σκλά­βου. Στοι­χειο­θε­τώ μια ανθο­λο­γία μαύ­ρων χαρα­κτή­ρων που έχουν γρα­φτεί από λευ­κούς συγ­γρα­φείς, για να δω τι έχει αλλά­ξει μέσα στα χρό­νια. Αν έχει αλλά­ξει. Πολ­λά κλι­σέ παρα­μέ­νουν. Πρό­σφα­τα διά­βα­σα τον λόγο της Λάιο­νελ Σρί­βερ για την «πολι­τι­στι­κή εκμε­τάλ­λευ­ση», όπου πάνω κάτω λέει πως για να νιώ­σου­με το δρά­μα των Μεξι­κα­νών προ­σφύ­γων, θα πρέ­πει εμείς οι υπό­λοι­ποι να καλ­λιερ­γή­σου­με τσι­γκε­λω­τά μου­στά­κια αλά bandito…Για όλα αυτά βέβαια υπάρ­χουν θετι­κοί και αρνη­τι­κοί συνειρ­μοί, υπάρ­χουν ορι­σμέ­να ιστο­ρι­κά δεδι­κα­σμέ­να γι αυτά και τα άλλα σκα­τά, τα οποία εκπέ­μπουν απί­στευ­το αρνη­τι­σμό, σε γεμί­ζουν πλη­γές και κάνουν κάποιους να βγά­λουν χοντρά φρά­γκα. Δεν μένω μονα­χά στην υπο­κρι­τι­κή πρά­ξη της κας Σρί­βερ ή τον ρεβαν­σι­σμό της κας Στό­ου, είναι κάτι πολύ παρα­πά­νω. Ταυ­τό­χρο­να είμαι φανα­τι­κός υπο­στη­ρι­κτής της ιδέ­ας του να γρά­φει ο καθέ­νας ότι κυριο­λε­κτι­κά θέλει. Ελπί­ζω στο μέλ­λον το πεδίο δρά­σης, να είναι πιο ισορ­ρο­πη­μέ­νο. Φοβά­μαι όμως πως δεν θα είναι. Το να απο­κα­λείς μια πρά­ξη ρατσι­στι­κή, αυτο­μά­τως μπαί­νεις στη σφαί­ρα της λογο­κρι­σί­ας.  Είπα και τις προ­άλ­λες πως αν δεν είχα­με και την «πολι­τι­στι­κή εκμε­τάλ­λευ­ση», δεν θα είχα­με τίπο­τα.

ΕΡ: Έχε­τε εκπλα­γεί από το φαι­νό­με­νο Τραμπ;

ΑΠ: Ο Τραμπ είναι η ολο­κλη­ρω­μέ­νη εικό­να ενός μαλά­κα. Όμως ο ίδιος δεν έρχε­ται από το που­θε­νά. Ας μην μιλά­με για φαι­νό­με­νο. Αυτό που δεν πρέ­πει να ξεχνά­με είναι ότι ο τύπος είχε ισχυ­ρή υπο­στή­ρι­ξη όλα τα προη­γού­με­να χρό­νια. Και δεν εννοώ μόνο του εκλο­γι­κού σώμα­τος.  Πολ­λά πράγ­μα­τα συμ­βαί­νουν ταυ­τό­χρο­να. Δεν είναι μόνο ο Δυτι­κός Κόσμος. Κοι­τάξ­τε τι γίνε­ται στην Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή, στις Φιλιπ­πί­νες, στον αλλη­λο­σκο­τω­μό των εργα­τών χρυ­σού στην Νότια Αφρι­κή για μια κακο­πλη­ρω­μέ­νη δου­λειά. Το τρο­μα­κτι­κό σε όλα αυτά είναι πως δεν υπάρ­χει πάτος στο βαρέ­λι. Οι ίδιοι άνθρω­ποι που χλεύ­α­σαν τον Σάντερς, έβλε­παν με προ­σή­λω­ση την Χίλα­ρι στο συνέ­δριο των Δημο­κρα­τι­κών που ήταν απο­λύ­τως όμοιο με το συνέ­δριο των Ρεπου­μπλι­κα­νών, επί επο­χής Ρήγκαν. Η Χίλα­ρι δεν είπε το παρα­μι­κρό για την φτώ­χεια. Διό­τι θα έπρε­πε να δεσμευ­τεί. Και κάτι τέτοιο δεν το είχαν κατά νου οι εξπέρ των Δημο­κρα­τι­κών. Προ­σω­πι­κά πιστεύω πως αυτή είναι μια στε­νά­χω­ρη κατά­λη­ξη. Είναι η κατά­ντια του κόμ­μα­τος. Κατά­γο­μαι από την Καλι­φόρ­νια. Πολ­λές φορές ένα μικρό τρέ­μου­λο μας κάνει να ανα­τρι­χιά­ζου­με περισ­σό­τε­ρο από μια σει­σμι­κή δόνη­ση. Αυτή τη φορά, έρχε­ται η μεγά­λη ανα­τρι­χί­λα

Από­δο­ση από “New Statesman”: Νίκος Κουρ­μου­λής